Παρασκευή 19 Ιουνίου 2026

ΔΕΝ ΕΧΩ ΤΗΝ ΠΑΡΡΗΣΙΑ ΤΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ....

«Πνευματική φαρέτρα τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ» 

Στό συναξάριο τοῦ Ὁσίου Παϊσίου τοῦ Μεγάλου πού ἑορτάζει στίς 19 Ἰουνίου εὑρίσκουμε τόν διάλογο πού εἶχε ὁ Ὅσιος μέ τόν Μέγα Κωνσταντῖνο, ὁ ὁποῖος κατέβηκε στήν γῆ καί συνωμίλησε μέ τόν Ὅσιο. Ἡ με­ταξύ των συνομιλία ἔχει ὡς ἐξῆς στήν ἁπλοϊκή ἔκφρασι:

Μακάριοι εἶσθε ἐσεῖς πού ἀξιωθήκατε νά ἀκολουθήσετε τήν μοναχική πολιτεία, διότι ἀληθινά δικός σας εἶναι ὁ θεῖος μακαρισμός τοῦ Σωτῆρος.

Καί ποιός εἶσαι ἐσύ, τοῦ εἶπε ὁ Ὅσιος, πού λέγεις αὐτά καί μακαρίζεις τόσο πολύ ἐμᾶς τούς Μοναχούς;

Ἐγώ εἶμαι ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, ὁ ὁποῖος κατέ­βηκα ἀπό τούς ορανούς γιά νά σοῦ φανερώσω τήν δό­ξα, τήν ποία ἀπολαμβάνουν οἱ Μοναχοί στούς ορα­νούς καί τήν οἰκειότητα καί παρρησία πού ἔχουν πρός τόν Χριστό. Μακαρίζω ἐσένα Παΐσιε, διότι παρακινεῖς αὐτούς σ' αὐτή τήν ἱερά διαγωγή τῆς ἀσκήσεως, καί κατηγορῶ τόν ἑαυτό μου διότι δέν ἐπέτυχα αὐτή τήν σπουδαιοτάτη τάξι τῶν Μοναχῶν καί δέν ὑποφέρω τήν ζημιά πού ἔλαβα.

Γιατί θαυμάσιε Βασιλεῦ, κατηγορεῖς τόν ἑαυτό σου; Δέν ἀπήλαυσες ἐσύ ἐκείνη τήν ἀθάνατη δόξα καί ἔλλαμψι;

Ναί, τήν ἀπόλαυσα, ἀλλά δέν ἔχω τήν ἴδια παρρη­σία μέ τούς Μοναχούς, οὔτε ίση τιμή μέ ἐκείνους, διότι ἔβλεπα τίς ψυχές μερικῶν Μοναχῶν, μετά τόν χωρισμό τους ἀπό τό σῶμα, ὅτι πετοῦσαν σάν ἀετοί καί μέ πολύ θάρρος ἀνέβαιναν στούς ορανούς, τό δέ ἐχθρικό τάγμα τῶν δαιμόνων δέν τολμοῦσε νά πλησιάση καθόλου σ' αὐτές. Ἔπειτα ἔβλεπα ὅτι ἄνοιγαν οἱ θύρες τοῦ οὐρανοῦ καί εἰσήρχοντο ἐντός αὐτοῦ καί ἐμφανιζόμενες στόν Οὐράνιο Βασιλέα, παρεστέκοντο μέ πολλή παρρησία στόν θρόνο τοῦ Θεοῦ. Γι' αὐτήν λοιπόν τήν ἀξία θαυμάζω ε­σς τούς μοναχούς, σᾶς μακαρίζω καί κατηγορῶ τόν ε­αυτό μου, διότι δέν ἀξιώθηκα νά λάβω τόση παρρησία. Θά ἤμουν μακάριος, ἐάν ἄφηνα τήν πρόσκαιρη βασι­λεία, τόν βασιλικό μανδύα καί στέφανο καί γενόμενος πτωχός, νά φοροῦσα τόν μοναχικό σάκκο καί νά ἔκανα, ὅσα ἄλλα ἀπαιτεῖ ἡ μοναχική ζωή.

~ Ὅλα καλά αὐτά πού λέγεις, ἱερώτατε Βασιλεῦ, καί μᾶς παρηγορεῖς μέ αὐτά' ὅμως τέτοιες εἶναι καί οἱ κρίσεις τοῦ Θεοῦ, διότι ό Δίκαιος Κριτής ἀποδίδει τά πάντα μέ δικαιοσύνη καί ἀνάλογα μέ τούς κόπους τοῦ καθενός, δίνει καί τήν πληρωμή, καθόσον ἡ δική σου ζωή δέν εἶχε τούς ἴδιους κόπους, οὔτε ἦταν ὅμοια μέ τήν ζωή τῶν Μοναχῶν. Διότι ἐσύ εἶχες γυναῖκα βοηθό σου, τά τέκνα σου, τούς δούλους σου καί τίς διάφορες ἀναπαύσεις καί ἀπολαύσεις. Οἱ δέ Μοναχοί καταφρονώντες ὅλα τά εὐχάριστα καί τερπνά τῆς παρούσης ζωῆς, ἀντί ὅλων τῶν ἀγαθῶν τοῦ κόσμου, ἔλαβαν τόν Θεό καί Α­τόν εἶχαν χαρά καί πλοῦτο δικό τους καί τό νά κάνουν τά εὐάρεστα σ' Αὐτόν τό θεωροῦσαν τρυφή καί μεγάλη ἀπόλαυσι. Ὅθεν εἶναι ἀδύνατο σέ σένα Βασιλεῦ μου, νά ἔχης τήν ἴδια μέ ἐκείνους πληρωμή...

Τόν ἱερό αὐτό διάλογο διέκοψε ἡ ἐπίσκεψις ἑνός ἀδελφοῦ στό κελλί τοῦ Ὁσίου Παϊσίου, τοῦ ὁσίου Ἰωάννου, καί ὁ Μέγας Κωνσταντίνος ἀνέβηκε τότε πάλι στούς οὐρανούς.

Ἀπό π. Δαμασκηνό Γρηγοριάτη

Μέ τήν εὐλογία τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου