«Πνευματική φαρέτρα τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ»
ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
ΥΠΟ ΟΣΙΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΚΛΕΟΠΑ
Ἀδελφοί μου Χριστιανοί!
Θέλω τώρα να ὁμιλήσουμε κάτι τό ὁποῖον ὅλοι μας τό καταλαβαίνουμε καί οἱ προοδευμένοι πνευματικά καί οἱ ἀρχάριοι. Ὁμιλοῦμε γιά κάτι κατανοητό, ἀλλά ταυτόχρονα εἶναι πολύ ὠφέλιμο γιά τήν ἐπιτέλεσι τῶν καλῶν ἔργων.
Στίς Παροιμίες λέγεται τό ἑξῆς: «Μέ τόν φόβο τοῦ Θεοῦ κτυπᾶ ὁ ἄνθρωπος τό κακό». Ἐάν πράγματι μέ τόν φόβο τοῦ Θεοῦ κτυπᾶ ὁ ἄνθρωπος τό κάθε κακό, αὐτό σημαίνει, ὅτι ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ εἶναι τό πρῶτο ἐμπόδιο γιά τήν ἁμαρτία. Δηλαδή ὁ θεῖος φόβος ἐμποδίζει τήν ἁμαρτία νά εἰσέλθη στήν ψυχή μας.
Ὁ Προφήτης Δαβίδ, φωτιζόμενος ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, εἴδατε τί μᾶς λέγει: «ἡ ἀρχή τῆς σοφίας εἶναι ὁ φόβος τοῦ Κυρίου καί ἡ κατανόησις εἶναι καλή σ’ αὐτούς πού τόν ἔχουν». Καί πάλι λέγει ὁ γυιός τοῦ Σολομῶντος ὅτι ὁ φόβος τοῦ Κυρίου εἶναι σχολή τῆς σοφίας. Ἐνῶ ἡ Σοφία Σειράχ λέγει ὅτι ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ εἶναι πολύ ἀνώτερος ἀπό κάθε ἄλλη σοφία.
Βλέπετε, ὅτι τρεῖς μεγάλοι προφῆτες ἐπαινοῦν τόν φόβο τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀνώτερος ἀπό κάθε ἀνθρώπινη φιλοσοφία, διότι, ὅπως λέγει καί ὁ ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σῦρος ὅτι ὁ θεῖος φόβος εἶναι τό θεμέλιο γιά ὅλα τά καλά ἔργα. Αὐτός λέγει ἀκόμη ὅτι ὁ φόβος ἔχει δύο κεφάλια: Τό πρῶτο εἶναι ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ καί τό δεύτερο εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά τί ἐννοεῖ μέ αὐτά; Διότι ὅλα τά καλά ἔργα ἀρχίζουν ἀπό τόν φόβο τοῦ Θεοῦ καί τελειώνουν μέ τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι σημεῖο τελειότητος καί ὁ ἀνώτερος βαθμός τῶν καλῶν ἔργων, διότι ἡ ἀγάπη εἶναι ἀνώτερη ἀπό ὅλα τά ἄλλα καλά ἔργα. Γιά νά φθάσει κανείς στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, πρέπει ἐκ τῶν προτέρων νά ἔχει, χωρίς ἀμφιβολία τόν φόβο τοῦ Θεοῦ. Διότι ὅλα τά καλά ἔργα ἀπό ἐδῶ ξεκινοῦν: Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔχει τόν φόβο τοῦ Θεοῦ.
Ἀκοῦτε τί λέγει τό Ἅγιο Πνεῦμα; Μακάριος εἶναι ἐκεῖνος ὁ ἄνθρωπος πού φοβᾶται τόν Θεό, διότι θὰ ἀγαπήσει πάρα πολύ νά ἐκτελέσει τά ἔργα του. Τό ἀκοῦτε; Ὅποιος φοβᾶται τόν Θεό, ἐπιθυμεῖ πολύ νά ἐκτελεῖ τίς ἐντολές του, δηλαδή νά πράττει τά καλά ἔργα. Ὁπότε καί ὅποιος δέν φοβᾶται τόν Θεό, εἶναι ἐλεύθερος νά κάνει ὅλα τά κακά ἔργα καί τήν κάθε ἁμαρτία.
Αὐτός πού ἔχει τόν φόβο τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ σοφώτερος ἄνθρωπος ἐπί τῆς γῆς. Διότι μᾶς λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, αὐτός ὁ μεγάλος φιλόσοφος καί ἀδελφός τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, τά ἑξῆς: Εἶδα πολλούς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἀγωνίσθηκαν νά μάθουν ἀπέξω τήν κάθε ἐπιστήμη, ἀλλά ἐδῶ στά θεολογικά, δηλαδή γιά τήν ἐπιστήμη τοῦ Θεοῦ, πολύ ὀλίγοι τήν ἐσπούδασαν καί τήν κατέκτησαν. Ἐπειδή ἔλειπε ἀπό τήν ζωή τους ἡ ἀληθινή σοφία, πού εἶναι ὁ θεῖος φόβος, ἀπομακρύνθηκαν ἀπό τόν Θεό καί ἔφθασαν νά κάνουν ὅλα τά βδελυκτά ἔργα».
Ἀκοῦς κάποιον πού ἔχει δύο διπλώματα, δύο πτυχία ἐπιστημῶν. Μετά ἄκουσε καί ἕνα πόρνο, ἕνα ἄθεο, ἕναν ἄπιστo, ἕνα παράνομο, ἕνα ἀνελεήμονα πρός τούς πτωχούς καί ψυχρόν ἀπό ἀγάπη πρός τόν πλησίον του, ὁ ὁποῖος δίνει μία κλωτσιά σέ κάθε καλό ἔργο καί στήν ἀληθινή πίστι πρός τόν Θεό. Σέ τί θα τόν ὠφελήση ἡ κοσμική ἐπιστήμη του, ἐάν δέν ἔχη τόν φόβο τοῦ Θεοῦ; Θὰ ἦταν καλλίτερα νά μήν εἶχε γεννηθῆ αὐτός ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος δέν γνωρίζει τόν Δημιουργό του καί οὐδέποτε τόν φοβᾶται. Ὁπότε δέν ἠμπορεῖ νά διαφυλαχθῆ ἀπό τό κακό καί νά ἐπιτελέσει τό ἀγαθό.
Γι’ αὐτό σᾶς λέγω: Εἶναι καλό ὁ ἄνθρωπος νά μάθει πολλά, νά γίνη μηχανικός, γιατρός, δάσκαλος καί καθηγητής τοῦ πανεπιστημίου. Νά γίνει στρατιωτικός, στρατηγός καί ὅ,τι ὁ Θεός τόν προώρισε νά γίνει. Ἀλλά, ἐάν σ’ αὐτά τά ἀξιώματα πού ἀνέβηκε δέν πρέπει νά ξεχάσει τόν φόβο τοῦ Θεοῦ. Διότι, ἐάν ἐξέχασες τόν θεῖο φόβο, καλλίτερα νά μήν εἶχες ἔλθη σ’ αὐτόν τόν κόσμο οὔτε νά γεννηθῆς, ἀφοῦ δέν βλέπεις τήν καλωσύνη τοῦ Θεοῦ! Ὅπως μᾶς ἔδωσε Αὐτός τήν ζωή, τόν νοῦ, τόν ἀέρα, τό φῶς, τήν ζέστη, τήν βροχή στόν κατάλληλο καιρό της, τήν τροφή, τήν ἀφθονία τῶν ἀγαθῶν, τήν ὑγεία, τήν ὅρασι, τήν ἀκοή, τήν σοφία καί τόσες ἄλλες εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ καί ἐμεῖς νά κλείνουμε τά μάτια μας σάν τά πουλιά τήν νύκτα, τά ὁποῖα δέν βλέπουν διότι εἶναι μέσα στό σκοτάδι. Ἔτσι καί ἐμεῖς δέν θέλουμε νὰ βλέπουμε τόν Θεό, πού εἶναι τό ἀπλησίαστό Φῶς καί κατοικεῖ μέσα σ’ αὐτό το φῶς.
Γι’ αὐτό ἄρχισα νά σᾶς λέγω ὅτι εἶναι μακάριος ἐκεῖνος ὁ ἄνθρωπος πού φοβᾶται τόν Θεό, διότι αὐτός εἶναι ἀληθινά σοφός καί αὐτή ἡ μακαριότης του θά τόν συνοδεύει καί ἐδῶ καί στήν ἄλλη ζωή αἰωνίως.
Ὅποιος φοβᾶται τόν Θεό, δέν τοῦ ἀρέσει νά ἁρπάζει τήν περιουσία τοῦ ἄλλου. Ὅποιος φοβᾶται τόν Θεό, δέν πηγαίνει νά ξεμυαλίσει τήν γυναῖκα τοῦ ἄλλου. Ὅποιος φοβᾶται τόν Θεό ζεῖ μέ καθαρότητα καί σεβασμό μέ τήν γυναῖκα του κατά τήν τάξι τῆς Ἐκκλησίας.
Ὅποιος φοβᾶται τόν Θεό, δέν κάνει ἐκτρώσεις, δέν εἶναι μέθυσος, δέν εἶναι καπνιστής, δέν εἶναι ἐπιθετικός στούς ἄλλους, δέν ζηλεύει τήν ξένη περιουσία, δέν εἶναι ἀνυπότακτος, ἀκούει καί ἐφαρμόζει τούς νόμους τοῦ Κράτους, τιμᾶ τήν ἐξουσία, ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Αὐτός δίνει τιμή σ’ αὐτόν πού παίρνει τιμή, σ’ αὐτόν πού ἔχει φόβο τοῦ δίνει περισσότερο φόβο καί δέν εἶναι σέ κανέναν χρεώστης παρά μόνο ζητεῖ νά ἀγαπᾶ τόν Θεό καί τόν πλησίον του.
Αὐτός πού φοβᾶται τόν Θεό, δέν κοιμᾶται σπίτι του στήν ὥρα τῆς Λειτουργίας, τήν Κυριακή καί τίς μεγάλες γιορτές. Ὅποιος φοβᾶται τόν Θεό, δέν ἀφήνει τά παιδιά του νά ζοῦν στήν παρανομία, ἀλλά τά μαλώνει, τά καθοδηγεῖ, τά διδάσκει νά προσκυνοῦν καί νά δοξάζουν τόν Θεό, νά νηστεύουν, νά ἐκκλησιάζωνται καί νά ζοῦν μέ καθαρότητα μέσα στήν οἰκογένειά τους. Ὅποιος φοβᾶται τόν Θεό, δέν χάνει τόν χρόνο του ματαίως. Εἴτε ἐργάζεται, εἴτε προσεύχεται, εἴτε διαβάζει τίς Ἅγιες Γραφές, εἴτε σκέπτεται τήν μέλλουσα κρίσι, τόν θάνατο, τήν ἀνταπόδοσι, τήν μακαριότητα τοῦ Παραδείσου καί τήν φρίκη τοῦ ἄδου.
Ὅποιος φοβᾶται τόν Θεό, ἀγαπᾶ τόν ἄνθρωπο καί τόν βοηθεῖ μέ πολλή ἀγάπη, ὅταν ἔχει στενοχώριες. Ὅποιος φοβᾶται τόν Θεό δέν λυπᾶται τήν περιουσία του καί τήν προσφέρει στούς πτωχούς. Ὅποιος φοβᾶται τόν Θεό, ἔχει πολλή ἀγωνία ὄχι μόνο νά μή σφάλλει στήν ὑπηρεσία του μέ τόν λόγον, ἀλλά οὔτε καί μέ τήν σκέψι του. Γιατί ὅμως; Διότι γνωρίζει τί λέγει τό Ἅγιο Πνεῦμα: Ὅτι ὁ Θεός γνωρίζει ὅλους τούς λογισμούς μας κι αὐτούς πού θά σκεφθοῦμε.
Ἀκούσατε κάτι γιά τόν Ἰώβ; Ἀκούσατε ὅτι ἦταν ἄνθρωπος μέ πολύ φόβο ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ; Καί τί μᾶς λέγει ἡ Ἁγία Γραφή; Ὅτι ἦταν ἄνθρωπος ἀπό τήν χώρα Αὐσιτία, στό νότιο τμῆμα τῆς Ἀραβίας. Ἦταν τόσο πλούσιος, ὅσο κανένας τότε ἄλλος ἄνθρωπος. Ἀκόμη τί λέγει ἡ Γραφή; Ὅτι ἦταν πολύ θεοφοβούμενος. Κάθε βράδυ προσέφερε σάν θυσία στόν Θεό ἕνα βόδι. Γιατί; Αὐτός ζοῦσε πρίν ἀπό τόν γραπτό Νόμο. Ἦταν ὁ πέμπτος κατά γενεάν μετά τόν Ἀβραάμ καί ἔζησε 1000 χρόνια πρίν τήν ἔλευσι τοῦ Μωϋσέως.
Κι αὐτός ἦταν ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. Εἶχε ἑπτά ἀγόρια καί τρία κορίτσια καί προσέφερε καθαρή θυσία, ὅπως ἔκαναν τότε οἱ ἄνθρωποι πού προσέφεραν αἱματηρές θυσίες στόν Θεό. Ἦταν τόσο καθαρός μέ τά παιδιά του πού δέν ἤθελε οὔτε μέ τόν λογισμό του νά στενοχωρήση τόν Θεό. Ἀκούσατε; Ποιός ἀπό τούς γονεῖς σήμερα φροντίζει νά ξέρει τί λογισμούς ἔχουν τά παιδιά τους; Ποιός φοβᾶται σήμερα μήπως ἁμαρτήσουν μέ τούς λογισμούς τους τά παιδιά τους ἀπέναντι στόν Θεό; Ἀλλοίμονο σέ μένα, τί κακούς λογισμούς ἔχουν σήμερα τά παιδιά μας! Ἁμαρτάνουν τά παιδιά μας, ὅταν σκέπτωνται νά κλέψουν, νά τά κακοποιήσουν ἄλλοι, νά πορνεύσουν, νά μεθύσουν, νά ἐκδικηθοῦν…Ἀλλοίμονό μου! Τί θυσία νά προσφέρω στόν Θεό, γιά νά μᾶς συγχωρέσει γι᾿ αὐτούς τούς λογισμούς πού ἔχουν τά παιδιά μας;
Ἄκουσες, ἐσύ πατέρα, πού ἔχεις παιδιά; Ἀκούσατε γονεῖς, μέ πόση καθαρότητα ζοῦσε ὁ Ἰώβ μέ τά παιδιά του, πού δέν ἤθελαν οὔτε μέ τίς σκέψεις τους νά λυπήσουν τόν Θεό; Ἀκούσατε γιατί ἐδόξασε ὁ Θεός τόν Ἰώβ; Ἰδού τί μᾶς λέγει ἀκόμη ἡ Ἁγία Γραφή: «Κάποια ἡμέρα ἦλθαν ἄγγελοι ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, καί ἦταν ἑκατομμύρια ἑκατομμυρίων! Κανείς δέν μπορεῖ νά τούς ἀπαριθμήσει, ὅπως μᾶς λέγει ὁ Προφήτης Ἱερεμίας: «Ποιός ἠμπορεῖ νά μετρήσει τά ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ; Εἶναι περισσότερα κι ἀπό τήν ἄμμο τῆς θαλάσσης.
Κι αὐτοί πηγαίνουν στόν Θεό. Ἀλλά ποιός εἶναι αὐτός ὁ Ὑπέρτατος Νοῦς; Εἶναι ὁ πρῶτος Νοῦς, ἡ πηγή ὅλων τῶν λογικῶν νόων, τῶν οὐρανίων καί τῶν ἐπιγείων, οἱ ὁποῖοι δίνουν ἀναφορά γιά τούς λογισμούς καί τά λόγια τους καί τί κάνουν κάθε ἡμέρα γιά τήν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Τί κάνουν οἱ ἄνθρωποι ἐπί τῆς γῆς, πῶς ἀγωνίζονται καί ὑπηρετοῦν στό ἔργο τοῦ Θεοῦ γιά τήν σωτηρία τοῦ κόσμου.
Τί μᾶς λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος; «Αὐτοί (οἱ ἄγγελοι) δέν εἶναι δοῦλοι, πού στέλλονται ἀπό τόν Θεό στήν διακονία αὐτῶν πού θά κληρονομήσουν τήν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν; Ἀκούσατε ποιά εἶναι ἡ ὑπηρεσία τους; Εἶναι ἀπεσταλμένοι γιά τήν σωτηρία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Ἔρχονται σάν πύρινη ρομφαία οἱ ἄγγελοι καί δίνουν ἀναφορά στόν Θεό, γιά τό τί κάνουν οἱ ἄνθρωποι ἐπί τῆς γῆς καί ὁ φύλακας ἄγγελος λέγει στόν Θεό γιά τήν Ψυχή τοῦ ἀνθρώπου τοῦ ὁποίου ἔχει ἀναλάβει τήν προστασία. Δίνουν ἀναφορά στόν Θεό γιά τό κάθε λεπτό τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ ὁποίου ἔχουν ἀναλάβει τήν προστασία τῆς ψυχῆς του.
Τότε ἦλθε καί ὁ σατανᾶς καί ὁ Θεός τόν ἐρώτησε:
-Ἐσύ ἀπό ποῦ ἔρχεσαι τώρα; Ναί, ἀλλά δέν ἤξερε ὁ Θεός ἀπό ποῦ ἐρχόταν ὁ διάβολος; Δέν εὑρίσκεται ὁ Θεός σέ κάθε τόπο; Ὅπως λέγει καί ὁ Ἱερεμίας γιά τήν πανταχοῦ παρουσία τοῦ Θεοῦ: «Ἐγώ εἶμαι ταυτόχρονα καί στήν γῆ καί στόν οὐρανό». Ὑπάρχει τόπος πού νά μήν εἶναι ὁ Θεός, στόν ἅδη, στόν παράδεισο, στόν οὐρανό ἤ στήν γῆ; Ὑπάρχει κάποιος οὐρανός ἤ ἀκόμη καί πολλοί οὐρανοί, ὅπου νά μήν εἶναι παρών ὁ Θεός; Ὁπότε δέν ἐγνώριζε ὁ Θεός ἀπό ποῦ ἐρχόταν ὁ διάβολος; Ἀλλά γιατί τόν ἐρώτησε; Γιά νά ἀπαντήσει σ᾿ἐμᾶς πῶς ἦταν ἡ ἱστορία τοῦ Ἰώβ.
-Ἀπό ποῦ ἔρχεσαι; Ἐρώτησε ὁ Θεός τόν σατανᾶ. Καί ἐκεῖνος τοῦ εἶπε:
-Κύριε, Περιώδευσα ἐπάνω στήν γῆ καί σέ ὅλα ὅσα εἶναι κάτω ἀπό τόν οὐρανό καί ἰδού τώρα εἶμαι ἐνώπιόν σου.
Ἀκούσατε πῶς ἐργάζεται αὐτός ὁ διάβολος; Διότι δέν εἶναι μόνος. Τό τρίτο μέρος τῶν ἀστέρων τοῦ οὐρανοῦ ἔπεσαν καί τό τρίτο μέρος τῶν ἀγγέλων ἔπεσαν, ὅπως μᾶς ἀναφέρει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης. Καί στήν Ἀποκάλυψι εἶναι γραμμένο: «Εἶδα ἕνα κόκκινο θηρίο, τό ὁποῖον ἔσυρε μέ τήν οὐρά του τό ἕνα τρίτο τῶν ἀστέρων τοῦ οὐρανοῦ καί ἔπεσαν ἐπί τῆς γῆς.
Ποῦ κατοικοῦν τά τάγματα τῶν δαιμόνων; Στούς αἰθέρες. Ἀλλά ὄχι μόνο στόν αἰθέρα αὐτό πού περιτριγυρίζεται ἀπό τό δικό μας πλανητικό σύστημα μέ χιλιάδες χιλιάδων ἑκατομμύρια, ἀλλά καί στό ὑπερπλανητικό σύστημα καί μέσα σέ ὅλα τά ἀστρικά συστήματα, ὅπου δέν ὑπάρχει σύνορο.
Σ᾿ αὐτό τό ἀπέραντο πλανητικό σύστημα ἔκαμε μία βόλτα ὁ διάβολος. Ἀκούσατε ὅτι ἕνα τρίτο τῶν ἀγγέλων ἔπεσε καί ὁ Θεός τό ἔδιωξε ἀπό ἐκεῖ πού ἦταν καί τό ἔστειλε κάτω ἀπό τόν οὐρανό. Ποιός μᾶς διδάσκει αὐτό; Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς λέγει γιά τίς μεγάλες Δυνάμεις τοῦ ἀέρος, τά πνεύματα τῆς κακίας πού εἶναι διασκορπισμένα στόν ἀέρα». Καί ὁ προφήτης Δαβίδ λέγει: «Πολλοί εἶναι ἐκεῖνοι πού πολεμοῦν μαζί μας ἀπό τούς αἰθέρας».
Γι᾿ αὐτό καί εἶπε δικαίως καί ὁ σατανᾶς: «Περιπάτησα ὅλη τήν γῆ, Κύριε, καί ὅλα ὅσα εἶναι ὑποκάτω τοῦ οὐρανοῦ καί νά ἰδού εἶμαι ἐνώπιόν σου. Καί τί τόν ἐρώτησε ὁ Θεός;
-Ἐπῆγες στόν δοῦλο μου Ἰώβ, διότι δέν ὑπάρχει στήν γῆ κανείς σάν τόν Ἰώβ, ἄνθρωπος πού νά φοβᾶται τόν Θεό καί νά ζεῖ μέ δικαιοσύνη. Κατόπιν, ὅταν εἶπε αὐτά ὁ Ποιητής τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς, Αὐτός πού ἐξετάζει τά βάθη τῶν καρδιῶν ὅλων, ὅταν ἐπαινεῖ ἕναν ἄνθρωπο, ποιός μπορεῖ νά εἰπῆ κάτι ἐνάντιον? Ὅτι δέν ὑπάρχει κανείς στήν γῆ, φοβούμενος τόν Θεό καί δίκαιος ἐνώπιόν μου, ὅπως ὁ Ἰώβ.
Ἄκουσες; Καί ὄχι διότι ἦταν πτωχός ἤ ταλαίπωρος, ἀλλά ἦταν καί πολύ πλούσιος. Τί μᾶς λέγει ἡ Γραφή; Ἦταν πολύ πλούσιος, ὁ πλουσιώτερος κάτω ἀπό τίς ἀκτῖνες τοῦ ἡλίου. Ἀλλά δέν τόν ἐνίκησε ἡ περιουσία του, δέν τόν ἀπεμάκρυνε ἀπό τόν Θεό. Διότι ἀγαποῦσε πολύ περισσότερο τόν Θεό ἀπό ὅ,τί τόν πλοῦτο του. Κανείς δέν εἶχε τότε τήν δική του περιουσία. Ἀλλά τήν θεωροῦσε σάν κάτι τό ἀσήμαντο καί προσωρινό. Γι᾿ αὐτήν ἔγραψε ἡ ἱστορία τῆς ζωῆς τοῦ Ἰώβ, γιά τήν ὁποία θά μιλήσω περιληπτικά ἀπό ἐδῶ καί ἐμπρός.
Τί δηλαδή συνέβη; Εἶπε ὁ σατανᾶς στόν Θεό:
-Ναί, Κύριε, μοῦ λέγεις ὅτι ὁ Ἰώβ εἶναι δίκαιος καί σέ φοβᾶται. Ἀλλά εἶναι περιττό νά σέ φοβᾶται.
-Γιατί;
-Ἐάν αὔξησες τήν περιουσία του καί τά ποίμνιά του ἔχουν σκεπάσει τήν χώρα πού κατοικεῖ, πῶς νά μή σε ἀγαπᾶ; Ἀφοῦ τοῦ ἔδωσες τόση περιουσία, δόξα καί τιμή! Ἐνόμιζε ὁ διάβολος, ὅτι ἐπειδή ἔχει ὅλα αὐτά, φοβᾶται τόν Θεό. Διότι ἔχει μεγάλη περιουσία. Ἀλλά δέν εἶναι ἔτσι. Ὁ Ἰώβ ἀληθινά ἐφοβεῖτο τόν Θεόν.
-Ἀλλά ἐσύ τί θέλεις, τόν ἐρωτᾶ ὁ Θεός.
-Κύριε, δός τον μου στό χέρι νά σοῦ δείξω ἐγώ, ὅτι θά σέ βλαστημήσει ἐνώπιόν σου! Τοῦ εἶπε ὁ διάβολος.
-Μά τί ἀκριβῶς θέλεις; Τόν ἐρωτᾶ ὁ Θεός.
-Δώσε στά χέρια μου τόν Ἰώβ καί θά πάρω ἐγώ τήν περιουσία του καί τά παιδιά του ὅλα καί μετά βλέπουμε ἄν θά σέ βλαστημήσει ἤ ὄχι. Διότι, ἐάν σκεπάζεις τώρα Ἐσύ μέ τήν δύναμί σου τήν περιουσία του, τούς δούλους του καί ὅλα τά ὑπάρχοντά του, ἐγώ δέν μπορῶ πλέον νά τόν πλησιάσω.
Ἀλλά γιατί σκεπάζεται ἀπό τήν θεία δύναμι; Διότι ἦταν πολύ δίκαιος καί σεβόμενος τόν Θεό καί δέν μπορεῖ νά πλησιάσει στό νοικοκυριό του κανείς. Διότι οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ τόν φυλάττουν, ἐπειδή κι αὐτός ἐφαρμόζει τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ.
-Τί θέλεις; ἐρώτησε ὁ Θεός τόν σατανᾶ.
-Θέλω νά μοῦ τόν δώσεις στά χέρια μου! Τοῦ ἀπήντησε.
-Σοῦ τόν δίνω. Πάρτον. Ἀλλά νά μήν ἀγγίξεις τόν ἴδιον!
Εἶδες ὅτι ὁ διάβολος δέν μπορεῖ νά κάνει τίποτε χωρίς τήν ἄδεια τοῦ Θεοῦ; Θά μποροῦσε νά πάρει τόν Ἰώβ καί ἀπό πολύ παλαιότερα, διότι πολύ τόν μισοῦσε, ἀλλά μέχρι πού νά πάρη τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ, δέν μποροῦσε νά τόν πειράξει. Διότι καί ὁ διάβολος εἶναι δοῦλος τοῦ Θεοῦ. Διότι κι αὐτόν ὁ Θεός τόν ἔπλασε καί πηγαίνει μόνον ἄν τοῦ ἐπιτρέπει ὁ Θεός. Διότι, ἐάν ἤθελε νά κάνει ὁ διάβολος, ὅ,τι ἤθελε, δέν θά παρέμενε οὔτε ἕνας ἄνθρωπος στήν γῆ οὔτε γιά μία ἡμέρα. Τόση μεγάλη κακία ἔχει πρός τόν ἄνθρωπο! Ἀλλά ἡ δαιμονική δύναμις εἶναι ὑπό τήν ἐξουσία τοῦ Παντοκράτορος Θεοῦ καί δέν τοῦ ἐπιτρέπει νά κάνει περισσότερα ἀπό ὅσα Αὐτός τοῦ ἐπιτρέψει.
Ἄκουσες τί λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος; Πιστός εἶναι ὁ Θεός καί δέν πρόκειται νά σᾶς ἀφήσει νά πειρασθῆτε περισσότερο ἀπό τίς δυνάμεις σας, καί παράλληλα μέ τόν πειρασμό στέλλει καί τήν βοήθεια. Εἶδες ὁ Χριστός, ὅταν ἔδιωξε τόν διάβολο ἀπ᾿ αὐτούς τούς δύο δαιμονισμένους στά Γάδαρα, τί τοῦ εἶπαν, ὅταν τούς ἐρώτησε τό ὄνομά τους; «Λεγεών, Κύριε εἶναι το ὄνομά μας! Λεγεών σημαίνει 6000 στράτευμα δαιμόνων. Τόσοι δαίμονες ἦταν μέσα σ᾿ αὐτούς τούς ἀνθρώπους.
Γι᾿ αὐτό ἐξάπλωναν μέσα στά μνήματα καί δέν φοροῦσαν τά ροῦχα τους. Περπατοῦσαν γυμνοί στίς ἐρήμους, ὅπως λέγει τό Εὐαγγέλιο. Ἦταν πολλοί. Εἴπαμε 6000, ἀλλά ἀδύναμοι. Γι᾿ αὐτό εἶπαν στόν Χριστό: «Ἐάν θέλεις, Κύριε, νά φύγουμε ἀπό τούς ἀνθρώπους αὐτούς, δός μας τήν ἄδεια νά μποῦμε στά γουρούνια». Διότι ἐκεῖ δίπλα ἦταν ἕνα κοπάδι γουρουνιῶν, στήν ὄχθη τῆς λίμνης Γενισαρέτ».
Ἐπῆγα ἐκεῖ ὅπου ἐπνίγηκαν τά γουρούνια στήν λίμνη, διότι ἐπέρασα ἀπό ἐκεῖνα τά μέρη, ὅταν εἶχα πάει στά Ἰεροσόλυμα. Ἦταν περίπου 2000 γουρούνια ἐκεῖ στά χωριά Γάδαρα καί Γέργεσα. Εἶναι δύο μικρές πόλεις δίπλα στό ὀροπέδιο τοῦ Γκολάν.
Καί ὅταν τούς ἔδωσε τήν ἄδεια, μπῆκαν τά δαιμόνια στά γουρούνια καί κατευθύνθηκαν ὅλα στήν λίμνη καί πνίγηκαν.
Ἀλλά γιατί ἔδωσε ἄδεια ὁ Κύριος στούς δαίμονες νά μποῦν στά γουρούνια; Διότι ὁ νόμος τοῦ Μωϋσέως δέν τούς ἐπέτρεπε νά διατρέφουν γουρούνια. Ἀλλά αὐτοί ἦσαν ἐναντίον τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου καί ἔτρωγαν χοιρινό κρέας. Ὁπότε ὁ Κύριος ἐπέτρεψε νά πέσουν στήν λίμνη, διότι οἱ τσοπάνηδες ἐμπορεύοντο τό κρέας τους.
Καί τώρα, ἄς ἐπιστρέψουμε στόν Ἰώβ. Καί ἦλθε ὁ διάβολος στόν Ἰώβ. Καί κατ᾿ ἀρχήν, ὅταν στάθηκε πάνω ἀπό τό νοικοκυριό του, κατέβασε φωτιά ἀπό τόν οὐρανό. Ἀλλά πῶς ἔγινε αὐτό; Ὁ σατανᾶς νά ρίξει φωτιά ἀπό τόν οὐρανό; Δέν κατέβασε τήν φωτιά στήν γῆ ἀπό τόν οὐρανό ὁ Ἀρχάγγελος Μιχαήλ, ὅπως βλέπουμε καί στήν Ἀποκάλυψι. «Καί τόπος δέν ὑπάρχει γι᾿ αὐτούς στόν οὐρανό!» Ἀλλά γιατί λέγει ἡ Γραφή ἀπό τόν οὐρανό; Ὁ ἀέρας (ἡ ἀτμόσφαιρα) ὀνομάζεται οὐρανός. Σύμφωνα μέ τήν Ἁγία Γραφή, ὁ αἰθέρας λέγεται οὐρανός. Καί ἄκουσε τί λέγει ἡ Γραφή: «Αἰνεῖτε τόν Κύριο τά πετεινά τοῦ οὐρανοῦ». Μήπως αὐτά ζοῦν στόν οὐρανό; Κι ὅμως λέγονται πετεινά τοῦ οὐρανοῦ! Κατοικοῦν στήν ἀτμόσφαιρα. Ὁπότε, καταλαβαίνεις, σύμφωνα μέ τήν Δογματική τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, ὅτι αἰθέρας ἐδῶ ὀνομάζεται οὐρανός.
Ὁπότε ὁ σατανᾶς κατέβασε φωτιά ἀπό τόν αἰθέρα. Καί εἶχε ὁ δυστυχής Ἰώβ 7000 πρόβατα, 3000 καμῆλες, 500 ζεύγη βοῶν, 500 ζεύγη γαϊδούρια, 3000 δούλους μέ χρυσές ζῶνες πού ἐδούλευαν σ᾿ αὐτή τήν περιουσία του. Ἐπίσης ἑπτά ἀγόρια καί τρία κορίτσια μέσα σέ παλάτια καί ἄλλους ὑπαλλήλους. Καί στήν ἀρχή τά κοπάδια τῶν προβάτων ἔπεσαν κάτω σάν θυσία. Διότι ὁ διάβολος ἔριξε φωτιά ἀπό τόν οὐρανό, δηλ. τόν αἰθέρα, καί ἐκάησαν τά πρόβατά του μαζί μέ τούς τσοπάνηδες, τούς δούλους καί τά σκυλιά τους. Ἀλλά μέ οἰκονομία τοῦ Θεοῦ ἔζησε μόνο ἕνας ἄνθρωπος γιά νά μεταφέρει τό θλιβερό μήνυμα. Καί ἦλθε στόν Ἰώβ, ὁ ὁποῖος ζοῦσε σάν βασιλιᾶς. Ἔφερε βασιλικό μανδύα πορφυροῦν καί πολύ ἀξιοτίμητος ἀπό τούς τότε βασιλεῖς τοῦ τόπου ἐκείνου. Διότι ἔκανε ἐμπόρια μέ αὐτούς, γι᾿ αὐτό εἶχε καί μεγάλη περιουσία. Καί ὁ δοῦλος τοῦ εἶπε:
-Κύριε καί δεσπότη μου!
-Τί τρέχει, παιδί μου;
Ἰδού οἱ δοῦλοι σου, οἱ τσομπάνηδες καί τά ποίμνιά σου πού τά ἐφύλαγαν στά βουνά καί στίς πεδιάδες, ἔπεσε φωτιά ἀπό τόν οὐρανό καί τά ἔκαυσε. Ξαφνικά τά ποίμνια, καί οἱ τσομπάνηδες καί οἱ δοῦλοι σου ἐξαφανίσθηκαν καί κάθε τι πού ἦταν ἐκεῖ. Καί ἔμεινα ἐγώ μόνος μου καί ἦλθα νά σοῦ εἰπῶ τί συνέβη. Καί ὁ Ἰώβ τοῦ εἶπε:
-Δέν εἶναι τίποτε σοβαρό, παιδί μου! Ὁ Κύριος τά ἔδωσε, ὁ Κύριος τά ἐπῆρε. Καθώς τοῦ φάνηκε καλό ἔτσι καί ἔκανε. Ἄς εἶναι το Ὄνομα τοῦ Κυρίου εὐλογημένον ἀπό τώρα καί μέχρι τούς αἰῶνες! Καί δέν παραπονέθηκε.
Καί πρίν ἀκόμη τελειώσει ἡ πληροφορία γιά τήν ἀπώλεια τῶν προβάτων, ἦλθε ἄλλος νά τοῦ φέρει ἄλλη πληροφορία γιά τίς καμῆλες.
-Δέσποτα καί Κύριέ μου, οἱ Χαλδαῖοι πέρασαν ἀπό τόν Ἰορδάνη καί ἅρπαξαν τίς καμῆλες σου, 3000 καμῆλες, τούς τσομπάνηδες καί ὅλα τά πράγματά τους καί πέρασαν στήν χώρα τους καί γλύτωσα μόνο ἐγώ καί ἦλθα νά σοῦ τό εἰπῶ. Καί ὁ Ἰώβ τοῦ εἶπε:
-Δέν εἶναι τίποτε παιδί μου. Ὁ Κύριος τά ἔδωσε, ὁ Κύριος τά ἐπῆρε. Καθώς τοῦ φάνηκε καλό ἔτσι καί ἔκανε. Ἄς εἶναι το Ὄνομα τοῦ Κυρίου εὐλογημένον ἀπό τώρα καί μέχρι τούς αἰῶνες!
Καί δέν ἐπέρασαν πέντε λεπτά καί ἔρχεται τρίτος δοῦλος νά τοῦ εἰπῆ γιά τά βόδια του.
-Δέσποτα καί Κύριέ μου, ἦλθαν ληστές ἀπό τήν ἔρημο, ἔδεσαν τούς τσομπάνηδές σου καί ἐπῆραν τά 500 ζεύγη βοῶν καί ἔφυγαν μαζί τους. Καί πάλι ὁ Ἰώβ εἶπε τά ἴδια λόγια:
- Ὁ Κύριος τά ἔδωσε, ὁ Κύριος τά ἐπῆρε. Καθώς τοῦ φάνηκε καλό ἔτσι καί ἔκανε. Ἄς εἶναι το Ὄνομα τοῦ Κυρίου εὐλογημένον ἀπό τώρα καί μέχρι τούς αἰῶνες!
Καί μετά ἀπό λίγη ὥρα ἦλθε ἄλλος νά τοῦ φέρει τό μήνυμα γιά τούς γαϊδάρους.
-Δέσποτα καί Κύριέ μου, ἀπό τά μέρη τῆς Δαμασκοῦ ἦλθαν Σύριοι, ἔπιασαν τούς δούλους σου καί μαζί μέ ὅλα τά γαϊδούρια σου ἐπέστρεψαν στήν χώρα τους. Καί ζοῦσαν ἐκεῖ 500 ζεύγη γαϊδάροι, ἐπειδή αὐτά τά ζῶα μέ τίς καμῆλες εἶναι πολύ ἀνθεκτικά στίς πορεῖες τῆς ἐρήμου, ἀντέχουν στήν δίψα καί ζοῦν μέ λίγη τροφή. Καί πάλι ὁ Ἰώβ εἶπε τά ἴδια λόγια: Καθώς τοῦ φάνηκε καλό ἔτσι καί ἔκανε. Ἄς εἶναι το Ὄνομα τοῦ Κυρίου εὐλογημένον ἀπό τώρα καί μέχρι τούς αἰῶνες!
Καί δέν εἶπε κανένα λόγο, παρότι τοῦ πῆραν τήν περιουσία μέσα σέ λίγη ὥρα.
Στό τέλος ἦλθε καί τό πέμπτο φονικό. Αὐτό τό τελευταῖο μήνυμα τοῦ ράγισε τήν καρδιά, ἀλλά δέν ἐτόλμησε νά πῆ λόγο ἐνάντια στόν Θεό. Εἶχε ἑπτά ἀγόρια καί τρία κορίτσια. Καί αὐτοί βλέποντας τόν πατέρα τους νά κάνει ἐλεημοσύνη καθημερινά σέ χιλιάδες πτωχούς, ἄρχισαν καί τά παιδιά του νά μιμοῦνται τόν πατέρα τους. Ἔκαναν μία γιορτή ἡμέρα Σάββατο. Αὐτή τήν ἡμέρα ἔκανε τήν γιορτή ὁ μικρότερος, τό ἄλλο Σάββατό ὁ ἄλλος μέ τήν σειρά κάθε Σάββατο μέχρι τόν μεγαλύτερο. Καί κατόπιν τά κορίτσια. Καί τό Σάββατο αὐτό ἔκαναν μεγάλο πανηγύρι. Πολλοί ἄνθρωποι εἶχαν προσκληθεῖ στό τραπέζι καί τά 10 παιδιά του τούς ὑπηρετοῦσαν.
Ὁ σατανᾶς, ἐπειδή ἐπῆρε ἄδεια ἀπό τόν Θεό, ἅρπαξε καί ἀνετίναξε τό κτίριο στόν ἀέρα καί ὅλοι, ὅσοι ἦταν μέσα σκοτώθηκαν. Καί τά παιδιά του καί οἱ πτωχοί. Μόνον ἕνας γλύτωσε νά φέρη τό μαντᾶτο στόν πατέρα τους.
-Δέσποτα καί Κύριέ μου, ἰδού τά ἀγόρια καί τά κορίτσια σου ἦταν στό μεγάλο σπίτι καί ἔτρωγαν μέ τούς πτωχούς. Ἔγινε σεισμός καί τό σπίτι τινάχθηκε στόν ἀέρα ἀπό τά θεμέλια. Ἀπέθαναν ὅλοι καί ἀπό θεία οἰκονομία γλύτωσα μόνο ἐγώ γιά νά σοῦ φέρω τό μήνυμα.
Καί ὁ Ἰώβ, ὅταν εἶδε ὅτι ὁ Θεός τοῦ ἐπῆρε καί τά παιδιά του, στεκόμενος ἐκεῖ ἔξω ἀπό τό σπίτι του, ἔσχισε τά ροῦχα του ἀπό πάνω ἕως κάτω καί τά πέταξε στό χῶμα. Τότε οἱ ἄνδρες φοροῦσαν ροῦχα μακριά, ὅπως ἐμεῖς οἱ μοναχοί. Ἔμεινε γυμνός καί ἔπεσε κάτω στό ἔδαφος μέ τό πρόσωπο πρός τά κάτω καί σκεπτόταν γιά τό μυστήριο τοῦ θανάτου. Καί μετά εἶπε:
-Δέν εἶναι τίποτε, παιδί μου. Γυμνός βγῆκα ἀπό τήν κοιλιά τῆς μάννας μου καί γυμνός θά πάω στόν τάφο. Τίποτε δέν ἔφερα στόν κόσμο αὐτόν. Ὁ Κύριος μοῦ τά ἔδωσε, ὁ Κύριος καί μοῦ τά ἐπῆρε, διότι ἔτσι τοῦ φάνηκε καλό νά κάνη. Ἄς εἶναι τό Ὄνομα τοῦ Κυρίου εὐλογημένον ἀπό τώρα καί μέχρι τούς αἰῶνες!»
Καί παρότι τοῦ συνέβησαν ὅλα αὐτά τοῦ Ἰώβ, δέν εἶπε οὔτε ἕνα κακό λόγο ἐναντίον τοῦ Θεοῦ καί Δημιουργοῦ του. Τόσο πολύ ὁ Ἰώβ ἐφοβεῖτο τόν Θεό!
Τότε ὁ σατανᾶς βλέποντας ὅτι δέν τόν ἐνίκησε, παρότι τοῦ τά ἐπῆρε ὅλα, ἐπέστρεψε στόν Θεό πάλι. Ἐκείνη τήν ἡμέρα εἶχαν ἔλθει καί πολλοί Ἄγγελοι κοντά στόν Θεό. Ξαφνικά ἦλθε καί ὁ σατανᾶς. Καί ὁ Θεός τόν ἐρώτησε:
-Ἀπό ποῦ ἔρχεσαι;
-Δέσποτα, ἐτάραξα ὅλη τήν γῆ καί ὅλα ὅσα εἶναι κάτω ἀπό τόν οὐρανό καί ἰδού πάλιν ἦλθα ἐμπρός Σου! Καί τόν ἐρώτησε ὁ Θεός δεύτερη φορά:
-Ἐπῆγες στόν δοῦλο μου, τόν Ἰώβ;
-Ναί, Δέσποτα, ἤμουν ἐκεῖ καί τοῦ ἔκανα ὅσα ἤθελα νά τοῦ κάνω.
-Καί τί εἶδες; Εἶπε κάποιο λόγο ἐναντίον Μου;
-Ὄχι, Δέσποτα, ἀλλά σοῦ ζητῶ καί κάτι ἄλλο ἀκόμη. Ζητῶ νά μοῦ ἐπιτρέψης νά τοῦ κάνω ἕνα ἄλλον μεγαλύτερο πόλεμο.
-Τί ἐπί τέλους, θέλεις νά τοῦ κάνεις;
-Βαρειά ἀρρώστεια στό δέρμα του. Ναί, τοῦ κατέστρεψα ὅλη τήν περιουσία του, τοῦ σκότωσα τά παιδιά του, ἀλλά αὐτός καί ἡ γυναῖκα του παρέμειναν ὑγιεῖς. Ὅμως δός μου τήν ἄδεια νά τούς βασανίσω στό σῶμα τους καί στά κόκκαλά τους καί θά ἰδοῦμε ἄν θά σέ βλαστημήση.
Δηλαδή ἐζήτησε ἀπό τόν Θεό νά τοῦ προκαλέση σωματική ἀρρώστεια. Ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος ἦταν ὑγιής σέ λίγη ὥρα θὰ χάση τήν ὑγεία καί ζωντάνια του.
-Πήγαινε, τοῦ εἶπε ὁ Θεός, ἀλλά νά μή πειράξης τήν ψυχή του!
Εἶδες τί μεγάλο καί ἀκριβό δῶρο εἶναι ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου! Τοῦ εἶπε: «Νά μήν ἐνοχλήσης τήν ψυχή του….! Διότι ἡ ψυχή εἶναι ὅ,τι πολυτιμώτερο ὑπάρχει στόν κόσμο. Ἀνώτερο ἀπό ὅλο τόν κόσμο. Γι᾿ αὐτό γίνεται τόσος ἀγῶνας γιά τήν σωτηρία τῆς ψυχῆς μας.
Καί ἦλθε ὁ σατανᾶς, μέ τήν ἄδεια τοῦ Θεοῦ καί τήν συγκατάθεσί του καί ἔπληξε τόν Ἰώβ ἀπό τήν πτέρνα τῶν ποδιῶν του μέχρι τό κεφάλι του μέ τήν ἀρρώστεια τῆς λέπρας. Τήν ἀρρώστεια αὐτή, δέν τήν ἔχετε ἰδεῖ, ὁ Θεός νά μᾶς φυλάξει! Σπάζει τό δέρμα τοῦ ἀνθρώπου καί γίνεται λευκό σάν τό χιόνι, τρέχει τό αἷμα καί ἐμφανίζονται σκουλήκια, τά ὁποῖα μπαίνουν μέχρι τά κόκκαλα καί δέν ὑπάρχει γιατρειά μέχρι θανάτου. Μόνον ὁ Χριστός μας ἐθεράπευσε λεπρούς, ὅπως ἀκοῦμε στό Εὐαγγέλιο.
Ἔτσι, ὅταν ὁ Ἰώβ εἶδε ὅτι σκεπάσθηκε ὅλο το σῶμα του μέ τήν λέπρα, ἔπεσε στήν γῆ, μή ὑποφέροντας τούς πόνους. Ὑπῆρχε κοπριά πλησίον τοῦ σπιτιοῦ του καί ἐκεῖ ἐπῆγε καί κάθησε. Πονοῦσε καί ἤθελε νά ξύνη τίς πληγές καί τά σκουλήκια ἔτρωγαν τό κρέας. Εὑρῆκε ἕνα κομμάτι ἀπό κόκκαλο ζώου καί μ᾿αὐτό ἔβγαζε τά σκουλήκια ἀπό τίς πληγές του.
Καί δέν ὑπέφερε ὁ Ἰώβ μία ἡμέρα, ἤ ἕνα μῆνα ἤ ἕνα χρόνο! Δέν ἐδιαβάσατε τί γράφει ὁ χρονογράφος Κεδρηνός καί ἄλλα βιβλία; Ἐπί ἑπτάμισυ χρόνια ἔτρωγαν τά σκουλήκια τό σῶμα τοῦ δυστυχισμένου Ἰώβ. Καί ὑπέμενε. Καί δέν ἔλεγε τίποτε σέ κανέναν. Ἦταν ἕνας σκελετός πού τόν κατέτρωγαν καθημερινά τά σαρκοβόρα σκουλήκια!
Ἡ γυναῖκα του παρέμεινε ὑγιής. Δέν τήν βασάνισε αὐτή, διότι ἦταν ἀσθενής στήν πίστι της πρός τόν Θεό. Περπατοῦσε μέ ἕνα ντουρβᾶ στήν πλάτη της καί ζητιάνευε γιά νά ζήση. Μόνη βοήθειά του ἦταν ἡ γυναῖκα του. Μοναδική παρηγοριά στόν πόνο του, γιά νά μὴ πεθάνη κι ἀπό τήν πεῖνα.
Βλέποντας ὁ διάβολος ὅτι δέν ἐνίκησε τόν Ἰώβ, δοκίμασε νά τόν νικήση μέσῳ τῆς γυναίκας του, ὅπως λέγει καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Ὅταν εἶδε(ὁ διάβολος) σάν ἐπάνω σέ στῦλο τόν ἀδάμαντα τῆς πίστεως, τόν Ἰώβ, καί δέν μποροῦσε νά τόν νικήση, κατέφυγε στό παλιό ὅπλο. Σέ ποιό; Στήν γυναῖκα, μέ τήν ὁποία ἐνίκησε στόν παράδεισο τόν Ἀδάμ. Ἤξερε ὅτι ἡ γυναῖκα εἶναι πιό ἀδύνατη.
Καί ἡ γυναῖκα, ὅταν τόν εἶδε νά τόν τρῶνε τά σκουλήκια, ἕνα, δύο τρία χρόνια καί ὅλος ὁ κόσμος πού τόν ἔβλεπε, τόν παρακινοῦσε νά βλαστημήση τόν Θεό, διότι, τοῦ ἔλεγαν, ὅτι τόν ἐξέχασε ὁ Θεός καί ὅτι ἔκανε πολλά κακά ἔναντι τοῦ Θεοῦ, διότι ἔτσι κρίνουν οἱ ἄνθρωποι καί οἱ κρίσεις τους δέν συμφωνοῦν μέ τίς κρίσεις τοῦ Θεοῦ. Τότε καί ἡ γυναῖκα του ἄρχισε νά πιστεύη. Ἐρχόταν καί τοῦ ἔλεγε:
-Ἐε ἄνθρωπε! Ἰδού τί σοῦ ἔκανε ὁ Θεός σου. Πάντοτε ἔλεγες ὅτι ὁ Θεός σέ βοηθάει καί ὅτι εἶναι δίκαιος. Ἀλλά ἰδού τώρα σέ τρώγουν τά σκουλήκια ζωντανόν, καί κάθεσαι μέσα στήν κοπριά τῶν ζώων. Σοῦ ἐπῆρε ὅλη τήν περιουσία, τά παιδιά σου ὅλα σέ νεαρά ἡλικία καί ἐσύ δέν λέγεις οὔτε ἕνα βλάσφημο λόγο ἐναντίον τοῦ Θεοῦ. Κι ἀκόμη δέν ἔχασες τήν ὑπομονή σου!
Τόσο πολύ ἐφοβεῖτο ὁ Ἰώβ τόν Θεό καί Δημιουργό Του!
-Τι εἶναι αὐτά πού λέγεις, ὦ γυναῖκα;
-Λέγε ἕνα βλάσφημο λόγο κατά τοῦ Θεοῦ. Λέγε τά παράπονά σου μπροστά Του, πού σέ βασανίζει καί σέ λίγο θα ἀποθάνης.
-Ἄκουσες αὐτή τήν σύντροφο τῆς ζωῆς του, πῶς κατήντησε ἐργαλεῖο στά χέρια τοῦ σατανᾶ σέ περίοδο δοκιμασίας τοῦ ἀνδρός της;
Καί ὁ Ἰώβ τῆς ἔλεγε με πραότητα, διότι ἔβλεπε ὅτι ὁ σατανᾶς μιλοῦσε μέ τό στόμα τῆς γυναίκας του.
-Ἄχ γυναῖκα! Μιλᾶς σάν νά εἶσαι τρελλή καί ἄμυαλη. Δέν εἶμαι ἐγώ ὁ Ἰώβ πού ζοῦσα, ὅπως οἱ βασιλεῖς μέ ὅλα τά πλούτη καί τήν δόξα τοῦ κόσμου; Δέν θυμᾶσαι τί τιμή εἴχαμε ἐδῶ στήν γῆ καί πόση περιουσία καί δούλους εἴχαμε; Καί, ἐάν ἐλάβαμε ὅλα αὐτά τά καλά ἀπό τό χέρι τοῦ Θεοῦ, δέν θά πρέπει νά λάβουμε ἀπ᾿ Αὐτόν καί τά κακά;
Ἄκουσε τόν ἄνθρωπο πού φοβᾶται τόν Θεό κι ὅταν εἶναι σέ περιπέτειες. «Ὁ Θεός μᾶς βοήθησε ἐπί τόσα χρόνια. Πρέπει κι ἐμεῖς τώρα νά ὑπομείνουμε μέ εὐχαριστίες πρός Αὐτόν πού μᾶς βοήθησε ἐπί τόσα χρόνια».
Καί εἶδε ὁ διάβολος ὅτι δέν μπορεῖ νά τόν νικήση. Τότε ἦλθαν σ᾿ αὐτόν τρεῖς φίλοι του: Ὁ Βαλδάβ, ὁ Ἐλιφάζ καί ὁ Σωφάρ. Αὐτοί ἦσαν πλούσιοι βασιλεῖς, μεγάλοι γεωκτήμονες ἄλλων γειτονικῶν χωρῶν, οἱ ὁποῖοι ἀγόραζαν μοσχάρια ἀπό τόν Ἰώβ, ἀρνιά καί μαλλιά. Ὅταν ἦλθαν στήν χώρα του, ἐρώτησαν:
-Ποῦ εἶναι οἱ πυλῶνες τοῦ Ἰώβ; Ποῦ εἶναι ὁ Ἰώβ; Καί οἱ ἄνθρωποι τούς ἔδειχναν τό μέρος πού ἦταν λέγοντας:
-Βλέπετε ἐκεῖ στήν κοπριά ἕνα σκελετό; Τόν τρῶνε συνεχῶς τά σκουλήκια. Ἡ γενειάδα του ἔφθανε μέχρι τό ἔδαφος καί τά μαλλιά του ἔχουν ἀνακατευθῆ μέ τήν κοπριά.
Αὐτοί εἶχαν ἀκούσει γιά τίς ἀποτυχίες τοῦ Ἰώβ, ἀλλά δέν ἐπίστευαν ὅτι ἦταν ἔτσι ἀκριβῶς. Ὅταν ἔφθασαν κοντά του ἀπόρησαν. Ἤξεραν πόσο ἀξιοτίμητος ἄνθρωπος ἦταν, τί παλάτια καί δούλους εἶχε. Ἔμειναν αὐτοί οἱ τρεῖς φίλοι του ἑπτά ἡμέρες καί ἑπτά νύκτες καί δέν μποροῦσαν νά μιλήσουν τίποτε. Μόνο τόν ἐκύτταζαν. Καί ἐσκέπτοντο τί θά γίνει μ᾿ αὐτή τήν κατάστασι. Τί εἴδους δοκιμασία εἶναι αὐτή ἀπό τόν Θεό! Καί τήν ἑβδόμη ἡμέρα ἄνοιξαν τό στόμα τους οἱ δύο φίλοι του, ὁ Ἐλιφάζ καί ὁ Σωφάρ καί ἀντί νά τόν παρηγορήσουν, τόν ἐπλήγωναν περισσότερο. Ἀντί νά τοῦ δώσουν κουράγιο, διότι ἦσαν φίλοι ἀπό παλαιότερα, ἄρχισαν νά τόν τραυματίζουν περισσότερο μέ τά λόγια τους:
-Ἰώβ, μοῦ φαίνεται ὅτι ὁ Θεός σου σέ ἔκοψε ὅπως τό φθινοπωρινό δένδρο, τό ὁποῖο δέν ἔχει καρπούς. Γι᾿ αὐτό ἔφθασες ἐδῶ πού ἔφθασες! Διέκοψες τήν βοήθεια πρός τίς χῆρες καί τόν μισθό τῶν ἐργατῶν σου! Ἔγινες ἀνελεήμων καί σκληρός! Ἔγινες ὑπερήφανος! Ἐλησμόνησες τόν Θεό! Ἔκαμες παράνομα ἔργα ἐνώπιόν Του! Καί πάντοτε τόν διακωμωδοῦσες! Τά ἴδια τοῦ εἶπε καί ὁ δεύτερος καί ὁ τρίτος φίλος του. Ἦλθε καί ὁ τέταρτος, ὁ Ἐλιούς. Αὐτός τοῦ ὡμίλησε πιό δίκαια διότι φοβόταν: «Ἀλλοίμονο, ἴσως εἶναι μία διαφωνία πού ἔχει ὁ Θεός μ᾿ αὐτόν τόν δίκαιο ἄνθρωπο καί φοβοῦμαι νά ὁμιλήσω κάτι γι᾿ αὐτόν τόν ἄνθρωπο». Ἐνῶ ὁ Ἰώβ ἄρχισε νά τούς λέγει μέ πραότητα:
-Ἀγαπητοί μοι, φίλοι μου, ἤλθατε ἐδῶ γιά νά κάνετε τίς πληγές μου μεγαλύτερες; Καλλίτερα θά ἦταν νά καλοῦσα τόν τάφο σάν μάννα μου καί τά σκουλήκια νά τά βλέπω σάν ἀδέλφια καί ἀδελφές μου, παρά νὰ ἔλθετε ἐσεῖς οἱ φίλοι μου καί νά μοῦ ἀνοίγετε πιό πλατειά τίς πληγές μου! Δηλαδή μοῦ εἶναι καλλίτερο νά μέ παρηγοροῦν τά σκουλήκια καί ὁ λογισμός τοῦ τάφου, παρά νά ἀκούω ἀπό τό στόμα σας τέτοια λόγια!
Καί τούς εἶπε: Μέ κατηγορεῖτε ὅτι διέκοψα τήν βοήθεια τῶν δούλων καί ὅτι ἔκανα ἀδικίες. Δέν θέλω νά ἐπαινῶ τόν ἑαυτό μου, ἀλλά θά σᾶς εἰπῶ τήν ἀλήθεια. Ἐγώ ἤμουν ὁ πατέρας τῶν πτωχῶν καί ἡ μητέρα τῶν χηρῶν. Ἐγώ ἤμουν τό μάτι τῶν τυφλῶν καί τό αὐτί τῶν κουφῶν, ὁ φίλος τῶν χωλῶν καί ἡ μητέρα τῶν παραλύτων. Τά μαλλιά ἀπό τό κούρεμα τῶν προβάτων ἐζέσταινε τά κορμιά τῶν πτωχῶν, διότι τό μαλλί ἀπό 7000 πρόβατα τό ἐδίναμε γιά τήν ἐνδυμασία τῶν πτωχῶν. Ἡ πόρτα μου δέν ἔκλεισε ποτέ σέ κανένα πτωχό καί ξένο καί ὅλη τήν περιουσία μου τήν ἐμοίραζα στούς ἔχοντες ἀνάγκη. Ὁπότε δέν εἶναι ἀλήθεια αὐτά πού μοῦ λέγετε. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι τό χέρι τοῦ Θεοῦ μέ δοκιμάζει γιά τίς ἁμαρτίες μου, ἀλλά γι᾿ αὐτά τά ὁποῖα μέ κατηγορεῖτε δέν εἶναι ἀληθινά.
Βλέποντας ὁ Θεός τήν ὑπομονή τοῦ Ἰώβ, ὅταν ἀνεχώρησαν αὐτοί οἱ τρεῖς παλαιοί φίλοι του, ὁ Ἐλιούς στάθηκε δίπλα του καί ἐμφανίσθηκε σέ σύννεφο καί μέ θύελλα ὁ Θεός ἐπάνω του.
Ὁ Ἰώβ ἐπί ἑπτάμισυ χρόνια καθόταν κάτω καί τοῦ εἶχαν μείνει μόνο τό δέρμα καί τά κόκκαλα, διότι τό κρέας τοῦ τό εἶχαν φάγει τά σκουλήκια. Καί ὅταν ἦλθε ὁ Πλάστης τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς, ὁ Ἰώβ ἦταν πληγωμένος ψυχικά ἀπό τούς φίλους του, ἐγκαταλελειμένος ἀπό τήν γυναῖκα του κι ἀπό ὅλους. Ξαφνικά ἀκούει τήν φωνή τοῦ Θεοῦ ἀπό τόν οὐρανό:
-Ἰώβ, σήκω σάν ἕνας γενναῖος ἄνδρας. Φόρεσε τό ἐπανωφόριό σου- τοῦ τό εἶχε φέρει ἕνας ράφτης ἀπό λευκό μαλλί σάν χιόνι- στάσου στά πόδια σου γιά νά μιλήσουμε ἐμεῖς οἱ δύο!
Ποιός τοῦ εἶπε: Σήκω! Αὐτός πού θά ἀναστήσει ὅλους τούς νεκρούς σέ μιά στιγμή γιά τήν μέλλουσα κρίσι. Καί σηκώθηκε σάν φλόγα πυρός ὁ Ἰώβ, ὑγιής στήν ἡλικία τῶν 30 ἐτῶν, ὡραῖος καί χαρούμενος, ντυμένος μέ τό ἔνδυμα πού τοῦ ἔδωσε ὁ Θεός. Καί εἶπε ὁ Θεός πρός αὐτόν:
-Ἰώβ, ποῦ ἤσουν ἐσύ ὅταν ἐγώ ἐθεμελίωνα τήν γῆ; Ποιό εἶναι τό πλάτος κάτω ἀπό τόν οὐρανό; Σέ ποιό μέρος κατοικεῖ τό σκοτάδι καί σέ ποιό τόπο εὑρίσκεται τό φῶς; Ποῦ ἤσουν ἐσύ ὅταν Ἐγώ μετροῦσα τό ὕψος τῶν βουνῶν, τό μῆκος τῶν κοιλάδων καί τῶν λόφων καί δασῶν; Ὅταν ἔβαλα σάν σύνορο τῆς θαλάσσης τήν ἄμμο καί περιώρισα τήν θάλασσα νά μή ὑπερβῆ τήν ἄμμο! Καί εἶπα: Μέχρις ἐδῶ νά σταθῆς καί νά μή ὑπερβοῦν τά κύματά σου αὐτά τά ὅρια.
Ἐγώ ἅπλωσα τόν βορρᾶ σέ ξηρό τόπο. Ἐγώ ἔκαμα τούς νόμους τῆς γῆς. Ἐγώ ἐμέτρησα τήν δριμύτητα τῶν ἀνέμων. Ἐγώ ἐσημείωσα τήν πορεία τῶν κεραυνῶν κάτω ἀπό τόν οὐρανό. Ἐγώ ἐπευλόγησα τήν γέννησι τῶν θηρίων τῆς γῆς μέσα στά δάση. Τήν γέννησι τῶν ζώων τῆς γῆς καί τῶν ἀνθρώπων. Ἐγώ ἔβαλα τά ὅρια γιά τίς ἡμέρες καί τίς νύκτες καί ἐστόλισα τόν οὐρανό μέ τά ἄστρα, μέ τόν ἥλιο καί τήν σελήνη καί ἐχάρισα τό φῶς σέ ὅλη τήν Δημιουργία μου.
Εἰπέ μου ποῦ ἤσουν ἐσύ τότε; Ἐγώ σέ ἐδημιούργησα ἀπό τήν κοιλιά τῆς μάννας σου καί σέ συνέσφιγξα σάν τό πηγμένο τυρί. Σε ὕφανα σάν τό χαλί. Σοῦ ἔδωσα καρδιά καί ὀστᾶ καί σέ ἔκανα δημιούργημά Μου στήν κοιλιά τῆς μητέρας σου. Κι Ἐγώ ἔφτιαξα τήν καρδιά σου καί ἐγνώριζα ὅτι δέν θα χάσεις τήν ὑπομονή σου. Ἐγώ ἔβαλα τήν καρδιά σου μέσα σου καί τήν πίστι καί τήν ὑπομονή.
Καί τώρα Ἰώβ, ἐπειδή περίμενες μέ ὑπομονή τόν ἐρχομό Μου καί δέν εἶπες κανένα κακό λόγο γιά τίς δοκιμασίες καί τίς ἀρρώστειες σου, ἰδού Ἐγώ σοῦ χαρίζω ἀπό τώρα ἀκόμη 140 χρόνια ζωῆς καί ἡ περιουσία σου θά γίνη διπλή ἀπό ὅ,τι ἦταν πρίν. Δηλαδή ἀντί γιά 7000 πρόβατα θά ἀποκτήσεις 14000. Ἀντί γιά 3000 καμῆλες, θά σέ εὐλογήσω νά ἔχης 6000. Τό ἴδιο καί γιά τά ὑπόλοιπα ζῶα σου. Καί θά φθάσεις νά ζήσεις μέ ἐγγόνια τῆς πέμπτης καί τῆς ἕκτης γενεᾶς καί θά κοιμηθῆς πλήρης ἡμερῶν καί θά ἔλθης σε Μένα καί θά χαρῆς μαζί Μου στούς αἰῶνες.
Τότε ὁ Θεός ἔγινε ἄφαντος. Καί ἡ γυναῖκα του, ὅταν ἐπέστρεψε, τόν εὑρῆκε ὑγιῆ καί πολύ χαρούμενον. Καί ἔβρεξε ὁ Θεός στήν αὐλή τοῦ Ἰώβ ἐπί τρεῖς ἡμέρες καί τρεῖς νύκτες κίτρινο χρυσάφι, ὅπως λέγει ἡ παράδοσι. Ἐπῆρε ὁ Ἰώβ καί οἱ τσοπάνηδες του καί τά ζῶα του.
Ἡ γυναῖκα του στάθηκε ἀπέναντί του τρεῖς ἡμέρες καί τρεῖς νύκτες καί ζητοῦσε συγχώρησι ἀπ᾿ αὐτόν. Καί εἶπε ὁ Θεός στόν Ἰώβ: «Συγχώρεσε τήν γυναῖκα σου διότι δέν εἶναι αὐτή ἔνοχη σέ κάτι, διότι ὁ διάβολος τήν ἐπείραζε».
Καί ὁ Ἰώβ τήν συγχώρησε καί τήν ἐπῆρε μαζί του καί ἀπέκτησε μαζί της ἑπτά ἀγόρια καί τρία κορίτσια πού δέν ὑπῆρχαν ἄλλα παιδιά κάτω ἀπό τόν οὐρανό, τόσο ὄμορφα σάν τά παιδιά τοῦ Ἰώβ.
Καί τά ὑπόλοιπα χρόνια τοῦ Ἰώβ, ὅπως τοῦ εἶπε ὁ Θεός, ἦταν 140 χρόνια καί ἐκοιμήθη πλήρης ἡμερῶν καί μετέβη στήν αἰώνια μακαριότητα.
Ἀκούσατε τί ἔκανε στόν Ἰώβ ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ; Ἐπειδή εἶχε τόν φόβο τοῦ Θεοῦ, οὔτε τότε πού ἦταν πλούσιος δέν ὑπερηφανεύθηκε, οὔτε ἦταν σκληρός καί ἀνελεήμων. Οὔτε, ὅταν τοῦ ἀφήρεσε τήν περιουσία ὁ Θεός, δέν εἶπε λόγο ἐνάντιο στόν Θεό.
Ἰδού ἄνθρωπος μέ φόβο τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος προσέφερε θυσία ἕνα βόδι κάθε βράδυ. Ἀλλά οὔτε καί τά παιδιά ἔσφαλλαν ἀπέναντι στόν Θεό μέ κακό λογισμό! Ἀκοῦτε ἄνθρωπο πού εἶχε τόν θεῖο φόβο πῶς στεφανώθηκε ἀπό τόν Θεό; Μέ τόν φόβο ἐπέρασε στήν αἰωνιότητα καί ἀπό τότε ἀναπαύεται στόν κόλπο τοῦ Ἀβραάμ, τοῦ ὁποίου ὑπῆρξε πρόγονος. Ἰδού λοιπόν, πῶς τόν εὐλόγησε ὁ Θεός!
Ἀδελφοί μου, ὁ ἄνθρωπος πού ἔχει τόν φόβο τοῦ Θεοῦ δέν πρέπει νά φοβᾶται κανέναν νά μή τόν κλέψη, νά μή γίνη πόρνος, ἤ μέθυσος ἤ ληστής ἤ νά μή κάνη κάποιο κακό. Αὐτός πού ἔχει τόν θεῖο φόβο, ἡμέρα καί νύκτα ὁ Θεός ἀγρυπνεῖ ἐπάνω του. Ὥστε νά μή σκεφθῆ κάτι ἐναντίον τοῦ ἄλλου ἀνθρώπου, νά μή τόν κατηγορήσει ὅτι ἔκαμε τήν τάδε ἁμαρτία, νά μή κάνη κάποιο κακό! Ὅποιος ἔχει τόν φόβο τοῦ Θεοῦ γίνεται φρουρός τῆς θείας σοφίας, ἡ ὁποία τοῦ διαφυλάσσει τήν ψυχή καί τόν νοῦ καί ὅλη τήν ὕπαρξί του ἀπό κάθε κακό ἔργο ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ.
ΜΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΦΟΒΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
Μοῦ ἔρχεται στόν νοῦ ὅταν παλιά στήν ἀρχαία Ἑλλάδα ἕνας φιλόσοφος ἐπῆγε στόν μεγάλο σοφό, τόν Σωκράτη. Καί ἄρχισε νά τοῦ λέγη: «Ἔχω τήν πιό ὡραία γυναῖκα». Ὁ ἄλλος εἶχε σ᾿ ἕνα τραπέζι μολύβι στό χέρι καί χαρτί καί ἔκανε ἕνα μηδενικό. «Ἡ γυναῖκα μου κατάγεται ἀπό μεγάλο γένος, ὁ πρόγονός της ἦταν ὑπουργός. Καί ὁ ἄλλος φιλόσοφος ἔκανε ἕνα ἄλλο μηδενικό. «Ἡ γυναῖκα μου ἦταν ὑγιής. Δέν ἀρρώστησε ποτέ». Καί ὁ ἄλλος ἔβαλε ἄλλο ἕνα μηδενικό. «Ἡ γυναῖκα μου εἶναι πολύ μορφωμένη», καί ὁ ἄλλος ἔβαλε ἄλλο ἕνα μηδενικό. «Ἡ γυναῖκα μου γνωρίζει νά ἀσχολεῖται μέ ὅλα τά ἔργα τοῦ σπιτιοῦ, νά κάνη γλυκά, καί φαγητά γιά μεγάλα τραπέζια». Καί ὁ ἄλλος ἔβαλε ἄλλο ἕνα μηδενικό. «Ἡ γυναῖκα μου γνωρίζει νά κεντάει μινιατοῦρες, νά κεντάει ἄνθη, νά πλέκη φανέλλες καί ἄλλα ἐργόχειρα. Βλέπεις πόσα ταλέντα ἔχει ἡ γυναῖκα μου; Καί ἐκεῖνος ἔβαλε ἄλλο ἕνα μηδενικό.
Στό τέλος πρόσθεσε: «Ἡ γυναῖκα μου ἔχει φόβο Θεοῦ καί εἶναι πιστή χριστιανή!» Καί ὁ φιλόσοφος ἔβαλε το νούμερο (1) μπροστά ἀπό τά ἕξι μηδενικά. Ἔβαλε τό νούμερο (1) κι ἀμέσως ἔγινε ἕνα ἑκατομμύριο. Καί μετά εἶπε: «Ἰδού τώρα ἔδωσα ἀξία στήν γυναῖκα σου. Καί ὄχι, ὅταν εἶπες ὅτι εἶναι ὡραία, μορφωμένη, ὑγιής, νοικοκυρά κλπ., διότι τῆς ἔλειπε τό βασικό: «Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ». Εἶχε ὅλα τά ἀνθρώπινα, ἀλλά ἡ ἀξία τους ἦταν ἕνα μηδενικό, τίποτε!»
Ἔτσι συμβαίνει καί μέ τόν ἄνδρα, καί μέ τήν γυναῖκα καί μέ ὁποιονδήποτε ἄνθρωπο. Μπορεῖ νά ἔχη ὅλα τά ταλέντα, μπορεῖ νὰ γνωρίζει ὅλες τίς τέχνες τοῦ κόσμου, μπορεῖ νά γνωρίζη ὅλες τίς ἐπιστῆμες, ἀλλά, ἐάν τῆς λείπει ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι το πνευματικό σχολεῖο, ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι τίποτε.
ΑΛΛΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΦΟΒΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
Ἦταν ἕνας ἄνθρωπος συνηθισμένος νά κλέβη. Μακάρι νά ἦταν πτωχός καί ἄς ἔκλεβε. Ἀλλά δέν ἦταν! Ἦταν νοικοκύρης, εἶχε καλή σύζυγο καί παιδιά, εἶχε βόδια, πρόβατα, ἄλογα, γουρούνια, μοσχάρια, πουλερικά, χωράφια καί λειβάδια, ἀμπέλια, ἀλλά διδάχθηκε νά κλέβη ἀπό τούς γονεῖς του. Πολλές φορές συζητοῦσε γιά τό θέμα αὐτό μέ τήν γυναῖκα του, ἡ ὁποία τοῦ ἔλεγε:
-«Ἡ νεροκουβαλητής δέν πάει μέ τήν στάμνα πολλές φορές νά πάρη νερό. Διότι θὰ τόν σχολιάζουν οἱ ἄνθρωποι τοῦ χωριοῦ καί θά ποῦνε ὅτι ἔχει σκοπό νά κλέψη. Καί θά τοῦ βγάλουν το ὄνομα ὅτι εἶναι κλέφτης. Ἔτσι καί ἐσύ, ἀφοῦ ἔχεις στήν ζωή σου ὅσα χρειάζονται νά ζήσουμε, γιατί θέλεις νά κλέβης;
-Ἔε γυναῖκα, ἐγώ δέν μπορῶ. Ἐπῆρα πρόβατα ἀπό τόν τάδε ἄνθρωπο καί ἀπό τόν τάδε ἰδιοκτήτη. Ἔτσι ἔχω μάθει ἀπό τούς γονεῖς μου!
Μία φορά, ἦταν Ἰούλιος μῆνας καί ὁ καιρός καθαρός στήν ἀτμόσφαιρα. Αὐτός εἶχε ἔλθει ἀπό τό χωριό του καί ἔβλεπε τά χωράφια νὰ εἶναι γεμᾶτα ἀπό καρποφόρα στάχυα ἀπό σιτάρι. Ἡ μισή ἐσοδειά ἀπό ὅ,τι παράγει ὁλόκληρη ἡ χώρα. Καί τί σκέφθηκε; «Τί καλά θὰ εἶναι νά πάρω τήν καρότσα μου μέ τά βόδια, διότι το σιτάρι ὡρίμασε». Ἦλθε στό σπίτι του, ἑτοίμασε τήν καρότσα μέ τά βόδια. Τούς ἔδωσε λίγο σανό καί φρέσκο χορτάρι νά φᾶνε καί μέ τήν βοήθεια τῆς νύκτας, ὅπου καί τά πουλιά ἀκόμη κοιμοῦνται, ὅπως ἔλεγε ὁ χωριάτης αὐτός, ξεκίνησε γιά τήν ἀποστολή του. Ἐπῆρε καί τό κοριτσάκι του, τεσσάρων ἐτῶν, μαζί του. Ἄρεσε στό κοριτσάκι νά ταξιδεύη πάντοτε μέ τόν μπαμπά του μέ τήν καρότσα.
Ἦλθε ὁ ἄνθρωπος αὐτός στόν κάμπο, γιά νά κλέψη δεμάτια σιταριοῦ κομμένα καί ἕτοιμα. Ἕνα κτῆμα μέ σιτάρια ἦταν πλησίον σέ ἕνα μεγάλο δάσος καί ἕνας μικρός δασικός δρόμος πού ἔφθανε μέχρι τήν ἄκρη τοῦ δάσους. Ἔδωσε στά βόδια νά φᾶνε καί πάλι σανό. Τό κοριτσάκι του ἔμεινε στήν καρότσα κι αὐτός ἐπῆγε νά βγάλη τά δεμάτια τοῦ σιταριοῦ ἀπό τό χωράφι κάποιου χωριανοῦ του. Πρῶτα ἄρχισε νά κυττάζη δεξιά καί ἀριστερά καί ἐμπρός καί πίσω γιά νά μή τόν ἰδεῖ κάποιος νυκτερινός φύλακας. Τήν ἴδια στιγμή τόν ἔβλεπε τό κοριτσάκι του νά κυτάζει τριγύρω. Καί ὅταν διεπίστωσε ὅτι δέν ἦταν κανείς, ἐπῆρε ἀπό ἕνα χωράφι μερικά δεμάτια σιτάρι καί τά ἔφερε κοντά στήν καρότσα του. Τό κοριτσάκι του, παρακινούμενο ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἐρώτησε τόν μπαμπάκα της:
-Μπαμπάκα, ἐξέχασες καί κάπου ἀλλοῦ νά κυττάξεις.
-Ποῦ ἐξέχασα νά κυττάξω, ἀγάπη μου;
-Ἐκύτταξες μήπως σέ βλέπει κάποιος ἀπό ὅλα τά μέρη, ἀλλά ἐξέχασες νά κυττάξεις καί ἀπό ψηλά.
-Πῶς εἶπες, παιδί μου;
-Γιατί δέν κύτταξες καί ἀπό ψηλά;
Τό κοριτσάκι του δέν ἤθελε νά πληγώσει τόν πατέρα της, ἀλλά ἐπίστευε ὅτι καλά ἦταν νά κυττάξει ἀπό ὅλα τά μέρη, ἀλλά εἶχε ξεχάσει νά κυττάξει μήπως κανένας τόν βλέπει ἀπό ψηλά.
Καί ἀμέσως τόν ἤλεγξε ἡ συνείδησί του, διότι ἤδη εἶχε πάρει μερικά δεμάτια σιτάρι. Τά ἐπανέφερε πίσω καί τακτοποίησε τήν θημωνιά, ὅπως τήν εἶχε βρῆ. Ἐπέστρεψε στά ζῶα του, ἔβαλε τό κοριτσάκι στήν καρότσα, πού ἦταν βέβαια ἄδεια καί ἐγύρισε στό σπίτι του. Ὅταν ἐπέστρεψε σπίτι, ἡ γυναῖκα του ἤξερε ὅτι δέν ἐπέστρεφε ποτέ μέ τήν καρότσα ἄδεια. Εἴτε θά ἔκλεβε κηπουρικά, εἴτε σιτάρι, εἴτε κάτι ἄλλο. Ἐρχόταν πάντοτε φορτωμένος. Τόν εἶδε τώρα νά ἔχει γυρίσει 3 ὧρες περίπου, πρίν ξημερώσει ἡ ἡμέρα.
-Ἐε ἄνθρωπε, τί ἔπαθες καί δέν ἔκλεψες αὐτή τήν νύκτα;
-Ἄκουσε γυναῖκα, ὅσο καιρό ἀκόμη θά ζήσω, δέν θά κλέψω πάλι.
-Τί ἔπαθες; Καλά ἀποφάσισες νά μή κλέβεις πάλι. Ἀλλά μήπως σέ ἔπιασαν;
-Ἄκουσε γυναῖκα, ἀλλά δέν πρέπει νά τό μάθει κανείς.
-Δέν πιστεύω νά σέ ἔπιασαν! Γιατί ἦλθες μέ ἄδεια τήν καρότσα;
-Ἐξ αἰτίας τοῦ κοριτσιοῦ μας, δέν θὰ κλέψω πάλι. Ἀπό το στόμα της ὡμίλησε το Ἅγιο Πνεῦμα.
-Καί τί σοῦ εἶπε τό κορίτσι μας;
-Ἐγώ ἐπῆγα στά χωράφια, ὅπως ἦταν ἡ συνήθειά μου καί πρίν ἀρχίσω νά συγκεντρώνω δεμάτια κοντά στήν καρότσα μας, τό κορίτσι τό ἄφησα στήν καρότσα καί, ὅταν ἦλθα μέ τά πρῶτα δεμάτια, μέ ἐρώτησε: «Μπαμπάκα, ἐξέχασες νά κυττάξεις καί κάπου ἀλλοῦ. «Ποῦ ἀλλοῦ, μωρό μου;». Τήν ἐρώτησα. Καί μοῦ εἶπε «δέν ἐκύτταξες ἄν κάποιος σέ ἰδεῖ ἀπό ψηλά».
Ἀπό ἐκείνη τήν στιγμή σκέφθηκα ὅτι εἶμαι ἕνας τρελλός. Ὁ Θεός μοῦ ὡμίλησε σήμερα ἀπό τό στόμα τοῦ παιδιοῦ μου. Ἐάν ἐκύτταζα κατ᾿ εὐθεῖαν πρῶτα ἀπό ψηλά, δέν θά ὑπῆρχε ἀνάγκη νά κυττάξω κι ἀπό τά ἄλλα μέρη, δεξιά καί ἀριστερά.
Τά μάτια τοῦ Θεοῦ, λέγει ὁ Σολομών, εἶναι ἑκατομμύρια φορές πιό λαμπρά καί καθαρά ἀπό τόν ἥλιο καί δέν ὑπάρχει τόπος πού νά μή βλέπει τό μάτι τοῦ Θεοῦ. Τό βλέμμα τοῦ Θεοῦ διαπερνᾶ μέχρι τήν ἀπομάκρυνσι τοῦ πνεύματος ἀπό τήν ψυχή καί ὄχι μόνο μέχρι τόν χωρισμό τοῦ σώματος ἀπό τήν ψυχή.
Ὁ ἄνθρωπος εἶναι εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Αὐτός ἔχει νοῦν, λόγον καί πνεῦμα. Τό πνεῦμα εἶναι ὅπως ἡ ἀκτῖνα τοῦ φωτός, ἡ ὁποία μπαίνει στήν καρδιά. Καί τότε ὁ ἄνθρωπος γίνεται μεγαλύτερος ἀπό τούς ἀγγέλους. Διότι οἱ Ἄγγελοι δέν δημιουργήθηκαν «κατ᾿ εἰκόνα καί ὁμοίωσι» μέ τόν Θεό, ἀλλά μόνον ὁ ἄνθρωπος. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ζωντανή εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος ἐπί τῆς γῆς διότι ἔχει μυαλό, λόγο καί πνεῦμα. Ὁ νοῦς εἶναι ὅπως ὁ Πατήρ, ὁ λόγος εἶναι ὅπως ὁ Χριστός καί τό πνεῦμα εἶναι ὅπως τό Ἅγιο Πνεῦμα.
Αὐτό τό πνεῦμα τῆς ζωῆς, δέν εἶναι πνεῦμα μέ τό ὁποῖο μποροῦμε νά μιλήσουμε. Αὐτό εἶναι δοῦλος τοῦ νοῦ καί ἔτσι ἔχει λόγον. Αὐτό εἶναι ἕνα δῶρο τοῦ νοῦ. Μένει μαζί μέ τόν νοῦ καί περιγράφει μέ τό δῶρο τοῦ λόγου τίς σκέψεις καί τά μυστήρια τοῦ νοῦ, σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, πού ὁμιλεῖ γιά τήν θέωσι τοῦ νοῦ.
Ὁπότε τό βλέμμα τοῦ Θεοῦ φθάνει μέχρι τόν χωρισμό τοῦ πνεύματος ἀπό τήν ψυχή καί κανείς δέν μπορεῖ νά κρυφθῆ ἀπό τήν πανσοφία τοῦ Θεοῦ.
Το Ἅγιο Πνεῦμα ἐπισκέπτεται τόν ἄνθρωπο μέ τόν φόβο τοῦ Θεοῦ καί σκέπτεται: «Ἀπὸ τώρα δέν θά κλέψω ποτέ ἄλλοτε, ὅσο ζῶ. Ἀκόμη θά πάω νὰ ἐξομολογηθῶ καί νά δεχθῶ τόν κανόνα πού θά μοῦ ἐπιβάλλει ὁ Ἐξομολόγος. Καί ἔτσι νά πάρω τό μάθημά μου, ὅτι κανείς δέν μπορεῖ νά ξεφύγει ἀπό τό μάτι τοῦ Θεοῦ».
Λέγει καί ὁ βασιλεύς Δαβίδ ὅτι «ἀρχή τῆς σοφίας εἶναι ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ». Αὐτό εἶναι τό θεμέλιο ὅλων τῶν καλῶν ἔργων. Ἡ σοφία ἔχει δύο κεφαλές. Ἡ μία εἶναι ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ καί ἡ δεύτερη καί μεγαλύτερη εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, διότι ὅλα τά καλά ἔργα ξεκινοῦν ἀπό τόν φόβο τοῦ Θεοῦ καί τελειώνουν στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία εἶναι θεσμός τελειότητος καί τό ὑψηλότερο πνευματικό ἔργο.
Ὁ προσκυνούμενος Θεός εἶναι Τριάς, ὁ Πατήρ, ὁ Υἱός καί τό Ἅγιο Πνεῦμα. Εἶναι Τριάς Ὁμοούσιος καί ἀχώριστος καί ἡ Πανάχραντη Μητέρα Του καί ὅλοι οἱ Ἅγιοι νά μᾶς βοηθοῦν, νά μή ξεχνοῦμε τόν φόβο τοῦ Θεοῦ καί νά ἐφαρμόζουμε τίς ἐντολές Του. Ἀμήν.
ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΦΟΒΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ δέν σέ ἀφήνει νά τρώγης πολύ. Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ δέν σέ ἀφήνει νά τρώγης γαλακτερά σέ ἀπηγορευμένες ἡμέρες. Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ δέν σέ ἀφήνει νά κάνης ἁμαρτίες στίς νηστεῖες ἤ στίς μεγάλες ἑορτές καί νά μή ἐγκρατεύεσαι, πού εἶναι ἐπιβεβλημένες καί στούς παντρεμένους. Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ δέν σέ ἀφήνει να δικάζης ἄλλους ἀνθρώπους.
Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ δέν σέ ἀφήνει, ὅταν ἰδῆς πτωχό ἄνθρωπο καί θά τόν προσπεράσεις, χωρίς νά τόν βοηθήσης. Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ σέ προκαλεῖ νά ἐνθυμῆσαι τόν θάνατο, τήν κρίσι, τήν γέενα, τήν κόλασι, τόν παράδεισο τοῦ οὐρανοῦ, τήν δόξα τῶν δικαίων. Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ δέν σέ ἀφήνει νά μιλᾶς γιά τό κακό, δέν σέ ἀφήνει νά συκοφαντήσης, δέν σέ ἀφήνει νά λέγεις ψέμματα. Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ δέν σέ ἀφήνει νά ὑπερηφανεύεσαι καί νά ἀλαζονεύεσαι. Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ δέν σέ ἀφήνει νά εἶσαι ζηλιάρης, δέν σέ ἀφήνει νά μισεῖς κάποιον, ἤ νά τόν φθονεῖς καί νά τόν ζηλεύεις. Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ, δέν σέ ἀφήνει νά ἐκδικῆσαι τόν ἄλλον καί νά τοῦ κάνεις κακό. Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ δέν σέ ἀφήνει νά ὁμιλεῖς κακά λόγια γιά τούς ἄλλους, νά ἀστειεύεσαι, νά πληγώνεις ἤ νά περιγελᾶς τούς ἄλλους. Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ δέν σέ ἀφήνη νὰ ἀγαπᾶς τήν κακία, νὰ ἐπιθυμεῖς νά διασκεδάζεις μέ τούς ἄλλους, νά ἀγαπᾶς τήν κοσμική δόξα, νά ὑποκρίνεσαι καί νά ἔχης τήν πονηρία μέσα σου. Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ δέν σέ ἀφήνει νά ἀγαπᾶς τόν ἑαυτόν σου καί νά ζῆς με ἀναισθησία. Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ δέν σέ ἀφήνει νά ἁμαρτήσης οὔτε μέ τό βλέμμα, οὔτε μέ τήν ἀκοή, οὔτε μέ τά ἀρώματα, οὔτε μέ τήν γεῦσι, οὔτε μέ τήν ἁφή, οὔτε μέ τήν φαντασία. Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ σέ διαφυλάττει ἀπό τήν λησμονιά, ἀπό τήν ἀγνωσία, ἀπό τήν ἀκηδία καί μέ ἕνα λόγο νά σᾶς εἰπῶ, ὅτι μᾶς προστατεύει ἀπό ὅλο το βασίλειο τοῦ σκότους.
Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἐκεῖνος πού σέ φυλάγει νά διατηρῆσαι στό σῶμα καί στήν ψυχή ἅγιος Κι αὐτό συμβαίνει ὄχι μόνο στούς μοναχούς. Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ σέ παρακινεῖ νά ἐργάζονται καί οἱ χριστιανοί τοῦ κόσμου καί οἱ ἀφιερωμένοι στόν Θεό μέ τίς μοναχικές τους ἀκολουθίες.
Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ κάνει τόν ἱερέα νά στέκεται στό Ἅγιο Θυσιαστήριο σάν ἕνα Σεραφείμ. Λειτουργεῖ μέ φόβο Θεοῦ, προσέχει νά μή σφάλη στίς ἐκτενεῖς δεήσεις. Νά λαμβάνει μέ εὐλάβεια το Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ στά χέρια του, νά ἐπιτελεῖ μέ φόβο τήν Ἁγία Προσκομιδή καί προσέχει νά μήν ἔχη κανέναν ἀντίθετο λογισμό στήν τέλεσι τῆς Θείας Λειτουργίας.
Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ σέ παρακινεῖ νὰ βοηθήσης τόν ξυπόλυτο, τόν ἄρρωστο, νά τόν παρηγορήσης ἤ νά τόν συμβουλεύσης. Καί γι᾿ αὐτό ὅλοι οἱ Ἅγιοι τιμοῦν καί δοξάζουν τόν φόβο τοῦ Θεοῦ.
Ἔτσι, ὁ σοφώτερος ἄνθρωπος στόν κόσμο εἶναι ἐκεῖνος πού φοβᾶται τόν Θεό.Ἄκουσες τί λέγει ὁ Ψαλμωδός; «Μακάριος ὁ ἄνδρας πού φοβᾶται τόν Θεό καί μέ τίς ἐντολές Του θα κάνη σπουδαῖα πράγματα».
Μετάφρασις ἀπό τά ρουμανικά π. Δαμασκηνός Γρηγοριάτης
Μέ τήν εὐλογία τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου
