ΠΡΟΤΥΠΟ ΚΟΙΝΟΒΙΑΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΛΟΓΟΣ ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΝ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΝ ΠΑΝΑΡΕΤΟΝ ΓΡΗΓΟΡΙΑΤΗΝ
ὑπό Ἀρχιμ. Χριστοφόρου Καθηγουμένου Ἱ. Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου
Εὐλογητός ὁ Θεός, «ὁ βάθει σοφίας φιλανθρώπως, πάντα οἰκονομῶν καί τό συμφέρον πᾶσιν ἀπονέμων» (Μεσονυκτικόν). Εὐχαριστοῦμε τόν Ἅγιον Θεόν πού μᾶς χάρισε τόν π. Πανάρετο, πού ἦταν πρότυπο ἀκριβείας καί παράδειγμα πραγματικοῦ καί ἀληθινοῦ κοινοβιάτου μοναχοῦ. Ὁ Κύριος λέγει, ὅτι «ὁ τόν λόγον μου ἀκούων καί πιστεύων τῷ πέμψαντί με ἔχει ζωήν αἰώνιον, καί εἰς κρίσιν οὐκ ἔρχεται, ἀλλά μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τήν ζωήν... καί ἐκπορεύσονται οἱ τά ἀγαθά ποιήσαντες εἰς ἀνάστασιν ζωῆς» (Ἰωάν. ε΄ 24, 29). Τά λόγια αὐτά τοῦ Κυρίου ἐκφράζουν τήν ζωή τοῦ π. Παναρέτου.
Ὁ π. Πανάρετος ἦταν ἕνας γνήσιος μαθητής τοῦ Ἀρχιποίμενος Χριστοῦ. Ἔγινε μοναχός, ἀφιερώθηκε στόν Θεό καί τόν ἀκολούθησε «ὅπου καί ἄν πήγαινε» (Ἀποκ. ιδ΄ 4). Ὁ Κύριος προπορευόταν καί αὐτός ἀκολουθοῦσε τόν δρόμο καί τά βήματά Του, χωρίς νά παρεκκλίνῃ οὔτε δεξιά οὔτε ἀριστερά. Ἀπαρνήθηκε τόν ἑαυτό του· σήκωσε τόν σταυρό του ἀξίως μέχρι τέλους καί ἀκολούθησε τόν Χριστό. Ἀκολούθησε τόν δρόμο πού μᾶς ὑπέδειξε ὁ Κύριος, τόν δρόμο πού περιεπάτησαν οἱ πολύπονοι πόδες τῶν Ἁγίων, τόν δρόμο τῆς ὑπακοῆς καί τῆς θυσίας, τόν δρόμο τῆς ταπεινώσεως καί τῆς ἐκκοπῆς τοῦ ἰδίου θελήματος, τόν δρόμο τῆς διακονίας καί τῆς ὑπομονῆς μέχρι τέλους, τόν δρόμο τῆς ἀσκήσεως καί τῆς προσευχῆς, τόν δρόμο τῆς ἀληθοῦς μετανοίας.
Ἦταν μία νήφουσα μορφή, μία ἀσκητική παρουσία μέσα στήν ζωή τοῦ Κοινοβίου. Ἦταν στήριγμα καί παρηγορία γιά ὅλους μας, ἦταν πρότυπο ἀληθινοῦ μοναχοῦ καί παράδειγμα γιά ὅλους μας. Τόν βλέπαμε σέ ὅλες τίς ἀκολουθίες πρίν τό «Εὐλογητός», καί παρέμενε στό στασίδι του μέχρι τό «Δι’ εὐχῶν» σιωπηλός καί προσευχόμενος, εὐχέτης ὑπέρ ὅλου τοῦ κόσμου. Ἦταν πάντοτε πρόθυμος πρός διακονίαν σέ ὅ,τι τοῦ ἔλεγε ὁ Τυπικάρης νά ψάλῃ ἤ νά διαβάσῃ, ἀλλά καί σέ ὅ,τι τοῦ ἔλεγε ὁ ἑκάστοτε ἐφημέριος νά κάνῃ, τήν Παράκλησι ἤ τό Ἀπόδειπνο ἤ τίς Ἀπολύσεις ἤ ὁ,τιδήποτε ἄλλο. Τόν βλέπαμε πάντοτε νά συμμετέχῃ στήν κοινοβιακή τράπεζα σιωπηλό, ἀκούγοντας τήν ἀνάγνωσι. Τόν βλέπαμε στό διακόνημα νά εἶναι ἐπιμελής καί συνεπής. Τόν βλέπαμε στίς παγκοινιές, πάντα πρόθυμο καί ἐργατικό, νά μᾶς προτρέπῃ νά λέμε τήν εὐχή ἤ τούς Χαιρετισμούς ἤ νά ψάλλουμε ἤ νά μᾶς λέγῃ λόγους πνευματικούς. Τόν βλέπαμε σέ ὅλες τίς ἐκδηλώσεις τῆς Μονῆς, στίς συνάξεις, τίς ὑποδοχές καί σέ ὅ,τι ἔλεγε ὁ Γέροντας. Ἦταν πρᾶος καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ. Γι’ αὐτό ὁ Χριστός ἀναπαυόταν μέσα στήν καρδιά του, σύμφωνα μέ τόν λόγο Του: «Μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ ὅτι πρᾶός εἰμί καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ, καί εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν» (Ματθ. ια΄ 29).
Ἡ παρουσία του μέσα στήν ζωή τῆς ἀδελφότητος ἐνίσχυε τήν ἀγάπη καί τήν ἑνότητα. Ὅταν δύο ἀδελφοί εἶχαν μεταξύ τους διαφορές καί ψυχρότητα, τούς πλησίαζε καί μέ τόν τρόπο του καί τήν προσευχή του τούς βοηθοῦσε νά συγχωρηθοῦν μεταξύ τους καί νά ἔχουν ἀγάπη. Καλλιεργοῦσε πολύ τήν αὐτομεμψία καί τήν μνήμη τοῦ θανάτου. Ζοῦσε στήν ἀφάνεια καί ἔλεγε, ὅτι «ἡ μεγαλύτερη ἀρετή εἶναι ἐκείνη πού γίνεται κρυφά». Ἀπέφευγε τίς τιμές καί τούς ἐπαίνους. Ποτέ δέν θέλησε νά προβάλῃ τόν ἑαυτό του. Τόν φανέρωνε ὅμως ἡ ταπείνωσίς του, κατά τόν λόγο τοῦ Κυρίου, «ὁ ταπεινῶν ἑαυτόν ὑψωθήσεται» (Λουκ. ιδ΄ 11). Ὅ,τι ἔκανε τό ἔκανε πρός δόξαν Θεοῦ, διά τήν οἰκοδομήν τῆς Ἐκκλησίας καί διά τήν σωτηρίαν μας.
Εἶχε πολλή ἀγάπη πρός ὅλους τούς πατέρες καί λαϊκούς ἀδελφούς, ξεχείλισμα τῆς ἀγάπης του πρός τόν Θεόν. Ἦταν ἔμπειρος καί διακριτικός πνευματικός. Γι’ αὐτό πολλοί ἐπίσκοποι, κληρικοί, μοναχοί καί λαϊκοί εὕρισκαν ἀνάπαυσι στό πετραχήλι του. Τά λόγια του λίγα καί ἁπλᾶ, ἀλλά γεμᾶτα μέ τήν Χάρι τοῦ Θεοῦ. Μιλοῦσαν στήν καρδιά ὅλων καί χάριζαν ἀνάπαυσι καί εἰρήνη. Γι’ αὐτό καί τόν θεωροῦσαν ἅγιο πνευματικό. Μέ τίς προσευχές του πολλοί ἀπέκτησαν παιδιά. Ἄλλοι θεραπεύτηκαν ἀπό διάφορες ἀσθένειες πού εἶχαν. Ἄλλοι βρῆκαν διέξοδο στά ἀδιέξοδα τῆς ζωῆς. Τό βασικώτερο ὅμως ἦταν ὅτι πολλοί ἄλλαξαν ζωή καί ἐπέστρεψαν στόν Χριστό διά τῆς μετανοίας. Κατά τήν μαρτυρία τῆς Ἱερᾶς Ἐπιστασίας τοῦ Ἁγίου Ὄρους, κατέλιπε «μνήμην ὁσίου ἀνδρός εἰς τάς συνειδήσεις ἁπάντων τῶν ἐν Ἁγίῳ Ὄρει πατέρων» καί «διά τῆς ὅλης ἁγιαστικῆς βιοτῆς καί τῆς αὐταπαρνήσεως τοῦ βίου του, ὁ π. Πανάρετος κατέστησεν ἑαυτόν τύπον καί ὑπογραμμόν τῆς μοναχικῆς πολιτείας, καί ἐχρημάτισε πνευματικός ὁδηγός εἰς Χριστόν πλήθους λαϊκῶν ἐν Χριστῷ ἀδελφῶν διά τοῦ μυστηρίου τῆς Ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως».
Ἦταν τό πρῶτο καλογέρι τοῦ Γέροντά μας. Μαζί ξεκίνησαν τήν μοναχική ζωή στήν Μονή Πεντέλης. Μετά πῆγαν στήν Μονή τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Ἀρμᾶ στήν Χαλκίδα καί μετά στό Ἅγιον Ὄρος. Στό πρόσωπο τοῦ Γέροντα βρῆκε τόν πνευματικό καθοδηγητή καί τόν πραγματικό πατέρα, πού θά τόν ὡδηγοῦσε στόν Χριστό. Ὑποτάχθηκε μέ ἐμπιστοσύνη ἀπό τήν πρώτη στιγμή στόν Γέροντα καί παρέμεινε πιστός καί ἀληθινός ὑποτακτικός μέχρι τήν κοίμησί του. Μετά τήν κοίμησι τοῦ Γέροντα ὁ π. Πανάρετος, παρότι ἦταν ὁ ἀρχαιότερος τῶν μοναχῶν, ἔγινε στήριγμα καί παρηγορία διά τόν νέον Ἡγούμενον μέ τήν ἀγάπη του, τήν ὑπακοή του καί τήν ἐμπιστοσύνη του στόν νέο Γέροντα, στόν ὁποῖο ἐξωμολογεῖτο συχνά μέ πολλή ταπείνωσι καί εἰλικρίνεια γιά ἀσήμαντα πράγματα, θεωρώντας τόν ἑαυτό του ἁμαρτωλό. Πάντοτε ἔπαιρνε εὐλογία γιά νά κάνῃ κάτι. Ἡ μεγαλύτερη ἀρετή γιά ἕνα κοινοβιάτη μοναχό εἶναι ἡ ἀγάπη, ὁ σεβασμός καί ἡ ἐμπιστοσύνη του στόν Γέροντά του. Αὐτή τήν μεγάλη ἀρετή εἶχε καί ὁ π. Πανάρετος, διότι πίστευε ὅτι, σύμφωνα μέ τούς ἁγίους Πατέρες, ἡ ἀγάπη μας πρός τόν Θεόν περνάει μέσα ἀπό τήν ἀγάπη μας πρός τόν Γέροντα καί ἡ ἐμπιστοσύνη μας πρός τόν Θεόν περνάει μέσα ἀπό τήν ἐμπιστοσύνη μας πρός τόν Γέροντα. Καί ἔτσι ὁ π. Πανάρετος ἀνέπαυσε τόν Γέροντα, ἀνέπαυσε τήν ἀδελφότητα, ἀνέπαυσε καί τόν Θεόν. Τήρησε τίς ὑποσχέσεις πού ἔδωσε, ὅταν ἔγινε μεγαλόσχημος μοναχός. Ἀντιλογία, ἀργολογία, κατάκρισι, μνησικακία καί ἰδιορρυθμία δέν ὑπῆρχαν στήν ζωή τοῦ π. Παναρέτου. Τόν κανόνα του τόν ἔκανε πάντοτε ἀνελλιπῶς καί τά κομποσκοίνια καί τίς μετάνοιες μέχρι τήν τελευταία ἡμέρα προτοῦ ἀρρωστήσῃ. Ἦταν «βία φύσεως διηνεκής» (Κλίμαξ, Λόγος Α΄, ι΄) Ἡ ἀσθένεια, πού φιλανθρώπως ἐπέτρεψε ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἦταν ἡ τελευταία δοκιμασία γιά τόν π. Πανάρετο, πού τόν καθάρισε καί ἀπό τά τελευταῖα σκουπιδάκια πού παρέμεναν μέσα του, καί ἔτσι καθαρός μετέβη εἰς τάς αἰωνίους μονάς.
Ὁ π. Πανάρετος ἔζησε ἀξίως τοῦ ὀνόματός του καί ἦτο κατά πάντα ἕτοιμος. Μετετέθη ἐκ τῶν προσκαίρων εἰς τά αἰώνια, ἐκ τῆς κοιλάδος τοῦ κλαυθμῶνος καί τά λυπηρά τῆς ζωῆς εἰς τόπον ἀναπαύσεως, «ἔνθα οὐκ ἔστι πόνος, οὐ λύπη, οὐ στεναγμός, ἀλλά ζωή ἀτελεύτητος», δίπλα στόν Κύριο τῆς Δόξης, τόν ὁποῖο ἀγάπησε καί ἐκ νεότητος ὑπηρέτησε, νά συμπαρίσταται μέ τόν μακαριστό Γέροντα ἐνώπιον τοῦ Ἁγίου Θεοῦ. Στερηθήκαμε κατά τό ἀνθρώπινο τό πρωτοπαλλήκαρο καί τό καύχημα τῆς Μονῆς μας. Κερδίσαμε ὅμως ἀκόμα ἕνα ἰσχυρό πρεσβευτή εἰς τούς οὐρανούς ὑπέρ ἡμῶν τῶν παραμενόντων εἰς τό στάδιον τῆς προσκαίρου ζωῆς, νά μᾶς ἐνισχύῃ διά τῶν ἁγίων του πρεσβειῶν στόν πνευματικό μας ἀγῶνα. «Ὡς τῷ Κυρίῳ ἔδοξεν, οὕτω καί ἐγένετο· εἴη τό ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον εἰς τούς αἰῶνας» (Ἰώβ, α΄ 21). Αἰωνία σου ἡ μνήμη ἀξιομακάριστε καί ἀείμνηστε ἀδελφέ ἡμῶν!
Ὁ π. Πανάρετος ἔζησε ἀξίως τοῦ ὀνόματός του καί ἦτο κατά πάντα ἕτοιμος. Μετετέθη ἐκ τῶν προσκαίρων εἰς τά αἰώνια, ἐκ τῆς κοιλάδος τοῦ κλαυθμῶνος καί τά λυπηρά τῆς ζωῆς εἰς τόπον ἀναπαύσεως, «ἔνθα οὐκ ἔστι πόνος, οὐ λύπη, οὐ στεναγμός, ἀλλά ζωή ἀτελεύτητος», δίπλα στόν Κύριο τῆς Δόξης, τόν ὁποῖο ἀγάπησε καί ἐκ νεότητος ὑπηρέτησε, νά συμπαρίσταται μέ τόν μακαριστό Γέροντα ἐνώπιον τοῦ Ἁγίου Θεοῦ. Στερηθήκαμε κατά τό ἀνθρώπινο τό πρωτοπαλλήκαρο καί τό καύχημα τῆς Μονῆς μας. Κερδίσαμε ὅμως ἀκόμα ἕνα ἰσχυρό πρεσβευτή εἰς τούς οὐρανούς ὑπέρ ἡμῶν τῶν παραμενόντων εἰς τό στάδιον τῆς προσκαίρου ζωῆς, νά μᾶς ἐνισχύῃ διά τῶν ἁγίων του πρεσβειῶν στόν πνευματικό μας ἀγῶνα. «Ὡς τῷ Κυρίῳ ἔδοξεν, οὕτω καί ἐγένετο· εἴη τό ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον εἰς τούς αἰῶνας» (Ἰώβ, α΄ 21). Αἰωνία σου ἡ μνήμη ἀξιομακάριστε καί ἀείμνηστε ἀδελφέ ἡμῶν!
Μέ τήν εὐλογία τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου
