«Πνευματική φαρέτρα τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ»
Ὁ εἰκοστός αἰῶνας, ὅπως εἶναι γνωστόν, ἦταν ὁ αἰῶνας μεταναστεύσεως ἑκατοντάδων χιλιάδων Ἑλλήνων πρός διάφορες ἀναπτυσσόμενες Χῶρες τοῦ κόσμου. Οἱ Ἕλληνες, λαός ἐκ φύσεως ἐργατικός καί προοδευτικός, μετέβησαν σχεδόν σέ ὅλα τά ἀφρικάνικα κράτη, ὅπου ὑπῆρχε προσοδοφόρα ἐργασία καί ἀναπτυξιακά ἔργα. Ἔφθασαν λοιπόν καί στό μεγάλο κράτος τῆς πατρίδας μου, τό Κογκό, ὅπου σκορπίσθηκαν σέ διάφορες πολιτεῖες ἀναζητῶντας ἐργασία καί καλλίτερους τρόπους διαβιώσεώς τους. Οἱ περισσότεροι ἐξ αὐτῶν ἦταν νησιῶτες, οἱ ὁποῖοι ἀφοῦ ἐγκαταστάθησαν, ἐκάλεσαν καί συγγενεῖς τους καί ἔτσι δημιουργήθηκαν οἱ πρῶτες Ἑλληνικές Κοινότητες. Οἱ Ἕλληνες μετανάστες, λαός θρησκευόμενος ἐκ φύσεως, δέν ἐγκατέλειψαν τήν ἁγία πίστι τους καί, ὅπου ὠργανώθηκαν, ἵδρυσαν καί τίς ἐκκλησίες τους, καθώς καί τά δικά τους σχολεῖα γιά τίς σπουδές τῶν παιδιῶν τους, διατηρώντας ἔτσι τήν γλῶσσα τους καί τήν θρησκεία τους.
Στό Κολουέζι, ἔζησε ὁ φούρναρης Ἕλληνας κ. Ἀργυροῦ, ὁ ὁποῖος εἶχε ἔλθει τό 1935. Ἔλεγε στούς σημερινούς πατέρες τῆς ἱεραποστολῆς μας, στό Κολουέζι, ὅτι ἦταν ὁ πρῶτος Ἕλληνας, ὁ ὁποῖος μαζί μέ ἄλλους 2-3 Βέλγους πωλοῦσαν λινά ὑφάσματα στούς ντόπιους, οἱ ὁποῖοι τότε ἐξήρχοντο στίς πόλεις ἀπό τά ἀπέραντα δάση τοῦ Κογκό, ὅπου ζοῦσαν τήν νομαδική ὀρεσίβια ζωή τους.
Ἔτσι ἡ Ὀρθοδοξία στό Κογκό ἐμφανίσθηκε ταυτόχρονα μέ τήν παρουσία καί ἐγκατάστασι τῶν Ἐλλήνων μεταναστῶν, οἱ ὁποῖοι δέν ἦλθαν σάν κατακτητές τῆς Χώρας μας, ἀλλά σάν συνεργοί μας καί δημιουργοί μονάδων ποικίλων εἰδῶν ἐργοταξίων πρός ἰδικόν τους πλουτισμόν, ἀλλά καί βελτίωσι τῶν συνθηκῶν διαβιώσεως καί τῶν ἐντοπίων συμπατριωτῶν μου. Γι᾿ αὐτό καί ἀγαπήθηκαν ἀπό τούς ντόπιους οἱ Ἕλληνες γιά τήν ἀγάπη τους, τήν καλωσύνη καί τήν συμπαράστασί τους στόν πόνο καί στά βάσανα τῶν Κογκολλέζων ἀδελφῶν μου.
Πρίν τήν ἀνεξαρτησία τοῦ Κογκό ἀπό τήν ἀποικιοκρατία τῶν Βέλγων, ζοῦσαν στό Κογκό περί τίς 15 χιλιάδες Ἕλληνες, διεσπαρμένοι, ὄχι μόνο στίς μεγαλουπόλεις, ἀλλά καί στά δάση, ὅπου διατηροῦσαν φάρμες καπνοῦ, βαμβακιοῦ, καλαμποκιοῦ καί κτηνοτροφικές μονάδες.
Μετά τήν ἀνεξαρτησία, πού συνέβη τό 1962, λόγῳ τῶν πολλῶν ἀσταθῶν πολιτικῶν ἀνακατατάξεων καί κατά τόπους διαμαχῶν καί ἐμφυλίων σπαραγμῶν, τό Ἑλληνικό στοιχεῖο συνεχῶς ἐλαττωνόταν. Ἔτσι σήμερα (2011) στήν πρωτεύουσα Κινσάσα οἱ Ἕλληνες δέν ξεπερνοῦν τά 70 ἄτομα καί τό δημοτικό τους ἑλληνικό σχολεῖο ἔπαυσε νά λειτουργεῖ ἀπό πέρυσι. Στήν συμπρωτεύουσα τό Λουμπουμπάσι σήμερα ζοῦν γύρω στά 300 ἄτομα, ὅπου λειτουργοῦν καί τά ἑλληνικά τους σχολεῖα, νηπιαγωγεῖο, δημοτικό καί γυμνάσιο μέ λύκειο μέ σύνολο παιδιῶν περί τά 50. Στίς ὑπόλοιπες πόλεις, εἴτε ἔφυγαν τελείως, εἴτε ὑπάρχουν μερικοί μετρημένοι στά δάκτυλα τοῦ ἑνός χεριοῦ. Ἔμειναν ὅμως οἱ ἑκκλησίες τους, τά σχολικά τους κτίρια, τά πνευματικά τους κέντρα, τά ὁποῖα, εύδόκησε ὁ Θεός καί σχεδόν ὅλα σήμερα ἐπισκευάζονται καί ἤδη λειτουργοῦν ἀπό τούς Ἕλληνες ἱεραποστόλους.
Ἡ Ὀρθόδοξη Ἑλληνική Ἱεραποστολή εἶναι ἡ διάδοχη κατάστασις παρουσίας καί διευρύνσεως τῆς Ὀρθοδοξίας στό Κογκό, μετά τίς φθίνουσες σήμερα Ἑλληνικές Κοινότητες. Ὁ πρῶτος Ἕλληνας ἱεραπόστολος ἦταν ὁ ἱερομ. ἀρχιμ. π. Χρυσόστομος Παπασαραντόπουλος.
Ὁ πρῶτος ἱεραπόστολος π. Χρυσόστομος Παπασαραντόπουλος
Γεννήθηκε στό χωριό Βασιλίτσι τῆς Μεσσηνίας τό 1903. Οἱ γονεῖς του εὐσεβεῖς, ἀλλά καί πτωχοί, δέν κατώρθωσαν νά τοῦ προσφέρουν οὔτε τήν στοιχειώδη σχεδόν ἐκπαίδευσι. Ἔφηβος ἀκόμη, μαζί μέ τόν φίλο του, Φώτιο Γιαννακόπουλο, τόν μετέπειτα ἀκούραστο καί ἐνάρετο κληρικό π. Ἰωήλ, ἐφοίτησαν κοντά στόν ἀσκητή Ἠλία Παναγουλάκη. Οἱ ὑπερβολικές ἀσκήσεις σωματικά τόν ἔβλαψαν, γι᾿αὐτό καί ἔμεινε διά βίου ἀσθενής. Τό 1926 χειροθετήθηκε μοναχός μέ τό ὄνομα Χρυσόστομος καί χειροτονήθηκε διάκονος καί πρεσβύτερος. Τό 1933 ὁ π. Χρυσόστομος κατέβηκε στήν Καλαμάτα καί ἐργάσθηκε ποιμαντικά ἀνάμεσα στούς νέους. Τό 1936 προσκλήθηκε στήν Ἀθήνα καί ἀνέλαβε τήν ἐξομολόγησι τῶν νέων τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν. Ἐνεγράφη στήν ἱερά Μονή Πετράκη καί ἐκτοτε παρέμενε ἐκεῖ.
Στά χρόνια τῆς κατοχῆς ὁ π. Χρυσόστμος εὑρέθηκε στήν ἀκριτική Ἔδεσσα, ἡ ὁποία ἐστέναζε τότε κάτω ἀπό τήν χιτλερική τυραννία καί τήν βουλγαρική ἀπειλή. Ὁ τότε μητροπολίτης Παντελεήμων τόν ἔκαμε Γενικό Ἀρχιερατικό Ἐπίτροπο καί ἐφημέριο τοῦ μητροπολιτικοῦ ναοῦ. Ἡ Ἔδεσσα τόν ἀγάπησε. Καί ἐκεῖνος μαζί της ἤπιε τίς πικρίες ἐκείνης τῆς ἐποχῆς. Ὁ νεανικός πόθος του γιά σπουδές τόν ἀκολουθοῦσε ἀκόμη. Ἔπρεπε νά τελειώσει τό γυμνάσιο, νά πάει στό πανεπιστήμιο καί νά πάρει τό δίπλωμα τῆς θεολογίας. Πράγματι σέ ἡλικία 55 ἐτῶν κατώρθωσε καί πῆρε τό "χαρτί" τῆς θεολογίας. Τώρα τόν ἐνοχλοῦν τά λόγια τοῦ Ἀποστόλου Παύλου γιά τά ἀλλόφυλα ἔθνη: "Πῶς δέ πιστεύσουσιν οὗ οὐκ ἤκουσαν; Πῶς δέ ἀκούσουσι χωρίς κηρύσσοντος; (Ρωμ. 10,14). Ἐπερίμενε τήν ἀφορμή. Ἐκεῖνο τόν καιρό ἐσπούδαζαν στήν Ἀθήνα μερικοί Ἀφρικανοί ὀρθόδοξοι φοιτητές. Συνδέθηκε μέ τόν Θεόδωρο Νανκυάμα, μετέπειτα μητροπολίτη Οὐγκάντας. Ὅλοι οἱ γνωστοί του, κληρικοί καί λαϊκοί τόν ἀπέτρεπαν ἀπό ἕνα τέτοιο ξεκίνημα στήν Ἀφρική. Ἐκεῖνος τούς ἀπαντοῦσε: «Ὑπάρχουν καί στήν Ἀφρική μνήματα...».
Ἔτσι τό 1960 ἐπῆρε τήν εὐλογία τοῦ πατριάρχου ’Αλεξανδρείας Χριστοφόρου καί μετέβη στήν Οὐγκάντα. Ἐργάσθηκε πέντε χρόνια, κάτω ἀπό τήν ποιμαντική εὐθύνη τοῦ μητροπολίτου Εἰρηνουπόλεως Νικολάου (κατόπιν πατριάρχου Ἀλεξανδρείας). Κατόπιν κατευθύνθηκε γιά τά νοτιώτερα κράτη τῆς Ἀφρικῆς. Ἔφθασε μέχρι στήν Ροδεσία (σήμερα Ζιμπάμπουε), ἀλλά ἐπέστρεψε καί μπῆκε στήν ἀχανῆ χώρα τοῦ Κογκό. Ἀπό τό Λουμπουμπάσι, ἀνέβηκε στό Κολουέζι, ἀπό ὅπου ἔγραψε σέ κάποιον νέο τήν ἑξῆς ἐπιστολή: «Ἔχω ἐδῶ στό Κολουέζι, ὅπου εὑρίσκομαι ἀπό τίς ὀκτώ Αὐγούστου 1972, πλέον ἤ 100 ἰθαγενεῖς ὑπό κατήχησιν. Ἀλλά πῶς νά βαπτίσω τόσους χωρίς βοηθούς; Τρέξε νά μέ βοηθήσης».
Ἔμενε στό σπίτι κάποιου Ἕλληνος καί λειτουργοῦσε σ᾿ ἕνα δωμάτιο πού τοῦ εἶχε παραχωρήσει. Τότε οἱ Ἕλληνες τοῦ Κολουέζι ἦσαν περί τά 500 ἄτομα. Μέ κοινή ἀπόφασι καί σχέδια ἑνός ρώσου μηχανικοῦ τῆς ἑταιρείας Τζεκαμίν, ὀρθοδόξου, ὀνόματι Σεργίου, ξεκίνησαν τήν ἵδρυσι τῆς ἐκκλησίας τους, ἡ ὁποία τελείωσε τό 1974. Ὁ π. Χρυσόστομος στό Κολουέζι ἔμεινε μόνο τρεῖς μῆνες καί κατήχησε, ὅπως ἀνέφερε καί ὁ ἴδιος παραπάνω, περί τούς 100 ἰθαγενεῖς, χωρίς νά βαπτίσει κανέναν. Τό φθινόπωρο τοῦ ἰδίου ἔτους προσκλήθηκε ἀπό ὁμάδα ἰθαγενῶν τῆς πόλεως Κανάγκα, τοῦ κεντρικοῦ Κογκό καί μετέβη ἐκεῖ. Μετά ἀπό τρεῖς περίπου μῆνες καί σέ μιά ἱεραποστολική του πορεία πρός τήν πόλι Μπουζιμάϊ ὑπέστη ἀκατάσχετη ρινορραγία. Στίς 29 Δεκεμβρίου 1972 παρέδωσε τό πνεῦμα του στά χέρια τοῦ Θεοῦ. Ἐτάφη στό νεκροταφεῖο τῆς πόλεως Κανάγκα.
Μετά τόν θάνατό του, πού ἐνεποίησε μεγάλη ἐντύπωσι στούς Χριστιανικούς Κύκλους καί Ἀδελφότητες τῆς Ἑλλάδος, δύο νέοι κληρικοί ἑτοιμάσθηκαν νά κατέβουν. Ἦσαν ὁ π. Χαρίτων Πνευματικάκης, συνταξιοῦχος ἱεροκῆρυξ Πατρῶν καί ὁ νεαρός ἱερομ. π. Ἀμφιλόχιος Τσοῦκος ἀπό τήν Ρόδο, πνευματικό τέκνο τοῦ μακαριστοῦ ὁσίου Γέροντος Ἀμφιλοχίου Μακρῆ.
Ὁ μέν π. Χαρίτων μετέβη στήν Κανάγκα, ὁ δέ π. Ἀμφιλόχιος στό Κολουέζι.
Ὁ δεύτερος ἱεραπόστολος π. Ἀμφιλόχιος Τσοῦκος
Μαζί μέ τόν π. Ἀμφιλόχιο, τό 1974, κατέβηκαν καί οἱ συνταξιοῦχοι νοσοκόμες ἀδελφές Ἀναστασίου Πέξου καί Ζωή Μιχαλάκη. Ἠθικό καί ὑλικό στήριγμά τους ἦταν ἡ ὑπάρχουσα ἐκεῖ Ἑλληνική Κοινότης.
Ὁ π. Ἀμφιλόχιος λειτουργοῦσε στήν νεοϊδρυθεῖσα ἐκκλησία τοῦ ἁγίου Γεωργίου καί ἠσχολεῖτο μέ τήν κατήχησι τῶν ἰθαγενῶν. Ἀπό τά χωριά, ὅπου μετέβαινε ἐδιάλεγε κι ἀπό δύο νέους, τούς ὁποίους κατηχοῦσε ἰδιαίτερα σέ εἰδικό σεμινάριο καί τούς ἐπέστρεφε νά συνεχίσουν στά χωριά τους τίς κατηχήσεις τῶν συγχωριανῶν τους.
Τό 1975 ὁ π. Ἀμφιλόχιος εἶχε ἔλθει γιά ἕνα μῆνα στήν Ἑλλάδα. Ὁ ἱεροσπουδαστής τοῦ Φροντιστηρίου τῆς Ριζαρείου σχολῆς κ. Ἰωάννης Ἀσλανίδης ἐπεδίωξε συνάντησι καί γνωριμία μαζί του. Ὅταν ἄκουσε ἀπό τόν π. Ἀμφιλόχιο ὅτι τόν χρειάζεται κάτω γιά τήν ἵδρυσι ἐκκλησιῶν, ὁ Γιάννης σέ πέντε λεπτά εἶχε κιόλας πάρει τήν ἀπόφασι. Ἦτο καλοκαίρι τοῦ 1975 καί μόλις εἶχε τελειώσει τό πρῶτο ἔτος τῶν σπουδῶν του. Ἔφυγε λοιπόν, μέ τόν π. Ἀμφιλόχιο γιά τήν Κεντρική Ἀφρική. Ἔλαβε ἐντολή νά κτίσει ἐκκλησίες, στίς τότε νεοπαγεῖς ἐνορίες. Πρωτοστατοῦσε ὁ ἴδιος σ' ὅλες τίς οἰκοδομικές ἐργασίες, ἠλεκτροκολλήσεις καί σιδηροκατασκευές. Εἶχε ἱδρύσει τό οἰκοδομικό συνεργεῖο «Ἀστραπή» καί μ᾿ αὐτό τά ἔργα ἀκολουθοῦσαν τό ἕνα πίσω τό ἄλλο. Ἐκτίζοντο ταυτόχρονα δύο καί τρεῖς ἐκκλησίες. Οἱ ἐκκλησίες ἐφύτρωναν σάν μανιτάρια. Ἀρχηγοί τῶν ἄλλων «ἐκκλησιῶν» ἐξεπλήσσοντο γιά τήν ἀστραπιαία ἀνοικοδόμησί τους. Ὁ νεαρός ἐργολάβος Ἰωάννης δέν ἤθελε νά χάσει χρόνο. Τίς νύκτες κατήρτιζε τά σχέδια καί τό πρωΐ τά ὑλοποιοῦσε. Δέν ἀσχολεῖτο καθόλου μέ τόν ἑαυτό του. Οὔτε τίς ἀρβῆλες του ἔβγαζε τό βράδυ γιά νά κοιμηθῆ.
Στήν ἀγορά τῶν οἰκοδομικῶν ὑλικῶν βρῆκε συμπαραστάτες τούς Ἕλληνες τῆς Ἀφρικῆς καί ἀπό Ἑλλάδα τόν ὑπεύθυνο τοῦ ἱεραποστολικοῦ Συλλόγου τῆς Θεσσαλονίκης ἰατρό κ. Παναγιώτη Παπαδημητρακόπουλο. Ἔτσι σέ χρόνο ρεκόρ, 15 μῆνες, ἀνάμεσα σέ ἄθλιες ὑγειονομικές συνθῆκες, τροπικό κλῖμα, ὑγρασία, ἑλονοσία, καταρρακτώδεις βροχές καί πονοκεφάλους κατώρθωσε νά ἀποτελειώσει ἐννέα (9) ἐκκλησίες.
Μέ τήν ἵδρυσι αὐτῶν τῶν ἐκκλησιῶν καί τριῶν τῶν ἑλληνικῶν Κοινοτήτων τῶν πόλεων Κολουέζι (ἅγιος Γεώργιος), Λικάσι (Τρεῖς ἱεράρχες) καί Λουμπουμπάσι (Εὐαγγελισμός τῆς Θεοτόκου), τό Κλιμάκιο ἀπέκτησε μιά πρώτη ἐλπιδοφόρα παρουσία.
Ὁ π. Ἀμφιλόχιος ἐργάσθηκε μέ πολλή ἀγάπη, καλωσύνη καί πραότητα. Μέχρι τώρα ἀκόμη τόν ἐνθυμοῦνται οἱ Χριστιανοί πού βαπτίσθηκαν ἀπό τά χέρια του καί ἔχουν νά μᾶς διηγοῦνται γιά τήν ἁπλότητά του, τήν ἀνεξικακία καί τήν πατρική του καρδιά. Μέ ἐντολή τοῦ μητροπολίτου του, Κεντρώας Ἀφρικῆς κ. Τιμοθέου ἐπέστρεψε τό φθινόπωρο τοῦ 1976 στήν Ἑλλάδα. Παρέμεινε ὅμως ἐκεῖ ὁ πνευματικός του υἱός καί ἐν Χριστῶ ἀδελφός π. Σεραφείμ Παρχαρίδης, ὁ ὁποῖος, λόγῳ τῶν ἀνταρτικῶν συγκρούσεων ἐπέστρεψε τραυματισμένος μετ᾿ ὀλίγον κι αὐτός στήν Ἑλλάδα.
Τότε τό Κλιμάκιο ἦτο ἐν τῆ γενέσει του. Ἀκόμη δέν ὑπῆρχε ντόπιος ἱερεύς. Ὁ πρῶτος ἱερεύς πού χειροτονήθηκε ἀπό τόν τότε μητροπολίτη Νικόδημο Βαλατσιᾶτο ἦταν ὁ π. Γεράσιμος SAMUSEPE στίς 20 Μαρτίου 1975.
Μετά τήν ἀναχώρησι τοῦ π. Σεραφείμ, ὁ μητροπολίτης σεβ. Τιμόθεος Κοντομέρκος ἐπευλόγησε τήν ἄφιξι στό Κολουέζι τοῦ π. Κοσμᾶ Γρηγοριάτου. Αὐτός εἶναι ὁ πρώην Ἰωάννης Ἀσλανίδης, ὁ ὁποῖος μπῆκε γιά ἕνα περίπου χρόνο τό 1977 στήν Ἱ. Μονή Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους. Ἔγινε μοναχός καί χειροτονήθηκε διάκονος καί πρεσβύτερος καί μέ τήν εὐλογία τοῦ σεβαστοῦ Γέροντος Καθηγουμένου π. Γεωργίου ἦλθε καί πάλι σάν ἱερομόναχος στό Κογκό γιά μόνιμη πλέον ἐγκατάστασι καί διακονία στό Κολουέζι.
Ὁ τρίτος ἱεραπόστολος π. Κοσμᾶς Γρηγοριάτης
Ἀποτελεῖ σταθμό στήν ἱστορία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τοῦ Κογκό ὁ τρίτος αὐτός ἱεραπόστολος. Ἀναμφίβολα ἦτο καλεσμένος ἀπό τόν Θεό γιά νά στερεώσει τήν Ὀρθοδοξία στό Κογκό καί νά τήν ἐπισφραγίσει μέ τόν μαρτυρικό του θάνατο.
Γεννήθηκε στό χωριό Θεοδόσια τοῦ νομοῦ Κιλκίς Μακεδονίας στίς 16 Ἀπριλίου 1942. Εἶναι τό πρῶτο ἀπό τά 4 παιδιά τῆς οἰκογενείας Δημητρίου καί Δέσποινας Ἀσλανίδη. Μετά τίς ἐγκύκλιες σπουδές του κι ἔχοντας τόν ἱεραποστολικό ζῆλο ἀπό ἡλικίας 17 ἐτῶν ἐφρόντισε νά σπουδάση καί ἄλλες ἐπιστῆμες, ὅπως μηχανικός, ὑδραυλικός, νοσοκόμος, κολυμβητής, κτίστης, σοβατζῆς, ὁδηγός, ἐργολάβος κλπ.
Ἔχοντας κατά καιρούς διαφόρους ἕλληνες βοηθούς κατήρτισε ἐργατικό προσωπικό ἀπό ντόπιους ἀδελφούς καί κατώρθωσε μέσα σέ πολύ ἀντίξοες συνθῆκες, χωρίς οἰκονομική βοήθεια ἀπό τήν Ἑλλάδα νά κτίση 10 πέτρινους ναούς, νά ὀργανώσει 55 ἐνορίες καί νά βαπτίσει 15.000 ἀφρικανούς. Ἵδρυσε γυναικεία μονή πρός τιμήν τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου, ἡ ὁποία πατρικῶς φιλοξένησε δεκάδες κορίτσια γιά νά δοκιμασθοῦν στόν χρηστό ζυγό τῆς μοναχικῆς ὑπακοῆς ἤ γιά νᾶ σπουδάσουν δωρεάν ὑπό την πνευματικῆ προστασία τῆς ἱεραποστολῆς. Ἀκόμη μέ τήν βοήθεια τοῦ κατά σάρκα πατέρα του μακαριστοῦ Δημητρίου ὠργάνωσε ἀγροτικο-πτηνοτροφική μονάδα, μέ ἄφθονα εἴδη ζώων, ἡ ὁποία τόν ἐστήριξε οἰκονομικά στά 11 περίπου χρόνια τῆς πλουσίας διακονίας του στήν ἐπαρχία Κατάγκας τοῦ νοτίου Κογκό.
Συνδέθηκε ψυχικά καί πατριωτικά μέ τούς Ἕλληνες τῆς πόλεως, οἱ ὁποῖοι τότε ἔφθαναν τούς 60. Δύο ἀπ᾿ αὐτούς ἐξέλεξε συμβούλους στό ἱεραποστολικό του ἔργο γιά νά ἀποφεύγει τυχόν ἄσκοπες ἐνέργειές του ἤ καί παθήματά του.
Τίς νύκτες κατέστρωνε τεχνικά σχέδια γιά ἐκκλησίες, σχολεῖα, βαπτιστήρια κλπ καί τίς ἡμέρες τά ὑλοποιοῦσε μέ τό συνεργεῖο του, τό ὁποῖον εἶχε ἐσκεμμένως ὀνομάσει «Ἀστραπή». Δέν ἐφείδετο κόπων. Βοηθοῦσε τούς πάντες, ἀκόμη καί τούς διαβάτες, τούς ἀχθοφόρους, τούς ἀσθενεῖς, τούς φυλακισμένους, τούς ἡλικιωμένους, Στούς πάντες προσέφερε ὅλο τόν ἑαυτό του. Συχνά ἔλεγε ὅτι: «Ἡ ἱεραποστολή δέν εἶναι τουριστική περιήγησις σέ ἐξωτικούς τόπους, ἀλλά συνεχής προσφορά ἀκόμη καί μέχρι θυσίας τοῦ σώματός μας. Ἄλλοτε εἶχε εἰπεῖ: «Γιά τήν ἱεραποστολή τό δόσιμο νά εἶναι ἀληθινό, ὁλοκληρωτικό, δίχως κρατούμενα με διάθεσι αὐτοθυσίας καί αὐταπαρνήσεως καί μέ σκοπό νά ἀφήσουμε τά κόκκαλά μας μεταξύ τῶν ἰθαγενῶν».
Ἐργάσθηκε μέχρι θάνατου. Ἄλλωστε, τό ἔλεγε ὁ ἴδιος, ὅτι εἶναι μεγίστη εὐλογία ν᾿ ἀφήση κάποιος τά κόκκαλά του στόν τόπο τῆς διακονίας του. Ὁ Θεός, τοῦ ὁποίου δέν γνωρίζουμε τίς βουλές, τόν ἔπαυσε ἀπό τόν θερμουργό ζῆλο του στίς 27 Ἰανουαρίου τοῦ 1989. Τελειώθηκε μαρτυρικῶς μετά ἀπό αὐτοκινητιστικό δυστύχημα, κατά τήν ἐπιστροφή του τήν νύκτα ἀπό τό Λουμπουμπάσι πρός τό Κολουέζι.
Ὁ τέταρτος ἱεραπόστολος θεοφ.Ἐπίσκοπος κ.κ. Μελέτιος
Γεννήθηκε στό χωριό Μεγάλο Μοναστήρι Λαρίσης τό 1948. Σπούδασε τά πρῶτα μαθήματα στήν γενέτειρά του. Τελείωσε τήν ἐκκλησιαστική σχολή Λαμίας, ὅπου σπούδασε ἕξι χρόνια ὡς οἰκότροφος αὐτῆς καί κατόπιν ἐφοίτησε στήν Θεολογική σχολή Ἀθηνῶν. Γνωρίσθηκε μέ τόν ἱερομόναχο π. Γεώργιο Καψάνη, βοηθό τότε στήν ἕδρα τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου καί τῆς Ποιμαντικῆς. Ἐνῶ ἀκόμη φοιτοῦσε στό τρίτο ἔτος τῆς σχολῆς, διέκοψε τά μαθήματα καί ἀκολούθησε τό μοναχικό στάδιο ὑπό τήν πνευματική καθοδήγησι τοῦ ἀνωτέρω π. Γεωργίου, Ἀδελφοῦ τότε τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Πεντέλης Ἀττικῆς.
Ὁ π. Μελέτιος χειροτονήθηκε Διάκονος ἀπό τόν ἅγιο Μητροπολίτη Χαλκίδος Νικόλαο στίς 10 Ἀπριλίου 1974 καί ἱερομ. στίς 29 Ὀκτωβρίου τοῦ 1976 ἀπό τόν σεβ. Τρίκκης κ. Ἀλέξιον. Μαζί μέ τόν Γέροντά του π. Γεώργιο καί ὅλη τήν συνοδεία τους, ἦλθαν στό Ἅγιον Ὄρος τόν Ἰούλιο τοῦ 1974. Καλεσμένοι ἀπό τούς Γέροντας τῆς Ἱ. Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου, κατώκησαν ὁριστικά σ᾿ αὐτή τήν Μονή. Ὁ π. Μελέτιος ἐργάσθηκε σάν προϊστάμενος τῆς Μονῆς καί ὡς ἀρχοντάρης ἐπί 7 συναπτά χρόνια. Κατόπιν τρία χρόνια ὡς οἰκονόμος καί ἐνίοτε ὡς τοποτηρητής τῆς Μονῆς.
Μετά τόν ἀπροσδόκητο θάνατο τοῦ π.Κοσμᾶ, ὁ μητροπολίτης κ.Τιμόθεος ἐζήτησε διάδοχον τοῦ ἔργου. Τελικά ὁ Γέροντας, μετά ἀπό πολλή προσευχή, προσεκάλεσε τόν π. ἱερομ.π.Μελέτιο, ἀδελφόν τῆς Μονῆς Γρηγορίου καί τοῦ ἀνέθεσε αὐτή τήν δύσκολη διακονία, τήν διακυβέρνησι τοῦ ἱεραποστολικοῦ Κλιμακίου Κολουέζι. Ὁ π. Μελέτιος ἔκανε ὑπακοή καί κατέβηκε στό Κολουέζι, πρίν νά σαραντίσει ὁ π. Κοσμᾶς. Στό διάστημα αὐτό κρατοῦσε τήν ἱεραποστολή ὁ ἀδελφός τῆς Μονῆς μας μοναχός π. Κύριλλος.
Ἀπό τό φθινόπωρο τοῦ 2006 τό πατριαρχεῖο Ἀλεξαδρείας τόν ἀνεβίβασε στό ἀρχιερατικό ἀξίωμα καί διά συνοδικῆς ἀποφάσεως ἡ ἐπαρχία Κατάγκας, δύο φορές μεγαλύτερη σχεδόν ἀπό τήν Ἑλλάδα, κατέστη Ἐπισκοπή μέ πρῶτον ἐπίσκοπο τόν ἴδιον.
Συνοπτικά ἔχουμε νά καταθέσουμε ἐδῶ ὅτι ὁ θεοφ. κ. Μελέτιος ἐργάζεται μέ πολύ δυναμισμό καί ἀποφασιστικότητα. Δέν φείδεται κόπων γιά τό ἔργο πού ἡ θεία Πρόνοια τόν ἐνέταξε. Τόν βοηθοῦν κατά καιρούς ἀδελφοί μοναχοί ἀπό τό Μοναστήρι μας, καθώς καί ἄλλοι Χριστιανοί ἀπό τήν Ἑλλάδα.
Τό ἔργο ἐπί τῶν ἡμερῶν του ἐξαπλώνεται συνεχῶς. Μέχρι σήμερα ἔχουν κτισθῆ ἀκόμη 50 ἐκκλησίες, οἱ ἐνορίες ἔφθασαν τίς 120 καί οἱ ντόπιοι ἱερεῖς εἶναι 65. Οἱ ὑπόλοιπες ἐκκλησίες εἶναι ἀκόμη λασποκαλύβες. Λειτουργοῦν δύο φάρμες, ἡ παλιά τοῦ π. Κοσμᾶ μέ ζῶα καί λαχανικά, καί ἡ ἄλλη μέ τήν καλλιέργεια καλαμποκιοῦ. Ἡ μονή τοῦ ἁγίου Νεκταρίου συνεχίζει τό ἔργο της, ὅπου μονάζουν σήμερα 8 ντόπιες μοναχές. Δίπλα στήν μονή λειτουργεῖ ἡ ὀρθόδοξη πολυκλινική «Οἱ ἅγιοι Κοσμᾶς καί Δαμιανός». Παράλληλα μέ τά ἔργα αὐτά λειτουργοῦν περί τά 45 ἰδιωτικά σχολεῖα ὑπό τήν φροντίδα τῆς Ἐπισκοπῆς, ἕνας ραδιοφωνικός σταθμός καί τυπογραφεῖο βιβλίων διά τίς ἀνάγκες λειτουργίας τῶν ἐνοριῶν, ὅπου οἱ Ἀκολουθίες τελοῦνται καθημερινῶς. Προσφάτως κτίσθηκε καί ἀνδρική μονή πρός τιμήν τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, πλησίον τῆς φάρμας τοῦ π. Κοσμᾶ.
* * * *
Στό Κεντρικό Κογκό τά τελευταῖα 20 περίπου χρόνια ἔχει δραστηριοποιηθῆ ὁ πρώην μητροπολίτης Κεντρώας Ἀφρικῆς κ. Ἰγνάτιος, ὁ ὁποῖος ὡς διάδοχος τοῦ μακαριστοῦ π. Χαρίτωνος, ἱδρυτοῦ τοῦ Κλιμακίου τῆς πόλεως Κανάγκας, φροντίζει γιά τήν λειτουργία τῶν σχολείων. Ἐκεῖ φοιτοῦν 3.000 παιδιά σέ ὅλες σχεδόν τῖς βαθμίδες ἐκπαιδεύσεως. Τό Κλιμάκιο τῆς Κανάγκας, πού ἀπέχει ἀπό τό Κολουέζι 1500 χλμ. ἔχει περί τίς 70 ἐνορίες καί 30 ντόπιους ἱερεῖς.
Ἡ ἴδια ἱεραποστολική προσπάθεια γίνεται καί στήν περιοχή τῆς ἕδρας τῆς Μητροπόλεως, στήν Κινσάσα μέ τόν νέον μητροπολίτη σεβ. κ. Νικηφόρον. Ἱδρύονται ναοί, σχολεῖα καί χειροτονοῦνται ἱερεῖς. Ὁ πρώην σεβ. κ. Ἰγνάτιος ἵδρυσε καί θεολογική σχολή, ἡ ὁποία προήχθη σέ πανεπιστήμιο, ὅπου παράλληλα μέ τά θεολογικά γράμματα, διδάσκονται καί ἄλλες ἐπιστῆμες μέ πρακτικές ἐφαρμογές, πού ἔχουν σχέσι μέ τήν ζωή τοῦ ἀφρικανοῦ.
Μετά τήν σύντομη αὐτή ἀναφορά μας γιά τήν Ὀρθοδοξία στό Κογκό μποροῦμε συνοπτικά νά σημειώσουμε πρός δόξαν Θεοῦ τά ἑξῆς: Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τοῦ Κογκό ἔχει τρεῖς ἱεραποστολικούς πυρῆνες, στήν Κινσάσα, στό Κολουέζι καί στήν Κανάγκα (Κεντρικό Κογκό). Συνολικά σήμερα (2011) οἱ ἐνορίες φθάνουν τίς 230 καί οἱ ντόπιοι ἱερεῖς φθάνουν τούς 120 μέ σταδιακή αὔξησι τοῦ ἀριθμοῦ τους. Ἔχει ἕνα πανεπιστήμιο, ἑκατοντάδες σχολεῖα, τεχνικά λύκεια, σχολές νοσοκόμων, μηχανικῶν κλπ., δύο μοναστήρια, πνευματικά κέντρα κλπ.
Εὐχαριστοῦμε τούς Ἕλληνες ἱεραποστόλους γιά τό μεγάλο ἔργο, πού ἐπιτελοῦν στήν Χώρα μου,τό Κογκό. Εἴθε νά μᾶς βοηθήσει κι ἐμᾶς τούς ντόπιους ὁ Θεός νά καταρτισθοῦμε γιά νά γίνουμε κι ἐμεῖς πολύτιμοι συνεργάτες τους γιά τήν ψυχική σωτηρία τῶν ἀδελφῶν μου Ἀφρικανῶν, τοῦ Κογκό καί κάθε ἄλλης χώρας τῆς Ἀφρικῆς.
Μον.Δαμασκηνός Γρηγοριάτης