Γ. Ν. ΦΙΛΙΑ
Διδάκτορος Θεολογίας τῶν Πανεπιστημίων Σορβόννης καὶ Ἀθηνῶν.
Η «ΑΠΑΛΛΑΓΗ ΠΑΝΤΟΣ ΜΟΛΥΣΜΟΥ ΣΑΡΚΟΣ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ»:
ΠΤΥΧΕΣ ΤΗΣ ΣΧΕΣΕΩΣ ΤΩΝ ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ
ΕΥΧΕΛΑΙΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ
Εἰς τὴν πρώτην, ἤδη, εὐχολογιακήν της μαρτυρίαν (Βαρβερινὸν Ἑλληνικὸν Εὐχολόγιον 336, τέλος η’ μ.Χ. αἰ.), ἡ εὐχὴ τοῦ Μυστηρίου τοῦ Εὐχελαίου «Κύριε, ἐν τῷ ἐλέει καὶ τοῖς οἰκτιρμοῖς σου…» περιέχει τὸ ἀκόλουθον αἴτημα: Αὐτὸς Δέσποτα ἁγίασον καὶ τὸ ἔλαιον τοῦτο, ὥστε γενέσθαι τοῖς χριομένοις ἐξ αὐτοῦ εἰς θεραπείαν, εἰς ἀπαλλαγὴν παντὸς … μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος¹. Τὸ μνημονευόμενον ἀποτέλεσμα τῆς χρίσεως τοῦ ἀσθενοῦς διὰ τοῦ ἡγιασμένου ἐλαίου εἶναι διττόν: πρόκειται περὶ τῆς σωματικῆς καί, ταὐτοχρόνως, τῆς πνευματικῆς ἰάσεως. Ἀλλὰ καὶ ἡ εὐχὴ «Ὁ πολὺς ἐν ἐλέει καὶ πλούσιος ἐν ἀγαθότητι…»² ἐπαναλαμβάνει τὸ θέμα τῆς διπλῆς ἰάσεως, ὅταν τονίζει ὅτι τὸ ἡγιασμένον ἔλαιον δὲν ἐπιφέρει μόνον τὴν σωματικὴν ἀνάκαμψιν, ἀλλὰ ὁδηγεῖ εἰς ἀπόλαυσιν τῶν ἀπεκδεχομένων τὴν παρὰ σοῦ (τοῦ Θεοῦ) σωτηρίαν (ρξστ’, 17-20).
Ποιᾶς φύσεως, ὅμως, εἶναι ἡ «πνευματικὴ ἴασις»; Δυνάμεθα, ἄραγε, νὰ συμπεράνωμεν ὅτι ἡ «ἴασις» αὐτὴ ὑποδηλώνει τὴν ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ ἀσθενοῦς; Καὶ ναί, μέν, εἶναι σαφὲς ὅτι «ὁ μολυσμὸς τοῦ πνεύματος» ἀφορᾶ εἰς τὴν ἁμαρτίαν· τίθεται, ὅμως, τότε τὸ ἐρώτημα περὶ τῆς ἀναγκαιότητος τῶν «εὐχῶν ἐπὶ τῶν μετανοούντων», αἱ ὁποῖαι ἀκολουθοῦν τὰς δύο εὐχὰς «ἐπὶ ἐλαίου ἀρρώστου». Ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς εὐχάς, αἱ ὁποῖαι προηγοῦνται (ρξγ’ καὶ ρξδ’ «ἐπὶ νοσούντων»), αἱ αἰτήσεις ἄφες αὐτῷ (ρξγ’, 12-13) καὶ ἄνες, ἄφες, συγχώρησον (ρξδ’, 28) ἀποτελοῦν σαφεστάτην ἔνδειξιν περὶ τοῦ συνδέσμου τῶν «εὐχῶν τοῦ Εὐχελαίου» μὲ τὰς «εὐχὰς τῆς μετανοίας»³. Ἡ σχέσις σωματικῆς καὶ πνευματικῆς θεραπείας εἶναι τόσο στενή, ὥστε ἀρκετοὶ ἱστορικοὶ τῆς χριστιανικῆς λατρείας τείνουν νὰ δεχθοῦν ὅτι κατὰ τοὺς πρώτους, τουλάχιστον, αἰῶνας δὲν ὑφίστατο διάκρισις τῶν Μυστηρίων⁴ τοῦ Εὐχελαίου καὶ τῆς Μετανοίας⁵. Εἶναι, ἑπομένως, ἀναγκαία ἡ ἐπαναπροσέγγισις κάποιων ἀποκαλυπτικῶν, ἐπὶ τοῦ θέματος, πηγῶν.
(α). Ἡ Καθολικὴ ἐπιστολὴ τοῦ Ἁγ. Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου τονίζει τὴν ὑπὸ μελέτην σχέσιν: οἱ «πρεσβύτεροι τῆς Ἐκκλησίας» προσεύχονται ἐπὶ τοῦ ἀσθενοῦς καὶ τὸν ἀλείφουν μὲ ἔλαιον ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ προστίθεται ἡ ἀξιοσημείωτος παρατήρησις: Καὶ ἡ εὐχὴ τῆς πίστεως σώσει τὸν κάμνοντα, καὶ ἐγερεῖ αὐτὸν ὁ Κύριος· κἂν ἁμαρτίας ἢ πεποιηκώς, ἀφεθήσεται αὐτῷ (Ε’, 15). Τρία ρήματα (σώσει, ἐγερεῖ, ἀφεθήσεται) εἰσάγουν εἰς τὴν θεώρησιν τοῦ συνδέσμου σωματικῆς καὶ πνευματικῆς ἰάσεως⁶. Εἰς τὸ ἡμιστίχιον 15α τὸ σώσει, καὶ τὸ ἐγερεῖ ἐμφανίζουν ἄμεσον σύνδεσμον, ὡς δύο ἀποτελέσματα τῆς ἰδίας πράξεως (ἤτοι τῆς προσευχῆς τῶν πρεσβυτέρων καὶ τῆς ἀλείψεως μὲ ἔλαιον)⁷. Τὸ ρῆμα «σώζω» ἀφορᾶ περισσότερον εἰς τὴν πνευματικὴν διάστασιν τῆς ἀσθενείας⁸. Ἀλλὰ περὶ τῆς σωματικῆς θεραπείας, ὁ συγγραφεὺς τῆς ἐπιστολῆς δὲν χρησιμοποιεῖ τὰ ρήματα «θεραπεύειν» ἢ «ἰᾶσθαι»⁹· ἡ χρῆσις τοῦ «ἐγείρειν», πλὴν τῆς ἐννοίας τῆς ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τὴν ἀσθένειαν, ὑποδηλώνει καὶ τὴν ἔννοιαν τῆς Ἀναστάσεως ἤτοι τὴν ἐσχατολογικὴν προοπτικὴν τῆς θεραπείας¹⁰.
Τὸ ρῆμα, ὅμως, «ἀφεθήσεται» σαφῶς ἀναφέρεται εἰς τὴν ἄφεσιν, ἡ ὁποία παρέχεται διὰ τοῦ Μυστηρίου τῆς Μετανοίας· διὰ τοῦτο καὶ τίθεται ἡ ὑπόθεσις κἄν, ἤτοι ἡ πιθανότης νὰ μὴν ἔχει προσφάτως προσέλθη ὁ ἀσθενὴς εἰς τὸ Μυστήριον τῆς Μετανοίας, ὁπότε ἡ ἄφεσις παρέχεται διὰ τοῦ Εὐχελαίου¹¹. Ἀλλὰ καὶ ὁ στίχος 16α, ὁ ὁποῖος ἀκολουθεῖ, ἐπαναφέρει σαφῶς τὴν «ἀλληλοπεριχώρησιν» τῶν δύο λειτουργικῶν πράξεων, τοῦ Εὐχελαίου καὶ τῆς Μετανοίας: Ἐξομολογεῖσθε ἀλλήλοις τὰ παραπτώματα, καὶ εὔχεσθαι ὑπὲρ ἀλλήλων, ὅπως ἰαθῆτε.
(β). Τὸ 1967, ὁ βιβλικὸς ἀρχαιολόγος Emmanuel Testa ἀνεκάλυψεν εἰς τὴν περιοχὴν τῆς κεντρικῆς Ἰουδαίας ἕνα ἀργυροῦν φύλλον εἰς σχῆμα φυλακτοῦ, ὅπου ὑπῆρχε κείμενον δεκατριῶν σειρῶν (τέσσερις ὑπόλοιπαι σειραὶ ἦσαν σβησμέναι). Ἡ μελέτη καὶ ἡ ἔκδοσις τοῦ κειμένου τούτου ἀποδεικνύουν (κατὰ τὸν Testa) ὅτι πρόκειται περὶ ἰουδαιοχριστιανικῆς συγγραφῆς τοῦ τέλους τοῦ Α’ μ.Χ. αἰ.¹². Αἱ σειραὶ 5-7 ἀναφέρονται εἰς τὴν δι’ ἐλαίου ἄλειψιν ἑνὸς βαρύτατα ἀσθενοῦς Χριστιανοῦ:
Ὁ δυστυχὴς ἀδελφὸς ἐπρόκειτο σύντομα νὰ ἀποθάνη. Ὁ Πρεσβύτερος ἦλθε διὰ νὰ τὸν ἀλείψη. Ἤρχετο ἐκ μέρους τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία τοῦ εἶχε δώσει ἐντολήν: «Πήγαινε νὰ βοηθήσης τὸν θνήσκοντα Χριστιανόν. Ἐξέτασε μετ’ αὐτοῦ τὴν συνείδησίν του καὶ ἐξομολόγησέ τον «ἐν ὀνόματι τοῦ Κυρίου». Θὰ τὸν χρίσης, ἀκολούθως, διὰ τοῦ ἁγίου ἐλαίου χωρὶς νὰ ζητήσης βοήθειαν ἐκ τῶν «ἁγιαστῶν» τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, οἱ ὁποῖοι ἔχουν πλέον καταργηθεῖ¹³.
Ὁ Ε. Testa προσεπάθησε νὰ παραλληλίσει τὸ κείμενον τοῦτο μὲ τὴν προτροπὴν τῆς Καθολικῆς ἐπιστολῆς τοῦ Ἁγ. Ἰακώβου, μὲ τὴν ὁποίαν σαφῶς παρατηροῦνται κάποια κοινὰ σημεῖα. Παρακάμπτοντες τὰ περὶ τῶν «ἁγιαστῶν» τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης (τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦν ἰδιαιτέραν μελέτην), διαπιστώνομεν ὅτι συγχρόνως μὲ τὴν δι’ ἐλαίου ἄλειψιν (Εὐχέλαιον) συνετελεῖτο ἡ διαδικασία τοῦ Μυστηρίου τῆς Μετανοίας. Τὸ κείμενον, βεβαίως, παρουσιάζει τὰς δύο λειτουργικὰς πράξεις ὡς αὐτονόμους καὶ δὲν ἑνοποιεῖ τὰ ἀποτελέσματά των. Ἐάν, τελικῶς, ἡ ὅλη ἑρμηνεία τοῦ κειμένου ὑπὸ τοῦ Ε. Testa εἶναι σωστή¹⁴, συνάγεται ὅτι ἡ δι’ ἐλαίου ἄλειψις ἑνὸς ἀσθενοῦς ἐθεωρεῖτο συναφὴς μετὰ τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν του.
(γ). Εἰς τὴν Ἀποστολικὴν Παράδοσιν τοῦ Ἱππολύτου Ῥώμης (ἀρχαὶ 3ου αἰ.), ἡ εὐχὴ De oblatione olei (περὶ τῆς προσφορᾶς τοῦ ἐλαίου) περιέχει τὸ αἴτημα, ὅπως τὸ ἔλαιον δώσῃ omnibus gustantibus confortationem et sanitatem utentibus illud praebeat (εἰς ἅπαντας τοὺς μεταλαμβάνοντας τὴν ἀνάπαυσιν καὶ εἰς τοὺς χρησιμοποιοῦντας τοῦτο τὴν ἴασιν)¹⁵. Ἡ εὐχὴ αὕτη «προσφορᾶς ἐλαίου» ἀναφέρεται εἰς τὴν «ἀνάπαυσιν», ἡ ὁποία ὑποδηλώνει τὴν ψυχικὴν ἴασιν, ἐφ’ ὅσον, μάλιστα, διευκρινίζεται ὅτι ἡ «ἀνάπαυσις» αὐτὴ διακρίνεται τῆς «ἰάσεως» τοῦ σώματος.
Ἐνδιαφέρουσα, ὅμως, δὲν εἶναι μόνον ἡ διάκρισις τῶν δύο εἰδῶν, αἱ ὁποῖαι παρέχονται διὰ τῆς δι’ ἐλαίου ἀλείψεως, ἀλλὰ καὶ ἡ διαφορετικὴ χρησιμοποίησις τοῦ ἐλαίου: «Μετάληψις» (περὶ τῆς ψυχικῆς ἰάσεως) καὶ «χρησιμοποίησις» (περὶ τῆς σωματικῆς ἰάσεως). Ἡ διάκρισις αὕτη θὰ μποροῦσε νὰ θεωρηθεῖ ὡς τυχαία, ἂν καὶ διευκρινίζει ὅτι διὰ μὲν τὴν σωματικὴν ἴασιν ὁ πιστὸς δύναται εἴτε νὰ χρισθῇ εἴτε νὰ μεταλάβῃ τὸ ἔλαιον, διὰ δὲ τὴν πνευματικὴν ἴασιν μόνον μεταλαμβάνει· ἡ διευκρίνισις αὕτή, ἂν καὶ ἀποτελεῖ μεμονωμένην μαρτυρίαν, δύναται νὰ ἑρμηνεύσῃ τὴν ἀλληλοπεριχώρησιν τῶν Μυστηρίων Μετανοίας καὶ Εὐχελαίου, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι χρησιμοποιεῖται τὸ αὐτὸν ἔλαιον ἀλλὰ μὲ διαφορετικὸν τρόπον¹⁶.
(δ). Ἡ παράθεσις τοῦ Ἰακ. ε’, 14-16 ὑπὸ τοῦ Ὠριγένους ἀνέταμε τὸ θέμα τῆς σχέσεως Εὐχελαίου καὶ Μετανοίας κατὰ τοὺς πρώτους αἰῶνας:
Est adhuc et septima, licet dura et laboriosa, per poenitentiam remissio peccatorum, cum lavat peccator in lacrimis stratum suum et fiunt ei lacrimae suae panes die ac nocte, cum erubescit sacerdoti Domini indicare peccatum et quaerere medicinam, secundum eum, qui ait: dixit: pronuntiabo adversum me iniustitiam meam Domino, et tu remisisti impietatem cordis mei. In quo impletur et illud, quod Iacobus Apostolus dicit: si quis infirmatur, vocet presbyteros ecclesiae, et imponant ei manus ungentes eum oleo in nomine Domini. Et oratio fidei salvabit infirmum, et si in peccatis fuerit, remittentur ei¹⁷.
Ἡ πρώτη ἄποψις εἶναι ὅτι εἰς τὸ ἐν λόγῳ κείμενον ὁ Ὠριγένης δὲν ἀναφέρεται εἰς τὴν λειτουργικὴν πρᾶξιν τῆς ἰάσεως τοῦ ἀσθενοῦς ἀλλ’ ὅτι προσαρμόζει τὸ κείμενον τῆς Καθολικῆς ἐπιστολῆς Ἰακώβου εἰς τὸ θέμα τῆς Μετανοίας¹⁸. Ἡ ἄποψις αὕτη στηρίζεται περισσότερον εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ Ὠριγένους προσθήκην περὶ ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν τῶν Πρεσβυτέρων ἐπὶ τοῦ ἀσθενοῦς (et imponant ei manus)¹⁹· τὸ περὶ ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν, βεβαίως, ἀφ’ ἑνὸς μὲν δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ κείμενον τῆς Καθολικῆς ἐπιστολῆς Ἰακώβου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὑποδηλώνει μίαν τελετουργικὴν πτυχὴν τοῦ Μυστηρίου τῆς Μετανοίας. Ἑπομένως, κατὰ τὴν ἀνωτέρω ἄποψιν, ὁ Ὠριγένης βάσει τῆς περὶ Εὐχελαίου προτροπῆς τοῦ Ἁγ. Ἰακώβου, δημιουργεῖ μίαν «ἐννοιολογικὴν διολίσθησιν» ἐκ τοῦ Εὐχελαίου πρὸς τὴν Μετάνοιαν, ἀπηχῶν τὴν ἀντίληψιν τῆς ἐποχῆς του περὶ συνδέσμου τῶν δύο Μυστηρίων²⁰.
Συμφώνως πρὸς τὴν δευτέραν ἄποψιν, ὁ Ὠριγένης δὲν ἀναφέρεται εἰς τὸ Μυστήριον τῆς Μετανοίας, ἀλλὰ διὰ τῆς παραθέσεως τοῦ Ἰακ. ε’, 14-16, πλὴν τῆς δι’ ἐλαίου ἀλείψεως, ἀναφέρεται γενικῶς εἰς τὴν πνευματικὴν ἴασιν τοῦ ἀσθενοῦς, τὴν ὁποίαν θεωρεῖ ὡς προϋπόθεσιν τῆς ἀντιστοίχου σωματικῆς²¹.
Πρὸς τὴν δευτέραν αὐτὴν ἄποψιν συγκλίνει τὸ πιθανώτερον συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐξαχθεῖ ἀπὸ τὴν ὑπὸ τοῦ Ὠριγένους παράθεσιν τῆς Καθολικῆς ἐπιστολῆς τοῦ Ἰακώβου: κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ Ὠριγένους, ἡ ἄλειψις δι’ ἐλαίου τῶν ἀσθενῶν δὲν ἀποσκοποῦσε μόνον εἰς τὴν σωματικὴν ἴασιν ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν πνευματικὴν κάθαρσιν ἐκ τῶν «μολυσμῶν» τοῦ ἀσθενοῦς κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἀλείψεως. Εἰς οὐδεμίαν, ὅμως, περίπτωσιν συνάγεται ὅτι ὁ Ὠριγένης ὑποδηλώνει τὴν ὑποκατάστασιν τοῦ Μυστηρίου τῆς Μετανοίας διὰ τοῦ Εὐχελαίου.
(ε). Ἰδιαίτερον ἐνδιαφέρον περὶ τῆς σχέσεως σωματικῆς καὶ ψυχικῆς ἰάσεως παρουσιάζει ἡ «Εὐχὴ εἰς ἔλαιον νοσούντων ἢ εἰς ἄρτον ἢ εἰς ὕδωρ» τοῦ Εὐχολογίου τοῦ Σεραπίωνος (περὶ τὸ μέσον τοῦ δ’ μ.Χ. αἰ.):
Ἐπικαλούμεθα σε … ὥστε ἐκπέμψαι δύναμιν ἰατικὴν ἀπὸ τῶν οὐρανῶν τοῦ μονογενοῦς ἐπὶ τὸ ἔλαιον τοῦτο, ἵνα γένηται τοῖς χριομένοις ἢ μεταλαμβάνουσιν τῶν κτισμάτων σου τούτων εἰς ἀποβολὴν «πάσης νόσου καὶ πάσης μαλακίας», εἰς ἀλεξιφάρμακον παντὸς δαιμονίου, εἰς ἐκχωρισμὸν παντὸς πνεύματος ἀκαθάρτου, εἰς ἀφορισμὸν παντὸς πνεύματος πονηροῦ, εἰς ἐκδιωγμὸν παντὸς πυρετοῦ καὶ ῥίγους καὶ πάσης ἀσθενείας, εἰς χάριν ἀγαθὴν καὶ ἄφεσιν ἁμαρτημάτων, εἰς φάρμακον ζωῆς καὶ σωτηρίας, εἰς ὑγείαν καὶ «ὁλοκληρίαν ψυχῆς σώματος πνεύματος», εἰς ῥῶσιν τελείαν … ἵνα «δοξασθῇ τὸ ὄνομα» … τοῦ «τὰς νόσους ἡμῶν καὶ τὰς ἀσθενείας ἀναλαβόντος Ἰησοῦ Χριστοῦ» καὶ ἐρχομένου «κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς» …²².
Πλὴν τῶν σωματικῶν ἀποτελεσμάτων, ἡ ἰατικὴ δύναμις τοῦ ἐλαίου συνιστᾶ ἀλεξιφάρμακον παντὸς δαιμονίου καὶ φάρμακον …σωτηρίας, ἀφορᾶ δὲ εἰς τὸν ἐκχωρισμὸν παντὸς πνεύματος ἀκαθάρτου, εἰς τὸν ἀφορισμὸν παντὸς πνεύματος πονηροῦ, εἰς τὴν ἄφεσιν ἁμαρτημάτων καὶ εἰς τὴν ὁλοκληρίαν … πνεύματος. Ἐπειδή, ἑπομένως, ἡ δι’ ἐλαίου χρίσις συνεπάγεται εὐεργετικὰ ἀποτελέσματα εὐρυτάτου φάσματος, ἡ ἐν λόγῳ εὐχὴ ἀναφέρεται εἰς τὴν «τελείαν ῥῶσιν»²³. Ἡ ἑνότης τοῦ ψυχοσωματικοῦ στοιχείου ὑποδηλώνεται καὶ εἰς τὸν ἐπίλογον τῆς εὐχῆς, ὅπου ἐκ παραλλήλου μὲ τὴν ἰατικὴν ἀποστολὴν τοῦ Κυρίου γίνεται ἀναφορὰ εἰς τὴν μέλλουσαν κρίσιν, τὴν κρίσιν ψυχῶν καὶ σωμάτων²⁴.
Ἡ ἀναφορὰ εἰς τὴν ἄφεσιν ἁμαρτημάτων καὶ ἐν συνδυασμῷ μὲ τὴν ἔλλειψιν συγχωρητικῶν εὐχῶν εἰς τὸ Εὐχολόγιον τοῦ Σεραπίωνος, τροφοδοτεῖ τὴν ὑπόθεσιν ὅτι τόσον ἡ εὐχὴ ΚΘ’, ὅσον καὶ ἡ ΙΖ’ («Εὐχὴ ἐπὶ τῶν προσφερομένων ἐλαίων καὶ ὑδάτων»), ὅπου γίνεται λόγος περὶ τοῦ ἐλαίου ὡς «φαρμάκου ὁλοκληρίας»²⁵, ἐνεργοῦν καὶ ὡς εὐχαὶ τοῦ ἐλλείποντος Μυστηρίου τῆς Μετανοίας. Τὸ περὶ «ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν» εἰς τὴν εὐχὴν ΚΘ’ ἀποτελεῖ τὴν σαφῆ ὁρολογίαν τῶν συγχωρητικῶν εὐχῶν, συμφώνως δὲ πρὸς παλαιοτέραν ἄποψιν ἡ φράσις αὕτη ἐθεωρεῖτο μεταγενεστέρα τοῦ Εὐχολογίου, μὴ ὑπαρχούσης ἄλλης παρομοίας περιπτώσεως²⁶. Τὸ 1958, ὅμως, ὁ διακεκριμένος Βέλγος λειτουργιολόγος Ε. Lanne ἐξέδωσε τὸ κοπτικὸν κείμενον ἑνὸς «Μεγάλου Εὐχολογίου τῆς Λευκῆς Μονῆς»· τὴν «εὐχὴν Εὐλογίας» τοῦ «Εὐχολογίου» αὐτοῦ (ἡ ὁποία ἀφορᾶ εἰς τὸν καθαγιασμὸν τοῦ ἐλαίου πρὸς ἄλειψιν τῶν ἀσθενῶν) ὁ Lanne χρονολογεῖ ὡς ὀλίγον μεταγενεστέραν τοῦ Εὐχολογίου τοῦ Σεραπίωνος²⁷. Εἰς τὴν ἐν λόγῳ εὐχὴν καταγράφεται ἡ αἴτησις εἴη… ἔλαιον ἰάσεως καὶ ἀφέσεως ἁμαρτιῶν²⁸. Ἡ μαρτυρία αὐτὴ ἐνισχύει τὴν περὶ «ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν» αἴτησιν τῆς εὐχῆς ΚΘ’ τοῦ Σεραπίωνος, ἀποδεικνύουσα ταὐτοχρόνως ὅτι ἡ λειτουργικὴ πρᾶξις τῆς αἰγυπτιακῆς Χριστιανικῆς Ἐκκλησίας τοῦ δ’ μ.Χ. αἰ. προέβλεπε μίαν «συγχώνευσιν» τῶν εὐχῶν τῆς Μετανοίας μὲ τὰς εὐχὰς εὐλογίας τοῦ ἐλαίου πρὸς ἄλειψιν τῶν ἀσθενῶν.
Εἰς τὸ Εὐχολόγιον τοῦ Σεραπίωνος, ἐπίσης, δέον νὰ τονισθῇ ἡ ἔννοια τῆς «ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν» ἐν σχέσει μὲ τὴν ἴασιν τῶν ἀσθενῶν. Μετὰ τὴν εὐχὴν Ζ’, (Εὐχὴ περὶ νοσούντων) ἀκολουθεῖ ἡ Χειροθεσία νοσούντων (εὐχὴ Η’), ἡ ὁποία αἰτεῖται ὅπως ὁ Θεὸς «ἐκτείνῃ τὴν χεῖρα Του καὶ χαρίσῃ τὴν θεραπείαν εἰς τοὺς νοσοῦντας»²⁹. Ἡ μαρτυρία αὐτὴ συνεπικουρεῖ τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον διετυπώθη κατόπιν τῆς ἀντιστοίχου μαρτυρίας τοῦ Ὠριγένους: ἡ ἐπίθεσις τῶν χειρῶν (βασικὸν στοιχεῖον τῆς ἀφέσεως κατὰ τὸ Μυστήριον τῆς Μετανοίας) ἰσχύει καὶ ὡς πρᾶξις τῆς ὅλης τελετουργίας ὑπὲρ θεραπείας τῶν νοσούντων, ἑνισχύουσα, τοιουτοτρόπως, τὸν σύνδεσμον Μετανοίας καὶ Εὐχελαίου.
(στ). Τὴν ἰδίαν περίπου ἐποχὴν χρονολογεῖται τὸ σύγγραμμα τοῦ Σύρου Ἀφραάτου (†345) ὑπὸ τὸν τίτλον Demonstratio. Ἐν 23, 3 τοῦ ἔργου του, ὁ Ἀφραάτης σημειώνει ὅτι «τὸ ἔλαιον ἐπανασυνδέει τοὺς μετανοοῦντας μὲ τὴν Ἐκκλησίαν διὰ τοῦ μυστικοῦ του συμβολισμοῦ»³⁰.
Εἰς τὸ ἐν λόγῳ κείμενον, ὁ Ἀφραάτης ἐκθέτει τὴν λειτουργικὴν διαδικασίαν τῆς Μετανοίας, ἡ ὁποία πραγματοποιεῖται διὰ τῆς δι’ ἐλαίου ἀλείψεως. Οἱ ἀσχολούμενοι μὲ τὴν λατρείαν τῆς Συριακῆς Ἐκκλησίας ἐπισημαίνουν τὴν ὕπαρξιν ἑνὸς «τυπικοῦ Μετανοίας», τὸ ὁποῖον ἐπήγαζε ἐκ τοῦ Εὐχελαίου³¹. Παραλλήλως, ὅμως, ὑπῆρχε τυπικὸν μιᾶς «κλινικῆς Μετανοίας» (κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ Ρ. Palmer³³), ἤτοι τῆς Μετανοίας τοῦ ἀσθενοῦς, ὁ ὁποῖος ἐχρίετο δι’ ἐλαίου κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ Μυστηρίου τοῦ Εὐχελαίου. Εἰς τὴν τελευταίαν αὐτὴν περίπτωσιν, τὰ Μυστήρια τῆς Μετανοίας καὶ τοῦ Εὐχελαίου ἦσαν στενώτατα συνδεδεμένα.
(ζ). Ἡ εὐχὴ εὐλογίας τοῦ ὕδατος καὶ τοῦ ἐλαίου εἰς τὰς Ἀποστολικὰς Διαταγὰς (τέλη δ’ αἰ.) ἀπηχεῖ, ἐπίσης, τὸν σύνδεσμον σωματικῆς καὶ ψυχικῆς ἰάσεως. Τὸ ἔλαιον ἀποκαλεῖται ἀγαλλίαμα εὐφροσύνης, ἡ δὲ αἴτησις πρὸς τὸν Θεὸν ἀναφέρεται εἰς τὴν δύναμιν τοῦ ἐλαίου, ἡ ὁποία εἶναι ὑγείας ἐμποιητική, νόσων ἀπελαστική, δαιμόνων φυγαδευτική³⁴. Οἱ ὅροι περὶ «ἀγαλλιάματος εὐφροσύνης» καὶ περὶ ἐμπλοκῆς τῶν «δαιμονικῶν» στοιχείων εἰς τὴν ἀσθένειαν, ἀποδεικνύουν ὅτι αἱ Ἀποστολικαὶ Διαταγαὶ ἀκολουθοῦν τὴν παράδοσιν τῶν παλαιοτέρων πηγῶν περὶ τοῦ συνδέσμου τῶν δύο μορφῶν ἰάσεως καὶ κατ’ ἐπέκτεινα, περὶ τοῦ συνδέσμου Μετανοίας καὶ Εὐχελαίου εἰς τὰς καθαγιαστικὰς ταύτας εὐχὰς τοῦ ἐλαίου.
(η). Ὅπως εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς ὑπὸ τοῦ Ὠριγένους παραθέσεως τοῦ Ἰακ. 5, 14-16, ἡ παράθεσις τοῦ ἰδίου χωρίου ὑπὸ τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου Χρυσοστόμου ἀπετέλεσεν ἀντικείμενον διαφορετικῶν ἐκτιμήσεων. Τὸ ἐν λόγῳ χωρίον παρατίθεται εἰς κείμενον, ὅπου ὁ ἱ. Χρυσόστομος ἀναφέρεται εἰς τὸν ρόλον τῶν ἱερέων, τοὺς ὁποίους θεωρεῖ ἀνωτέρους των γονέων:
Οὐ γὰρ ὅταν ἡμᾶς ἀναγεννῶσι μόνον, ἀλλὰ καὶ μετὰ ταῦτα συγχωρεῖν ἔχουσιν ἐξουσίαν ἁμαρτήματα. Ἀσθενεῖ γάρ τις, φησίν, ἐν ὑμῖν; Προσκαλεσάσθω τοὺς πρεσβυτέρους τῆς Ἐκκλησίας, καὶ προσευξάσθωσαν ἐπ’ αὐτόν, ἀλείψαντες αὐτὸν ἐλαίῳ ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου. Καὶ ἡ εὐχὴ τῆς πίστεως σώσει τὸν κάμνοντα, καὶ ἐγερεῖ αὐτὸν ὁ Κύριος· κἂν ἁμαρτίας ἢ πεποιηκώς, ἀφεθήσεται αὐτῷ³⁵.
Τὸ ἀνωτέρω κείμενον ἀναφέρεται εἰδικῶς εἰς τὴν ἐξουσίαν τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν ὑπὸ τῶν ἱερέων· ἑπομένως, ὁ Ἅγ. Ἰωάννης Χρυσόστομος ἑρμηνεύει τὸ Ἰακ. 5, 14-16 ὡς ἀναφερόμενον εἰς τὸ Μυστήριον τῆς Μετανοίας³⁶. Γιατί, ὅμως, ὁ Χρυσόστομος δὲν παραθέτει περὶ τῆς Μετανοίας κάποιο σχετικώτερον καινοδιαθηκικὸν χωρίον (ὅπως τὸ Ματθ. 18, 18)³⁷; Ὁ Ruch διατείνεται ὅτι ὁ Χρυσόστομος οὐδέποτε συνδέει τὸ ἔλαιον μετὰ τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν³⁸· ἡ ἄποψις αὕτη ἀναιρεῖται εἰς μίαν, τουλάχιστον, περίπτωσιν (Τὸ ἔλαιον … περιγίνεται τῶν τῆς ψυχῆς νοσημάτων)³⁹.
Ἡ ἐπικρατεστέρα ἄποψις εἶναι ὅτι ὁ Ἅγ. Ἰωάννης Χρυσόστομος γνωρίζει τὴν χρησιμοποίησιν τοῦ ἐλαίου τόσον εἰς τὴν λειτουργικὴν διαδικασίαν τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν ὅσον καὶ εἰς τὰ πλαίσια τοῦ Μυστηρίου τοῦ Εὐχελαίου⁴⁰. Παραμένει, ἑπομένως, πιστὸς εἰς τὴν ἀντίληψιν περὶ τοῦ συνδέσμου τῆς σωματικῆς ἰάσεως τῶν ἀσθενῶν διὰ τῆς δι’ ἐλαίου ἀλείψεως καί, ταὐτοχρόνως, τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν. Ἡ παράθεσις τοῦ Ἰακ. 5, 14-16 γίνεται διὰ ν’ ἀναφερθῇ ὁ ἱ. Χρυσόστομος εἰς τὴν ἱερατικὴν ἐξουσίαν «τοῦ δεσμεῖν καὶ λύειν», ἡ ὁποία διαδηλώνεται κατὰ τὴν τέλεσιν τοῦ Εὐχελαίου.
(θ). Ὁ ἐκκλησιαστικὸς χῶρος τῆς Συρίας, ὅμως, παρέχει μαρτυρίας περὶ τοῦ θέματος κατὰ τοὺς ε’ καὶ στ’ αἰῶνας. Εἰς τὴν εὐχὴν εὐλογίας ἐλαίου τῆς Διαθήκης τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ (ε’ αἰ.), ὑπάρχει ἡ αἴτησις ὅπως παρασχεθῇ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ εἰς τὸ ἔλαιον ἡ ἁγιαστικὴ δυνατότης δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μετανοοῦν⁴¹. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν 79η ὁμιλίαν του, ὁ Σεβῆρος Ἀντιοχείας (†558) παραθέτει καὶ σχολιάζει τὸ Ἰακ. 5,14-16 κατὰ τὸν ἀκόλουθον τρόπον: «Βλέπεις ὅτι τὸ ἔλαιον τῶν Ἁγίων, τὸ ὁποῖο χρησιμοποιεῖται συμφώνως πρὸς τὴν Γραφήν, ἀπαλάσσει ὄχι μόνον ἀπὸ τὴν ἀσθένειαν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν»⁴². Ὁ Σεβῆρος, ἑπομένως, θεωρεῖ σαφὲς ὅτι ἡ δι’ ἐλαίου χρίσις κατὰ τὸ Μυστήριον τοῦ Εὐχελαίου ἀπευθύνεται καὶ εἰς τὴν σωματικὴν καὶ εἰς τὴν ψυχικὴν ἴασιν.
(ι). Τὸ 559 μ.Χ., εἰς μίαν Νεστοριανικὴν Σύνοδον ὑπὸ τὸν Μάρ-Ἰωσήφ, ἐπισημαίνεται ὅτι ὁ μετανοῶν χρίεται δι’ ἐλαίου «ὡς ὁ σωματικῶς ἀσθενής»⁴³. Ἂν καὶ προερχομένη ἐξ αἱρετικοῦ περιβάλλοντος, ἡ ἐν λόγῳ μαρτυρία δὲν διαφοροποιεῖται ἐκ τῆς κρατούσης εἰς τὴν Ὀρθόδοξον ἀνατολὴν ἀντιλήψεως περὶ τοῦ διπλοῦ προορισμοῦ τῆς δι’ ἐλαίου χρίσεως. Τὸ δὲ κείμενον ἑνισχύει ὅτι ὁ διπλοῦς αὐτὸς προορισμὸς συνεπάγεται τὴν τελείαν θεραπείαν.
(ια). Ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ χώρου τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας ἔχομεν μαρτυρίας περὶ τοῦ ὑπὸ μελέτην θέματος ἀναφορικῶς μὲ τὴν Ἀνατολικὴν Ἐκκλησίαν. Ὁ Θεόδωρος Καντέρμπουρη (†690), ὁ ὁποῖος εἶχεν ἑλληνικὴν καταγωγήν, ἀναφέρεται εἰς τὸ Εὐχέλαιον τὸ τελούμενον ὑπὸ τῶν «Ἑλλήνων Πρεσβυτέρων», σημειώνων ὅτι τὸ ἔλαιον αὐτὸ δὲν ἀφορᾶ μόνον εἰς τὴν ἴασιν τῶν ἀσθενῶν ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν «ἐπανασύνδεσιν (μετὰ τῆς Ἐκκλησίας) τῶν μετανοούντων»⁴⁴. Ἀναφοράν, ἐπίσης, εἰς τὴν τέλεσιν τοῦ Εὐχελαίου «ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων» γίνεται καὶ ὑπὸ τοῦ Θεοδέλφου Ὀρλεάνης (†789), ὁ ὁποῖος μνημονεύει τὸν σύνδεσμον σωματικῆς καὶ πνευματικῆς ἰάσεως διὰ τῆς δι’ ἐλαίου χρίσεως. Ὁ Θεόδελφος, μάλιστα, παραθέτει καὶ τὴν φράσιν τῶν «Ἑλλήνων Πρεσβυτέρων» κατὰ τὴν χρίσιν τοῦ ἀσθενοῦς: «Σὲ χρίω εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὥστε νὰ σωθῇς διὰ τῆς εὐχῆς τῆς πίστεως, νὰ ἀνακουφισθῇς ὑπὸ τοῦ Κυρίου καὶ νὰ συγχωρεθοῦν αἱ ἁμαρτίαι σου»⁴⁵.
Δύο εἶναι τὰ ἐκ τῶν ἀνωτέρω πηγῶν συμπεράσματα: ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὁ κατὰ τὴν τέλεσιν τοῦ Μυστηρίου τοῦ Εὐχελαίου σύνδεσμος τῆς σωματικῆς μετὰ τῆς ψυχικῆς ἰάσεως, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ σαφὴς διάκρισις τῶν Μυστηρίων Εὐχελαίου καὶ Μετανοίας. Ἡ ἔννοια τῆς «καθάρσεως» ἀποτελεῖ τὸ κοινὸ θέμα τῶν δύο Μυστηρίων. Εἶναι ἀξιοσημείωτον τὸ γεγονός, ὅτι τόσον εἰς ἀρχαίους εἰδωλολατρικοὺς λαοὺς ὅσον καὶ εἰς τοὺς Ἑβραίους ὑπῆρχον ποικίλαι τελεταὶ καθάρσεων, αἱ ὁποῖαι ἐπραγματοποιοῦντο εἴτε διὰ τοῦ ὕδατος εἴτε ἁπλῶς διά τινος ὁμολογίας τῆς ἁμαρτίας⁴⁶. Εἰς τὰς περιπτώσεις αὐτάς, ἡ ἔννοια τῆς καθάρσεως εἶχε διπλοῦν χαρακτῆρα, ἤτοι ἀφεῶρα τόσον τὴν ψυχὴν ὅσον καὶ τὸ σῶμα. Ἑπομένως, ὁ τονισμὸς τῆς συναφείας ψυχικῆς καὶ σωματικῆς καθάρσεως δὲν συνιστᾶ πρωτοτυπίαν τῆς Χριστιανικῆς Ἐκκλησίας.
Ἄν καὶ σαφῶς συνάγεται, ἐκ τῶν παρατεθεισῶν πηγῶν, ἡ διάκρισις τῶν Μυστηρίων Εὐχελαίου καὶ Μετανοίας, παραμένει ὅμως ἡ ὑπόνοια θεωρήσεως τοῦ Εὐχελαίου ὡς «συμπληροῦντος» τὸ ἔργον τοῦ Μυστηρίου τῆς Μετανοίας. Ἀναφερόμεθα εἰς ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Μυστήριον τῆς Μετανοίας «σκιάζεται», οὕτως εἰπεῖν, ἀπὸ τὴν ἀντίληψιν ὅτι τὸ Βάπτισμα ἀπετέλει τὴν τελικὴν δυνατότητα ἀφέσεως τῶν βαρέων ἁμαρτημάτων τοῦ πιστοῦ· ἄλλωστε, ἡ θέσις αὕτη περὶ τοῦ Βαπτίσματος ἀποτυπώνεται καὶ εἰς τὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως⁴⁷. Ἐὰν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ κατὰ τοὺς πρώτους αἰῶνας ἀπουσία συγκεκριμένων τελετουργικῶν πληροφοριῶν περὶ τοῦ Μυστηρίου τῆς Μετανοίας (ἂν καὶ ἀπὸ τοῦ γ’ αἰῶνος, ἤδη, μαρτυροῦνται αἱ τάξεις τῶν μετανοούντων), δυνάμεθα νὰ συμπεράνωμεν ὅτι διὰ τοῦ Εὐχελαίου παρείχετο μὲν ἡ ἄφεσις τῶν ἁμαρτιῶν ἀλλὰ δὲν ἀνεπληροῦτο ἡ διαδικασία τῆς Μετανοίας, ἡ ὁποία σαφῶς μαρτυρεῖται ἤδη εἰς τὸν Ποιμένα τοῦ Ἑρμᾶ (μέσον β’ αἰ.). Ἡ ἔκφρασις μετανοίας τῶν πιστῶν, ἄλλωστε, ἤτο ἐξ ἀρχῆς ἐντεταγμένη εἰς τὴν Θείαν Εὐχαριστίαν, ὅπως μαρτυρεῖται εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ β’ αἰῶνος ἀπὸ τὴν Διδαχὴ τῶν Δώδεκα Ἀποστόλων («κλάσατε ἄρτον προεξομολογησάμενοι τὰ παραπτώματα ὑμῶν…»)⁴⁸.
Αἱ ὑφιστάμεναι δυνατότητες ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν τῶν πιστῶν οὐδόλως ἔθιγον τὴν βασικήν, ἤτοι τὴν παρεχομένην διὰ τοῦ οἰκείου Μυστηρίου. Τὸ γεγονὸς τοῦτο τονίζει ὁ ἱ. Αὐγουστῖνος, ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται εἰς τὰς δυνατότητας ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν, συμπεριλαμβάνων καὶ τὴν αἴτησιν τῆς Κυριακῆς Προσευχῆς («ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν»)⁴⁹. Τοῦτο σημαίνει ὅτι δὲν ἀπερρίπτοντο οἱ ἐκτὸς τοῦ Μυστηρίου τῆς Μετανοίας τρόποι ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν, ἑπομένως καὶ ὁ διὰ τοῦ Εὐχελαίου παρεχόμενος. Ἑπομένως, εἰς τὴν λειτουργικὴν πρᾶξιν τῶν πρώτων αἰώνων τὰ Μυστήρια τῆς Μετανοίας καὶ τοῦ Εὐχελαίου «ἀλληλοπεριχωροῦνται», ἀλλὰ καὶ διακρίνονται. Ἡ εὐχολογικὴ ἐξέλιξις τῶν δύο Ἀκολουθιῶν μετὰ τὸν η’ αἰῶνα ἐπέφερε σημαντικὰς μορφολογικὰς διαφοροποιήσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐμφανεῖς καὶ εἰς τὴν σύγχρονον μορφήν τους. Παρ’ ὅλην τὴν σαφῆ μορφολογικὴν διάκρισιν τῶν δύο Μυστηρίων, ὁ βαθύτερος σύνδεσμος τῶν ἀπηχεῖται πάντοτε εἰς τὴν συνείδησιν τόσον τῶν λειτουργῶν, ὅσον καὶ τῶν λαϊκῶν. Ἡ ἰδιαιτερότης καί, ταὐτοχρόνως, ὁ σύνδεσμος τῶν ἐν λόγῳ Μυστηρίων ἀποτελοῦν μίαν «μυστικὴν πτυχὴν» τῆς λατρείας μας, «πτυχὴν» ἔχουσαν βαθυτάτην σχέσιν μὲ τὸ μυστήριον τῆς σωτηρίας μας.
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
- Εὐχὴ ρξε’ (11-12, 14-15). Ἡ ἱστορικοφιλολογικὴ μελέτη τῆς εὐχῆς αὐτῆς, ἐν G. Filias, Les prières pour les malades et sur l’ huile de l’ onction dans l’ Euchologe Barberini grec 336 (Codex Vaticanus Barberinianus graecus 336), Paris, 1987 (thèse présentée pour l’ obtention du Doctorat de 3ème Cycle).
- «Εὐχὴ ἐπὶ ἐλαίου ἀρρώστου Β’» εἰς τὸ Βαρβερινὸν Ἑλληνικὸν Εὐχολόγιον 336.
- Βλ. ἐπίσης τὴν αἴτησιν «ὑπὲρ τοῦ ἀφεθῆναι αὐτῷ…» εἰς τὰ Διακονικὰ ὑπὲρ νοσούντων (σμδ’), τὰ ὁποῖα παρατίθενται εἰς τὸ τέλος τοῦ Βαρβερινοῦ Ἑλληνικοῦ Εὐχολογίου 336.
- Χρησιμοποιοῦμε τὸν μεταγενέστερον ὅρον «Μυστήριον» διὰ νὰ δηλώσωμεν τὴν ἀντίστοιχον λειτουργικὴν πρᾶξιν τῶν πρώτων αἰώνων.
- Τὸ θέμα τοῦτο παρουσιάζεται κατὰ τρόπον συστηματικὸν εἰς τὰς μελέτας τῶν P.F. Palmer Sacrements and Forgiveness. History and doctrinal developments of Penance, Extreme Unction and Indulgences, Westminster-Massachussets, 1958 (Sources of Christian Theology II) καὶ B. Poschmann La Pénitence et l’ Onction des Malades, Paris, Cerf, 1966 (traduit de l’ allemand – Histoire du Dogmes IV, 3). Ἀλλὰ καὶ ἡ ὁλογὴ ὅλων τῶν σχετικῶν μετὰ τοῦ Μυστηρίου τῆς Μετανοίας κειμένων τῶν πρώτων αἰώνων H. Karpp, La Pénitence (Textes et Commentaires des origines de l’ ordre pénitentiel de l’ Église ancienne), Version française par A. Schneider, W. Rordorf, P. Barthel, Neuchâtel, Delachaux et Nestlé, 1970.
- Βλ. τὰς περὶ τῆς σχέσεως τῶν τριῶν τούτων ρημάτων ἐνδιαφέρουσας ἐπισημάνσεις τοῦ J. Sailer, «Jak. 5, 14F und die Krankensalbung», ἐν Theologische-Praktische Quartalschrift, 113, 1965, p. 350-351. Περὶ τοῦ συνδέσμου σωματικῆς καὶ πνευματικῆς ἰάσεως εἰς τὸν συγκεκριμένον στίχον τῆς Καθολικῆς ἐπιστολῆς τοῦ Ἁγ. Ἰακώβου Ἀδελφοθέου, βλ. A. Hamman, «Prières et culte dans la lettre de Saint Jacques», ἐν Ephemerides Theologicae Lovanienses 34, 1958, p. 43.
- Τὴν ἐσχατολογικὴν διάστασιν τούτου εἰς τὸ ἐν λόγῳ ἡμιστίχιον ἀναπτύσσει ὁ E. Cothenet, «La guérison comme signe du Royaume et l’ Onction des malades (Jc 5, 13-16)», ἐν La maladie et la mort du chrétien dans la liturgie, Conférences Saint-Serge, XIème semaine d’ études Liturgiques 1974, Roma, Ed. Liturgiche, 1975, p. 115 (Bibliotheca EL, Subsidia 1).
- Τὸ «σώζω» χρησιμοποιεῖται εἴς τινας εὐαγγελικὰς διηγήσεις περὶ θεραπειῶν τοῦ Κυρίου. Ἡ ἔννοια ὅτι ἡ πίστις τοῦ ἀσθενοῦς «τὸν σώζει», ἤτοι τὸν θεραπεύει, εἶναι συχνὴ εἰς τὰ Εὐαγγέλια .
- Βλ. Foerster/Fohrer, «Σώζω, σωτηρία, σωτήρ, σωτήριος» (D. «Σώζω and σωτηρία in the New Testament»), ἐν G. Kittel – G. Friedrich, Theological Dictionnary of the New Testament (translator and Editor G. W. Bromiley), VII, 1971, p. 989-998.
- E. Cothenet, ἔνθ’ ἀνωτ., σ. 116.
- Πενήντα, περίπου, χρόνια πρὸ Χριστοῦ χρονολογεῖται ἡ «Προσευχὴ Ναβωνίδου» τοῦ 4ου σπηλαίου τοῦ Κουμράν, εἰς τὴν ὁποίαν συνυπάρχει τὸ αἴτημα διὰ σωματικὴν θεραπείαν μετὰ τοῦ αἰτήματος δι’ ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ ἀσθενοῦς.
- E. Testa, L’ huile de la Foi. L’ onction des malades sur une lamelle du Ier siècle (traduit et adapté de l’ italien par Omer Englebert), Jérusalem 1967. Βλ. ἐπίσης S.G.A. Luff, «The sacrament of the sick – A first century text», ἐν The Clergy Review, 52, 1967, p. 56-60.
- E. Testa, Αὐτόθι, σ. 24.
- Τὴν ὅλη μελέτη τοῦ Ε. Testa περὶ τοῦ ἐν λόγῳ ἀργυροῦ φυλακτοῦ ἠμφεσβήτησεν ὁ J.T. Milik, ὁ ὁποῖος θεωρεῖ τὸ εὕρημα ὡς κατὰ πολὺ μεταγενέστερον.
- Ἀποστολικὴ Παράδοσις 6, ἐκδ. B. Botte, La Tradition Apostolique de Saint Hippolyte (Essai de reconstitution), Münster Westfalen, Ashendorffsche Verlagsbuchhandlung, 1963, p. 18 (11-13) Liturgiewissenschaftliche Quellen und Forschungen 39). Τὴν εὐχὴν ἐμελέτησεν ἐνδελεχῶς ὁ A. Chavasse, Étude sur l’ onction des infirmes dans l’ Église latine du IIIème au XIème siècle, t. 1, Lyon, 1942, p. 29-32.
- Ἡ εὐχὴ αὕτη τῆς Ἀποστολικῆς Παραδόσεως εἶναι σημαντικωτάτη διὰ τὴν μεταγενεστέραν εὐχολογιακὴν παράδοσιν τοῦ Μυστηρίου τοῦ Εὐχελαίου, διότι ὅπως ἀπέδειξεν ὁ E. Segelberg, ἀπὸ τὴν εὐχὴν αὐτὴν ἐξαρτᾶται ἡ ἀντίστοιχος τοῦ Σιναϊτικοῦ Εὐχολογίου 973 (12ος αἰ.) «The benedictio Olei in the Apostolique Tradition of Hippolytus», ἐν Oriens Christianus 48, 1964, p. 270, 275.
- In Leviticum Homiliae, II, 4, ἐκδ. W.A. Baehrens, GCS 29, 1920, p. 296 (17) – 297 (3).
- I. Coppens, L’ imposition des mains et les rites connexes dans le Nouveau Testament et dans l’ Église ancienne, Paris, 1925, p. 41 — E. Doronzo, De Extrema Unctione (t. I, De causis intrincesis), Washington 1954, p. 98. — H. Rondet, «Extrême-Onction», ἐν Dictionnaire de Spiritualité, ascétique et mystique, doctrine et histoire, IV (2), 1961, col. 2191.
- Ἡ ἐπίθεσις τῶν χειρῶν ἀποτελεῖ, κατὰ τοὺς πρώτους αἰῶνας, τὸ βασικὸν τελετουργικὸν στοιχεῖον τοῦ Μυστηρίου τῆς Μετανοίας. Βλ. σχετικῶς ἐν P. Galtier, Aux origines du sacrement de Penitence, Roma, Università Gregoriana, 1951, p. 95 (Analecta Gregoriana 54).
- F. Lehr, Die Sakramentale Krankenölung im ausgehenden Altertum und die Frühmittalter, Karlsruhe, 1934, p. 4.
- P. Galtier, «Imposition des mains», Dictionnaire de Théologie Catholique VII (2), 1923, col. 1313.
- Εὐχὴ ΚΘ’ (17), ἐν ΒΕΠΕΣ 43, 1971, σ. 83 (10-31).
- Σχολιάζων τὰ περὶ «τελείας ῥώσεως» εἰς τὴν ἐν λόγῳ εὐχὴν τοῦ Εὐχολογίου τοῦ Σεραπίωνος, ὁ P. Palmer παρατηρεῖ ὅτι ἡ ἔννοια τῆς «τελείας θεραπείας» πηγάζει ἐκ τῶν θεραπειῶν τοῦ Κυρίου, αἱ ὁποῖαι ἦσαν «τέλειαι» ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς ἐθεράπευε καὶ τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχὴν τοῦ ἀσθενοῦς.
- Ἡ συνάφεια τῆς δι’ ἐλαίου χρίσεως τοῦ ἀσθενοῦς μὲ τὴν μέλλουσαν κρίσιν τονίζεται καὶ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Βίον Ἀδὰμ καὶ Εὕας (πρόκειται περὶ ἑλληνικοῦ κειμένου, τὸ ὁποῖον τοῦτο προέρχεται ἐξ Ἰουδαϊκῆς πηγῆς τοῦ α’ μ.Χ. αἰ.).
- ΒΕΠΕΣ 43, 1971, σ. 79 (3).
- Τὰς θέσεις περὶ ἀμφισβητήσεως τῆς γνησιότητος (εἰς τὴν εὐχὴν ΚΘ’) τῆς φράσεως εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, συνοψίζει ὁ F.W. Puller.
- E. Lanne, «Le Grand Euchologe du Monastère Blanc (Texte copte édité avec Traduction Française)», Paris 1958, Patrologia Orientalis 28, p. 265-407.
- E. Lanne, αὐτόθι, σ. 395. Βλ. Τοῦ ἰδίου, «L’ onction des martyrs et la bénédiction de l’ huile», ἐν IRENIKON, 31, 1958, p. 141.
- ΒΕΠΕΣ 43, 1971, σ. 73 (37) – 74 (1).
- Ἐκδ. R. Graffin, ἐν Patrologia Syriaca, Pars prima, tomus secundus, Paris 1907, p. 10.
- Βλ. σχετικῶς ἐν J. Dauvillier, «Extrême-Onction dans les Églises orientales», ἐν Dictionnaire du Droit canonique 4, 1953, col. 764.
- E. Melia, «Le sacrement de l’ onction des malades dans son développement historique et quelques considérations sur la pratique actuelle», ἐν La maladie et la mort du Chrétien dans la Liturgie, Conférences Saint-Serge, XXIème semaine d’ études liturgiques 1974, Roma, Éd. Liturgiche, 1975, p. 216 (Bibliotheca El, Subsidia 1).
- Ἔνθ’ ἀνωτ., σ. 278-279.
- Η’, 29, 3, ἐν ΒΕΠΕΣ 2, 1955, σ. 163 (9-13).
- Περὶ Ἱερωσύνης, 3, 6, ἐκδ. A.M. Malingrey, Sources Chrétiennes 272, 1980, p. 154 (50-56).
- Τοιουτοτρόπως ἀντιλαμβάνονται τὴν ὑπὸ τοῦ Χρυσοστόμου ἑρμηνείαν οἱ Z. Alzeghy «L’ effeto corporale del’ Estrema Unzione», ἐν Gregorianum 38, 1957, p. 386, C. Chardon «Histoire des sacrements. Histoire du Sacrement de l’ Extrême Onction», Ch. 1, ἐν J.P. Migne, Theologiae cursus completus, t. XX, Paris 1840, col. 749 καὶ F.W. Puller ἔνθ’ ἀνωτ., σ. 46-47.
- Βλ. σύνολον τὸν προβληματισμόν, ὅπως ἀναπτύσσεται ὑπὸ τοῦ E. Doronzo, ἔνθ’ ἀνωτ., σ. 105-106.
- C. Ruch, «Extrême-Onction (I. Extrême-Onction dans l’ Écriture. II. Extrême-Onction du Ier au IXème siècle)», ἐν Dictionnaire de Théologie Catholique 5(II), 1913, col. 1939.
- Ὁμιλία εἰς τοὺς Μάρτυρας, P.G. 50, 665.
- H.S. Kryger, The Doctrine of the Effects of Extreme Unction in its Historical Development, Washington 1949, p. 3 (The Catholique University of America Studies in Sacred Theology 33).
- I.E. Rahmani, Testamentum Domini nostri Jesu Christi nunc primum editit, Latine reddidit et illustravit, Mayence, 1899, p. 49.
- Ἐκδ. M. Briere, ἐν Patrologia Orientalis 20, 1929, p. 321.
- Βλ. ἐν C.J. Hefele, Histoire des Conciles d’ après les documents originaux, t. III, appendice II, Paris 1910, p. 1204.
- Capitula selecta, ἐκδ. L. D’ Achery, Spicilegium sive collectio veterum Aliquot Scriptorum qui in Gallae bibliothecis delituerant, t. 1, Paris 1723, p. 487.
- Ἐν J.P. Migne, Patrologia latina 105, 221.
- Βλ. σχετικῶς ἐν P. Galtier, ἔνθ’ ἀνωτ., σ. 34-35.
- Πλὴν τῶν ἑτοιμοθανάτων, ἡ Δυτικὴ Ἐκκλησία ἐπεφύλασσε τὴν τέλεσιν τοῦ Μυστηρίου τῆς Μετανοίας μόνον κατὰ τὴν ἑορτὴν τοῦ Πάσχα, ὅτε ἐτελεῖτο καὶ τὸ Βάπτισμα. Ἡ πρακτικὴ αὕτη μαρτυρεῖται ἕως καὶ τὴν ἐποχὴν τοῦ Ἁγίου Ἀμβροσίου (Ἐπιστολὴ 20,25, PL 16, 1001-1002).
- Διδαχὴ 14, 1, ἐν Sources Chrétiennes 248, p. 192-193. Ὁ ἱστορικὸς Σωζομενὸς ἐπισημαίνει ὅτι παρομοία λειτουργικὴ πρᾶξις ὑφίστατο εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ῥώμης κατὰ τὸν ε’ αἰῶνα (Ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία 7, 16, ἐν PG 67, 1460).
- Ὁμιλία 352, 1, 7-3, 8, ἐν PL 39, 1550-1558.
Αυτό το άρθρο δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα του Ι.Ν. Αγίων Ταξιαρχών Ιστιαίας. Ευχαριστούμε για την αναδημοσίευση!