«Πνευματική φαρέτρα τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ»
Τό Περιστέρι καί ἡ Σπίθα.
’Ανάμεσα στούς κληρικούς καί ἐργάτες τῆς ‘Ιεραποστολῆς Κολουέζι ἐργάζεται καί ὁ διάκονος Λάζαρος. Διακρίνεται γιά τήν πολλή του ὑπακοή, τήν ταπείνωσι καί τήν ἐργατικότητα. Κάποια ἡμέρα τόν πλησίασα καί τοῦ ἔκαμα τήν ἐρώτησι:
-Πάτερ Λάζαρε, πῶς ἔγινες ὀρθόδοξος; -’Εγώ, πάτερ, μέχρι τό 1983 ἤμουν ἀβάπτιστος. Ἄκουσα γιά τήν προτεσταντική Κοινότητα τῶν Μεθοδιστῶν καί πῆγα κατ’ ἀρχήν σ’ αὐτούς. Ἄκουσα τά μαθήματά τους, ἀλλά στήν πρότασί τους νά πάρω τό δικό τους βάπτισμα, ἡ ψυχή μου ἀντιδροῦσε. Μετά πῆγα στούς Πεντηκοστιανούς, ἀλλ’ ἔφυγα κι ἀπ’ αὐτούς γιά τόν ἴδιο λόγο. Πουθενά δέν ἀναπαυόταν ἡ ψυχή μου. Ἕνα ἀπόγευμα καθώς ἔμπαινα στήν ἐκκλησία τῶν Πεντηκοστιανῶν, μ’ἔπιασε ἀπό τόν σβέρκο ἀπό πίσω ἕνας ἄγνωστος μέ τά χέρια του.Ποιός εἶναι, ἐρώτησα.Μοῦ εἶπε: Ὁ Θεός σ’ἀγαπᾶ καί θέλει νά σέ σώση, ἀλλά ἡ ἀληθινή Ἐκκλησία εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη καί ἀπέχει δύο χιλιόμετρα ἀπό ἐδῶ. Εἶναι στήν τάδε πλατεῖα, πλησίον τοῦ τραχυδρομείου τῆς πόλεως.Ὁ π. Λάζαρος, σάν λαϊκός τίποτε μέ τό ὄνομα Ὄσκαρ, ἄρχισε νά βαδίζει πρός τά ἐκεῖ. Ἔκαμε λάθος καί μπῆκε σέ μία ἐκκλησία τῶν Παπικῶν. Καί πάλι ὁ ἄγνωστος τόν ἔπιασε ἀπό τόν σβέρκο καί μέ αὐστηρότητα τόν ἐρώτησε: -Τί σοῦ εἶπα; Ὄχι ἐδῶ. Προχώρα ἀκόμη 700 μέτρα καί κοντά στό ταχυδρομεῖο εἶναι ἡ ἐκκλησία πού λέγεται τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Ἐκεῖ θά μπῆς γιά νά σωθῆς.Πράγματι ὁ π. Λάζαρος ἐπῆγε ἐκεῖ. Μπῆκε στόν ναό καί αἰσθάνθηκε ὡσάν νά πηδοῦσε ἡ ψυχή του ἀπό χαρά. Συναντήθηκε μέ τόν π. Κοσμᾶ, ὅπου παρηκολούθησε μαθήματα κατηχήσεων. Μετά ἀπό ἕνα χρόνο βαπτίσθηκε μαζί μέ ἄλλους 300 χριστιανούς.
Τί αἰσθάνθηκες, ὅταν βγῆκες πάτερ ἀπό τό Βαπτιστήριο; Ὅταν βγῆκα ἀπό τό Βαπτιστήριο εἶδα μέ τά μάτια μου ἕνα περιστέρι νά πετᾶ πάνω ἀπό τά κεφάλια τῶν νεοφωτίστων ἀδελφῶν. Τό εἶδαν καί ἄλλοι ἀδελφοί. Ὁ π. Κοσμᾶς μᾶς ἐξήγησε ὅτι τό περιστέρι συμβολίζει τήν κάθοδο τοῦ ‘Αγίου Πνεύματος, ὅπως συνέβη καί στήν βάπτισι τοῦ Χριστοῦ στόν ’Ιορδάνη ποταμό.
-Πῶς ἔγινες διάκονος, Πάτερ Λάζαρε;-Ὁ π. Κοσμᾶς μέ πρότεινε στόν Δεσπότη μας, τόν κ. Τιμόθεο, γιά ν’ ἀναλάβω αὐτή τήν ὑψηλή διακονία. Ἐγώ ἀντιδροῦσα λέγοντάς του ὅτι εἶμαι ἀνάξιος καί ἁμαρτωλός, ἀλλά ὁ π. Κοσμᾶς μοῦ ἔλεγε ὅτι αὐτό εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Θυμᾶμαι τά ἑξῆς χαρακτηριστικά. Ὅταν ἔσκυψα τό κεφάλι μου μπροστά στό Ἅγιο Θυσιαστήριο καί ὁ Δεσπότης ἔβαλε τό χέρι του ἐπάνω μου κι ἄρχισε νά διαβάζη τήν εὐχή, ἄναψε μέσα στήν καρδιά μου μιά φλόγα κεριοῦ. Εἶχα τότε πολλή χαρά καί παρακαλοῦσα τόν Χριστό νά μή σβήση αὐτή ἡ φλόγα ἀπό μέσα μου. Σέ λίγο καιρό λιγόστεψε. Παρακάλεσα τόν Χριστό νά μή μοῦ σβήση τελείως. Μιά φωνή ἀπό μέσα μου μέ παρηγόρησε λέγοντάς μου ὅτι θά μείνη πάντοτε μιά μικρή σπίθα. Αὐτή τήν σπίθα τήν αἰσθάνομαι ἄλλοτε νά μεγαλώνη μέσα μου κι ἄλλοτε νά μικραίνη. Αὐτή ἡ εἴσοδος τοῦ π. Λαζάρου στήν Ὀρθοδοξία ἔγινε τό 1983.
Δέν θά φύγω ἀπ’ ἐδῶ, ἄν δέν μέ κάνη καλά...
Τό μέσον γιά νά λάβη ὁ πιστός τήν χάρι τῶν Μυστηρίων τοῦ Θεοῦ, ὅπως γνωρίζουμε, εἶναι ἡ πίστις. Αὐτό τό μεγάλο δῶρο τοῦ Θεοῦ προσφέρεται τώρα δειλά-δειλά καί στούς νέους ’Ορθοδόξους Χριστιανούς τοῦ Κογκό. Τό γεγονός πού θά σᾶς διηγηθῶ συνέβη τήν ἄνοιξι το 1994. Παθοῦσα ἦταν ἡ σύζυγος τοῦ διακόνου Λαζάρου, ἡ ὁποία εἶχε ὑπέρτασι. Ὅλοι ἀνησυχήσαμε, ὅταν εἴδαμε νά ἀνεβαίνη ἡ πίεσις του αἵματός της. Ἔφθασε στούς 28 βαθμούς. Ἦταν θαῦμα τό πῶς ζοῦσε. Τήν μεταφέραμε στό Λουμπουμπάσι σ’ ἕνα σύγχρονο καί ἐξοπλισμένο νοσοκομεῖο τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν τό "ΤΟΥΜΠΟΣΚΟ". Οἱ γιατροί τήν ἐξέτασαν καί μέ φάρμακα κατάφεραν νά μειώσουν τήν πίεσί της. Ἤλθαμε στό Κολουέζι. Καί πάλι ἡ πίεσις στά ὕψη. Τότε ἡ ἴδια ἡ Διακόνισσα μᾶς εἶπε τά ἑξῆς: "Θά πάω στόν Ἅγιο Νεκτάριο. (Εἶναι ἡ διπλανή στό ἰατρεῖο τῆς Ἱεραποστολῆς ἐκκλησία μας). ’Επῆρε τήν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου στά χέρια της καί στάθηκε μπροστά ἀπό τήν μεγάλη εἰκόνα τοῦ τέμπλου. Μαζί της ἦλθε καί ὁ διάκο-Λάζαρος μέ τήν ἴδια πίστι κι αὐτός νά προσευχηθῆ μαζί της. Ἔμειναν ἐκεῖ ὅλη τήν νύκτα. Τό πρωΐ ἦταν τελείως καλά. Ὁ Ἅγιος ἔκανε τό θαῦμα του. Σήμερα ἐργάζεται σκληρά στά χωράφια, ὅπως καί πρῶτα, χωρίς κανένα πρόβλημα ὑγείας. Δοξασμένο τό Ὄνομα τοῦ Θεοῦ καί τῶν Ἁγίων Του.
Ἡ Τριανταφυλλιά ἀναστήθηκε....
Κάποιο ἀπόγευμα τοῦ Μαΐου 1994 ἐπῆγα στό χωριό Μουσονόΐ, τό ὁποῖον ἀπέχει ἀπό τό Κολουέζι 4 χιλιόμετρα. ’Εκεῖ ἔχουμε καί ἐνορία τῶν Ἁγίων Θεοδώρων μέ περικαλλῆ ναό, κτισμένον ἀπό τόν π. Κοσμᾶ. Συνάντησα τόν Κατηχητή Συμεών καί συνωμίλησα μαζί του θέματα τῆς ἐνορίας του. Τόν ρώτησα ἀκόμη κάπως διερευνητικά. -Γιά πές μου, Συμεών, σᾶς βοηθοῦν σέ τίποτε οἱ Ἅγιοι Θεόδωροι, ἔχετε παράπονο ἀπ’ αὐτούς;-Μᾶς βοηθοῦν πολύ, πάτερ. Νά, τό βλέπεις αὐτό τό κοριτσάκι. Ἦταν νεκρό καί τό ἀνέστησαν. (’Εκείνη τήν στιγμή ἔπαιζε τό κορίτσι ἐκεῖ κοντά). -Πῶς συνέβη; Πές μου τό γεγονός ἀπό τήν ἀρχή. -Ἕνα ἀπόγευμα τό κορίτσι αὐτό μαζί μέ ἄλλα ἔπαιζε ἔξω ἀπ’ αὐτή τήν αὐλή τῆς ἐκκλησίας τῶν Ἁγίων. Αἰσθάνθηκε τήν ἀνάκγη, λόγῳ τῆς ζέστης, νά πιῆ νερό. ’Επῆγε στό σπίτι της. Νά, αὐτό εἶναι. Καί ἐκεῖ ἡ μητέρα της εἶχε ἕνα βαρέλι τῶν 200 λίτρων, τό ὁποῖον εἶχε περίπου μέχρι τήν μέση νερό. Τό παιδάκι σκαρφάλωσε γρήγορα κι ἔπαιρνε νερό μέ τό χέρι του νά πιῆ. Ἔχασε τήν ἰσορροπία του κι ἔπεσε μέσα καί πνίγηκε. Τ’ ἄλλα παιδάκια τό περίμεναν νά γυρίση, ἀλλά δέν φάνηκε. ’Εν τῶ μεταξύ ἦλθε καί ἡ μητέρα του. Τό ἀνεζήτησε. Τελικά τό βρῆκε πνιγμένο μέσα στό βαρέλι. Οἱ φωνές καί οἱ στεναγμοί της δέν περιγράφοντο. Τήν καθησύχασα λίγο καί τῆς εἶπα νά φέρη τό παιδί στούς Ἁγίους Θεοδώρους. Μόνο αὐτοί, ἄν θελήσουν, μποροῦν νά βοηθήσουν. Πράγματι, ἐπῆρε τό παιδί της ἡ μητέρα στήν ἀγκαλιά της καί ἐβάδιζε πρός τήν ’Εκκλησία. Ἔφθασε ἔξω ἀπό τήν πόρτα, ὅταν τό παιδί ἄρχισε νά κάνη ἐμετό. Ἄνοιξε τά μάτια του καί ρώτησε τήν μάννα του ποῦ τό πηγαίνει. Οἱ Ἅγιοι εἶχαν κάνει τό θαῦμα τους. ‘Η χαρά ὅλων μας δέν περιγραφόταν. Κάναμε τήν ἑπομένη Θεία Λειτουργία. Τραγουδήσαμε χριστιανικά τραγούδια καί δοξάσαμε τούς Ἁγίους Θεοδώρους γι’ αὐτό τό τεράστιο θαῦμα πού μᾶς ἔκαναν στήν ἐνορία μας.
Ἀπό π. Δαμασκηνό Γρηγοριάτη
Μέ τήν εὐλογία τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου
