Τρίτη 5 Μαΐου 2026

ΙΕΡΟΜ. ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ ΑΓΙΑΝΝΑΝΙΤΗΣ

 «Πνευματική φαρέτρα τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ»

ΠΡΩΤΟΨΑΛΤΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ. Καλύβη Ἁγίου Γεωργίου. (1935-1992)

Ἡ Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης δέν εἶναι μόνο ἡ μεγαλύτερη  ἀπό πλευρᾶς Καλυβῶν καί μοναχῶν, ἀλλά καί ἡ ἀρχαιότερη, ὅπου ἀπό τόν 16ον αἰῶνα ἀγωνίσθηκαν τόν καλόν τῆς ἀσκήσεως ἀγῶνα πλῆθος μοναχῶν, μερικοί τῶν ὁποίων καί ἁγίασαν.

Μία ἀπό τίς πιό ὠργανωμένες Καλύβες εἶναι ἡ λεγομένη "τῶν Καρτσωναίων", ἡ ὁποία δεσπόζει στήν δυτική πλευρά κατά τήν εἴσοδο τοῦ ἐπισκέπτου ἀπό τήν Νέα Σκήτη πρός τήν Ἁγία Ἄννα. Στήν Καλύβα αὐτή ἐκοπίασαν νά τήν διοργανώσουν καί ἀγωνιζόμενοι νά ἐπιτύχουν τό ἄκρως ἐφετόν, τήν ἕνωσι μέ τήν Ἁγία Τριάδα, τέσσερα κατά σάρκα ἀδέλφια. Κατήγοντο ἀπό τό χωριό Ἀρφαρᾶ τῆς Μεσσηνίας. Ἦσαν τρεῖς ἱερομόναχοι καί ὠνομάζοντο Διονύσιος, Σεραφείμ, Γαβριήλ καί ἕνας μοναχός ὁ π. Χρυσόστομος, ὁ ὁποῖος ἐκοιμήθη τό 1941. Πνευματικά τους παιδιά ἦσαν οἱ ἱερομόναχοι π. Γαβριήλ καί ὁ μακαριστός πρωτοψάλτης π. Παντελεήμων. Καί διάδοχοι αὐτῶν εἶναι ἡ σημερινή συνοδία ἀποτελουμένη ἀπό πέντε ἀδελφούς μέ πρῶτον τόν ἱερομόναχο π. Χρυσόστομο.

Ἀπό τήν κοίμησι τοῦ π. Παντελεήμονος (1992) μέχρι σήμερα πέρασαν 13 χρόνια καί κανείς ἀπό ἐμᾶς τούς Ἁγιορείτες δέν προθυμοποιήθηκε νά παρουσιάση κάτι ἀπό τήν φωτεινή ζωή τοῦ μακαριστοῦ ἁγίου Πρωτοψάλτου.

Θεωρῶ θέλημα Θεοῦ τήν προτροπή τοῦ σεβαστοῦ μου Γέροντος π. Γεωργίου, Καθηγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου νά μεταβῶ στήν ἀσκητική αὐτή Καλύβα γιά νά ἀποκομίσω θησαυρούς πνευματικούς, προερχομένους μέν ἀπό τό στόμα τοῦ εὐλαβοῦς ἱερομονάχου Χρυσοστόμου, ἀλλά πού ἀφοροῦν τόν ὁσιώτατον Γέροντα Πρωτοψάλτη Παντελεήμονα.

Μία Αὐγουστιάτικη βραδυά τοῦ 2005, τήν ὁποία χαρακτηρίζουν ὁ καύσων καί ἡ ἔλλειψις κάποιας παρήγορης παρουσίας δροσεροῦ ἀέρος, βρέθηκα κοντά στούς πολυαγαπητούς μας ἀδελφούς Καρτσωναίους. Εἶναι σφικτοί καί ἀκατάλυτοι οἱ δεσμοί ἀγάπης πού ἑνώνουν τήν Μονή μας μέ τήν καλοκάγαθη αὐτή μικρή Ἀδελφότητα. Πρίν ἔλθη ἡ νέας Ἀδελφότης τό 1974 μέ ποιμένα τόν Γέροντα π. Γεώργιο, οἱ  Ψάλτες τοῦ Κελλίου αὐτοῦ ἔψαλλαν σέ κάθε γιορτή καί Κυριακή στό Καθολικό τοῦ ἁγίου Νικολάου τῆς Μονῆς μας. Μόνο ὁ παπᾶ Χρυσόστομος, μοῦ ἔλεγε, ὅτι ἔψαλλε στό Μοναστήρι μας σέ 123 ἀγρυπνίες. Δηλαδή ἀπό τό 1967 (ἡλικίας τότε 15 ἐτῶν)  ἕως τό 1974.

Μέ τήν πρόσχαρη καί ἀνυπόκριτη ὑποδοχή τους οἱ Πατέρες μέ δέχθηκαν μέ ἐπικεφαλῆς τόν νῦν Γέροντα ἱερομόναχο π. Γαβριήλ, φημισμένο Πνευματικό τῆς Σκήτης καί ἄξιο διάδοχο τῶν παλαιοτέρων Ἁγιαννανιτῶν πατέρων.

Ἀπ᾿ αὐτή τήν στιγμή δίνουμε τόν λόγο στόν ἀγαπητό παπᾶ Χρυσόστομο, ὁ ὁποῖος ἔζησε μαζί μέ τόν μακαριστό π. Παντελεήμονα περίπου 30 χρόνια. Τόση ἀγάπη καί ἀλληλοσεβασμό εἶχαν, ὥστε κι αὐτή ἀκόμη ἡ ἀνάμνησις τοῦ ὀνόματος τοῦ μακαριστοῦ καί ὁ σκοπός τῆς ἐπισκέψεώς μου, φέρνουν δάκρυα συγκινήσεως στούς ὀφθαλμούς τοῦ ἀδελφοῦ π. Χρυσοστόμου.

-Πάτερ Χρυσόστομε, ἐπειδή ἐζήσατε μαζί μέ τόν μακαριστό, ὅπως μοῦ εἴπατε 27 χρόνια εἰπέτε μας κάτι ἀπό τήν ζωή του.

-Μέ τόν μακαρίτη π. Παντελεήμονα ἐγώ εἶχα ὄχι μόνο τόν γνωστό πνευματικό δεσμό τόν ὁποῖον πρέπει νά ἔχη κάποιος μέ τόν μεγαλύτερό του, ἀλλά ἦτο καί συγγενής μου. Ὅλα τά χρόνια πού ἐζήσαμε μαζί, εἴμασταν κάτι παραπάνω ἀπό ἀδέλφια, γι᾿ αὐτό, ὅταν ἐνθυμοῦμαι τόν μακαριστό, δυσκολεύομαι πολύ νά ὁμιλήσω. Γι᾿ αὐτό νά μέ συγχωρήσετε....Νά σκεφθῆτε ὅτι, ἀφ᾿ὅτου ἐκοιμήθη, δέν ἄκουσα κασσέτα του τουλάχιστον γιά δύο χρόνια...Βέβαια γιά τόν Καλόγηρο δέν εἶναι αὐτό καλό, ἀλλά τόσο μοῦ κόστισε ὁ θάνατός του πού αἰσθανόμουν σάν νά πέθανα ἐγώ ὁ ἴδιος.

-Τί γνωρίζετε, πάτερ, σχετικά μέ τήν καταγωγή του καί τήν παιδική του ἡλικία;

-Γεννήθηκε στήν Πάτρα τό 1935. Ἡ μητέρα του Αἰκατερίνη καταγόταν ἀπό τήν Πάτρα, ἐνῶ ὁ πατέρας του Ἰωάννης ἀπό τό Ἀγρίνιο. Ἀπέκτησαν πέντε παιδιά μέ τελευταῖο τόν μακαριστό, ὁ ὁποῖος στό ἅγιο Βάπτισμά του ἔλαβε τό ὄνομα Κωνσταντῖνος. Τό ἐπώνυμο του ἦτο Δάτσικας. Μέ τό ἐπώνυμο αὐτό ὑπάρχουν σήμερα στό Ἀγρίνιο πάνω ἀπό 30 οἰκογένειες, πρᾶγμα τό ὁποῖον δείχνει ὅτι καταγόταν ἀπό ἕνα ὀνομαστό καί μεγάλο γένος.

Ἀπό τήν μικρή του ἡλικία διεκρίνετο γιά τήν σφοδρή του ἐπιθυμία νά γίνη ζωγράφος. Ἀκόμη εἶχε καί τό χάρισμα τῆς μελωδικῆς φωνῆς καί τῆς ἐφέσεως νά μάθη τήν ἐκκλησιαστική μουσική. Ἐπειδή ὁ μεγαλύτερος ἀδελφός του ἦτο ψάλτης, ἔπαιρνε καί τόν μικρό Κωνσταντῖνο μαζί του στό ἀναλόγιο καί τόν εἰσήγαγε σταδιακά στήν ἐξοικείωσι μέ τήν ἐκμάθησι τῶν ἤχων.

Μοῦ εἶχε εἰπεῖ κι ἕνα περιστατικό πού συνέβη στήν ἡλικία τῶν πέντε ἐτῶν. Ἔξω ἀπό τό σπίτι του, κάτω στό χῶμα, σέ καθαρή ἐπιφάνεια, ζωγράφισε τήν ἀγγλική σημαία. Ναί, ἀλλά τότε εἴχαμε τήν γερμανική κατοχή. Ἕνας γερμανός εἶδε ζωγραφισμένη στό χῶμα αὐτή τήν σημαία καί ζήτησε νά μάθη λεπτομέρειες. Ἐν τῶ μεταξύ οἱ γονεῖς του, εἶχαν φυγαδεύσει τόν μικρό Κωνσταντῖνο πρός ἀποφυγήν δυσαρέστων ἐξελίξεων.

Ὅταν ὁ Κωνσταντῖνος τελείωσε τό δημοτικό σχολεῖο, οἱ γονεῖς του τόν ἔστειλαν μέ τόν μεγαλύτερο ἀδελφό του, τόν Μάνθο (Ματθαῖο) στήν Ἀθήνα. Ἐστάλησαν στόν ἁγιογράφο Ἀρτέμη γιά νά διδαχθοῦν ἀπ᾿ αὐτόν τήν τέχνη τῆς ἁγιογραφίας. Δείγματα τέχνης αὐτοῦ τοῦ ἁγιογράφου ὑπάρχουν σήμερα στόν Ἅγιο Βασίλειο Μετσόβου. Ὅμως ἡ τέχνη αὐτή δέν ἄρεσε στόν δεκατριετῆ Κωνσταντῖνο. Ἐπῆγε ὅμως ἐπειδή τοῦ ἄρεσε νά ἀσχολῆται μέ χρώματα. Μερικοί τούς εἶπαν ὅτι σπουδαία τέχνη ἁγιογραφίας ὑπάρχει στό Ἅγιον Ὄρος. Ἀλλά τότε, μιλᾶμε γιά τό 1949, λόγῳ πολέμου, ἐλλείψεως συγκοινωνίας κλπ. ἦτο δύσκολη ἡ μετάβασις στό Ἅγιον Ὄρος. Ἕνας ἱερομόναχος, ἀπ᾿ αὐτούς πού ἐγκαταλείπουν τόν ἱερόν Ἄθωνα χάριν τοῦ κλεινοῦ ἄστεως διά σπουδές, τούς εἶπε ὅτι ὁ γέροντάς του εἶναι ἁγιογράφος στίς Καρυές. Ἀκόμη ὅτι ἐκεῖ ὑπάρχουν καί σπουδαῖοι ἱεροψάλτες καί θά ἀξιοποιήση τό χάρισμα τῆς φωνῆς του. Τά δύο ἀδέλφια δέχθηκαν μέ χαρά τήν πρότασι αὐτή. Οἱ γονεῖς τους ἦσαν λίγο ἀντιδραστικοί στήν ἀρχή. Τελικά ὑπεχώρησαν μπροστά στήν ἀγαθή προοπτική, ἡ ὁποία θά τούς ἐξασφάλιζε τόν ἐπιούσιο ἄρτο στήν ζωή τους, μετά τήν ἐπιστροφή τους ἀπό τόν Ἄθωνα στήν Ἀθήνα.

Τόν Ἰούλιο τοῦ 1949 τά δύο ἀδέλφια, μετά ἀπό πολλές ταλαιπωρίες, ἔφθασαν στίς Καρυές τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ὁ γέροντας ἁγιογράφος, πρός τόν ὁποῖον ἀπέστειλε τά παιδιά ὁ ἐν Ἀθήναις διαβιών ἁγιορείτης ἱερομόναχος, εἶχε πεθάνει. Καί τώρα, πού θά ὑπάγουν; Τούς δέχθηκαν οἱ πατέρες τῆς Καλύβης τῶν Ἰωσαφαίων. Ἔμειναν ἐκεῖ ὄχι περισσότερο ἀπό μία ἑβδομάδα. Ὁ Γέροντας τῆς Καλύβης Ἀγαθάγγελος, νέος τότε, ἐπειδή δέν εἶχε ἀνάγκη ἀπό συνοδία, τούς συμβούλευσε νά ἔλθουν στήν Ἁγία Ἄννα καί τούς  ὑπέδειξε σάν κατάλληλους ἀνθρώπους, τούς Καρτσωναίους τῆς ἰδικῆς μας Καλύβης. Οἱ πνευματικοί μας Παπποῦδες, οἱ λεγόμενοι Καρτσωναῖοι, ἦσαν καί ἁγιογράφοι καί ψάλτες. Ἔτσι θά ἠμποροῦσαν οἱ δύο μικροί νεαροί νά μάθουν καί τίς δύο τέχνες. Ὁ Μάνθος δέν συμφώνησε καί εἶχε ἀποφασίσει μέ τόν μικρό ἀδελφό του νά φύγουν γιά τήν Ἀθήνα. Ὅταν ἔφθασαν ἀπό τίς Καρυές μέ τά πόδια στήν  Δάφνη, τοῦ εἶπε ὁ μικρός Κωνσταντῖνος: "Μάνθο, ἀφοῦ ἤλθαμε μέχρι ἐδῶ, τί θά χάσουμε νά πᾶμε καί μέχρι τήν Ἁγία Ἄννα. Πᾶμε ἐκεῖ γιά πρώτη φορά. Πότε πάλι ἄραγε θά ξαναρθοῦμε. Εὐκαιρία νά γνωρίσουμε κι αὐτή τήν περιοχή, ὅπου δέν ἔχουμε πάει ποτέ καί ἴσως νά μήν ἔλθουμε πάλι...". Τελικά ἄλλαξε τήν ἀπόφασί του ὁ Μάνθος καί ἀντί νά μποῦν στό ξυλοκάραβο γιά τόν κόσμο, μπῆκαν στό ἄλλο πλοιάριο γιά τήν Ἁγία Ἄννα.

Μέσα στό πλοιάριο τούς πλησίασε κάποιος μοναχός καί ἀφοῦ ἔμαθε τόν σκοπό καί τόν προορισμό τους, τούς εἶπε:

-Ἀκοῦστε, παιδιά μου, ἐκεῖ πού πᾶτε στούς Καρτσωναίους, δέν θά σᾶς δεχθοῦν, ἐάν δέν τούς πῆτε ὅτι θέλετε νά γίνετε μοναχοί. Εἶναι δύσκολο ἐδῶ στό Ὄρος νά σᾶς διδάξουν καί μετά νά ἀναχωρήσετε. Ὁ ἔφηβος Κωνσταντῖνος δέχθηκε τήν πρότασι αὐτή τοῦ Ἁγιαννανίτου μοναχοῦ καί συμφώνησε νά τούς εἰπῆ ὅτι ἦλθε νά γίνη μοναχός.

-Ποιά ἦτο ἡ πρώτη συνάντησις καί γνωριμία τῶν Γεροντάδων σας μέ τούς δύο Πατρινούς νεαρούς , πάτερ Χρυσόστομε;

-Ναί, τήν 1ην Αὐγούστου 1950, ἦλθαν καί κτύπησαν τήν πόρτα τῆς Καλύβης μας.

-Ποιοί εἶσθε καί τί θέλετε,  βρέ παλληκάρια;

-Ἤλθαμε νά γίνουμε μοναχοί.

-Ἔτσι, ξαφνικά, χωρίς νά μᾶς γνωρίζετε; Πῶς ἤλθατε ἐδῶ καί δέν πήγατε κἄπου ἀλλοῦ;

-Οἱ Πατέρες τοῦ Κελλίου τῶν Ἰωσαφαίων ἀπό τίς Καρυές μᾶς ἔστειλαν, διότι δέν χρειάζονται οἱ ἴδιοι ὑποτακτικούς. Ὁ Κωστῆς θά μείνη γιά μοναχός, τούς εἶπε ὁ Μάνθος, ἀλλά ἐγώ δέν ξέρω ἄν θά μείνω. Θά δοκιμασθῶ καί βλέπουμε.

Μετά ἀπό ἑνάμισυ μῆνα ὁ Μάνθος ἔφυγε ὁριστικά γιά τήν Ἀθήνα. Ἄλλωστε δέν εἶχε σκοπό νά μονάση. Ὁ Κωνσταντῖνος ἔμεινε μέ σκοπό νά μάθη ἁγιογραφία καί βυζαντινή μουσική καί κατόπιν θά ἔφευγε κι αὐτός γιά τήν Ἀθήνα.

Οἱ Γεροντάδες μας δέν ἦσαν ἀποκρουστικοί, ἐάν κάποιος ἐπιθυμοῦσε νά μάθη ἁγιογραφία καί μετά νά γυρίση στόν κόσμο. Ἄλλωστε παλαιότερα εἶχαν διδάξει τήν τέχνη τῆς ἁγιογραφίας τουλάχιστον σέ πέντε ἄτομα, τά ὁποῖα κατόπιν ἐπέστρεψαν στόν κόσμο. Γι᾿ αὐτό τά λόγια ἐκείνου τοῦ μοναχοῦ στό πλοῖο ἦσαν παραπειστικά καί παραπλανητικά.

Ἐδῶ ὁ Κωνσταντῖνος βρῆκε καί ἄλλον συνομήλικό του, τόν νῦν Γέροντά μου π. Γαβριήλ, ὁ ὁποῖος τότε ἦτο μικρότερος ἀπό τόν Κωστῆ μόλις ἕνα χρόνο. Ἔτσι τά δύο παιδιά ἔπαιζαν μαζί, βοηθοῦσαν τό ἕνα τό ἄλλο, ἔκαναν ὑπακοή στούς Γεροντάδες τους καί χαιρόντουσαν τήν ζωή τους μέσα σέ βαθειά ψυχική γαλήνη. Ἐδῶ τά πράγματα εἶναι πολύ διαφορετικά ἀπό ὅ,τι στά Μοναστήρια. Ἀφοῦ κι ἐγώ πού ἦλθα ἐδῶ ἀπό ἡλικίας 10 ἐτῶν, ὁ Γέροντάς μου ἔπαιζε μαζί μου τίς ἀπογευματινές ὧρες.

Μετά ἀπό διάστημα παραμονῆς πέντε μηνῶν στήν Καλύβα μας ὁ Κωνσταντῖνος ἐζήτησε νά συνομιλήση μέ τόν Γέροντα Γαβριήλ (τόν προηγούμενον) μέσα στήν ἐκκλησία. Τοῦ εἶπε τά ἑξῆς:

-Ἐγώ Γέροντα, ἀφ᾿ ὅτου ἦλθα ἐδῶ, σᾶς εἶπα ψέμματα. Δέν ἦλθα νά γίνω μοναχός, ἀλλά νά σπουδάσω μουσική καί ἁγιογραφία καί νά φύγω πάλι γιά τήν Ἀθήνα. Τώρα ὅμως σᾶς λέγω, ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί μέ φόβον Θεοῦ, ὅτι πῆρα τήν ἀπόφασι νά μείνω ἐδῶ.

-Ἐμεῖς, παιδί μου, μᾶς εἶχαν πληροφορήσει καί τό ἠξέραμε ὅτι δέν εἶχες πρόγραμμα νά μείνης ἐδῶ. Σέ κρατήσαμε ὅμως κοντά μας γιά τό δικό σου ὄφελος. Παρακαλούσαμε καί τόν Θεό νά γίνη τό θέλημά Του καί γιά τήν σωτηρία τῆς ψυχῆς σου. Ὅ,τι μάθεις ἀπό ἐμᾶς, ἐσύ θά ὠφεληθῆς καί οἱ γονεῖς σου. Ἀφοῦ ὅμως ἀπεφάσισες νά μείνης ἐδῶ. Πάρε καί γράψε στούς γονεῖς σου ὅτι ἐπιθυμεῖς μέ τό θέλημά σου νά μείνης ἐδῶ, οὕτως ὥστε νά μή τούς ἔλθη ξαφνικό...

Καί πράγματι ἔγραψε ἕνα συγκινητικό γράμμα στούς γονεῖς του, τό ὁποῖο σήμερα εἶναι στά χέρια τῶν ἀδελφῶν του. Καί οἱ γονεῖς τοῦ ἀπήντησαν ἀμέσως ὅτι ἔχει εὐχή καί εὐλογία νά μείνη γιά μοναχός στό Ἅγιον Ὄρος. Μᾶλλον ἐχάρησαν διότι προήρχοντο καί ἀπό λευϊτικό γένος. Ὁ πατέρας τοῦ πατέρα του καί ὁ πατέρας τῆς μητέρας του ἦσαν ἱερεῖς. Ἔτσι ἦσαν χαρούμενοι διότι τό παιδί τους ἀφιερώθηκε στόν Θεό καί θά προσεύχεται γι᾿ αὐτούς. Μάλιστα ὁ πατέρας του ἀπό ἐκείνη τήν χρονιά πού ἔγινε μοναχός ὁ μακαριστός, μία χρονιά γιόρταζε Πάσχα μέ τήν οἰκογένειά του στήν Πάτρα καί τήν ἄλλη χρονιά μέ τόν μοναχό γυιό του στό Ἅγιον Ὄρος.

Οἱ Γεροντάδες τότε, βλέποντας ὅτι ὁ νεαρός ὑποτακτικός τους, εἶχε μεγάλη ἔφεσι γιά τήν βυζαντινή μουσική, τοῦ εἶχαν δώσει ἀρκετή ἐλευθερία. Ὁ ἕνας Γέροντας παπᾶ-Διονύσιος ἦτο μαθητής τοῦ ξακουστοῦ πρωτοψάλτου Συνεσίου Σταυρονικητιανοῦ. Εἶχε πάρει καί τό ὕφος του καί ἀνέλαβε νά καταρτίση τόν μοναχό Παντελεήμονα στήν βυζ. μουσική. Ὁ Γέροντας παπᾶ Σεραφείμ ἀνέλαβε νά τόν καταρτίση τήν ἁγιογραφία.

Ἡ φωνή τοῦ π. Παντελεήμονος ἦτο ἀπό τόν Θεό μία ἀγγελική φωνή. Τό χαρακτηριστικό του, ὅταν ἔψαλλε, ἦτο ὅτι δέν ἐκινοῦσε χέρια καί πόδια. Ἐπί πλέον δέν ἔκανε κινήσεις τοῦ προσώπου του καί μορφασμούς, ὅπως συνηθίζουν, κατά τρόπο φυσιολογικό, νά κάνουν οἱ ἄλλοι ψάλτες. Ὅσοι τόν ἄκουγαν νά ψάλλη μέ τήν συνοδία ἄλλων, δέν ἐγνώριζαν ποιός εἶναι ὁ πρωτοψάλτης. Τόν ἀντελαμβάνοντο, ἐπειδή προφανῶς στεκόταν στήν μέση τοῦ χοροῦ καί τοῦ στασιδιοῦ.

-Ποῦ ὠφείλετο αὐτή ἠ ἀταραξία τοῦ σώματός του κατά τήν ὥρα τῆς ψαλμωδίας του;

-Ἀποκλειστικά στόν χαρακτῆρα του. Ἦτο ἕνας ἤρεμος ἄνθρωπος. Στά 30 περίπου χρόνια πού εἴμασταν μαζί, δέν τόν εἶδα ποτέ νά ἔχει θυμώσει, πάτερ. Στενοχωρημένο τόν εἶχα ἰδεῖ, ἀλλά θυμωμένο ποτέ. Ποτέ δέν κατέκρινε, δέν κακολόγησε, δέν ὡμίλησε μέ κακία καί σκαιότητα, μέ διάθεσι ἐκδικήσεως πρός κάποιον ἄλλον. Αὐτή τήν γαλήνη καί ψυχική του ἀταραξία τήν εἶχε βαθειά μέσα του σάν καρπό τῆς μοναχικῆς του ἀσκήσεως καί ἀρετῆς.

Πότε χειροτονήθηκε διάκονος καί ἱερεύς, πάτερ Χρυσόστομε;

-Διάκονος χειροτονήθηκε τό 1960 στήν ἑορτή τῆς Ὑπαπαντῆς καί ἱερεύς τό 1965 στήν Πανήγυρι τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου τῆς Μεγίστης Λαύρας ἀπό τόν ἴδιο μητροπολίτη, σχολάρχη τότε τῆς Ἀθωνιάδος Ἀκαδημίας, τόν Σεβ/τον Ναθαναήλ, τόν μετέπειτα μητροπολίτην Κώου.

Μάλιστα τό συγκινητικό εἶναι ὅτι ὁ Ἅγιος Κώου ἐπί τέσσαρεις συνεχεῖς ἡμέρες ἐτέλεσε ἰσάριθμες χειροτονίες ἱερέων. Τήν πρώτη ἡμέρα χειροτόνησε σέ ἱερέα τόν νῦν  Ἐπίσκοπο Ροδοστόλου κ. Χρυσόστομον, τήν δεύτερη ἡμέρα τόν Γέροντα τοῦ Κελλίου μας παπᾶ Γαβριήλ, τήν τρίτη ἡμέρα τόν  μακαριστό ἡγούμενο τῆς Μονῆς Ἐσφιγμένου Εὐθύμιο καί τήν τετάρτη ἡμέρα τόν μακαριστό Παντελεήμονα, ὁ ὁποῖος παρότι ἦτο ἕνα χρόνο μεγαλύτερος ἀπό τόν Γέροντά μας Γαβριήλ, ὅμως τοῦ ἔκανε ὑπακοή καί τόν σεβόταν ἄμμετρα.

-Ἔψαλλε ὁ μακαριστός π. Παντελεήμων σ᾿ ὅλες τίς Μονές τοῦ Ὄρους, ὅπου τόν καλοῦσαν;

-Ναί, ἔψαλλε καί μάλιστα νικοῦσε τό ὁποιοδήποτε ἐμπόδιο προκειμένου νά εὑρίσκεται στήν ὥρα του στήν πανήγυρι τῆς Μονῆς, ὅπου ἐκαλεῖτο. Ἀναφέρω γιά παράδειγμα ἐδῶ τό ἑξῆς περιστατικό:  Κάποια χρονιά εἶχε δώσει ὑπόσχεσι ὅτι θά ψάλλουμε στήν πανήγυρι τοῦ ἁγίου Νικολάου τῆς ἱερᾶς Μονῆς Σταυρονικήτα. Ναί, ἀλλά ἐκείνη τήν χρονιά εἶχαν πέσει πολλά χιόνια. Ὁ π. Παντελεήμων ἦτο ἀνυποχώρητος διά νά φανῆ συνεπής στήν ὑπόσχεσί του. Πλοιάριο δέν περνοῦσε, αὐτοκίνητο δέν ἔκανε τήν διαδρομή ἀπό Δάφνη-Καρυές. Ἡ ἀπόφασίς του ἦτο κεραυνοβόλος καί ἀμετάκλητος. Μοῦ εἶπε: 

-Θά πᾶμε μέ τά μουλάρια μας.

-Μά, πάτερ, εἶναι περί τίς 11 ὧρες ἡ διαδρομή, πάνω ἀπό τά χιονισμένα βουνά!

-Θά πᾶμε στόν Ἅγιο Νικόλαο. Ἔδωσα ὑπόσχεσι καί πρέπει νά τήν τηρήσω.

Σ᾿ ἐκείνη τήν ἀγρυπνία, παρότι εἴμασταν κουρασμένοι ἐκ τῆς ὁδοιπορίας, ὁ  Παντελεήμων ἔψαλλε μέ ἱερό πόθο καί καταπληκτική ἐπίδοσι.

Κατά τήν ἐπιστροφή μας, ἰδού πῶς ἐσχολίασε τήν  ψαλτική του ἱκανότητα ὁ μακαριστός ἡγούμενος τῆς Ἱ. Μονῆς Διουνυσίου π. Γαβριήλ: Δόξα τῶ Θεῶ. Παρ᾿ ὅλην τήν κακοκαιρία ἔκαναν κουράγιο οἱ Πατέρες καί ἦλθαν μέχρις ἐδῶ. Πολύ μᾶς εὐχαρίστησε ὁ π. Παντελεήμων μέ τήν ὡραία ψαλτική καί ἀγγελική φωνή του! Καί τότε τοῦ ἀπήντησε μέ θαυμασμό ὁ πρώην ἡγούμενος τῆς Σταυρονικήτα π. Βασίλειος: «Ἄραγε, Γέροντα, στόν οὐρανό οἱ ἅγιοι Ἄγγελοι θά ἔχουν μεγαλύτερη διαφορά στήν ὑμνωδία τους ἀπό τήν ψαλτική πού ἀκούσαμε σήμερα»;

-Τί σᾶς ἔκανε ἐντύπωσι ἀπό τήν μελίρρυτη ψαλτική του τέχνη, πάτερ Χρυσόστομε;

-Ὅταν ἔψαλλε, κυρίως στίς  μεγάλες Πανηγύρεις τῶν Μονῶν, δέν συνωμιλοῦσε μέ κανέναν. Χαιρετοῦσε τούς πάντες μ᾿ ἕνα πηγαῖο συγκρατημένο χαμόγελο. Δέν εἶχε περιέργεια γιά τό τί γίνεται γύρω του. Δέν ρωτοῦσε νά μάθη τά νέα τῆς Μονῆς πού ἦλθε γιά νά ψάλλη. Δέν ἔβγαινε στά μέσα τῆς ἀγρυπνίας γιά ἀργόσχολες συζητήσεις, παρά μόνο σύντομα γιά ἕνα καφέ, μετά τήν καθωρισμένη ὥρα τῆς Λιτῆς καί πάλι γρήγορα ἐπέστρεφε στήν ἐκκλησία.

Οἱ ἀδελφοί πού ἤθελαν νά τόν βοηθήσουν στό ἰσοκράτημα, θά ἔπρεπε νά γνωρίζουν τίς θέσεις τοῦ ἰσοκρατήματος, ἀλλιῶς θά ἔπρεπε νά σιωπήσουν ἤ κατ᾿ ἀνάγκην  νά δεχθοῦν τήν εὐγενική συμβουλή τοῦ πρωτοψάλτου π. Παντελεήμονος: "Παρακαλῶ πολύ, τό ἴσον ν᾿ ἀκούγεται σάν βόμβος μελισσῶν...".

Ὅταν ἔψαλλε, συμμετεῖχε ὁλόκληρος ὁ ψυχικός του κόσμος. Ἔνοιωθε ὅτι ἦτο παρών στά μεγαλειώδη γεγονότα τοῦ ἑορταζομένου Ἁγίου ῆ τῆς Ἑορτῆς τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Θεοτόκου Μαρίας. Γι᾿ αὐτό πολλές φορές ἔτρεχαν δάκρυα ἀπό τά μάτια του, τά ὁποῖα ἐσκούπιζε μέ τήν ἄκρη τοῦ δεξιοῦ μανικιοῦ τοῦ ζωστικοῦ του.

Αὐτό πού ζοῦσε μέσα στήν λατρεία, ἤθελε νά τό μεταδώση καί σέ ἄλλους νέους μοναχούς, οἱ ὁποῖοι εἶχαν τό χάρισμα τῆς ψαλτικῆς φωνῆς. Γι᾿ αὐτό μετά δακρύων παρακαλοῦσε μερικούς καλλίφωνους μοναχούς τῆς Σκήτης μας νά τούς διδάξη τήν βυζαντινή μουσική μόνο ἀπό ἀγάπη πρός τόν Θεό καί τήν λατρεία τῆς Ἐκκλησίας μας. Καί ὅταν δέν ἤρχοντο, διότι ἀρκοῦντο στά λίγα πρακτικά μουσικά τους, ἐκεῖνος ἔκλαιγε, γιατί δέν ἠμποροῦσε μέ ἄλλο τρόπο νά ἐκφράση τόν πόνο του, ἀλλά καί τήν ἀγάπη του γιά τήν μουσική τῶν Ἀγγέλων....Μερικοί ὅμως ἀπ᾿ αὐτούς ἠκολούθησαν τίς συνεχεῖς προτροπές του καί ἐχρημάτισαν μαθητές του. Ἔτσι σήμερα διάδοχοί του στά μουσικά εἶναι ὁ παπᾶ Μακάριος, ὁ παπᾶ Χρυσόστομος τῶν Βολιωτῶν, ὁ Γέρο Ἀζαρίας καί ὁ μακαριστός Γέρο Ἀνανίας.

Στήν Πανήγυρι τοῦ Κελλίου μας, πρός τιμήν τοῦ Ἁγίου Γεωργίου δέν χρησιμοποιοῦμε γιά τήν ἀγρυπνία πολλά βιβλία, παρά μόνο ἕνα. Αὐτό περιέχει ὅλη τήν ἀκολουθία μελοποιημένη ἀπό τόν μακαριστό Παντελεήμονα. Καί νά σκεφθῆ κανείς ὅτι καλλιγραφοῦσε αὐτά τά θεσπέσια μελωδήματα τήν ὥρα ἀναγνώσεως τῶν ψαλτηρίων τοῦ ὄρθρου καί μάλιστα μέσα στήν ἐκκλησία τοῦ Κελλίου μας μέ τήν βοήθεια ἑνός κηρίου.

Συνέθεσε καί δικά του μουσικά ἄσματα τά ὁποῖα ἔγραφε συνήθως τά βράδυα. Σάν παράδειγμα ἔχουμε τά Ἀνοιξαντάρια τοῦ Γ. Ραιδεστινοῦ καί τοῦ Θ. Φωκαέως. Αὐτός ἔγραψε δικά του Ἀνοιξαντάρια, τά ὁποῖα περιέχουν θέσεις ἀπό τίς σειρές τῶν παλαιοτέρων μουσικοσυνθετῶν καί μάλιστα μικρότερης διαρκείας. Ἐπίσης ἔγραψε δικά του Χερουβικά. Μέ αἴτησι Ἐπισκόπων τῆς Ἑλλάδος μελοποίησε πλήρεις Ἀκολουθίες Ἁγίων καί Νεοφανῶν Μαρτύρων, ὅπως τήν Ἀκολουθία τοῦ ἁγίου Νεκταρίου Αἰγίνης. Ἐπίσης μελοποίησε ὁλόκληρη τήν Ἀκολουθία τῆς Παναγίας Ὁδηγητρίας τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Ξενοφῶντος. Θά ἠμποροῦσε νά γράψη κι ἄλλα μαθήματα ἄν δέν εἶχε ἀρρωστήσει. Λόγῳ ἀσθενείας ἐκ τοῦ ζαχάρου, τόν ἐνωχλοῦσε ἀφορήτως στήν συνέχεια καί ἡ καρδιά του.

Δύο χρόνια πρίν ἀπό τήν ὁσιακή κοίμησί του, παρότι ἤμουν μικρότερός του, μία ἡμέρα τοῦ εἶπα:

-Πάτερ Παντελεῆμον, σέ παρακαλῶ θερμῶς νά μήν ἐξέρχεσαι τοῦ κελλιοῦ σου γιά τό ἐργαστήριο τῆς ἁγιογραφίας, ἀλλά μεῖνε μέσα καί ἄρχισε νά γράφης μουσικά. Μία ἄλλη ἡμέρα τοῦ εἶπα:

-Πάτερ Παντελεῆμον, εἶναι ἀνάγκη νά μᾶς γράψης καί κασσέτες μέ μουσικά μαθήματα. Καί μοῦ ἀπήντησε:

-Πάτερ Χρυσόστομε, δέν ἠμπορῶ νά γράψω κασσέτες, διότι ὑπάρχουν τόσοι καί τόσοι ψάλτες πιό καλλίτεροι ἀπό μένα. Κι ἐγώ εἶμαι πολύ μικρός γιά νά γράψω κασσέτες.

Μετά ἀπό πολλές ἐπίμονες δικές μου προτροπές, ὑπεχώρησε καί μοῦ εἶπε:

-Καλά, θά σοῦ κάνω ὑπακοή, ἀφοῦ ἐπιμένεις. Ξεχώρισε ποιά μαθήματα θέλεις καί θά τά γράψουμε.

Τοῦ πρότεινα νά ψάλλη τήν Ἀκολουθία τοῦ Προστάτου τοῦ Κελλίου μας, Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου. Δέχθηκε, ἀλλά μέ πολλή δυσκολία, διότι δέν θεωροῦσε τόν ἑαυτό του ἄξιο καί κατάλληλο γιά μιά τέτοια συγγραφή μουσικῶν μαθημάτων σέ κασσέτες.

Ὅταν εὑρισκόταν στό ἀναλόγιο μαζί μέ κάποιο ἄλλο ψάλτη, κατά πολύ κατώτερό του ὡς πρός τήν μουσική ἀπόδοσι καί τήν φωνή, κατέβαινε ἀπό τό στασίδι του καί τοῦ ἔλεγε: 'Ἔλα νά ψάλλης". Δηλαδή θεωροῦσε τόν ἑαυτό του πολύ κατώτερο ἀπό ὁποιονδήποτε ἄλλον ψάλτη. Χαιρόταν νά τιμᾶ στό στασίδι τούς ἄλλους Ψάλτες καί δέν τόν πείραζε ἄν δέν ἔψαλλε καί καθόλου. Ἔλεγε σέ πολλούς πού ἐγνώριζε: "Πάτερ νά συνεχίσης τήν ἐκμάθησι τῆς μουσικῆς. Ἔχεις τήν καλλίτερη φωνή. Ψάλλης ὡραῖα. Συνέχισε νά καταρτισθῆς περισσότερο".

Κι ἐγώ τότε τόν ἐρωτοῦσα:

-Πάτερ Παντελεῆμον, τί λόγια τοῦ ἔλεγες τοῦ τάδε. Γιατί τόν περιπαίζεις; Ἀφοῦ δέν ἔχει καλή φωνή, οὔτε πρόκειται νά γίνη ψάλτης αὐτός. Μοῦ ἔλεγε:

-Ὄχι, πάτερ Χρυσόστομε, ἀληθινά τοῦ τά ἔλεγα. Δέν ἄκουσες τί ὡραία φωνή ἔχει. Ψαλτική εἶναι αὐτή πού κάνω ἐγώ.....

-Πάτερ Χρυσόστομε, ὁ μακαριστός π. Παντελεήμων δέν ἦτο μόνο ἄριστος πρωτοψάλτης, ἀλλά καί ἄριστος μοναχός. Τί ἔχετε νά μᾶς πῆτε;

-Τί νά πρωτοθυμηθῶ γιά τόν μακαριστό παπᾶ Παντελεήμονα. Πάρα πολλές φορές ἐπήγαινα στό κελλάκι του μέ τίς ὧρες καί τόν ρωτοῦσα διάφορα πνευματικά θέματα. Πώς διαβάζουμε ἀπό τά Γεροντικά ὅτι οἱ νέοι μοναχοί ἐπήγαιναν γιά ν᾿ ἀφουγκρασθοῦν ρήματα ζωῆς αἰωνίου ἀπό τό στόμα τῶν Γεροντάδων τους, ἔτσι κι ἐγώ ἐπήγαινα κοντά του νά ἀκούσω λόγια γεμάτα ἀπό θεία σοφία. Καί μερικές φορές ἀποροῦσα τί λόγια εἶναι αὐτά. Σάν νά διάβαζα πατερικό Γεροντικό. Ἔτσι ἄκουγα τά θεοφώτιστα λόγια του. Καί αὐτά δέν μοῦ τά ἔλεγε γιατί ἁπλῶς τά ἐδιάβασε, ἀλλά τά ζοῦσε ὁ ἴδιος. Δηλαδή μοῦ τά ἔλεγε καί πολλές φορές ἔτρεχαν δάκρυα ἀπό τά μάτια του. Τίς ἀπαντήσεις πού ἐλάμβανα σέ ὁποιαδήποτε ἐρώτησί μου ἦταν ὅμοιες μέ ἐκεῖνες πού διαβάζουμε στά Γεροντικά τῶν ὁσίων Πατέρων μας. Τήν ἀρετή πού ἤθελε νά σοῦ ἐπιστήση τήν προσοχή γιά ν᾿ ἀγωνισθῆς νά τήν ἀποκτήσης, δέν τήν ἐδίδασκε ἀδιάφορα, ἀλλά μέ πόνο καί ἀγάπη, ἀκόμη καί μέ δάκρυα. Τά λόγια του δέν ἦταν λόγια τοῦ γραφείου κάποιου δασκάλου πού κατέληγαν σέ φαιδρά ἀνέκδοτα, ἀλλά πατερικά λόγια, γεμάτα ζωντάνια, εὐλάβεια, θεϊκή δύναμι καί πατερική σοφία.

-Εἴχαμε ἀκούσει, πάτερ Χρυσόστομε, ὅτι ὁ μακαριστός παραδελφός σας εἶχε καί τό χάρισμα τῆς συμφιλιώσεως δυσαρεστημένων ἀδελφῶν. Τί ἔχετε νά μᾶς πῆτε;

-Ναί, ὁ Θεός τοῦ ἔδωσε αὐτό τό σπάνιο χάρισμα. Τό λέγω σπάνιο, διότι σήμερα οἱ ἄνθρωποι δέν κόβουν τό θέλημά τους γιά νά ταπεινωθοῦν. Δέν ὁμολογοῦν εὔκολα τό λάθος τους, χάριν τῆς εἰρήνης μέ τόν συνάνθρωπό τους. Δέν δέχονται κάποιον εἰρηνοποιόν νά τούς συμφιλιώση. Καί ὅμως αὐτό τό χάρισμα εἶχε ὁ μακαριστός π. Παντελεήμων. Ὁσάκις συνέβαινε Πατέρες ἐδῶ τῆς Σκήτης μας ἤ ἀκόμη καί ἀπό ἄλλη γειτονική περιοχή νά ἔλθουν σέ κάποια διένεξι μέ κάποιον συμμοναστή τους ἤ κάποιον ἐργάτη τους, ὁ π. Παντελεήμων ἐπήγαινε αὐτόκλητος κοντά τους. Δέν τούς ἔλεγε πολλά λόγια. Στεκόταν μπροστά τους καί μέ δάκρυα τούς παρακινοῦσε σέ κατάπαυσι τοῦ παροργισμοῦ τους γιά νά χαροποιηθῆ τό Ἅγιο Πνεῦμα καί οἱ χοροί τῶν Ἀγγέλων καί Ἁγίων μας.

Οἱ ἔχοντες τό δίκαιο μέ τό μέρους τους, διότι κατά τήν παροιμία μονός καυγᾶς δέν γίνεται, μοῦ ἔλεγαν: "Τί νά ἔκανα. Ἤξερα ὅτι ἀνθρωπίνως εἶχα δίκαιο στήν τάδε περίπτωσι μέ τόν τάδε, ἀλλά, ἀφοῦ ἐρχόταν ὁ παπᾶ Παντελεήμων καί ἔκλαιγε σάν μικρό παιδί μπροστά μας, ἀναγκαστικά ὑποχωροῦσα....

Ἀλλά καί ἐδῶ στήν Καλύβα μας, δέν θυμᾶμαι ποτέ νά εἶχε θυμώσει. Μᾶς εἶχε καταπλήξει μέ τήν γαλήνια μορφή του, τήν ἀταραξία τῆς ψυχῆς του καί δέν ἦτο δυνατόν νά δημιουργηθῆ κάποιο ἐπεισόδιο ἐξ αἰτίας κάποιας διαφορᾶς μεταξύ μας, διότι ἠξέραμε ὅτι θά ἔλθη ὁ παπᾶ Παντελεήμων καί θά ἀρχίση νά κλαίη μπροστά μας.

Αὐτά πού μᾶς ἔλεγε, τά ἔλεγε μέ μεγάλη εἰλικρίνεια. Δέν ἦτο διπρόσωπος, οὔτε κόλαξ τῶν ἄλλων γιά νά ἐπιτύχη κάτι. Αὐτά πού ἔλεγε μπροστά σέ κάποιον, κατόπιν δέν τά ἀναιροῦσε, οὔτε τά διαστρέβλωνε.

Μιά φορά τοῦ εἶχα εἰπῆ:

-Πάτερ Παντελεῆμον, μήν εἶσαι τόσο εὐθύς σάν "κεραυνός" ἀπέναντι τῶν ἄλλων. Δεῖξε μία εὐλυγισία. Ρίξε λίγο νερό στό κρασί σου...

Δέν μοῦ ἀπαντοῦσε, παρά μόνο μ᾿ ἐκύτταζε ἐπίμονα γιά νά μέ προβληματίση. Μιά φορά ὅμως, μετά ἀπό ἀρκετό καιρό μοῦ μίλησε καί μοῦ εἶπε τά ἑξῆς  μέ σοβα--ρότητα:

-Βρέ Χρυσόστομε, νά δείξω ἄλλο ἀπ᾿ αὐτό πού εἶμαι; Δέν ἀγαπῶ τήν ὑποκρισία καί τήν πολυπροσωπία. Θέλεις ἐσύ νά δείξης κάτι ἄλλο ἀπό ὅ,τι εἶσαι; Εἶναι δικαίωμά σου νά τό κάνης, ἀλλά ἐγώ δέν ἠμπορῶ νά παίζω μέ τήν συνείδησί μου.

Καί αὐτό τό εἶδα στήν πρᾶξι. Εἶχε ἔλθει σέ ἀντίθεσι μέ ἀνθρώπους, ἀκόμη καί μέ τόν νῦν πατριάρχη Βαρθολομαῖο, ὅταν κάποτε εἶχε ἔλθει στήν Σκήτη μας σάν μητροπολίτης Φιλαδελφίας. Τότε τόν ἤλεγξε γιά θέματα μειοδοσίας τῆς Ὀρθοδοξίας ἔναντι τοῦ Παπισμοῦ καί γιά ἄλλα ζητήματα τοῦ Πατριαρχείου.

Ἦτο ἕνας μοναχός εἰλικρινής. Δέν παλινδρομοῦσε στίς σκέψεις του. Ἀγαποῦσε τήν ἀλήθεια καί τήν ὑπερασπιζόταν μέ ὅλη τήν δύναμι τῆς ψυχῆς του.

-Τώρα εἰπέτε μας κάτι γιά τά τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του καί τό ἅγιο τέλος του, πάτερ Χρυσόστομε.

-Τό ζάχαρο τόν εἶχε καταβάλλει πολύ. Εἶχε φθάσει ἐνίοτε στό βαθμό 3 καί τριάμισυ. Εἶχε πάει ἔξω καί ἔκαμε δύο στεφανιογραφήματα. Τό πόρισμα ἦτο ἀνησυχητικό. Ἀπό τίς τρεῖς ἀρτηρίες μόνο ἡ μία ἦτο ἀνοικτή καί λειτουργοῦσε κατά τό 60%. Τό 1991 τόν μεταφέραμε μέ ἑλικόπτερο στήν Θεσσαλονίκη, διότι ἔπαθε ὀξύ ἔμφραγμα τοῦ μυοκαρδίου. Μία ἰατρός, πού τόν εἶδε, εἶπε σέ ἄλλους συναδέλφους της: "Αὐτός ὁ Γέροντας δέν ἔχει ζωή πάνω ἀπό ἕξι μῆνες". Καί πράγματι σέ ἕξι μῆνες, τόν Ἰανουάριο τοῦ 1992, ὁ Γέροντας ἐκοιμήθη. Τόν ἐφέραμε ἐδῶ στήν Καλύβα μας, ἐδῶ στό ἀρχονταρίκι, ὅπου ὑπῆρχε καί σόμπα, λόγῳ τοῦ χειμῶνος. Ἔμεινα μαζί του ἐπί ἕνα μῆνα.

Στίς 12 Ἰανουαρίου θά γινόταν ἀγρυπνία στό Κυριακό τῆς Σκήτης μας. Στήν λειτουργία εἶχε προγραμματισθῆ νά τελεσθῆ καί τό 40ήμερο μνημόσυνο τοῦ μακαριστοῦ Ὑμνογράφου τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, τοῦ μοναχοῦ Γερασίμου Ἁγιαννανίτου. Ὁ πατήρ Παντελεήμων ἀγαποῦσε καί εὐλαβεῖτο ὑπερβολικά τόν ἅγιο Ὑμνογράφο καί μᾶς ἔλεγε:

-Θά πάω κι ἐγώ στό μνημόσυνό του.

-Μά, ἀφοῦ εἶσαι σοβαρά ἄρρωστος. Δέν σοῦ ἐπιτρέπει καί ὁ γιατρός νά περπατήσης. Πῶς θά πᾶς στό Κυριακό;

-Στό Κυριακό καί στό μνημόσυνο τοῦ π. Γερασίμου θά πάω καί μπουσουλώντας, ἔλεγε.

Καί δέν ξέρουμε βέβαια τίς βουλές τοῦ Θεοῦ. Πάντως ἐπῆγε στό μνημόσυνο καί ὁ παπᾶ Παντελεήμων, ὄχι μέ τά τέσσερα, ὅπως ἔλεγε, ἀλλά βασταζόμενος ὑπό τεσσάρων. Ἐπῆγε  σωματικά μέσα στό φέρετρο καί πνευματικά μετέβη μέ τήν ψυχή του στούς Οὐρανούς γιά νά συνευφραίνεται αἰωνίως μαζί μέ ὅλους τούς ἀπ᾿ αἰώνων Ὁσίους Ἀθωνίτας Πατέρας. Ἐπῆγε καί τελέσθηκαν τελικά δύο μνημόσυνα...

Ὁ ἰατρός τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Γρηγορίου ἱερομόναχος π. Δημήτριος μοῦ ἔλεγε ὅτι μέ τόση ἀταραξία καί βαθειά εἰρήνη δέχθηκε τό κάλεσμα τοῦ Θεοῦ γιά τήν ἀνάβασί του ἀπό τά ἐπίκηρα τοῦ βίου πρός τά ἄφθαρτα καί αἰώνια ἀγαθά, ὥστε ἐνόμιζε κανείς ὅτι ἄλλος εἶναι ὁ ἀσθενής καί ὁ ὑποψήφιος γιά τίς αἰώνιες Μονές καί ὄχι αὐτός. Συνωμιλοῦσε μέ τούς παραδελφούς τους καί τόν γιατρό π. Δημήτριο μέ πλήρη διαύγεια τοῦ πνεύματος του, χωρίς τόν παραμικρό μορφασμό τοῦ προσώπου του γιά τό ἀναπάντεχο γεγονός τοῦ σωματικοῦ του θανάτου.

-Ἔχω διαπιστώσει, πάτερ, μοῦ ἔλεγε ὁ παπᾶ Χρυσόστομος, ὅτι ἐδῶ στήν Σκήτη μας κανείς ἀπ᾿ ὅσους ἔχουν κοιμηθῆ, δέν παρευρίσκονται ἄλλοι ἄνθρωποι κοντά τους.

Τό ἴδιο συνέβη καί μέ τόν μακαριστό Παντελεήμονα. Ἦτο μεσημέρι καί ἡ ὥρα τοῦ φαγητοῦ. Μᾶς εἶπε: "Πηγαίνετε νά φᾶτε". Ὁ Γέροντας εἶχε ἑτοιμάσει κάποιο ἄλλο φαγητό γιά δικό του. Εἷπε ὁ μακαριστός στόν Γέροντά μας: "Γέροντα, πηγαίνετε νά φᾶτε καί μετά θά φάω κι ἐγώ". Καί μέχρι νά γυρίσω κοντά του, ὁ Ἄγγελός του εἶχε ἔλθει καί εἶχε πάρει τήν ψυχή του μέ τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ μας.

Εἴχατε κάποια ἐμφάνισί του, μετά τήν κοίμησί του ἤ κάποιο δηλωτικό σημεῖο τῆς θέσεώς του στούς οὐρανούς, πάτερ Χρυσόστομε;

Ἐμφανίσθηκε σ΄τον ὕπνο του στόν ἱερομόναχος Ἰωάννη τῆς καλύβης τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου τῆς Σκήτης μας καί τοῦ εἶπε: «Γέροντα, ἐδῶ πού εἶμαι ἐγώ θά ἔλθης καί ἐσύ καί εἶμαι πάρα πολύ καλά῾

Κι ἐγώ τόν εἶδα μία φορά. Πρῶτα θά εἰπῶ τί πρόβλημα παρουσιοάσθηκε καί μετά πῶς ἦλθε καί τί μέ συμβούλευσε ὁ μακαριστός. Ἐκοιμήθη ἡ μητέρα μου καί οἱ κατά σάρκα συγγενεῖς μου θεώρησαν καλό νά μή μέ εἰδοποιήσουν, διότι εἶχε προηγηθῆ μία περίοδος ψυχρότητος ἀνάμεσά μας. Τότε ὁ Γέροντάς μου π. Γαβριήλ μοῦ πρότεινε νά μεταβῶ στό 40ήμερο μνημόσυνό της. Ἐγώ ὅμως δυσκολευόμουν νά  ὑπακούσω, διότι θά ἄκουγα τά παράπονα ἄλλων συγγενῶν μου πού θά μοῦ ἔλεγαν «γιατί δέν ἦλθες στήν κηδεία τῆς μητέρας σου»; Μάλιστα τό μνημόσυνο θά γινόταν τήν ἑπομένη τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Παναγίας μας μέ τό ἁγιορείτικο. Δηλαδή, μετά τήν ἀγρυπνία νά φύγω ἀμέσως γιά Θεσσαλονίκη καί εὐθύς μέ τό ἀεροπλάνο νά κατέβω στήν Ἀθήνα.

Λοιπόν, τέσσαρεις ἡμέρες πρό τῆς ἑορτῆς τῆς Παναγίας μας, εἶδα στόν ὕπνο μου μπροστά μου ὁλοζώντανον τόν παπᾶ Παντελεήμονα.Μέ ἐρώτησε:

-Τί γίνεται, Χρυσόστομε, δέν θά κατέβης στήν Ἀθήνα;

-Ὄχι δέν θά κατέβω.

-Γιατί;

-Ἔεε, ἀφοῦ τά ξέρεις.

-Ὄχι, ἄκουσέ με. Θά πᾶς καί δέν θά συμβῆ τίποτε ἀπ᾿ αὐτά πού σκέπτεσαι. Θά κάνης ὑπακοή στόν Γέροντα καί θά πᾶς στήν Ἀθήνα.

Καί πράγματι τό πρωΐ πού ξύπνησα, τηλεφώνησα στό γραφεῖο εἰσιτηρίων γιά ταξίδι στήν Ἀθήνα. Σέ μία ὥρα βρῆκα θέσι καί κατέβηκα ἀεροπορικῶς.Καί τό θαυμαστό ποιό εἶναι ὅτι ἔκανα μόνος μουθ τό μνημόσυνο στόν τάφο τῆς μητέρας μου, χωρίς νά .εχω δίπλα μου κανέναν ἀπό τούς  συγγενεῖς μου, οἱ ὁποῖοι ἔκαναν στίς έκκλησίες τους τό μνημόσυνό της χωριστά, χωρίς νά εἶναι ὅλοι συγκεντρωμένοι σδτήν ἐκκλησία, ὅπου ἦτο καί ὁ τάφος της.

Ὁ μακαριστός παπᾶ Παντελεήμων δοξάσθηκε στούς οὐρανούς μέ τρία μεγάλα στεφάνια. Μέ τόν στέφανο τῆς μοναχικῆς του ἀσκήσεως, τῆς ἱερατικῆς του διακονίας  καί τῆς ἀγγελικῆς μουσικόλαλης φωνῆς του μέ τήν ὁποία διηκόνησε εὐλαβῶς καί θεαρέστως τίς Πανηγύρεις τῶν Μονῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Μέχρι σήμερα ἀπό τίς λιγοστές σωζόμενες κασσέτες του ἀπολαμβάνουμε τῆς μελωδικῆς του φωνῆς τό χάρισμα μέ τό ὁποῖο ηὔφρανε τίς ἀκοές τῶν ὑψιπετῶν μοναχῶν τοῦ Ἄθωνος, κατηγλάϊσε τίς Μονές καί μέ τήν πνευματέμφορο κινύρα του, τήν ἰσάγγελη φωνή του, σάν ἄλλος Δαβίδ, μᾶς βοήθησε νά δεχθοῦμε τίς αὔρες τοῦ Θείου Πνεύματος.

Αἰσθανόμεθα, μετά τήν κοίμησί του, πολύ πτωχοί καί ἀδύνατοι νά μιμηθοῦμε αὐτούς τούς ἀετούς τοῦ Πνεύματος καί τά μουσικώτατα ὄργανα τῆς θείας Χάριτος. Θελγόμεθα νά τούς ἀκολουθήσουμε. Ζηλεύουμε μέ κατά Θεόν ζῆλον τήν ἁγία βιοτή του καί εἴμεθα λίαν δυσαρεστημένοι μέ τόν ἑαυτό μας, διότι πολλάκις μαραίνεται ὁ ἔνθεος ζῆλος μας γιά τίς ὑψηλές κορφές, μέσῳ τῆς μετανοίας καί τῆς ἐν Χριστῶ κοινωνίας. Εἴθε νά ἔχουμε κοντά μας, στόν καθημερινό μας ἀγῶνα, συναντιλήπτορες αὐτούς τούς κοιμηθέντες Γεροντάδες μας, οἱ ὁποῖοι ἐπέτυχαν νά εἰσέλθουν στούς θαλάμους τοῦ Παραδείσου. Ἔχοντες τώρα παρρησίαν, ἄς εὔχωνται καί ὑπέρ ἡμῶν τῶν εἰσέτι ἐπιζώντων, ἵνα τύχωμεν τῆς αἰωνίου μακαριότητος. Ἀμήν.

Μον. Δαμασκηνός Γρηγοριάτης.

Μέ τήν εὐλογία τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου