Περίοδος Δ΄ – Ἔτος ΚΑ΄
Φλώρινα – ἀριθμ. φύλλου 1069(2)
Τοῦ ἁγ. Γεωργίου τοῦ τροπαιοφόρου
Πέμπτη 23 Ἀπριλίου 2026 (2004)
Εἶπεν ὁ Κύριος· «Ἀποβήσεται δὲ ὑμῖν εἰς μαρτύριον» (Λουκ. 21,13)
* * *
Ποιός ἦταν ὁ ἅγιος Γεώργιος; Γεννήθηκε
στὴ Μικρὰ Ἀσία, στὸ λίκνο τῆς Ὀρθοδοξίας, στὰ εὐλογημένα μέρη τῆς
Καππαδοκίας· εἶνε συμπατριώτης τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Γεννήθηκε σὲ σπίτι
χριστιανικό. Ὁ πατέρας του, κατὰ τὴν παράδοσι, ἦταν μάρτυρας. Ἡ μητέρα
του εὐσεβέστατη. Αὐτὴ φύτεψε στὴν καρδιά του τὴν πίστι. Καὶ ὅ,τι φυτεύει
ἡ μάνα, δὲν τὸ ξερριζώνουν χίλιοι δαίμονες.
Ὅταν ἔγινε 18 χρονῶν ὁ ἅγιος Γεώργιος κατετάγη στὸ στρατό. Ῥωμαλέος στὸ
ἀνάστημα, γενναῖος στὸ φρόνημα, χαλύβδινος στὰ νεῦρα, νωρὶς διακρίθηκε
σὲ μάχες σκληρὲς κατὰ τῶν Περσῶν καὶ ἄλλων βαρβάρων. Ἔτσι ἀνεβαίνοντας
ἀπὸ βαθμὸ σὲ βαθμὸ ἔφτασε μὲ τὴν ἀξία του στὸν ἀνώτερο βαθμό, τοῦ
στρατηγοῦ σχεδόν, καὶ τέλος τοῦ κόμητος. Ἦταν ἕνα ἀπὸ τὰ σπουδαιότερα
στελέχη τῶν λεγεώνων τῆς αὐτοκρατορίας.
Κανείς δὲν γνώριζε ὅτι εἶνε Χριστιανός. Ἦρθε ὅμως ἡ στιγμὴ νὰ ὁμολογήσῃ
τὴν πίστι του. Στὸ θρόνο τῆς Ῥώμης ἀνέβηκε τότε ὁ Διοκλητιανός (284-304
μ.Χ.). Αὐτὸς εἶπε· Θὰ ξερριζώσω κάθε ἴχνος χριστιανισμοῦ· ἐντὸς ὀλίγου
δὲν θὰ ὑπάρχῃ Χριστιανός… Διέταξε γενικὸ διωγμό. Ἔπιαναν τοὺς
Χριστιανοὺς μὲ μόνη κατηγορία τὴν πίστι τους. Ὅταν ὁ Γεώργιος εἶδε νὰ
ὁδηγοῦνται στὰ κριτήρια καὶ νὰ καταδικάζωνται ἄνθρωποι ἀθῷοι,
ἐμφανίστηκε στὰ δικαστήρια συνήγορος τῶν Χριστιανῶν. Ὁ ἔπαρχος τῆς
περιοχῆς τοῦ ἔθεσε τὸ κρίσιμο ἐρώτημα· –Εἶσαι Χριστιανός; –Εἶμαι. –Καὶ
κρυβόσουν τόσον καιρὸ σύ, ἀνώτερος ἀξιωματικός, στὸν ὁποῖο ἡ Ῥώμη
ἐμπιστεύθηκε τέτοιο ἀξίωμα;… Εἶνε στιγμὲς ποὺ ἀπαιτοῦν θυσία. Ἐκεῖνο ποὺ
βαρύνει περισσότερο δὲν εἶνε τὸ ἀξίωμα, ἀλλὰ ἡ πίστι καὶ ἡ συνείδησι.
–Εἶμαι Χριστιανός… Ἀμέσως τὸν ἅρπαξαν, τοῦ ἀφαίρεσαν τὰ διακριτικὰ τοῦ
ἀξιώματος καὶ τὸν ὡδήγησαν ἐνώπιον τοῦ αὐτοκράτορος. Ἐκεῖ πάλι
ὡμολόγησε τὴν πίστι στὸ Χριστό. Ὁ Διοκλητιανὸς ἐξεπλάγη. Τότε ἄρχισε τὸ
φρικτὸ μαρτύριο. Ἀφοῦ τὸν φυλάκισαν, τὸν ἔρριξαν σὲ καμίνι μὲ ἀσβέστη.
Ἔβαλαν πάνω στὸ στῆθος του βαρειὰ πέτρα. Τοῦ φόρεσαν σιδερένια
παπούτσια πυρακτωμένα στὴ φωτιὰ καὶ τὸν ἀνάγκασαν νὰ περπατήσῃ. Τέλος
τὸν ἔβαλαν στὸν τροχό, ἀπαίσιο βασανιστήριο ποὺ κομμάτιαζε τὶς σάρκες.
Ἔμεινε σταθερός. Προσποιήθηκε ὅμως, ὅτι θέλει νὰ προσκυνήσῃ τὰ εἴδωλά
τους. Χάρηκαν ἐκεῖνοι καὶ τὸν ὡδήγησαν στὸ ναὸ ὅπου ὑπῆρχε χρυσὸ
παρακαλῶ ἄγαλμα τοῦ Ἀπόλλωνος. Οἱ σαλπιγκταὶ σάλπισαν καὶ μαζεύτηκε
κόσμος. Ἐκεῖνος γονάτισε, ἔκανε τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, κι ἀμέσως –ἂς μὴν
πιστεύουν οἱ ἄπιστοι, δικαίωμά τους, ἐμεῖς πιστεύουμε–, ἔγινε σεισμὸς
καὶ ἔπεσαν τὰ ἀγάλματα· ἔγιναν κομμάτια, κονιορτοποιήθηκαν.
Τότε ὁ ἑκατόνταρχος καὶ οἱ Ῥωμαῖοι στρατιῶτες πίστεψαν στὸ Χριστό.
Πίστεψε μάλιστα καὶ ἡ σύζυγος τοῦ Διοκλητιανοῦ, ἡ Ἀλεξάνδρα, μαζὶ μὲ
τρεῖς ὑπηρέτες της. Καὶ ὅλοι αὐτοὶ μαρτύρησαν. Ὁ ἕνας ἔφερε στὴν πίστι
πολλούς. Τέλος ἕνα ἐκτελεστικὸ ἀπόσπασμα τὸν ὡδήγησε στὸν τόπο τοῦ
μαρτυρίου. Ἐκεῖ ἄστραψε τὸ ξίφος τοῦ δημίου. Καὶ ἡ μὲν κεφαλή του ἔπεσε
αἱμόφυρτη στὴ γῆ, γιὰ νὰ γίνῃ πηγὴ θαυμάτων, ἡ δὲ ψυχή του, λευκὴ σὰν
τὸ χιόνι καὶ σὰν τὸ περιστέρι, ἀνέβηκε στὰ δώματα τῆς αἰωνίου
μακαριότητος.
* * *
Αὐτὸς εἶνε μὲ λίγα λόγια ὁ βίος τοῦ μεγαλομάρτυρος ἁγίου Γεωργίου. Καὶ
ἂν θέλουμε κ᾿ ἐμεῖς νὰ τὸν τιμοῦμε, δὲν ἀρκεῖ ἁπλῶς νὰ ἀσπαζώμαστε τὴν
εἰκόνα του καὶ νὰ τοῦ ἀνάβουμε κερὶ τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς του. Αὐτὸ εἶνε
εὔκολο. Κάτι ἄλλο χρειάζεται. Οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ἱερὸς
Χρυσόστομος, λένε· «Τιμὴ μάρτυρος μίμησις μάρτυρος» (Εἰς μάρτ. ὁμ.·
P.G. 50,663). Αὐτὸ σημαίνει, ὅτι πρέπει κ᾿ ἐμεῖς νὰ βαδίσουμε στὰ ἴχνη
του.
Δὲν ἦταν ὁ ἅγιος Γεώργιος διαφορετικὸς ἀπὸ μᾶς. Σάρκα καὶ ὀστᾶ εἶχε κ᾿
ἐκεῖνος, ἀπὸ τὸ ἴδιο φύραμα ἦταν. Ἂν σᾶς πῶ νὰ μιμηθῆτε ἕναν ἄγγελο, θὰ
πῆτε Μὰ εἴμαστε ἄνθρωποι… Ἂς μιμηθοῦμε λοιπὸν τὸν ἅγιο Γεώργιο, ποὺ
ἦταν ἄνθρωπος κι αὐτός, τέκνον τῆς γῆς, παιδὶ τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὔας,
καὶ ὅμως ἔφτασε σὲ τέτοιο ὕψος. Νὰ τὸν μιμηθοῦμε ὄχι βέβαια στὰ
θαύματα· ἐκεῖ δὲν μποροῦμε λόγῳ ἐλλείψεως πίστεως. Ἂς τὸν μιμηθοῦμε ἐκεῖ
ποὺ μποροῦμε. Καὶ αὐτὸ εἶνε ἡ ὁμολογία. Ὅπως ἐκεῖνος ὡμολόγησε τὸ
Χριστό, ἔτσι κ᾿ ἐμεῖς νὰ εἴμαστε θαρραλέοι ὁμολογηταὶ τῆς πίστεώς μας.
Οἱ περισσότεροι Χριστιανοὶ δὲν μιλᾶνε δυστυχῶς. Ἐγὼ πιστεύω, σοῦ λέει.
Πιστεύει, ἀλλὰ ποτέ του δὲν ὁμολογεῖ. Ὁ χιλιαστὴς ἢ ὁ μαρξιστὴς καὶ ὁ
ἄθεος μιλοῦν· οἱ Χριστιανοί, ποὺ ἔχουν τὴν ἀλήθεια, εἶνε μουγγοθόδωροι·
λὲς καὶ δὲν τοὺς ἔδωσε ὁ Θεὸς οὔτε νοῦ οὔτε γλῶσσα. Ἐὰν ὁ ἅγιος
Γεώργιος δὲν ὡμολογοῦσε Χριστόν, θὰ ἔσῳζε τὴ ζωή του, δὲν θὰ ἦταν ὅμως
ἅγιος· ἐὰν δὲν ὡμολογοῦσε, θὰ προωθεῖτο ἀκόμη πιὸ ψηλά, θὰ γινόταν
στρατάρχης· μετὰ ὅμως τὸ ὄνομά του θὰ ἔσβηνε, ὅπως ἔσβησαν τὰ ὀνόματα
τόσων στραταρχῶν, Ναπολεόντων καὶ καισάρων. «Εἰς μνημόσυνον αἰώνιον
ἔσται δίκαιος» (Ψαλμ. 111,6). Ἔμεινε ἀλησμόνητος καὶ τιμᾶται, γιατὶ
ὡμολόγησε Χριστόν. Ὅπως λοιπὸν ἐκεῖνος ὡμολόγησε ἐνώπιον τῶν ἰσχυρῶν
τῆς ἡμέρας μὲ κίνδυνο, ἔτσι κ᾿ ἐμεῖς. –Μὰ ποῦ νὰ ὁμολογοῦμε; θὰ πῆτε.
Δίδονται εὐκαιρίες. Ἂς ὑπενθυμίσω μερικές.
⃝ Κάθεσαι στὸ τραπέζι σὲ ἑστιατόριο καὶ κανείς δὲν κάνει σταυρό. Σήκω
ἐσὺ καὶ κάνε τὸ σταυρό σου. Μειδιάματα θὰ σὲ ὑποδεχθοῦν ἀπὸ τὰ γύρω
τραπέζια. Ἀλλ᾿ ἐὰν δὲν κάνῃς σταυρό, εἶσαι ψεύτικος χριστιανός. Ὁ
Χριστὸς γιὰ σένα ἀνέβηκε γυμνὸς στὸ σταυρό· ἐσὺ δὲν ἔχεις τὸ θάρρος νὰ
τὸν ὁμολογήσῃς;
⃝ Ἄλλη εὐκαιρία ὁμολογίας εἶνε, νὰ διαφωτίζῃς τοὺς ἄλλους γιὰ τὸ περιεχόμενο τῆς πίστεώς σου.
⃝ Θέλεις κι ἄλλη εὐκαιρία; Βαδίζεις στὸ δρόμο κι ἀκοῦς μιὰ βλασφημία.
Δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερο κακό. Ἔλεγξε λοιπὸν τὸ βλάσφημο ὅποιος κι ἂν
εἶνε. Μὲ συγχωρεῖτε, ἀγαπητοί· ὑπηρέτησα τρία χρόνια στὸ στρατὸ καὶ ἔχω
πολλὰ ἐπεισόδια τέτοια, ποὺ μ᾿ ἀξίωσε ὁ Θεὸς νὰ ἐλέγξω ταγματάρχες,
συνταγματάρχες, στρατηγούς· γιατὶ ἦταν μὲν καλοὶ καὶ γενναῖοι
ἀξιωματικοί, ἀλλὰ μερικοὶ εἶχαν τὴν κακὴ συνήθεια, ἐν ὥρᾳ πολέμου, τὴ
στιγμὴ ποὺ ὁ ἱερεὺς μὲ τὸ σταυρὸ ἀνέβαινε τὰ ὕψη τῶν ὀρέων καὶ φώναζε
ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος, αὐτοὶ δυστυχῶς, ἀπὸ κακὴ συνήθεια ἢ καὶ ἐκ
προθέσεως, βλαστημοῦσαν καπηλικῶς τὰ θεῖα. Ἀκοῦς λοιπὸν τὸ συστρατιώτη
σου ἢ τὸ συμμαθητή σου ἢ τὸ συνάδελφό σου στὸ γραφεῖο καὶ βλαστημάει;
Στόπ! φώναξε. Εἶνε ἡ στιγμὴ γιὰ ὁμολογία. Καὶ λέει ὁ Χρυσόστομος, ὄχι
ἐγὼ ὁ ἁμαρτωλὸς ἐπίσκοπος· Ἀκοῦς τὸν ἄλλο νὰ βλαστημάῃ; μαρτύρησον
ὑπὲρ τοῦ Χριστοῦ. Καὶ τί νὰ κάνῃς· συμβούλεψέ τον μιά, δυό, τρεῖς
φορές. Δὲν ἀκούει; Ἔχεις γλῶσσα; Ἔλεγξέ τον. Ἔχεις χέρι; Χτύπησέ τον.
Χέρι ποὺ θὰ χτυπήσῃ βλάστημο θὰ ἁγιάσῃ. Δὲν εἶνε ἄξιοι τιμωρίας μόνο
αὐτοὶ ποὺ βλαστημοῦν· εἴμαστε κ᾿ ἐμεῖς ποὺ καθόμαστε καὶ τοὺς ἀκοῦμε
ἀπαθῶς.
Σᾶς εἶπα μερικὲς εὐκαιρίες ὁμολογίας τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ· ὄχι
βέβαια στὴν κλίμακα ποὺ τὸ ἔκανε ὁ ἅγιος Γεώργιος· σὲ πολὺ μικρότερη.
Κι ὅταν μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Χριστοῦ μάθουμε νὰ ὁμολογοῦμε σὲ μικρὴ
κλίμακα, τότε θὰ μᾶς ἀξιώσῃ νὰ γίνουμε ὁμολογηταὶ καὶ σὲ μεγαλύτερη.
Εἴθε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς διὰ πρεσβειῶν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου
καὶ πάντων τῶν ἁγίων νὰ μᾶς ἀναδείξῃ ὁμολογητάς, μιμητὰς τοῦ ἁγίου
μεγαλομάρτυρος Γεωργίου· ἀμήν.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
