«Ἐγώ ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Ἄδη θὰ τοὺς ἀπαλλάξω καὶ ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ θανάτου θὰ τοὺς λυτρώσω».
(Ὡσ ιγ΄14)
«Ἄρπαξε ὁ θάνατος τὸ Δεσπότη Χριστό, χωρὶς νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπ΄ Αὐτὸν τὴ ζωή.
Κατάπιε Αὐτόν, ἀγνοώντας ποιὸς ἦταν.
Ἀναγκάστηκε ὅμως, νὰ ξεράσῃ πολλὲς ψυχὲς μαζὶ μ΄ Αὐτόν.
Κατέρχεται τώρα ὁ Χριστὸς μὲ τὴ θέλησή Του στὸν Ἅδη, μετὰ ὅμως ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἡμέρα θὰ ἀναστηθῇ, ἀφοῦ θὰ νικήσῃ καὶ θὰ συλήσῃ τὸν Ἅδη.
Χθὲς σκοτείνιασε ὁ ἥλιος ἐξαιτίας τῆς σταύρωσή Του καὶ τὸ μεσημέρι ἔγινε νύχτα.
Σήμερα ὁ θάνατος νεκρώθηκε διότι δέχτηκε παράξενο νεκρό.
Χθὲς πένθησε ἡ κτίση, βλέποντας τὴ μανία τῶν Ἰουδαίων, καὶ φόρεσε ὡς πένθιμη στολὴ τὸ σκοτάδι.
Σήμερα ὁ λαὸς ποὺ βρίσκεται στὸ σκοτάδι, εἶδε φῶς μέγα».
(Ἀμφιλοχίου Ἰκονίου Εἰς τὴν ἡμέρα τοῦ ἁγίου Σαββάτου P.G. 39, 89D )
