Πέμπτη 14 Μαΐου 2026

ΜΟΝΑΧΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΑΓΙΟΥ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ

῾Ο π. Βασίλειος εἶναι ὁ τελευταῖος ῞Ελληνας Μοναχός στήν Ρωσική Μονή τοῦ ῾Αγίου Παντελεήμονος. Παλαιότερα ὑπῆρχαν πολλοί ῞Ελληνες, ἐφ᾿ ὅσον, ὡς γνωστόν, ἡ Μονή μέχρι τό 1875 εἶχε ῞Ελληνα ῾Ηγούμενο, καί ἦταν Ἑλληνική.

Ὁ μοναχός π. Βασίλειος συνδέεται πνευματικά μέ τό Μοναστήρι μας καί ἔστω μία φορά τόν χρόνο ἔρχεται νά μᾶς ἰδῇ. Νά ἐξομολογηθῇ στόν Γέροντά μας τόν π. Γεώργιο καί  νά μᾶς διηγηθῇ κάτι ἀπό τήν ζωή του, κατόπιν ἰδικῶν μας παρακλήσεων.

Μία Κυριακή τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ ἔτους 1986, μετά τό Ἀπόδειπνο, ὅπως μέχρι τώρα ὑπάρχει συνήθεια, ἔγινε στό συνοδικό τῆς Μονῆς ἡ σύναξις τῆς Ἀδελφότητός μας. Ἀνάμεσά μας  καί ὁ π. Βασίλειος, ἡλικίας τότε 77 ἐτῶν.

Πρῶτα ὁ Γέροντάς μας καί ὕστερα ἀρκετοί Πατέρες ἐρώτησαν γιά ἀρκετά πράγματα τόν ἐπισκέπτη μοναχό. Ἐκεῖνος μέ τήν ἁγιορείτικη ἁπλότητά του καί μέ πολλή προθυμία ἔσπευσε νά μᾶς ἐνημερώσῃ, νά μᾶς συμβουλεύση, νά μᾶς διδάξη ὅ,τι πνευματικό κέρδος ἀπεκόμισε κατά τήν ἐπί γῆς μοναστική του διαγωγή στό ῾Ιερό ῎Αθωνα.

-Ἀπό ποῦ κατάγεσθε π. Βασίλειε;

-Γεννήθηκα στήν Ζάκυνθο τό ἔτος 1909. Οἱ γονεῖς μου ἦταν εὐσεβεῖς καί προπαντός ἡ μετέρα μου μέ τήν ὁποίαν μαζί πηγαίναμε στά Μοναστήρια. Ξέρετε ὅτι ἡ Ζάκυνθος εἶναι ἡ Νῆσος τῆς μουσικῆς. Ἐγώ ὅμως ποτέ δέν ἐπῆγα σέ θέατρο, σέ μουσικές ἐκδηλώσεις καί διασκεδάσεις. ῞Ολη τήν ἡμέρα δούλευα στά χωράφια καί ἐπέστρεφα τό βράδυ στό σπίτι. Ἐάν μάθαινα ὅτι κάπου γίνεται ἀγρυπνία ἤ Παράκλησις ἤ θεία Λειτουργία, ἔτρεχα ν᾿ ἀκούσω, κι ἄς ἤμουν κουρασμένος.

Μία φορά παντρευόταν ὁ ἀδελφός μου καί μέ παρεκάλεσαν κι ἐμένα ὅλοι οἱ συγγενεῖς καί τ᾿ ἀδέλφια μου νά πάω στήν διασκέδασι. Ἐγώ μέ κανένα τρόπον δέν ἐδεχόμουν. Αὐτοί μέ τραβοῦσαν ἀπό τά ροῦχα, μέ ἔσπρωχναν. Ἀναγκάσθηκαν νά μέ βάλουν στήν πλάτη τους. Στά μισά ὅμως τοῦ δρόμου προφασίσθηκα σωματική μου ἀνάγκη καί τούς ἔφυγα μέσα ἀπό τά χέρια τους, ὅπως γλυτώνῃ τό πουλί ἀπό τήν παγίδα.

-Τί σᾶς παρακίνησε νά γίνετε μοναχός, π. Βασίλειε;

῾Ο θεῖος πόθος, παιδιά μου. Μοῦ ἔκαιγε τά σωθικά μου ἀπό τά νεανικά μου χρόνια. Οἱ συγγενεῖς μου ἤθελαν νά μέ κρατήσουν κοντά τους. ῞Ολα τά ἀδέλφια μου ἐπρόκοψαν καί ἐπλούτισαν. Ἐμένα τίποτε δέν μοῦ ἄρεσε.῎Ηθελα νά φύγω. Νά ζήσω μέ τόν Θεό. ῏Ηταν αὐτό βέβαια τό θέλημά Του. ῎Ετσι σέ ἡλικία 41 ἐτῶν ἦλθα στό ῞Αγιον ῎Ορος.

-Πῶς ἀποφασίσατε καί πήγατε στήν Ρωσική Μονή τοῦ ῾Αγίου Παντελεήμονος;

Ἐγνώριζα ἕνα Ρῶσο μοναχό, τόν π. Βενιαμίν. ῞Οταν ἐπέρασα ἀπό τήν Μονή του, ἐκεῖνος μ᾿ ἀγκάλιασε καί ἐπέμενε νά μέ κρατήσῃ ἐκεῖ. Ἐγώ εἶχα βλέψεις γιά τήν Μονή Κουτλουμουσίου. Πράγματι ἐκεῖνο τό χειμῶνα ἐπῆγα στήν Κουτλουμουσίου νά δοκιμασθῶ. Ἀλλά τό βαρύ καί ὑγρό κλῖμα δέν μέ σήκωσε καί πῆγα στην Μονή τοῦ Ρωσσικοῦ, ὅπου τό κλῖμα εἶναι ὑγιέστερο καί ἡ τοποθεσία παραθαλάσσια, ὅπως τῆς πατρίδος μου.

Τότε βρῆκα ἐκεῖ 14 ῞Ελληνες μοναχούς. Οἱ περισσότεροι ἦσαν Κωνσταντινοπολίτες καί ἦταν οἱ καλλίτεροι ψάλτες τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους. ῞Ενας ἀπ᾿ αὐτούς, ὁ π. Δανιήλ ἔψαλε ὡς λαϊκός στό Πατριαρχεῖο. Τούς θυμᾶμαι μέ πολύ ἀγάπη. ῏Ηταν ὁ γέροντας ῾Ησύχιος, ὁ Νικόδημος, δύο Μακάριοι καί ἄλλοι.

Ἀπό τότε πού πῆγα ὑπηρέτησα ὡς ψάλτης ἐπί 28 χρόνια στό Καθολικό τῆς Μονῆς, πού εἶναι ἀφιερωμένο στόν ῞Αγιο Παντελεήμονα. Οἱ Ρῶσσοι μοναχοί λειτουργοῦσαν στήν Παναγία Σκέπη στήν δική τους γλῶσσα, ἐνῶ ἐμεῖς στά ἑλληνικά στήν κάτω ἐκκλησία. Μετά τήν Λειτουργία βοηθοῦσα στίς διάφορες δουλειές καί ἰδιαίτερα στό μαγειρεῖο καί στό γηροκομεῖο.

-Γνωρίσατε καί ἄλλους ἁγιασμένους μοναχούς, πλήν τοῦ ἁγίου Σιλουανοῦ στήν Μονή σας, πάτερ Βασίλειε;

Πατέρες μου καί Γέροντά μου, δέν εἶναι μόνον ὁ ῞Αγιος Σιλουανός. Εἶναι πολλοί Σιλουανοί καί μάλιστα τώρα τελευταῖα ἐκοιμήθησαν ἁγιώτατοι πατέρες. Αὐτοί ἔκλαψαν πολύ γιά τήν δυστυχία, τήν πίκρα καί τό μαχαίρι τῆς Πατρίδος τους. Εἶναι βέβαια κακός ὁ ἐξωτερικός αἰχμαλωτισμός, ἀλλά καί ἡ ἐσωτερική δυναστεία τν παθῶν ἀκόμη χειρότερη.

-Τί διακόνημα ἔχετε τώρα, πάτερ Βασίλειε;

-Τώρα εἶμαι στό δάσος τοῦ Μετοχίου μας, πού εἶναι στην Χρωμίτσα, λίγα χιλιόμετρα μακρυά ἀπό τήν Οὐρανούπολι. Μαζί μου εἶναι καί ἄλλοι δύο Πατέρες, ὁ π. Μακάριος γιά τά μελίσσια καί ὁ π. Ἀλέξιος γιά τό ἀμπέλι. Ἀντιμετωπίζω πολλούς πειρασμούς καί δυσκολίες, ἀλλα τέλος πάντων. Μέ τήν ἀπονέκρωσι τῶν παθῶν μου, τήν ἄκρα ὑπακοή στίς ἐντολές τοῦ ῾Ηγουμένου μας καί μέ τήν ἐλπίδα μου στόν Θεό, πιστεύω ὅτι θά τελειώσω καλῶς τόν ἀγῶνα μου.

῞Οταν ὁ Γέροντάς μου μ᾿ ἔστειλε σ᾿ αὐτό τό διακόνημα μοῦ εἶπε: «Παιδί μου Βασίλειε, ἐγώ θά προσεύχωμαι γιά σένα. Ἐσύ νά μή παρατήσῃς τόν κανόνα της προσευχῆς σου. ῞Οσα διαβάζουμε ἐδῶ στήν Μονή, νά τά διαβάζῃς καί ἐκεῖ".

 ῎Ετσι νοερά βλέπω τό χέρι καί τήν εὐχή τοῦ Γέροντός μου νά μέ κρατοῦν νά μή πέσω καί πνιγῶ στήν γειτονική θάλασσα τοῦ κόσμου, πού ἀπέχει 4 χιλιόμετρα ἀπό ἐδῶ.

-Τί πειρασμούς ἔχετε γνωρίσει στήν Μονή, πάτερ Βασίλειε;

Οἱ πειρασμοί, παιδιά μου εἶναι ζυμωμένοι μαζί μέ τήν ὕπαρξί μας. Μέσα μας φέρομεν ὅλοι τόν ἄνθρωπο τς ἁμαρτίας. Γι᾿ αὐτό μᾶς  ὡδήγησε ἐδῶ ὁ Πανάγαθος Θεός. Πρέπει νά ἐπιδοθοῦμε μέ ὑπομονή καί ἱερό ζῆλο στόν πνευματικόν ἀγῶνα, γιά τήν κάθαρσι τῶν παθῶν μας, τήν ἀπελευθέρωσι ἀπό τήν δυναστεία του διαβόλου καί τήν εἴσοδό μας στήν Βασιλεία τοῦ Οὐρανίου Πατρός μας ἀπ᾿ αὐτή ἀκόμη τήν ζωή.

Ἀφ᾿ ὅτου ἔγινα μοναχός, βγῆκα στόν κόσμο πάλι μετά ἀπό 13 χρόνια. Ἐπισκέφθηκα τό πατρικό σπίτι. Ζοῦσε ἡ μακαρίτισσα ἡ μάννα μου. Μέ ὑποδέχθηκε καί μοῦ εἶπε: «Παιδί μου, ἀφ᾿ ὅτου ἔφυγες γιά τό Μοναστήρι, εὐτύχησε τό σπίτι μου. Δόξα σοι ὁ Θεός».

Πράγματι, ὁ Θεός εὐλόγησε τ᾿ ἀδέλφια μου. ῎Εχω συνολικά 70 ἀνίψια. Δέν σᾶς τό λέγω αὐτό γιά νά ἐπαινέσω το οἰκογενειακό μου περιβάλλον, ἀλλά ἔτσι γιά παράδειγμα. ῞Ενας ἀπό τά ἀδέλφια μου, ὁ Γιῶργος, ἔχει μαγαζί ὑφασμάτων καί ψιλικῶν στήν πλατεία Βικτωρίας στήν Ἀθήνα. ῎Εμεινα στό σπίτι τους ἀρκετές ἡμέρες. Βέβαια δέν κατέβηκα ἀπολειστικά νά ἰδῶ τούς συγγενεῖς μου, ἀλλά γιά νά ἑτοιμάσω τό διαβατήριό μου νά ταξιδεύσω στά ῾Ιεροσόλυμα. Βλέποντάς με ὁ ἀδελφός μου, μέ παρακαλοῦσε νά μείνω κοντά του. Ν᾿ ἀφήσω δηλαδή τήν μοναχική μου ἰδιότητα καί νά μέ κάνῃ συνεταῖρο του. Μάλιστα γιά νά φέρῃ ἀποτέλεσμα τό σχέδιό του, κοιμόταν ὁ ἴδιος στό δωμάτιο πού μοῦ εἶχε δώσει νά κοιμᾶμαι ἐγώ. Καί θά σᾶς εἰπῶ, Πατέρες τήν ἁμαρτίαν μου. ῎Αρχισα νά συγκαβαίνω στήν ἐπιθυμία του.

Ἐκείνη τήν νύκτα εἶδα τό ἑξῆς φοβερό ὄνειρο. Παρουσιάσθηκε ἕνας λαμπρότατος νέος, τοῦ ὁποίου τήν λάμψι καί φαιδρότητα δέν εἶχα ἴδει ποτέ. Μέ πλησίασε καί μέ ρώτησε μέ αὐστηρότητα:

-Γιατί πολεμεῖσαι μέ τούς λογισμούς σου; Δέν σοῦ ἀρέσει ἐκεῖ πού σέ ἔχω, πάτερ μου;

Ἐγώ ταράχθηκα. Ξύπνησα καί φώναξα:

-Βοήθειααα!!.

-Τί ἔχεις, Βασίλη καί φωνάζεις; μέ ρώτησε ὁ ἀδελφός μου.

-Τίποτα δέν ἔχω, μήν ἀνησυχῇς.

Τήν ἄλλη ἡμέρα τούς ἐγκατέλειψα κρυφά. Ἐπέστρεψα στήν Μετάνοιά μου, κοντά στό λαμπρότατο νέο, τόν ῞Αγιο Παντελεήμονα, πού μ᾿ ἀγάπησε καί μέ κάλεσε πάλι κοντά του.

-Πῶς μποροῦμε νά προκόψουμε στήν προσευχή, πάτερ Βασίλειε;      

Μέ τό πεῖσμα στήν προσευχή. Τό κομποσχοίνι εἶναι ἡ κρηπίδα τῆς προσευχῆς. Δέν ἔχει ἀξία ἡ προσευχή τῆς ποσότητος, ἀλλά τῆς ποιότητος. Ἐπίσης νά παρακαλοῦμε τούς ῾Αγίους τῆς ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος.

-Πῶς θά ἀποκτήσουμε τόν φόβο τοῦ Θεοῦ, Γέροντα;

῞Οταν σκεφθοῦμε ἕνα ἐπίγειο δικαστήριο. ῾Η παρουσία τῶν δικαστῶν, ἡ ἀγωνία τοῦ κατηγορουμένου γιά τήν ἔκδοσι τῆς ἀποφάσεως, ὁ ἔλεγχος καί οἱ καταθέσεις τῶν μαρτύρων κλπ. Ὅλα αὐτά ἀποτελοῦν μία εἰκόνα τοῦ Οὐρανίου δικαστηρίου. Τότε ὁ Κύριος ἴσως νά εἰπῇ σ᾿ ἐμᾶς τούς ἀμελεῖς: «Τέκνον, πορεύου στήν αἰώνια φωτιά, διότι ἀπέλαβες σύ τά ἀγαθά σου στήν ζωή σου». Ἐπίσης ἡ παραβολή τοῦ Πλουσίου καί τοῦ Λαζάρου μᾶς διδάσκει ὁλοφάνερα τήν ἀγωνία καί τόν φόβο πού θά ἔχουμε γιά τήν ψυχή μας.

-Αἰσθάνεσθε συχνά τίς Οὐράνιες εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ στήν καρδιά σας, π. Βασίλειε;

Αὐτά εἶναι ἐξωγήϊνα καί ὑπερφυσικά πράγματα καί δέν μπορῶ νά τά ὁμολογήσω. ῞Ενα μόνο θά ὁμολογήσω, ὅτι πολλές φορές αἰσθάνομαι μία λεπτή κατάνυξι, μία ψυχική ἀνάτασι, μία ἐσωτερική χαρά καί εὐχαρίστησι, πού δέν ὑπάρχουν λόγια νά τά περιγράψω. Γιά σκεφθτε, Πατέρες μου, τί νοιώθουμε σέ μία ἀγρυπνία! Τί εὐφροσύνη καί χαρά πού ζοῦμε! ῾Ομοίως στήν ἐξομολόγησι, στήν Θεία Κοινωνία! Πῶς εἴμασταν πρίν ἀπό αὐτά τά Μυστήρια καί πῶς γινόμεθα μετά ἀπό αὐτά, ὅταν συμμετέχωμεν.

-Σήμερα ζοῦμε, π. Βασίλειε, στούς χρόνους τοῦ ντιχρίστου;

Ἀντίχριστος, παιδιά μου, τώρα δέν εἶναι μία μονάδα, ἀλλά ὁλόκληρη ἡ παροῦσα κατάστασις. Γίνονται ἐν ψυχρῷ δολοφονίες τῶν ἐμβρύων. Μά καί αὐτά πού γεννῶνται μεγαλώνουν μέσα στό ποτό, στό κάπνισμα, στά ναρκωτικά καί τήν ἀκολασία. ῾Ο τουρισμός τί εἶναι; Δέν εἶναι ἡ κάθοδος τῆς ζωῆς τοῦ ντιχρίστου ἀπό τήν Εὐρώπη καί τήν Ἀμερική;

῞Ενας σπουδαῖος Ρῶσσος μοναχός ἔγραψε ἕνα  βιβλίο μέ τίτλο. «Χαλεποί καιροί». ῞Ενα κομμάτι μοῦ ἄρεσε, τό ἀποστήθισα καί σᾶς τό λέγω: «῾Ο σημερινός μοντερνισμός ἐπιδιώκει εὐρεῖα μεταρρύθμισι εἰς ἅπαντας τούς κοινωνικούς κλάδους τῆς ἀνθρωπότητος, ἤτοι, προσωπικούς, οἰκογενειακούς, κοινωνικούς, καλλιτεχνικούς, δικαστικούς, οἰκονομικούς, ὡς καί εἰς τούς ἐκκλησιαστικούς. Καί ὅλα αὐτά μέ τήν πρόφασι τῆς ἐλευθερίας καί τῆς ἰσότητος». Ἀλλά μποροῦν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νά γίνουν ἔτσι; Θά πρέπει νά εἶναι ὅλοι ἤ γιατροί ἤ ἄρρωστοι. Ἀλλά ποιός θά κάνη τόν τσαγκάρη καί ποιός τόν ράφτη, ἀφοῦ ὅλοι θά γίνουν ἴσοι;

-Τί ἐνθυμεῖσθε ἀπό τήν ἡμέρα τῆς κουρᾶς σας, π. Βασίλειε;

-Αὐτή ἡ κουρά μέ ἀνέβασε στούς Οὐρανούς αὐτή τήν ἡμέρα. Στίς ἐρωταποκρίσεις τῆς Ἀκουλουθίας τοῦ Ἀγγελικοῦ Σχήματος, δέν μποροῦσα νά κρατήσω τά δάκρυά μου ἀπό τήν χαρά καί τήν συγκίνησι. ῞Ολη ἐκείνη τήν ἡμέρα ἔκλαιγα καί ἔνοιωθα ὡσάν νά ἤμουν στό Οὐρανό καί ἔκανα συντροφιά μέ τούς Ἀγγέλους. Σᾶς λέγω τήν ἀλήθεια. Αἰσθάνθηκα ἕνα οὐράνιο μέλι, μιά ψυχική γλυκύτητα.

-Τώρα στα γεράματα, πῶς σᾶς παρηγορεῖ τό ῞Αγιο Πνεῦμα;

 -῞Οπως ἐγώ τό μεταχειρισθῶ. Τό μεταχειρίζομαι μέ προσευχή; Ἐκεῖνο σέ ἀναπαύει, σέ γλυκαίνει, σέ γαληνεύει. ῎Ετσι θυμᾶσαι ὅτι φθάνῃ καί τό τέλος σου...

-Πῶς περιμένετε τόν  θάνατον, π. Βασίλειε. ῎Εχετε φόβο στήν καρδιά σας;

Τόν περιμένω ὡσάν νά πάω σ᾿ ἕνα μεγάλο ταξίδι, ὅπου πρόκειται νά συναντήσω συγγενικά καί ἀγαπητά μου πρόσωπα. Φόβος, δόξα σοι ὁ Θεός, δέν ὑπάρχει στήν καρδιά μου. ῎Εχω βαθειά τήν ἐλπίδα μέσα μου, ὅτι ὁ Κύριος θά μέ ἐλεήσῃ.

-Πρίν φύγετε ἀπό αὐτόν τόν κόσμο, τί συμβουλές μᾶς δίνετε, ὡσάν μία πνευματική κληρονομία;

-Νά εἶσθε πάντα εἰρηνικοί.

-Πῶς θά εἴμεθα, ὅταν ἔχουμε λογισμούς, ταραχή καί ἐγωϊσμό;

-῾Ο Θεός μᾶς παρέχει αὐτή τήν ζωή, ὡς ἕνα στάδιο πνευματικῶν ἀγώνων. Θ᾿ ἀγωνισθοῦμε στήν ὑπακοή γιά νά ὑποτάξουμε μέ τήν Χάρι τοῦ Θεοῦ τά κακά μας θελήματα καί τόν ἐγωϊσμό μας. Θ᾿ ἀγωνισθοῦμε γιά τήν ἀγάπη συγχωρντας τά σφάλματα τοῦ ἀδελφοῦ μας. Θά βοηθοῦμε τούς ἔχοντας ἀνάγκη μέ τά ἔργα καί τήν προσευχή. Θά ζοῦμε μέ τήν πάντα νοῦν ὑπερέχουσα εἰρήνη, ὅταν ἀγαποῦμε τήν ταπείνωσι, χαιρόμεθα γιά τήν προκοπή τῶν ἄλλων, κλαῖμε γιά τίς ἁμαρτίες μας καί ζητᾶμε τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, καί χωρίς ποτέ νά στηριζώμεθα στίς δικές μας δυνάμεις.

-Πρίν φύγετε ἀπό τήν Μονή μας, π. Βασίλειε, πέστε μας ἀκόμη δύο λόγια γιά τήν σωτηρία μας;

῾Η σωτηρία μας βασικά, Πατέρες μου, στηρίζεται στήν ἀγάπη καί τήν ὑπακοή. Τήν ἔχουμε στά χέρια μας. Εἶναι στήν ἀγαθότητα καί πραότητα πού πρέπει νά ἔχουμε.

Μ᾿ αὐτά τά τελευταῖα λόγια μᾶς ἀποχαιρέτισε ὁ πολυαγαπητός ἀδελφός μας π. Βασίλειος. Τόν εὐχαριστοῦμε πολύ γιά τήν ἀγάπη του πρός τήν Ἀδελφότητά μας καί τοῦ εὐχόμεθα μέ τό καλό νά μεταβῇ στόν αἰώνιο Παράδεισο πού ἐπόθησε ἀπό μικρό παιδάκι.

πρόσκλησις τοῦ ἁγίου Καθηγουμένου π. Ἱερεμίου τῆς Μονῆς τοῦ ἁγίου Παντελεήμονος γιά νά μεταβοῦμε ἐφέτος τό 2005 ἐκεῖ καί νά ψάλλουμε στήν Πανήγυρί του, στάθηκε μία εὐκαιρία νά ἰδοῦμε καί πάλι ἀρκετούς γνωστούς μας Ρώσσους μοναχούς καί ἰδιαίτερα τόν ἱερομ. π. Θεοδόσιο. Ἀπ᾿ αὐτόν ἐμάθαμε ὅτι Γέρο-Βασίλειος ἐκοιμήθη τήν χρονιά αὐτή σέ ἡλικία 96 ἐτῶν καί μετέστη στίς αἰώνιες μονές νά χαίρεται τήν χαρά τοῦ Παραδείσου  κατά τόν πόθο του.

Αἰωνία σου ἡ μνήμη, σεβαστέ μας Ἀδελφέ Γέροντα Βασίλειε.

Μον. Δαμασκηνός Γρηγοριάτης 

Μέ τήν εὐλογία τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου