Τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν, οὔτε δεήθητι οὔτε δεήθητε (Μυστικές Εὐχές)
Παν. Δ. Παπαδημητρίου, PhD
βʹ ἔκδοσις, 28/4/2026
(γιά καλύτερη ἐμπειρία ἀνάγνωσης, γιά τίς παραπομπές, τίς ἀναφορές, κτλ., δεῖτε παρακάτω τό PDF)
«Μυστικῆς ἐπιτελουμένης Εὐχῆς» (Ἅγ. Γρηγόριος Νύσσης, 4ος αἰ.)
Στὴν Ἐκκλησία Τελετάρχης εἶναι ὁ Διάκονος.1 «Ὁ ρόλος τοῦ Διακόνου στή θεία λατρεία εἶναι μέ πολλή σοφία καθορισμένος. Ἐκτελεῖ χρέη τελετάρχου πρός δύο κατευθύνσεις [πολλάκις ταυτοχρόνως]·2 πρός τόν Λαόν καί πρός τόν Ἱερέα».3 Φυσικὰ ἀπουσίᾳ Διακόνου, σὲ Συλλείτουργο, ἕνας ἀπὸ τοὺς Ἱερεῖς ἀναλαμβάνει (μέσα ἀπὸ τὸ Ἱερό) τὴν προσφώνηση (ἐκφώνηση) τῶν Εὐχῶν τοῦ Διακόνου.
Α. Τριῶν εἰδῶν Εὐχές στὴν Λειτουργία
Στὴν Θεία Λειτουργία ἔχουμε τριῶν εἰδῶν Εὐχές:
α) Κοινὲς 4 Εὐχές διά Προσφωνήσεως (ἔκφωνες,5 φωναχτές) ὑπὸ τοῦ Διακόνου,
β) Εὐχές Ἱερατικές (μυστικές, ἄνευ μικροφώνων,6 μὲ μία ἐξαίρεση),
γ) Εὐχές Λαϊκές-Μοναχικές 7 (ἐπίσης μυστικές, ὅπως καὶ οἱ Ἱερατικές).
Ἔχουμε πρῶτον, τὶς κοινὲς διὰ Προσφωνήσεως (ἔκφωνες) Εὐχές, τὶς ὁποίες προσφωνεῖ («χῦμα») ὁ Διάκονος (πάντοτε προσευχόμενος, στραμμένος πρὸς Ἀνατολάς),8 πρὸς τὸν Ἱερέα, καὶ πρὸς τὸν Πιστὸ Λαό. Ὅτι λέμε σήμερα Διακονικά, Εἰρηνικά, Συναπτές, Δεήσεις, ἢ Διακονικὲς αἰτήσεις/ δεήσεις, τόν 4ον αἰ. καὶ ἐνωρίτερον ἐλέγοντο Εὐχὴ διὰ Προσφωνήσεως, ὅπως μαρτυρεῖ ὁ ΙΘʹ Κανὼν τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου (364 μ.Χ.).9 Καὶ μέχρι πρότινος ὅμως, τὰ Διακονικά Εὐχὲς λέγονταν (πρὶν ἡ δυτικότροπη Λειτουργική τάχα Ἀναγέννηση μονοπωλήσει τὸν ὅρο Εὐχὲς ἀποκλειστικὰ γιὰ τὶς Ἱερατικὲς Εὐχές), ὅπως π.χ. φαίνεται στὸ Ἱεροτελεστικὸν τοῦ Βογιατσῆ.10 Εὐχὲς εἶναι ἡ κάθε αἴτησις χωριστά, ἀλλὰ Εὐχὴ εἶναι κυρίως τὸ σύνολο τῶν αἰτήσεων σὺν τὴν κατακλείδα στὸ τέλος.
Προσφώνησις εἶναι ἡ ὑπὸ τοῦ Διακόνου κοινὴ προτροπή, κοινὴ πρόσκλησις τοῦ Ἱερέως (πρωτίστως) καὶ τοῦ Λαοῦ (καὶ τοῦ Ἱεροψάλτου) γιὰ Προσευχή,11 μέσῳ τῶν κοινῶν Συναπτῶν καὶ Δεήσεων. Οἱ διὰ προσφωνήσεως Εὐχὲς ἦσαν ἀρχικὰ ἐκτενέστατες.12 Καὶ ἡ ἐν Λαοδικείᾳ Σύνοδος μᾶς πληροφορεῖ ὅτι ἦσαν τότε δύο διὰ Προσφωνήσεως Εὐχὲς τῶν Πιστῶν (ὑπῆρχαν καὶ ἄλλες τῶν Κατηχουμένων, τῶν Ἐνεργουμένων κτλ.).
Ὅταν λέμε στὴν Λειτουργιολογία, Ἱερατικὲς Εὐχὲς τῶν Πιστῶν, Ἱερατικὲς Εὐχὲς τῶν Κατηχουμένων, κτλ., δὲν ἐννοεῖται Ἱερατικὲς Εὐχὲς ποὺ τάχα ἀπευθύνονται στοὺς Πιστούς, στοὺς Κατηχούμενους (δὲν εἶναι Εὐχὲς διὰ Προσφωνήσεως), οὔτε ἐννοεῖται ὅτι πρέπει τὶς Ἱερατικὲς αὐτὲς Εὐχὲς νὰ τὶς ἀκοῦνε οἱ Πιστοί, οἱ Κατηχούμενοι, κτλ. (ὅπως μεγάλως σφάλλουν μερικοί, καὶ ἐρμηνεύουν αὐθαιρέτως), ἀλλὰ ἐννοοῦνται ὡς Εὐχὲς τῶν Ἱερέων ὑπὲρ τῶν Πιστῶν, ὑπὲρ τῶν Κατηχουμένων, κτλ..
Ὅλες οἱ Εὐχὲς (Διακονικές, Ἱερατικές, Λαϊκές, Μοναχικὲς) στὸν Θεὸν ἀπευθύνονται ὄχι στοὺς ἀνθρώπους (!), ἀλλὰ ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων, ὑπὲρ τῶν Ἱερέων, ὑπὲρ τῶν Πιστῶν, ὑπὲρ τοῦ Κόσμου ἐν γένει, κτλ.. Αὐτὸ φαίνεται ξεκάθαρα, π.χ. «Ὑπὲρ ... τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν», ὄχι «Ὑπὲρ ... τοῦ ...Λαοῦ δεηθῶμεν».
Ὅμως, τὶς κοινὲς διὰ Προσφωνήσεως Εὐχὲς τῶν Πιστῶν, τῶν Κατηχουμένων, ποὺ προσφωνοῦνται ἀπὸ τὸν Διάκονο, αὐτὲς ναί, πρέπει νὰ τὶς ἀκοῦνε πρωτίστως οἱ Ἱερεῖς, καὶ φυσικὰ οἱ Πιστοί, (καὶ οἱ Κατηχούμενοι τὶς ὑπὲρ τῶν Κατηχουμένων), (γιὰ αὐτὸ λέγονται καὶ διὰ Προσφωνήσεως Εὐχές), ὥστε ὑπακούοντες στὴν κοινὴ πρὸς αὐτοὺς Προσφώνηση τοῦ Διακόνου νὰ ἀνταποκρίνονται προσευχόμενοι μυστικῶς (κατὰ διάνοιαν, μέσα τους) καὶ οἱ Ἱερεῖς καὶ ὁ Λαός μὲ τὶς Εὐχές τους ἀντίστοιχα. Αὐτὸ ὑποστηρίζεται καὶ ἀπὸ τὸν ΙΘʹ Κανόνα τῆς Συνόδου τῆς Λαοδικείας: «τὴν πρώτην [Εὐχὴ τῶν Πιστῶν] διὰ σιωπῆς».
Οἱ κοινὲς διὰ Προσφωνήσεως Εὐχὲς πάντοτε λέγονταν καὶ λέγονται
ἐκφώνως, χῦμα, ὑπὸ τοῦ Διακόνου, καὶ ὁ Ἱερέας ἀνταποκρινόμενος,
παράλληλα καὶ μυστικῶς εὐχόταν καὶ εὔχεται, καὶ ὁ πιστὸς Λαὸς παράλληλα
μὲ τὸν Ἱερέα εὐχόταν καὶ εὔχεται ἐπίσης, κατὰ διάνοιαν [PG 1,
1076-1077],13 μυστικῶς, μέσα του, λέγοντας κυρίως Κύριε ἐλέησον ἢ ὅπως
φώτιζε καὶ φωτίζει ὁ Θεός (καὶ κατὰ τὴν προσευχητική του δύναμη ὁ
καθένας χάριτι Θεοῦ).14 Οἱ Ψάλτες μόνον, ἐκφώνως τὸ Κύριε ἐλέησον.
Δηλαδή,
στὴν Θεία Λειτουργία, ὡς ὑπακοὴ καὶ ἀνταπόκριση στὶς κοινὲς διὰ
Προσφωνήσεως Εὐχὲς ὑπὸ τοῦ Διακόνου, ἔχουμε τὰ ἄλλα δύο εἴδη Εὐχῶν ποὺ
εἴπαμε. Τὶς Ἱερατικές μυστικές Εὐχές τοῦ Ἱερέως, καὶ τὶς μυστικές Εὐχές
τοῦ Πιστοῦ Λαοῦ (καὶ τῶν Μοναχῶν, Γερόντων15).
Β. Τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν, οὔτε δεήθητι μήτε δεήθητε
Πρέπει νὰ ἐννοήσουμε, νὰ καταλάβουμε καλὰ ὅτι:
Ὅταν ὁ Διάκονος
προσφωνεῖ, δὲν λέει Ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεήθητι πάτερ! Καὶ ἐσεῖς πιστὲ
Λαέ ἀκούετε τὸν πάτερ νὰ προσεύχεται ἐκφώνως!
Οὔτε λέει, Ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεήθητε πιστοί!
Ἀλλά, τί προσφωνεῖ;
Προσφωνεῖ: Ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν!
Ὁ Διάκονος σὲ ποιοὺς λέει τὸ δεηθῶμεν; Φυσικά, στὸν Ἱερέα, καὶ στὸν πιστὸ Λαό.
Σύμφωνα μὲ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο (+407), τὸ λέει κατ’ ἀρχὴν στὸν Ἱερέα νὰ ἀρχίσει νὰ προσεύχεται, ἐννοεῖται μυστικῶς, μὲ τὴν Ἱερατική του Εὐχή, καὶ πρὸς τὸν Λαὸν νὰ ἀρχίσει παράλληλα/ταυτόχρονα νὰ προσεύχεται ἐπίσης μυστικῶς μὲ τὸ Κύριε ἐλέησον (ὁ Ψάλτης μόνον ἐκφώνως Κύριε ἐλέησον) ἢ μὲ τὴν δική του μυστικὴ Εὐχὴ ἕκαστος τῶν Πιστῶν:
«Τό γάρ, ∆εηθῶμεν, οὐ τοῖς Ἱερεῦσι λέγεται μόνον, ἀλλά καί τοῖς εἰς τόν Λαόν συντελοῦσιν» [PG 61, 399],16
«Αὐτὸ τὸ “δεηθῶμεν” ὡς καὶ τὸ “στῶμεν καλῶς” ποὺ ἀκούομεν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, δὲν ἀπευθύνονται μόνον εἰς τοὺς Ἱερεῖς, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ Ἐκκλησίασμα, τὸν λαόν».17
Καὶ γραμματικῶς, τό “δεηθῶμεν” εἶναι κοινὴ κλήση γιὰ προσευχὴ καὶ πρὸς τὸν Ἱερέα καὶ πρὸς τὸν πιστὸ Λαό.
Γιὰ αὐτὸ καὶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, διαχωρίζει τὶς Εὐχὲς τοῦ Λαοῦ, ἀπὸ τὶς Εὐχὲς τῶν Ἱερέων:
«Ἀπατᾷς σαυτόν ἄνθρωπε· εὔξασθαι µὲν γὰρ καὶ ἐπὶ τῆς οἰκίας δυνατόν, οὕτω δὲ εὔξασθαι ὡς ἐπὶ τῆς Ἐκκλησίας ἀδύνατον, ὅπου Πατέρων πλῆθος τοσοῦτον, ὅπου βοὴ πρὸς τὸν Θεὸν ὁµοθυµαδὸν ἀναπέµπεται. Οὐχ οὕτως εἰσακούῃ κατὰ σαυτὸν τὸν Δεσπότην παρακαλῶν, ὡς μετὰ τῶν ἀδελφῶν τῶν σῶν. Ἐνταῦθα γὰρ ἐστί τι πλέον, οἷον ἡ ὁμόνοια καὶ ἡ συμφωνία, καὶ τῆς ἀγάπης ὁ σύνδεσμος, καὶ αἱ τῶν ἱερέων εὐχαί. Διὰ γὰρ τοῦτο οἱ ἱερεῖς προεστήκασιν, ἵνα αἱ τοῦ πλήθους εὐχαὶ ἀσθενέστεραι οὗσαι, τῶν δυνατωτέρων τούτων ἐπιλαβόμεναι, ὁμοῦ [τὸ ὁμοῦ (=μαζί), προϋποθέτει ὄχι μόνον τὸ ταυτόχωρον, ἀλλὰ καὶ τὸ ταυτόχρονον, ἄρα παραλλήλως τῷ χρόνῳ· τὸ παραλλήλως προϋποθέτει τὸ μυστικῶς παρὰ τοῦ ἱερέως, ἀφοῦ ταυτόχρονα καὶ ὁ Λαὸς προσεύχεται μυστικῶς] συνανέλθωσιν αὐταῖς εἰς τὸν οὐρανόν»,18 [PG 48,725].
Τί εἶναι αὐτὴ ἡ «βοὴ πρὸς τὸν Θεὸν ὁµοθυµαδὸν» (βροντὴ προσευχῆς μὲ ὁμοθυμία) ποὺ λέει ὁ Ἅγιος; Εἶναι Δύναμις! Ὅλων οἱ ταυτόχρονες, παράλληλες μυστικὲς Προσευχές, καὶ τοῦ Ἱερέως, καὶ τοῦ Λαοῦ, δὲν πηγαίνουν ξεχωριστὰ στὸ Θεόν, ἀλλὰ γίνονται μία μυστική βοή,19 μία Δύναμις, μία Προσευχή ὅλων ποὺ πηγαίνει στὸν Θεόν.
Τὴν ἴδια ἐμπειρία μὲ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο, καὶ ἐκτὸς Λειτουργίας τὴν εἶχε καὶ μᾶς τὴν ἐξήγησε ὁ Ἅγιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης, ὁ ὁποῖος μᾶς λέγει γιὰ τὴν ὁμαδικὴ προσευχὴ τῶν πνευματικῶν τέκνων τοῦ μακαριστοῦ Μητρ. Φλωρίνης Αὐγουστίνου Καντιώτου:
«Ἐγὼ πολὺ κατανύχθηκα τὴν ἡμέρα ἐκείνη ποὺ εἶδα τὸν κόσμο νὰ κλαίγανε. Χιλιάδες ψυχὲς νὰ προσεύχονται ὅλες μαζί. Μία δύναμις. [...]. Πώ, πώ... Μία δύναμις συμπυκνωμένη. Δὲν ξέρω πῶς νὰ τὸ πῶ. Δύναμις. Δὲν μπορῶ νὰ τὴν πῶ οὔτε ἀτομική <ἐνέργεια>. Κάτι ἀνώτερο. Κάτι μεγάλο. [...]. Ὅλοι προσηύχοντο. Ψυχές, χιλιάδες ψυχές. Κόσμος... [...]. Γιατί, μὴν κοιτάζεις... Ἐσεῖς μπορεῖ νὰ μὴν προσευχηθήκατε ἔτσι δυνατά. Ὑπῆρχαν ὅμως μέσα στὸ πλῆθος - καὶ τὶς χιλιάδες ποὺ ἔβλεπα ἐγώ - ψυχές, ποὺ εἶχαν συνεπάρει καὶ τὶς ἄλλες μαζί. Εἶχε γίνει μία προσευχή, μία δύναμις ὅλων. Ὅλων ἡ προσευχὴ εἶχε γίνει μία δύναμις. Καὶ οἱ μεγάλοι προσηύχοντο, καὶ οἱ μικροὶ μπαίνανε μὲς στοὺς μεγάλους. Μία δύναμις!».20
Πῶς προσηύχετο αὐτὸ τὸ πλῆθος; Ἕνας προσηύχετο εἰς ἐπήκοον τῶν λοιπῶν; Φυσικά ὄχι. Ὅλοι μαζὶ ἀλλὰ καὶ μυστικῶς, μέσα τους δηλαδή, προσηύχοντο. Παρότι ὅμως προσηύχοντο ὅλοι μαζί, καὶ ἄλλοι προσεύχονταν πιὸ δυνατὰ ἀπὸ τοὺς λοιπούς, δὲν ἦσαν ξεχωριστὲς Προσευχές, ἀλλὰ εἶχε γίνει μία Προσευχή, μία δύναμις ὅλων, ποὺ πήγαινε στὸν Θεό!
Βέβαια, «τὴν δύναμιν εἰς τὴν προσευχὴν δὲν τὴν δίδει ἁπλῶς ὁ μέγας ἀριθμὸς τῶν συμπροσευχομένων, ἀλλ’ ἡ προσθήκη τῆς ἀρετῆς τούτων εἰς αὐτήν [τὴν προσευχήν]». Δηλ. «ἡ προσευχὴ τοῦ πλήθους ἔχει μεγάλην δύναμιν, ὅταν συνυπάρχῃ καὶ ἡ ἀρετή».21
Γ. Ἡ Κοινή Προσευχή στὴν Λειτουργία
Ὁ Πιστὸς στὴν κοινή προσευχή του στὴν Λειτουργία δὲν ἐκπροσωπεῖται οὔτε ἀπὸ τὸν Ἱερέα, οὔτε ἀπὸ τὸν Ψάλτη,22 ἀλλὰ «ὑπο-βοηθεῖται» ἡ προσευχή του23 (κατὰ τρόπον μυστικόν, Χάριτι Θεοῦ), ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς ἀγάπης τῆς εἰς ἀλλήλους, ἀπὸ τὴν μυστικὴ προσευχὴ τοῦ Ἱερέως κυρίως, τοῦ Ψάλτου, καὶ ἐπίσης ἀπὸ τὴν προσευχὴ ἄλλων Πιστῶν ἐχόντων εἴτε μεγαλυτέραν εἴτε καὶ μικροτέραν ἀρετὴν αὐτοῦ24 (βλ. ἐπίσης τὴν ἐμπειρία τοῦ Ἁγ. Πορφυρίου, καὶ τὸν Ἅγ. Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο, στὴν ἐνότητα §Β).
Ὁ Λαὸς δὲν εἶναι παθητικὸς θεατής, οὔτε παθητικὸς ἀκροατής τοῦ Ἱερέως25 ἢ τοῦ Ψάλτου, οὔτε παπαγαλίζει (ἠχολαλεῖ)26 τὶς μυστικὲς Εὐχὲς τῶν Ἱερέων στὴν κοινή Προσευχή τῆς Ἐκκλησίας, διαβάζοντας μέσα ἀπὸ τὰ μοντερνιστικὰ «Ἱερατικὰ τῶν πιστῶν» ποὺ κακῶς χρησιμοποιοῦνται μέσα στὶς Ἀκολουθίες.
Κοινή Προσευχή στὴν Λειτουργία σημαίνει Προσευχὴ ἀπὸ κοινοῦ, δηλ. νὰ προσευχηθοῦμε μαζί, ὁμοῦ, ἀνταποκρινόμενοι ἕκαστος, καὶ οἱ Ἱερεῖς καὶ ὁ Λαός,27 μυστικῶς προσευχόμενοι στὶς κοινὲς (γιὰ τοὺς Ἱερεῖς καὶ τὸν Λαὸ) διὰ Προσφωνήσεως Εὐχὲς τοῦ Διακόνου, βλ. ἀνωτέρω [PG 48, 725], καὶ ὅλων οἱ Εὐχὲς γίνονται μία Προσευχή, μία Δύναμις! 28
Δ. Σχετικά Λειτουργικά σφάλματα Ἰωάννου Φουντούλη 29
Σχετικὰ λειτουργικὰ σφάλματα τοῦ μακαριστοῦ Ἰωάννου Φουντούλη (ὑποσ. 29) εἶναι τὰ ἑξῆς:
1. Ὅπως εἴδαμε καὶ ἀναλύσαμε σὲ προηγούμενα ἄρθρα μας, [ΠΠ7, ΠΠ13, ΠΠ14], δυστυχῶς ἀπέρριψε τὴν ἀρχαιοτάτη καὶ μέχρι τῶν ἡμερῶν μας ζῶσα ὀρθόδοξη ἱερὰ παράδοση τό· «ποιοῦντος τοῦ Διακόνου τὴν Εὐχήν, ὁ Ἱερεὺς ἐπεύχεται τὴν Εὐχήν»), ποὺ στηρίζεται μάλιστα στὴν ἀρχαιότερη ὑπάρχουσα χειρόγραφη παράδοση, καὶ στὸν Ἅγ. Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο.30
2. ἔσφαλλε σὲ σημεῖο νὰ γράψει ὅτι: «Ὁ εὐχόμενος δέ Ἱερεύς, κατά κάποιο τρόπο, ἀποσπάσθηκε καὶ ἀνεξαρτητοποιήθηκε (sic) ἀπὸ τὴν λατρεύουσα κοινότητα, ἀφοῦ κατὰ τὴν ὥρα τῶν διακονικῶν ἢ [ὅταν ἄνευ Διακόνου ἐνίοτε] τῆς ψαλμωδίας τῶν ἀντιφώνων καὶ τοῦ τρισαγίου διαβάζει τὶς εὐχές»!31 Ἀφοῦ οἱ Πατέρες ἔβαλαν τὸν Διάκονο νὰ τὸν προστάξει, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν (πάτερ)!
3. θεωρεῖ ἐσφαλμένως (ὅπως καὶ πλεῖστοι τῶν Κληρικῶν καὶ Λειτουργιολόγων) ὅτι τάχα οἱ Συναπτές (τὰ Διακονικά) ἀπευθύνονται32 μόνον πρὸς τὸν πιστόν Λαόν,33 οὐσιαστικὰ ἐπαναλαμβάνοντας τὸ σφάλμα τοῦ δασκάλου του Τρεμπέλα καὶ τῆς ἐποχῆς τους.34
4. θεωρεῖ αὐθαιρέτως ὅτι τὰ Διακονικά τάχα «εἰσαγάγουν» στὴν Εὐχὴ τοῦ Ἱερέως.35, 36, 37 Ἀφοῦ ἡ μυστικὴ Εὐχὴ τοῦ Ἱερέως εἶναι ὀφειλομένη «ἀνταπόκριση» στὴν διὰ Προσφωνήσεως Εὐχὴ (καὶ κέλευσμα γιὰ προσευχή) τοῦ Διακόνου, εἶναι ἀπολύτως φυσικό, λογικό, νὰ ὑπάρχει ὁμοιότητα θέματος.
5. θεωρεῖ ἐσφαλμένως (ὡς ἀπόρροια τοῦ #4) ὅτι ἡ Εὐχὴ τοῦ Ἱερέως λέγεται χρονικῶς, μετὰ τὴν τοῦ Διακόνου διὰ προσφωνήσεως Εὐχήν, καὶ ὄχι παράλληλα, ὅπως ἔχει ἡ ζῶσα λειτουργικὴ παράδοση καὶ ἡ ἀρχαία χειρόγραφη παράδοση (βλ. ὑποσ. 31).
6. θεωρεῖ ὅτι τάχα ἡ ὀρθὴ καὶ ἀρχικὴ θέση τῶν Ἱερατικῶν Εὐχῶν (ἀνεξαρτήτως μὲ ἢ ἄνευ Διακόνου ἢ ἄλλου Ἱερέως) εἶναι ἀκριβῶς πρὶν ἀπὸ κάθε μιὰ ἐκφώνηση, τὸ ὁποῖο εἶναι ἀντίθετο μὲ τὴν διὰ ζώσης Ἱερὰ Παράδοση, ἀντίθετο καὶ μὲ τὴν πλειοψηφικὴ (καὶ ἀρχαιότερη) χειρόγραφη λειτουργικὴ Παράδοση.38, 39 Αὐτὸ τὸ λάθος40, 41 δυστυχῶς σάρωσε τὰ σύγχρονα Ἱερατικὰ τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας (βλ. ὑποσ. 29) ἤδη ἀπὸ τὸ 1962 ἀλλὰ φαίνεται ἡ Παράδοση ἦταν ἀκόμη γερή, δὲν εἶχε ἀλλοιωθεῖ πολὺ διὰ τῶν διαφόρων λειτουργιολογικῶν νεωτεριστικῶν ἐκδόσεων. Μάλιστα λόγῳ τῆς συγχύσεως ποὺ προφανῶς προκάλεσε αὐτὴ ἡ ἀλλαγὴ στὰ Ἱερατικά, στοὺς παραδοσιακοὺς Ἱερεῖς ποὺ λειτουργοῦν μόνοι, ἀναγκάστηκαν ἀργότερα (1977) νὰ παραδεχθοῦν καὶ νὰ καταγράψουν τὴν Παράδοση ὅτι: «Ἐὰν λειτουργῇ μόνος ὁ Ἱερεύς, τὴν ἑπομένην Εὐχή, ὡς καὶ τὰς λοιπάς, λέγει, πάντοτε μυστικῶς, μετὰ τὴν Ἐκφώνησιν, ὅταν ὁ Χορὸς ψάλλῃ τὰ σχετικά» (Ἱερατικόν 1977/2000, σ. 106, βλ. καὶ Ἱερατικόν Οἰκ. Πατρ. 1895, Ἱερατικόν Ἀ.Δ. 1951). Ἂν τελειώσει πρῶτος ὁ Ψάλτης (ποὺ πρέπει νὰ «ἐπιμηκύνει» λίγο σὲ ἐκεῖνα τὰ σημεῖα τὴν ἀπόκριση (ἢ καὶ νὰ τὴν ἐπαναλάβει) ὅταν εἶναι ἕνας μόνος Ἱερεύς, γιὰ αὐτὸ καὶ στὴν Λειτουργία τοῦ Μ. Βασιλείου λόγῳ τῶν ἐκτενέστερων Ἱερατικῶν Εὐχῶν τὰ Λειτουργικά τοῦ Ψάλτου εἶναι ἐκτενέστερα), ἐπικρατεῖ ἐνίοτε λειτουργικὴ προσευχητικὴ σιγή (σιωπή) στὴν Ἐκκλησία μέχρι νὰ τελειώσει καὶ ὁ Ἱερέας τὴν μυστική του Εὐχή.42 Αὐτὴν πάντως τὴν καινοτομία τῆς θέσεως τῆς Ἱερατικῆς Εὐχῆς, δηλ. τῆς χρονικῆς μεταθέσεως τῆς Ἱερατικῆς Εὐχῆς ἀκριβῶς πρὸ τῆς Ἐκφωνήσεως (ἀνεξαρτήτως μὲ ἢ ἄνευ Διακόνου ἢ ἄλλου Ἱερέως), τὴν βλέπουμε νωρίτερα, π.χ. στὶς Εὐχὲς τῶν Ἀντιφώνων43 ἀπὸ τὸν Ἀρχιμ. Σεραφεὶμ Παπακώστα (1892-1954), ἐπικεφαλὴς τῆς «ΖΩΗΣ» (ποὺ ἤδη εἶχε παρασυρθεῖ ἀπὸ τὸν Τρεμπέλα στὶς Μυστικὲς Εὐχές),44 ἐκ τῶν ὁποίων προφανῶς πῆρε θέσεις καὶ ὁ Φουντούλης. Πάντως καί τό 1953, μέσα στὴν ἴδια τὴν «ΖΩΗ», ὑπῆρχαν καταγεγραμμένες διαφορετικὲς θέσεις τῶν Ἱερατικῶν Εὐχῶν (μία τοῦ π. Σεραφεὶμ Παπακώστα ὡς ἀνωτέρω, καὶ δεύτερη (καὶ ἀρχαιότερη) τοῦ Δ. Γ. Παναγιωτοπούλου: «Ἐνῶ ψάλλεται τὸ πρῶτον Ἀντίφωνον, ὁ Ἱερεὺς λέγει ἐντὸς τοῦ Ἱεροῦ τὴν ἑξῆς πρώτην Εὐχὴν τῶν Ἀντιφώνων»,45 πρβλ. Ἱερατικά 1895, 1951, 1977/2000, ὡς ἀνωτέρω).
7. σὰν νὰ ἔχει παρασυρθεῖ ἀπὸ τὴν ἠχοληψία τῶν ραδιοφωνικῶν παραγωγῶν46 (ἔκανε ραδιοφωνικὲς ὁμιλίες ὁ Φουντούλης), λέει στοὺς Ἱερεῖς (νὰ) «Διαβάζουν τὴν Εὐχὴ σὲ χαμηλότερο τόνο [προφανῶς δὲν τὸν ἀπασχολεῖ47 ἡ χάβρα ποὺ ἀκοῦνε οἱ πιστοὶ ἀπὸ τὰ μεγάφωνα ἀκόμη καὶ μὲ τὸν χαμηλότερο τόνο ...μετὰ μικροφώνου] καὶ ὑψώνουν λίγο τὴ φωνή τους ὅταν τελειώσει ὁ Ψάλτης,48 ἔτσι ὥστε νὰ μὴ δημιουργεῖται χασμωδία49 [ἐξισώνει δηλ. τὴν λειτουργικὴ προσευχητικὴ σιγὴ τῆς Ἐκκλησίας, μὲ τὴν παύση τῶν μουσικῶν ἢ θεατρικῶν ἔργων] καὶ νὰ ἀκούονται οἱ λόγοι τῆς [μυστικῆς] Εὐχῆς [τοῦ Ἱερέως]».50 Αὐτὸ κάνουν δυστυχῶς καὶ σήμερα, παρασυρθέντες ἐν ἀγνοίᾳ, πολλοὶ Ἱερεῖς καὶ Ἀρχιερεῖς (εἰδικὰ στὴν Λειτουργία τοῦ Μ. Βασιλείου). Ἕνα λεπτὸ κηρύγματος χρειάζεται γιὰ νὰ μάθει (καὶ νὰ καταλάβει) ὁ Πιστὸς λαὸς ὅτι στὴν Λειτουργία ἔχουμε ἐνίοτε καὶ τὴν Λειτουργικὴ προσευχητικὴ σιγή (σιωπή) ὅπου καὶ ὁ Ἱερεὺς καὶ ὁ Λαὸς συνεχίζουν νὰ προσεύχονται μυστικῶς. Βλ. ὑποσ. 42.
Ὅμως, ἡ θέση τῆς Ἱερατικῆς Εὐχῆς ἀκόμη καὶ στὰ ἀρχαιότερα χειρόγραφα δίνεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς διὰ Προσφωνήσεως Εὐχῆς, πρὸ τοῦ Ἀντιλαβοῦ, ἀλλὰ καὶ ἡ θέση αὐτὴ εἶναι συμβατική, καὶ ὄχι σχολαστικῶς διατεταγμένη.51
Κατ’ ἀκρίβειαν, ὁ Ἱερεὺς ἀρχίζει νὰ προσεύχεται μὲ τὴν μυστική Ἱερατική του Εὐχή, ὅπως καὶ ὁ πιστὸς Λαὸς ταυτόχρονα/παράλληλα μὲ τὴν δική του μυστική Εὐχή, ὅταν ἀκούσει τὸν Διάκονο (ἢ τὸν ἄλλον Ἱερέα, σὲ Συλλείτουργο, ποὺ ἔχει ἀναλάβει τὴν ἐκφώνηση τῶν διὰ Προσφωνήσεως Εὐχῶν) νὰ τοὺς προτρέπει γιὰ προσευχὴ μὲ τὸ «δεηθῶμεν».
Ἂν ὁ Ἱερεὺς τελειώσει τὴν μυστική του Εὐχὴ νωρίτερα ἀπὸ τὴν κοινὴ Εὐχὴ τοῦ Διακόνου, ἐννοεῖται ὅτι μπορεῖ ὁ Ἱερεὺς νὰ συνεχίσει νὰ προσεύχεται μυστικῶς (εἴτε μὲ τὸ Κύριε ἐλέησον, εἴτε μὲ τὴν «Εὐχή», ἢ αὐτοσχεδίως ὅπως τὸν φωτίσει ὁ Θεός, κατὰ τὸ ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε). Ἂν τελειώσει τὴν κοινὴ Εὐχή του ὁ Διάκονος (καὶ ὁ Ψάλτης τὴν τελικὴ ἀπόκριση) καὶ ὁ Ἱερεὺς δὲν ἔχει τελειώσει τὴν δική του μυστικὴ Εὐχή, ἐννοεῖται ὅτι ἀκολουθεῖ Λειτουργικὴ προσευχητικὴ σιγή (σιωπή) στὴν Ἐκκλησία, ὅπου ἅπαντες ἐν σιγῇ προσεύχονται (ὑποσ. 42).
Ε. Ἀπὸ αἰώνων Παράδοση οἱ Μυστικὲς Εὐχές
Τὸ μυστικὸν τῆς Προσ-Εὐχῆς ἔχει καθιερωθεῖ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Χριστό, Ματθ. ϛʹ 5-6.52 Λίγες Ἱερατικὲς Εὐχὲς ἐξαιρετέως ἔχουν θεσπισθεῖ ἐκφώνως στὴν Ἱερὰ Παράδοσή μας, ἴσως λόγῳ κατηχητικοῦ χαρακτῆρος ἢ ἄλλων ἰστορικῶν λόγων ἀγνώστων σὲ ἐμᾶς, μέχρι στιγμῆς.
Στὴν Θεία Λειτουργία ἡ μόνη ἔκφωνη Ἱερατικὴ Εὐχὴ εἶναι ἡ Ὀπισθάμβωνος, γιὰ αὐτὸ καὶ λεγόταν πίσω ἀπὸ τὸν Ἄμβωνα, δηλ. στὸ κέντρον τῆς Ἐκκλησίας γιὰ νὰ ἀκούγεται ἀπὸ τοὺς πιστούς (ὡς ἐγγύτερα πρὸς αὐτούς). Ὁ Ἱερεὺς τὴν ἔλεγε φυσικά πρὸς Ἀνατολὰς προσευχόμενος.53 Αὐτὴ ἡ Ἱερατικὴ Εὐχὴ προστέθηκε ἀργότερα ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Πατέρες γιὰ τοὺς περίεργους «γνωσιμαχοῦντας» ποὺ ἤθελαν νὰ μάθουν τί λένε μυστικῶς οἱ Κληρικοὶ στὸ Ἱερό, σύμφωνα μὲ τὸν Ἅγιο Γερμανὸ Πατρ. Κων/ πόλεως (640-740).54, 55
Στὸν μυστικὸ τρόπο τῶν Εὐχῶν ἐπίσης συνηγοροῦν καὶ τὰ ἀρχαία χειρόγραφα (μέχρι τὰ πρόσφατα Ἱερατικά τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας πρὸ τοῦ 2002-2004 περίπου) ποὺ ἔχουν τὴν ἐπεξήγηση (ῥουμπρίκα): «ποιοῦντος τοῦ Διακόνου τὴν Εὐχήν, ὁ Ἱερεὺς ἐπεύχεται τὴν Εὐχήν», ἢ καὶ τὸ «μυστικῶς».56 Δηλ. ἐνῶ ὁ Διάκονος ποιεῖ ἐκφώνως τὴν κοινὴ διὰ Προσφωνήσεως Εὐχήν (τὰ Διακονικά), ἀπὸ ὑπακοή ἀνταποκρινόμενος καὶ ὁ Λαὸς προσεύχεται μυστικῶς, ἀλλὰ πρωτίστως καὶ ταυτόχρονα καὶ ὁ Ἱερεὺς ἐπεύχεται καὶ αὐτὸς μυστικῶς μὲ τὴν Ἱερατική του Εὐχή, ἀπαγγέλων τῷ Θεῷ, καὶ «συλλαλὼν μόνος Αὐτῷ».57, 58
Συλλαλὼν μόνος μὲ τὸν Θεὸ ὁ Ἱερεύς (δηλ. συνομιλῶντας μόνος μὲ τὸν Θεό), γιὰ αὐτὸ ὑπῆρχε καὶ τὸ Καταπέτασμα (ποὺ ἀργότερα ἔγινε συμπαγὲς Τέμπλο) καὶ τὰ Βημόθυρα, γιὰ αὐτὸ καὶ τὸ Κιβώριον τῆς Ἁγίας Τραπέζης μὲ τὰ παραπετάσματά του,59 (Ματθ. ϛʹ 5-6) ποὺ ἔκλειναν δημιουργῶντας Ταμιεῖον Προσευχῆς τοῦ Ἱερέως.
Ὁ Ἰωάννης Φουντούλης (1927-2007) πάντως, πρὸς τιμήν του, ἀναφέρει εἰλικρινῶς γιὰ τὴν ἐπικρατοῦσα τάξη στὴν Ἐκκλησία στὶς ἡμέρες του (καὶ τὴν ὁποῖα προφανῶς πάλεψε μαζὶ μὲ ἄλλους ἀφανέστερους λειτουργικοὺς τάχα ἀναγεννητὲς νὰ ἀνατρέψει, μᾶλλον ἐν ἀγνοίᾳ του, μὲ τὰ σημερινὰ ἀχαρακτήριστα ἀποτελέσματα,60 γιὰ τὰ ὁποῖα καὶ ὁ ἴδιος θὰ τρόμαζε61):
α) «Ἔχει ὅμως δημιουργηθεῖ ἀπὸ αἰώνων62 παράδοση ὡς πρὸς τὴ μυστικῶς ἀνάγνωση τῶν Εὐχῶν καὶ αὐτὴ σήμερα εἶναι ἡ γενικῶς κρατοῦσα σ’ ὅλη τὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία τάξη».63
β) «Ἐνωρὶς ἐπεκράτησε νὰ λέγωνται “μυστικῶς” οἱ εὐχὲς τῆς θείας Λειτουργίας. Συνήθως ὁ ἱερεὺς τὶς ἔλεγε κατὰ τὴν ὥρα ποὺ ὁ διάκονος ἔλεγε τὴν συναπτή, πάντως πρὸ τῆς ἐκφωνήσεως».64
γ) «“Μυστικῶς”, ὡς γνωστόν, λέγονται σήμερα ὅλες οἱ Εὐχὲς τῆς θείας Λειτουργίας ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Ὀπισθάμβωνον [στὸ τέλος]».65
δ) «Μυστικῶς λέγονται οἱ Εὐχὲς ποὺ ἀπευθύνονται στόν Θεό».66 [Ὅλες οἱ Εὐχὲς ὅμως στὸν Θεὸν ἀπευθύνονται (!), ὄχι στοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων, τοῦ κόσμου, κλπ.].
Ὑποστηρίξαμε ἀπὸ τὴν Παράδοση ὅτι ὑπακούοντες στὴν κοινὴ διὰ Προσφωνήσεως Εὐχὴ τοῦ Διακόνου (τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν), τόσο οἱ Ἱερεῖς ὅσο καὶ ὁ Λαός ἀνταποκρίνονται προσευχόμενοι μυστικῶς (μόνον ὁ Ψάλτης ἐκφώνως). Ὡς ἐκ τούτου εἶναι ἀναγκαστικὰ μυστικὲς (ἢ τοὐλάχιστον πραγματικὰ (ἤτοι ἄνευ μικροφώνων) χαμηλοφώνως, μὴ εἰς ἐπήκοον τοῦ Λαοῦ) οἱ Ἱερατικὲς Εὐχὲς τῆς Λειτουργίας67 πρῶτον ἀπὸ ὑπακοὴ στὸν λόγο τοῦ Κυρίου (Ματθ. ϛʹ 5-6, ὑποσ. 52), καὶ ἐπίσης, γιὰ τὴν συγκέντρωση τοῦ Ἱερέως (μὲ ὅτι αὐτὸ συνεπάγεται),68 γιὰ τὴν ἀποφυγὴ χάβρας, καὶ γιὰ νὰ μὴν ἀποσπῶνται οἱ Πιστοί (καὶ οἱ Μοναχοί, Γέροντες στὰ μοναστήρια, ὑποσ. 15) στὴν ἐπίσης μυστικὴ Προσευχή τους. Ἔχετε δεῖ στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία Πιστὸ ἢ Μοναχὸ νὰ εὔχεται εἰς ἐπήκοον τοῦ διπλανοῦ του ἢ τοῦ Ἱερέως;69
Τὸ μυστικὸν τῆς Προσευχῆς τῶν Ἱερέων, ὅπως καὶ τοῦ Λαοῦ, ἐπίσης, πέραν τῶν ὅσων ἀναφέρθηκαν στὸ ἄρθρο (καὶ σὲ πλεῖστες ὅσες ἁγιοπατερικὲς, καὶ ἱεροκανονικὲς ἀναφορές στὰ διάφορα ἄρθρα μας, [ΠΠ{1-10, 13-14, 22}]), στηρίζεται καὶ ἀπὸ τὴν κοινὴ προσευχητικὴ κατεύθυνση (πρὸς ἀνατολὰς) τοῦ Ἱερέως μὲ τὸν Λαό, καὶ τῶν Πιστῶν μεταξύ των,70 στηρίζεται καὶ ἀπὸ τὸ παραδοσιακὸ καὶ ἀρχαίο κλείσιμο τῆς Ὠραίας Πύλης (βημοθύρων καὶ καταπετάσματος) στὴν Ἁγία Ἀναφορά, ἀπὸ ἀμέσως μετὰ τὴν Μ. Εἴσοδον μέχρι τὸ Μετὰ φόβου,71 τὸ ὁποῖον κλείσιμο ἐπολέμησαν οἱ λειτουργικοὶ ἀναγεννητὲς τοῦ προηγουμένου αἰῶνος, σφοδρώτερα ἀπὸ ὅτι τὴν κατ’ ἀνατολὰς στάση τοῦ Ἱερέως στὸ Μνημόσυνον.72
Ἡ δέ ἀρχαιότερη καταγραφὴ τοῦ ὅρου «Μυστικὲς Εὐχές», σύμφωνα μὲ τὴν ἕως τώρα ἔρευνά μας, ἀναφερόμενη στὶς Ἱερατικὲς Εὐχὲς τῆς Λειτουργίας, εἶναι τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης (4ος αἰ.), σύγχρονος τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ἁγίας Συνόδου τῆς Λαοδικείας, στὸν Βʹ Κανόνα του (γιὰ ἄλλο θέμα βέβαια) κάνει ἀναφορὰ σὲ Μυστικὴ Ἱερατικὴ Εὐχή: «οὐδέποτε γὰρ Μυστικῆς ἐπιτελουμένης Εὐχῆς, μετὰ τοῦ λαοῦ προσκυνῆσαι τὸν Θεὸν καταξιοῦται».73
Ἡ ἐρμηνεία τοῦ Ζωναρᾶ (12ος αἰ.) στὸ ἐπίμαχο σημεῖο ἔχει ὡς: «Μυστικῆς ἐπιτελουμένης Εὐχῆς, ἤγουν ὅτε ὁ Ἱερεὺς τὸν Ἄρτον ἁγιασθῆναι καὶ τὸ Ποτήριον καθ’ ἑαυτὸν εὔχεται».
Σίγουρα ὁ ὅρος «Μυστική Εὐχή» ἀναφερόμενος στὶς Ἱερατικὲς Εὐχές τῆς Θείας Λειτουργίας θὰ προϋπῆρχε τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης (βλ. καὶ ὑποσ. 58), κατὰ τὴ γνώμη μας περιφραστικὰ μέχρι τοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους.74
«Ἡ Ἐκκλησία ὡς παρέλαβεν», λέει τό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας.75, 76
Ἀμήν.
Ὑποσημειώσεις
1 Οἱ Πατέρες ἔβαλαν τὸν
ταπεινό (εὐχόμαστε) Διάκονο Τελετάρχη στὴν θεία Λατρεία, γιὰ νὰ μὴν
ὑπεραίρωνται οἱ Πρεσβύτεροι καὶ Ἐπίσκοποι.
2 Τὰ ἐντὸς ἀγκυλῶν εἶναι δική μας προσθήκη-ἐπεξήγηση.
3 Ἰω. Μ. Φουντούλη, Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς ἀπορίας, Τόμος Δʹ, Ἀποστ. Διακονία 1994, #482, σ. 263.
4 Κοινές, καὶ γιὰ τοὺς Ἱερεῖς καὶ γιὰ τοὺς Πιστούς.
5
Ἐπειδὴ μερικοὶ προσπαθοῦν τὰ τελευταῖα χρόνια νὰ ἀλλάξουν τὸ νόημα τῶν
λέξεων, ὥστε διὰ τῆς μεθόδου «λήψεως τοῦ ζητουμένου» νὰ «ἀποδείξουν» τὴν
θεωρία τους, ἔκφωνος σημαίνει μεγαλόφωνος, ἐκφωνέω = κραυγάζω ἰσχυρῶς,
ξεφωνίζω, σύμφωνα μὲ τὸ λεξικὸ Π.Χ. Δορμπαράκη. Σύμφωνα μὲ τὸ λεξικὸ τοῦ
Εὐαγγελινοῦ Ἀποστολίδου (Σοφοκλῆ), στὰ λειτουργικά, ἐκφωνέω = to say
aloud, of certain expressions said aloud by the priest, δηλ. ὁμιλῶ
δυνατά, φωναχτά, [E.A. Sophocles, Greek Lexicon, New York, 1900, σ.
446].
6 Μέχρι πρὸ μερικῶν δεκαετιῶν δὲν ὑπῆρχε ρεῦμα (καὶ ἄρα οὔτε
μικρόφωνα μεγάφωνα) σὲ ὅλη τὴν Ἑλλάδα. Τὸ «ἠλεκτρικὸ» ρεῦμα πρωτο-ἦρθε
στὴν Ἑλλάδα τό 1889 για νὰ φωτίσει τὰ ἀνάκτορα, καὶ τό 1929 εἶχαν
ἠλεκτροδοτηθεῖ 250 πόλεις μέχρι 5,000 κατοίκους. Στὶς ἐκκλησίες ἐν
γένει, προφανῶς, ὅπως καὶ στὰ χωριὰ ἔφτασε πολὺ ἀργότερα. Τό 1950, ὁ
ἠλεκτροδοτούμενος πληθυσμός τῆς χώρας ἦταν μόλις στό 50%. Τὸ μικρόφωνο,
καὶ τὸ ψιθυριστὸ τὸ κάνει φωναχτό.
7 Σὲ Ἱερὲς Μονές· Εὐχὲς τῶν Μοναχῶν καὶ τῶν Γερόντων (Ἰωσὴφ Ἡσυχαστοῦ, Παϊσίου Ἁγιορείτου, κ.ἄ.).
8
Παν. Παπαδημητρίου, Ὁ Ἱερεύς ἀνέκαθεν ἐποίει τήν Ἀνάγνωσιν τῶν Εὐχῶν
πρός Ἀνατολάς, Ὀρθόδοξος Τύπος, ἀρ. φύλλων 2549 - 2550, 4/7/2025 -
11/7/2025.
9 Παν. Παπαδημητρίου, Ὁ ΙΘʹ Κανὼν τῆς Συνόδου τῆς Λαοδικείας (364), καὶ ἡ ἀνάγνωσις τῶν Λειτουργικῶν Εὐχῶν, 3/4/2022.
10
«Πληρώσωμεν τὴν δέησιν ἡμῶν τῷ Κυρίω [...]. [...] τῶν ἄνω Εὐχῶν
λεγομένων, ὁ Ἱερεὺς λέγει Μυστικῶς τὴν Εὐχήν», βλ. Ἱεροτελεστικὸν Τεῦχος
(Ἡ Θ. Λειτουργία), κατ’ ἔγκρισιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἠρμηνευμένον ὑπὸ
ἀρχιμ. Ἱερωνύμου Βογιατσῆ, ἔκδ. Ἀνδρ. Β. Πάσχα, 7η, 1923, σ. 116.
11
Εὐαγγελινός Ἀποστολίδης (Σοφοκλῆς) [Evangelinus Apostolides Sophocles], A
Glossary of Later and Byzantine Greek, London 1860, σ. 495. —Memoirs of
the American Academy of Arts and Sciences, Vol. VII, 1860, σ. 495.
12 Παν. Παπαδημητρίου, Εὐχή διά Προσφωνήσεως (Διακονικά), 5/12/ 2022.
13
Καὶ πάντες οἱ πιστοὶ κατὰ διάνοιαν ὑπὲρ αὐτῶν προσευχέσθωσαν, λέγοντες·
Κύριε ἐλέησον, [PG 1, 1076-1077]. Ἅγιοι Ἀποστόλοι: «ἑστῶτος παντὸς τοῦ
λαοῦ, καὶ προσευχομένου ἡσύχως». [PG 1, 737]. Τοῦ Ἁγίου Κλήμεντος: «καὶ
ἡμεῖς οὖν ἐν ὁμονοίᾳ ἐπὶ τὸ αὐτὸ συναχθέντες, τῇ συνειδήσει ὡς ἐξ ἑνὸς
στόματος βοήσωμεν πρὸς Αὐτὸν ἐκτενῶς, εἰς τὸ μετόχους ἡμᾶς γενέσθαι τῶν
μεγάλων καὶ ἐνδόξων ἐπαγγελιῶν Αὐτοῦ», [PG 1, 277]. —Περαιτέρω, βλέπε
στὸ ἄρθρο μας τοῦ ΙΘʹ Κανόνος τῆς Συνόδου τῆς Λαοδικείας, τὶς
ὑποσημειώσεις 11 καί 15, διὰ τὸ κατὰ διάνοιαν.
14 Ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα: «ἵνα ὧν ἕκαστος ἰδίᾳ αἰτεῖται» [PG 150, 401].
15
Παν. Παπαδημητρίου, Σύγχρονοι (Ἅγιοι) Γέροντες καὶ οἱ Μυστικὲς Εὐχές,
8/2/2022· Ὀρθόδοξος Τύπος, 13/1/2023-27/1/2023, ἀρ. φύλλων 2431-2433.
16
Παν. Παπαδημητρίου, Ὁ Διάκονος τό «Δεηθῶμεν» τό λέει πρῶτα γιά τόν
Ἱερέα, καί φυσικά γιά τόν Λαόν — «Τό γάρ, ∆εηθῶμεν, οὐ τοῖς Ἱερεῦσι
λέγεται μόνον, ἀλλά καί τοῖς εἰς τόν Λαόν συντελοῦσιν», Ἅγιος Ἰωάννης ὁ
Χρυσόστομος, αʹ ἔκδοσις, 22/7/2024.
17 Παναγιώτου Γ. Στάμου, Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου - Ἡ Προσευχή – τὸ πανίσχυρον τῶν πιστῶν ὄπλον, Ἀθῆναι 1988, σ. 34.
18
Σὲ μετάφραση: Ἀπατᾶς τὸν ἑαυτό σου, ἄνθρωπε· διότι εἶναι δυνατὸν νὰ
προσευχηθεῖ κανεὶς στὸ σπίτι [καὶ πρέπει νὰ τὸ κάνει], ἀλλὰ νὰ
προσευχηθεῖ ἔτσι ὅπως στὴν Ἐκκλησία εἶναι ἀδύνατον, ὅπου ὑπάρχει τόσο
πλῆθος Πατέρων καὶ ὅπου ἀναπέμπεται πρὸς τὸν Θεὸ βροντὴ προσευχῆς μὲ
ὁμοθυμία. Δὲν ἀκούει ὁ Δεσπότης (ὁ Θεὸς) τὸ ἴδιο ὅταν Τὸν παρακαλεῖς
μόνος σου, ὅπως ὅταν Τὸν παρακαλεῖς μαζὶ μὲ τοὺς ἀδελφούς σου [ὅπως στὴν
Ἐκκλησία]. Διότι ἐδῶ [στὴν Ἐκκλησία] ὑπάρχει κάτι περισσότερο, δηλ. ἡ
ὁμόνοια καὶ ἡ συμφωνία, ὁ σύνδεσμος τῆς ἀγάπης καὶ οἱ προσευχὲς τῶν
ἱερέων. Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς οἱ ἱερεῖς ἔχουν τεθεῖ ἐπί κεφαλῆς, ὥστε οἱ
προσευχὲς τοῦ πλήθους, ποὺ εἶναι ἀσθενέστερες, πιασμένες ἀπὸ αὐτές τὶς
ἰσχυρότερες, νὰ ἀνέβουν μαζὶ μὲ αὐτὲς στὸν οὐρανό.
19 «Οὕτω καὶ
Μωϋσῆς ηὔχετο· διὸ καὶ μηδὲν αὐτοῦ φθεγγομένου, φησὶν ὁ Θεός, Τί βοᾷς
πρός με; Ἄνθρωποι μὲν γὰρ ταύτης μόνον ἐπακούουσι τῆς [ἐξωτερικευμένης]
φωνῆς. ὁ δὲ Θεὸς πρὸ ταύτης τῶν ἔνδοθεν κραζόντων ἀκούει. [...]», Ἅγιος
Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, [PG 54, 646].
20 Ἁγίου Πορφυρίου
Καυσοκαλυβίτου, Θὰ σᾶς πῶ... (Ἠχογραφημένες διηγήσεις τοῦ ἁγίου γιὰ τὴν
ζωή του), Ἱ. Γυναικεῖον Ἡσυχαστήριον Ἡ Μεταμόρφωσις τοῦ Σωτῆρος, Μήλεσι
2015, σσ. 470-472.
21 Παναγιώτου Γ. Στάμου, Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου - Ἡ Προσευχή ..., ὅ.π., σσ. 32-33. Βλ. [PG 61, 398].
22
Ὁ Ψάλτης εἶναι τρόπον τινα ὁδηγὸς τῶν Πιστῶν στὶς προσευχητικὲς
ἀποκρίσεις στὴν Εὐχὴ τοῦ Διακόνου. Καὶ γιὰ τοὺς ῥαθύμους εἶναι ἡ
ὑπενθύμιση καὶ ἀναπλήρωσή τους στὴν κοινὴ Προσευχή, καὶ γιὰ τοὺς
προσευχομένους εἶναι ὁδηγὸς καὶ συμπροσευχόμενός τους. Γιὰ νὰ
καρποφορήσει ὁ Πιστὸς στὴν Ἐκκλησία, πρέπει νὰ προσεύχεται καὶ αὐτὸς
μυστικῶς, μέσα του, καὶ ὄχι νὰ ἐπαναπαύεται ὅτι ὁ Ψάλτης εἶναι τὸ στόμα
του ἢ ὁ ...ἐκπρόσωπός του. Γιὰ αὐτὸ πηγαίνουμε χρόνια στὴν Ἐκκλησία καὶ
δὲν βλέπουμε σημαντικὴ πνευματικὴ πρόοδο. Βέβαια γιὰ νὰ ἔχει δύναμη ἡ
προσευχή καὶ νὰ καρποφορεῖ, χρειάζεται νὰ συνυπάρχει καὶ ἡ ἀρετὴ (ἢ ἕνας
κάποιος ἀγῶνας γιὰ τὴν ἀρετή, καὶ κυρίως μετάνοια γιὰ τὶς κακίες μας)
στὸν πιστό.
23 Ἂν δὲν προσεύχεται ὁ Πιστός; Τότε εἶναι ἐν ἀγνοίᾳ του μᾶλλον Κατηχούμενος.
24
Τὴν ἴδια δύναμη ἔχει τό μυστικὸ Κύριε ἐλέησον (ἢ τὸ Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ
ἐλέησον ἡμᾶς, κτλ.) ἑνὸς πιστοῦ μὲ ἑνὸς ἄλλου πιστοῦ, ἢ μιᾶς γιαγιᾶς, ἢ
ἑνὸς μοναχοῦ, ἢ μὲ τὸ Κύριε ἐλέησον τοῦ γ. Πορφυρίου, τοῦ γ. Παϊσίου,
τοῦ γ. Ἰωσήφ, τοῦ γ. Ἐφραῖμ, τοῦ γ. Ἐφραῖμ, τοῦ γ. Στεφάνου, ἂν
ὑποθέσουμε ὅτι κάποια στιγμὴ συνεκκλησιάζονταν προσευχόμενοι στὴν ἐνορία
μας; Κι ὅμως παρότι δὲν ἔχουν τὴν ἴδια δύναμη, τὸ ταπεινὸ καὶ ἐλάχιστο
μυστικὸ δικό μας Κύριε ἐλέησον μαζὶ μὲ τὰ δυνατώτερα, καὶ πρὸ παντὸς τὴν
μυστικὴ Εὐχὴ τῶν Ἱερέων, ὡς μία μεγάλη Δύναμις πηγαίνει στὸν Θεό!
25
Σήμερα, τινές Κληρικοί/Θεολόγοι, τὴν ἱκανοποίησιν τῆς περιέργειας τοῦ
Λαοῦ, καὶ τὴν διαρκῆ πρόκληση τῆς προσοχῆς τοῦ Λαοῦ πρὸς αὐτούς (ἔκφωνες
ἀπὸ μεγαφώνων Ἱερατικές Εὐχές, μοντερνιστικὰ «Ὅλοι μαζί», διάφορες
προσφωνήσεις ἄσχετες μὲ τὴν διάταξιν τῆς Λειτουργίας, Λειτουργία στὸν
Σολέα, Λειτουργία πρὸς τὴν Δύση σὰν τοὺς Προτεστάντες καὶ
Ρωμαιοκαθολικούς), ἀντὶ νὰ ἀφήσουν τὸν Λαόν ἥσυχον γιὰ νὰ προσευχηθεῖ,
τὴν ἐπικροτοῦν καὶ προωθοῦν ὡς τάχα «συμμετοχή τοῦ Λαοῦ».
26 Δείκτης
ὑπερηφανείας εἶναι τὸ σιγοψάλσιμο καὶ τὸ μουρμουρητὸ στὸν Ναό, ποὺ
μάλιστα δὲν ἀφήνουμε τὸν διπλανό μας πιστὸ νὰ προσευχηθεῖ, γιὰ νὰ
ἀκουστοῦμε οἱ ἴδιοι (ἐξαίρεση ἀποτελεῖ φυσικά νὰ γίνει αὐθόρμητα, νὰ μᾶς
...ξεφύγει, μιὰ δυὸ φορές). Νὰ γυρίσουμε σπίτι μας μετὰ τὴν Λειτουργία,
καὶ νὰ ψάλλουμε ὅσο θέλουμε (τόσες ψαλμωδίες ἔχει τό youtube γιὰ νὰ
συμψάλλουμε), ἢ χρειάζεται ὁ κόσμος νὰ μᾶς βλέπει καὶ ἀκούει γιὰ νὰ
ψάλλουμε;
27 Προσευχή τοῦ πιστοῦ Λαοῦ δὲν εἶναι μόνον τὸ μυστικὸν
(ἔνδοθεν, ἐσωτερικά, ἄνευ ἐξωτερικῆς φωνῆς) Κύριε ἐλέησον (ὁ Ψάλτης
ἐκφώνως), ὡς ἀπόκρισιν στὶς διὰ Προσφωνήσεως Εὐχὲς ποὺ ἐκφωνεῖ ὁ
Διάκονος (ἢ ἀπουσίᾳ αὐτοῦ ὁ Ἱερεύς). Προσευχὴ δὲν εἶναι μόνον ἡ προσοχὴ
καὶ ἀκρόασις τῶν ψαλλομένων, ἢ ἡ μυστικὴ ἀπόκρισις (ὁ Ψάλτης ἐκφώνως)
στὰ κελεύσματα τοῦ Διακόνου ἢ τοῦ Ἱερέως. Προσευχὴ δὲν εἶναι μόνον τὸ
μυστικὸν Πάτερ ἡμῶν ἢ Πιστεύω (ὁ Ψάλτης ἐκφώνως). Προσευχὴ δὲν εἶναι
μόνον ἡ μυστικὴ εὐχαριστία στὸν Θεόν. Προσευχὴ δὲν εἶναι μόνον τὰ
ἑκάστου μυστικὰ αἰτήματα πρὸς τὸν Θεόν. Προσευχὴ δὲν εἶναι μόνον οἱ
μυστικὲς Εὐχὲς πρὸς τὸν Θεόν γιὰ τὴν οἰκογένειά μας, τὸν πλησίον, τοὺς
Κληρικούς, τοὺς Ψάλτες, τοὺς ἐκκλησιαζομένους, τοὺς ἀσθενεῖς, τοὺς
φτωχούς, καὶ ὅσους ἐν ἀνάγκαις, τοὺς φίλους, τοὺς ἐχθρούς, τὴν πατρίδα
μας, τὸν κόσμον ὅλον. Εἶναι ὅλα αὐτὰ καὶ ἄλλα πολλά, Χάριτι Θεοῦ. Ἡ
προσευχὴ ὡς πρὸς τὴν ποιότητά της εἶναι «συνουσία καὶ ἔνωσις τοῦ
ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεόν» (Κλίμαξ Ὁσίου Ἰωάννου Σιναΐτου, ΚΗʹ).
28 Ὁμοίως
καὶ ἡ μυστική, κατὰ διάνοιαν, ἀπαγγελία τοῦ Πιστεύω καὶ τοῦ Πάτερ ἡμῶν
ἀπὸ ἕναν ἕκαστον τῶν Πιστῶν (Ἱερατικόν Ἀποστολικῆς Διακονίας 1951, σ.
85: «Ὁ χοροστατῶν Ἀρχιερεύς, ἢ ὁ προϊστάμενος τῶν Κληρικῶν, τρανῶς καὶ
εὐκρινῶς, καὶ ἕκαστος τῶν ἐκκλησιαζομένων ἰδίᾳ καθ’ ἑαυτόν [δηλ.
μυστικῶς], ἀπαγγέλλει τὸ ἅγιον σύμβολον τῆς Πίστεως»· τὸ αὐτὸ λέγει καὶ
γιὰ τὸ Πάτερ ἡμῶν, σ. 93).
29 Ἡ ἀναφορά μας στοὺς ἀνθρώπους καὶ στὶς
ὀργανώσεις γίνεται γιὰ τὴν καταγραφὴ τῶν ἱστορικῶν στοιχείων ποὺ ἀφοροῦν
τὸ παρὸν ἄρθρο, καὶ δὲν γίνεται γιὰ νὰ κριθεῖ ἢ μηδενιστεῖ ἐν γένει τὸ
ἔργο τους.
30 Παν. Παπαδημητρίου, Ὁ Διάκονος τό «Δεηθῶμεν» τό λέει πρῶτα γιά τόν Ἱερέα, ..., ὅ.π..
31 Ἰω. Μ. Φουντούλη, Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς ἀπορίας, Τόμος Εʹ, Ἀπ. Διακονία 2003, #551-553, σ. 200.
32
Οἱ Εὐχὲς διὰ Προσφωνήσεως τοῦ Διακόνου, δὲν ἀπευθύνονται, ἀλλὰ
προσφωνοῦνται πρὸς τὸν Ἱερέα καὶ τοὺς Πιστούς. Καὶ αὐτὲς οἱ Εὐχές, ὅπως
καὶ οἱ Ἱερατικὲς καὶ οἱ Λαϊκὲς Εὐχές, πρὸς τὸν Θεὸν ἀπευθύνονται, γιὰ
αὐτὸ λέει ὁ Διάκονος «Τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν», δὲν λέει Τοῦ Λαοῦ δεηθῶμεν,
βλ. σελ. 2.
33 Σφάλμα: «Τά διακονικά ἀπευθύνονται πρός τήν
προσευχομένη κοινότητα» [ὁ Ἱερεὺς δὲν εἶναι κι αὐτὸς μέλος τῆς
προσευχομένης κοινότητας; ], Ἰωάννου Μ. Φουντούλη, Ἀπαντήσεις εἰς
Λειτουργικὰς ἀπορίας, Τόμος Εʹ , ἔκδ. αʹ, Ἀποστολικὴ Διακονία 2003,
#558, σσ. 222-223.
34 Παναγιώτης Τρεμπέλας: «᾿Αλλ᾿ ἐν τῇ θείᾳ
λειτουργίᾳ ἡ συμμετοχὴ τοῦ λαοῦ παρουσιάζεται καὶ ἄχρι τοῦ νῦν κατὰ
τρόπον ἐμφανῆ καὶ ἐπιβλητικόν. Δικαίως ἐξήρθη ἀπὸ τοὺς λειτουργιολόγους ὁ
ρόλος ὁ ὁποῖος ἐπεφυλάχθη ἐν τῇ λατρείᾳ μας εἰς τὸν διάκονον. Τὰ
εἰρηνικά, αἱ αἰτήσεις, αἱ συναπταὶ ἐν γένει αἱ ἐκφωνούμεναι ἐν ἐμμελεῖ
ἀπαγγελίᾳ ὑπὸ τοῦ διακόνου ἐν μέσῳ τοῦ ναοῦ ἰσταμένου, ἢ ὑπὸ τοῦ
ἀντικαθιστῶντος αὐτὸν ἱερέως, εἶνε προσκλήσεις πρὸς τὸν λαόν, ὅπως δεηθῇ
τοῦ Κυρίου ἢ αἰτήσηται παρ᾿ αὐτοῦ ὡρισμένον αἴτημα. Καὶ ὁ λαὸς
ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰς προσκλήσεις ταύτας [μυστικῶς, κατὰ διάνοιαν, ὁ
Ψάλτης μόνον ἐκφώνως] διὰ τοῦ Κύριε ἐλέησον ἢ τοῦ Παράσχου Κύριε ἢ τοῦ
Σοὶ Κύριε. Ὁλόκληρον τὸ πλήρωμα συνάπτεται ἐκεῖ διὰ κοινῆς ἱκεσίας καὶ
συμφώνου συμμετοχῆς [καὶ ὁ Ἱερεὺς ὅμως εἶναι ἐκ τοῦ πληρώματος, καὶ
αὐτὸς εὔχεται παράλληλα μὲ τὴν μυστικὴ Ἱερατική του Εὐχή, ὅπως λέει καὶ ὁ
Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος]», στὸ μὲ ξενίζοντα τίτλο ἄρθρο του «Ἡ
συνιερουργία κλήρου καὶ λαοῦ ἐν τῇ λατρείᾳ», Ἐκκλησία, 1 Σεπτ. 1949, ἀρ.
18, σ. 288. – Σημειωθήτω ὅτι ὁ τίτλος τοῦ ἄρθρου ἐπὶ τὸ ὀρθοδοξώτερον
εἶναι «Ἡ συμπροσευχὴ κλήρου καὶ λαοῦ ἐν τῇ λατρείᾳ». Δὲν ὑπάρχει
συνιερουργία κλήρου καὶ λαοῦ ἐν τῇ λατρείᾳ στοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας
καὶ στὴν Ὀρθοδοξία, καὶ εἶναι μέγα σφάλμα τοῦ Τρεμπέλα ὁ ὅρος αὐτός. Τὸν
ὅρον αὐτὸν ἑλληνιστὶ πρώτη φορὰ τὸν ἀπαντήσαμε στὸν Τρεμπέλα. Γιὰ νὰ
ὑπάρχει συνιερουργία κλήρου καὶ λαοῦ στὴν Λατρεία, πρέπει νὰ ὑπάρχει
πρῶτα καὶ ἱερουργία λαοῦ! Αὐτὸ ὅμως «ὑπάρχει» μόνον στοὺς αἱρετικοὺς
Προτεστάντες. Τί ἱερουργεῖ στὰ Μυστήρια ὁ πιστός γιὰ νὰ μπορεῖ καὶ νὰ
συνιερουργεῖ μετὰ τῶν Ἱερέων; Ὁ πιστὸς οὔτε τὰ Τίμια Δῶρα δὲν μπορεῖ νὰ
πιάσει καὶ νὰ μεταφέρει οὔτε μισὸ μέτρο στὴν Μ. Εἴσοδο (ἀφοῦ δὲν ἔχει
Ἱερωσύνη), καὶ τὸν ἔβαλε ὁ Τρεμπέλας νὰ ἱερουργεῖ κιόλας; Ὁ Λαὸς
συμπροσεύχεται (συμμετέχει διὰ τῆς μυστικῆς προσευχῆς του, ὅπως καὶ ὁ
Ἱερεύς μυστικῶς προσεύχεται), δὲν συνιερουργεῖ. Γιὰ περισσότερα, βλ.
Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου, «Τὸ “βασίλειο ἱεράτευμα” καὶ ἡ ἱερωσύνη», στό:
Μεταφράσεις – Μυστήρια καὶ ἄσκηση, Ἱ.Μ. Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου, 2011,
σσ. 101-148. Βλ. ἐπίσης, «Τὸ δὲ “θεᾶσθαι αὐτοψεὶ τὸ πρόσωπον τῆς ἁγίας
ἀναφορᾶς” ἦταν καὶ εἶναι τὸ φοβερὸ καὶ ἱερὸ προνόμιο τοῦ λειτουργοῦ, τοῦ
“ἐνδεδυμένου τὴν τῆς ἱερατείας χάριν”», Ἰωάννου Μ. Φουντούλη,
Τελετουργικά Θέματα Αʹ, «Ἡ Μυστηριακὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὰ Μέσα
Μαζικῆς Ἐνημέρωσης», Ἀποστολικὴ Διακονία, ἔκδ. αʹ 2002, σσ. 209-224,
καί, ἐπίσης στό: Ἐγκύκλιος ΔΙΣ Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, 2792/30-6-2004: «Ἡ
Μυστηριακὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὰ Ῥαδιοτηλεοπτικὰ Μέσα».
35 Ἰω. Μ. Φουντούλη, Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς ἀπορίας, Τόμος Γʹ, Ἀποστ. Διακονία 2002, #311, σ. 26.
36 Ἰω. Μ. Φουντούλη, Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς ἀπορίας, Τόμος Δʹ, ὅ.π., #410, σ. 28.
37 Ἰωάννου Μ. Φουντούλη, Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς ἀπορίας, Τόμος Εʹ, Ἀποστ. Διακονία 2003, #571, σσ. 282, 284.
38
Ἐπίσης πρβλ., «Μετὰ δὲ τοὺς θεηγόρους ἀποστόλους τινές τῶν ἁγίων
Πατέρων ἰδιαζόντως ἕκαστος καὶ εὐχὰς ἐποιοῦντο, καὶ ἐκφωνήσεις, καὶ
ἀπηρτισμένης ἱερουργίας ἀκολουθίαν· ὡς ὁ ἐν ἁγίοις ἐπιφανής Ἐπιφάνιος,
καὶ ὁ μέγας Βασίλειος, καὶ ὁ θεῖος Χρυσόστομος», [Νικόλαος καὶ] Θεόδωρος
ἐπ. Ἀνδίδων (1055-1063), [PG 140, 460].
39 «γενικὰ οἱ Εὐχὲς πάντοτε
τίθενται πρὶν τὸ Ἀντιλαβοῦ» (Σινᾶ χφ. 973 ἔτους 1153, Σινᾶ χφ. 1036
12ου-13ου αἰ., ΕΒΕ χφ. 713 12ου αἰ., κλπ., καὶ αἰῶνες ἐνωρίτερον τό
Barb. Gr. 336 8ου αἰ. ἐμμέσως πλὴν σαφῶς βλ. [ΠΠ7], καί τὸ Ἰσιδώρου
Πυρομάλλη – Διάταξις τῆς Θείας Λειτουργίας τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας
(11ος-12ος αἰ.), Εὐχολόγιον Goar (1647), σ. 180)· «τὶς τρεῖς πρῶτες
Εὐχὲς ἀρκετὰ χφφ τὶς ἔχουν μετὰ τὴν ἐκφώνηση [προφανῶς σὲ Λειτουργία
ἄνευ Διακόνου ἢ συλλειτουργοῦντος Ἱερέως]» (δυστυχῶς οἱ Βατοπαιδινοὶ δὲν
ἀναφέρουν/ἀπαριθμοῦν αὐτὰ τά χφφ)· «εἶναι λίγα τά χφφ ποὺ ἔχουν τὴν
εὐχὴ πρὶν ἀκριβῶς τὴν ἐκφώνηση» [ἀλλὰ καὶ αὐτὸ ἐλέγχεται, ὅπως π.χ. τό
Εὐχολόγιον Paris Coislin gr. 367 (PCS367), ἐτῶν 1276-1325 (μετὰ
διακόνου), ποὺ φαινομενικὰ ἔχει τὴν Εὐχὴ τοῦ Ἀντιφώνου Αʹ μετὰ τὴν
Συναπτὴ καὶ ἀμέσως πρὸ τῆς ἐκφωνήσεως, ἀλλὰ τὶς ἄλλες δύο Βʹ καί Γʹ τὶς
ἔχει πρὸ τῶν Συναπτῶν (καὶ τοῦ Ἀντιλαβοῦ) καὶ τῶν ἐκφωνήσεων, καὶ ἄμα
παρεμβάλλεις τὶς ἐλλείπουσες ῥουμπρίκες διαπιστώνεις ὅτι καὶ σ’αὐτὸ
οὐσιαστικά, οἱ Εὐχὲς εἶναι πρὶν τὸ Ἀντιλαβοῦ (!), ἀπλὰ ἡ θέση τῶν Εὐχῶν
στὰ χειρόγραφα ὡς ἔχουμε τονίσει εἶναι συμβατική, καὶ ὄχι σχολαστικῶς
διατεταγμένη], εἰς «Θεία Λειτουργία», Ἱ.Μ.Μ. Βατοπαιδίου, 2020, Σύντομα
σχόλια σ. 91.
40 Ἰω. Μ. Φουντούλη, Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς ἀπορίας, Τόμος Δʹ, ὅ.π., #410, σ. 30.
41 Ἰω. Μ. Φουντούλη, Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς ἀπορίας, Τόμος Εʹ, Ἀποστ. Διακονία 2003, #551-553, σ. 202.
42
Ἄκουε τὸν Ἅγιο Πορφύριο, εἰς τό, Σύγχρονοι (Ἅγιοι) Γέροντες καὶ οἱ
Μυστικὲς Εὐχές, 8/2/2022· Ὀρθόδοξος Τύπος, 13/1/2023-27/1/2023, ἀρ.
φύλλων 2431-2433.
43 Ἀρχιμ. Σεραφείμ Παπακώστας, Ἐγκόλπιον Θ. Λειτουργίας, ἔκδ. 5η, ἔκδ. ἀδελφ. Θεολόγων ἡ «ΖΩΗ», Ἀθῆναι 1950, σ. 40.
44
Παν. Παπαδημητρίου, «Οἱ λατινογενεῖς νεωτερισμοί εἰς τήν Θείαν
Λειτουργίαν καί Λατρείαν», Ὀρθόδοξος Τύπος, ἀρ. φύλλων 2537 - 2541,
4/4/2025 - 9/5/2025.
45 Δ. Γ. Παναγιωτοπούλου, Ἐρμηνεία εἰς τήν Θείαν Λειτουργίαν, «ΖΩΗ», Ἀθῆναι 1953, σ. 64.
46
Ὅταν ἕνας κάνει πρόγραμμα σὲ Ῥαδιοφωνικὸ Σταθμό, ἰδίως ὅταν ἔχει καὶ
τὸν ἔλεγχο τῆς κονσόλας τοῦ ἤχου, γνωρίζει ὅτι ὅταν εἶναι νὰ μιλήσει,
πρέπει νὰ κατεβάσει τὴν ἔνταση τῆς μουσικῆς γιὰ νὰ ἀκουστεῖ, καὶ ὅταν
πάλι τελειώσει τὴν ὁμιλία του, γνωρίζει ὅτι πρέπει νὰ ἀνεβάσει (πίσω)
τὴν ἔνταση τῆς μουσικῆς. Τὸ ὑπογεγραμμένο εἶναι παρόμοιο μὲ αὐτὸ ποὺ
λέει ὁ Φουντούλης, ὅταν τελειώσει ὁ Ψάλτης, νὰ ὑψώσει τὴν ἔνταση τῆς
φωνῆς του ὁ Ἱερέας.
47 Ὅπως καὶ πολλοὺς Ἱερεῖς δυστυχῶς δὲν τοὺς
ἀπασχολεῖ. Ἡ λύση δὲν εἶναι νὰ μοντερνίσουμε, νὰ πετάξουμε τὴν Ἱερὰ
Παράδοση, καὶ νὰ περιμένουμε τὸν Ψάλτη νὰ τελειώσει γιὰ νὰ φωνάξουμε τὶς
Εὐχές, ἀλλὰ νὰ τὶς ποῦμε μυστικῶς, ἄνευ (ἢ μετὰ κλειστοῦ) μικροφώνου,
μὴ εἰς ἐπήκοον τοῦ Λαοῦ (καὶ ὁ Λαὸς μυστικῶς, μὴ εἰς ἐπήκοον τοῦ
διπλανοῦ του, οὔτε εἰς ἐπήκοον τοῦ Ἱερέως προσεύχεται), ὅπως ἡ Ἱερὰ
Παράδοση ἀπαιτεῖ.
48 Ἄλλοι σύγχρονοι ἢ μεταγενέστεροι τοῦ Φουντούλη,
περιμένουν νὰ τελειώσει ὁ Ψάλτης γιὰ νὰ ἀρχίσουν νὰ διαβάζουν τὴν Εὐχή
φωναχτά, κατὰ παράβαση τῆς Ὀρθοδόξου Λειτουργικῆς Παραδόσεως ποὺ ἔχουμε
ἐκθέσει, βλ. καὶ Ἐγκύκλιο τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἀρ. πρωτ. 1137/13-3-1974,
«Κατὰ πληροφορίας, ὑπευθύνως περιελθούσας τῇ Ἱ. Συνόδῳ τῆς Ἱεραρχίας,
κληρικοί τινες παρορῶντες τὰς περὶ μυστικῆς ἀναγνώσεως ὑπ’ αὐτῶν τῶν
εὐχῶν τῆς τε Θ. Λειτουργίας καὶ τῶν λοιπῶν Ἱερῶν Ἀκολουθιῶν σχετικὰς
ἐνδείξεις τῶν οἰκείων λειτουργικῶν Βιβλίων, προβαίνουσιν εἰς τὴν εἰς
ἐπήκοον τοῦ ἐκκλησιάσματος ἀνάγνωσιν αὐτῶν, ἀναμένοντες πολλάκις τὴν τῶν
ψαλλομένων ὕμνων κατάπαυσιν, προκειμένου ἵνα ἄρξωνται ἀναγινώσκοντες
ταύτας, προδίδοντες αὕτω περιφρόνησιν πρὸς τὴν Ἐκκλησιαστικὴν τάξιν καὶ
παράδοσιν καὶ συμβάλλοντες εἰς τὴν δημιουργίαν ἀνεπιτρέπτου ποικιλίας ἐν
τῇ ἐπιτελέσει τῶν τῆς Θείας Λατρείας καθηκόντων αὐτῶν».
Διορθώθηκαν οἱ παρήκοοι; Οὐδαμῶς.
Δυστυχῶς
τὰ μικρόφωνα ἔκαναν/κάνουν μεγάλο κακὸ στὴν ὀρθόδοξη τέλεση τῆς Θείας
Λειτουργίας. Τὸ μυστικό ἢ χαμηλόφωνο τῶν Ἱερατικῶν Εὐχῶν ποὺ ἐνίοτε
ἀκούγονται μόνον ἀπὸ τοὺς συλλειτουργοῦντες Ἱερεῖς (μερικοὶ Ἱερεῖς
τηροῦν τὴν παλαιὰ παράδοση τῶν μυστικῶν Εὐχῶν καὶ σὲ Συλλείτουργο, βλ.
[ΠΠ9]), ἔγινε φωναχτὸ διὰ τῶν μικροφώνων, καὶ πολλοὶ Ἱερεῖς πάνω στὴν
ἱερότητα τῆς στιγμῆς δὲν ἔδιναν/δίνουν σημασία στὰ μικρόφωνα. Ὅμως οἱ
παλαιοὶ Ἱερεῖς ποὺ ἀκούγονταν ἐνίοτε (ὄχι πάντα) οἱ μυστικὲς Εὐχές των
λόγῳ τῶν μικροφώνων, ἀκούγονταν ἀκουσίως, ὄχι ἐπὶ τούτου ὅπως σήμερα,
ἐνῷ ἔψαλλαν οἱ Ψάλτες. Σήμερα ὅμως πολλοὶ ἂν ὄχι οἱ περισσότεροι
Κληρικοί, ἐπὶ τούτου, ἠθελημένα, ἐν πλήρει ἐπιγνώσει, λένε φωναχτὰ καὶ
ἐπιτηδευμένα τὶς μυστικὲς Εὐχὲς πολλὲς φορὲς νεωτεριστικὰ περιμένοντας
τοὺς Ψάλτες νὰ τελειώσουν τα ψαλλόμενα (ὅπως ἤδη παρατηρεῖ ἡ Ἐγκύκλιος
τοῦ 1974, τότε κατ’ ἐξαίρεσιν, σήμερα πολλαχοῦ). Οἱ Εὐχὲς ὅμως τῶν
Ἱερέων στὴν Λειτουργία εἶναι μυστικές ὅπως εἴδαμε, ὅπως εἶναι μυστικὲς
καὶ οἱ Εὐχὲς τῶν Πιστῶν ποὺ λέει ὁ κάθε πιστὸς μέσα του.
49 Χασμῳδία· ὅρος δανεικός ἀπὸ τὰ μουσικὰ ἢ θεατρικὰ ἔργα.
50 Ἰω. Μ. Φουντούλη, Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς ἀπορίας, Τόμος Εʹ, ὅ.π., #551-553, σ. 203.
51
Βλ. ἐπίσης τό δίτομον, «Θεία Λειτουργία», Ἱ.Μ.Μ. Βατοπαιδίου, 2020,
Σύντομα σχόλια σ. 91. – Συμβατική εἶναι ἡ θέση τῶν Εὐχῶν στὰ χειρόγραφα
Πατέρες, ἀφοῦ λένε τὰ χειρόγραφα: «ποιοῦντος τοῦ Διακόνου τὴν Εὐχήν, ὁ
Ἱερεὺς ἐπεύχεται τὴν Εὐχήν», ἄρα οἱ Εὐχὲς λέγονται πρὸ τοῦ Ἀντιλαβοῦ,
ἐνῶ ὁ Διάκονος προσφωνεῖ.
52 Ὁ θεμελιώδης λόγος τοῦ Κυρίου γιὰ τὴν
Προσευχή εἶναι ὁ ἑξῆς· Ματθ. ϛʹ 5-6· «Καὶ ὅταν προσεύχῃ, οὐκ ἔσῃ ὡς οἱ
ὑποκριταί· ὅτι φιλοῦσιν ἐν ταῖς συναγωγαῖς καὶ ἐν ταῖς γωνίαις τῶν
πλατειῶν ἑστῶτες προσεύχεσθαι, ὅπως ἄν φανῶσι τοῖς ἀνθρώποις· ἀμὴν λέγω
ὑμῖν, ὅτι ἀπέχουσι τὸν μισθὸν αὐτῶν. Σὺ δὲ ὅταν προσεύχῃ, εἴσελθε εἰς τὸ
ταμιεῖόν σου καὶ κλείσας τὴν θύραν σου πρόσευξαι τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ
κρυπτῷ· καὶ ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ
φανερῷ». Εἰς τὴν Λειτουργίαν (ἐν ταῖς ἐκκλησίαις), ταμιεῖον εἶναι ἡ
διάνοια, ὁ νοῦς, ἡ καρδία· ἡ θύρα εἶναι τὸ στόμα (καὶ οἱ ἄτακτες
κινήσεις τῶν ὀφθαλμῶν, καὶ γενικὰ κινήσεις ποὺ γίνονται ἐμπαθῶς καὶ πρὸς
τὸ θεαθῆναι). Οἱ ἐκφωνήσεις ὅμως, τὰ ἀναγνώσματα, τὰ τροπάρια, κτλ. ποὺ
εἶναι δοξολογία, κατήχηση, αὐτὰ ἐκφώνως ὄχι μυστικῶς, «ἀναγγείλατε ἐν
τοῖς ἔθνεσι τὴν δόξαν Αὐτοῦ, ἐν πᾶσι τοῖς λαοῖς τὰ θαυμάσια Αὐτοῦ»,
Ψαλμ. ϟεʹ.
53 βλ. Παν. Παπαδημητρίου, Ὁ Ἱερεύς ἀνέκαθεν ἐποίει τήν
Ἀνάγνωσιν τῶν Εὐχῶν πρός Ἀνατολάς, Ὀρθόδοξος Τύπος, ἀρ. φύλλων 2549 -
2550, 4/7/2025 - 11/7/2025, ἐπίσης, Παν. Παπαδημητρίου, Ἡ Ἀκολουθία τοῦ
Μνημοσύνου πρός τήν Ἀνατολή τελεῖται, 15/2/2026.
54 «Ἐπειδὴ γάρ τινες
τῶν ἔξω τοῦ θυσιαστηρίου ἑστώτων εἰς ἀπορίαν πολλάκις χωροῦσι,
γνωσιμαχοῦντες καὶ λέγοντες· Τίς ἄρα ὁ σκοπός, καὶ ἡ τῶν παρὰ τοῦ
Ἀρχιερέως ὑποψιθυριζομένων Εὐχῶν ἔννοιά τε καὶ δύναμις; καὶ ἐφίενται
εἴδησίν τινα καὶ τούτων καταλαβεῖν, κατὰ τοῦτον οἱ θεῖοι Πατέρες, ὡς
ἀνακεφαλαίωσιν πάντων τῶν διὰ τῶν Εὐχῶν αἰτουμένων, τὸν χαρακτήρα ταύτης
[τῆς Ὀπισθαμβώνου Εὐχῆς] ἐποιήσαντο, διδάσκοντες τοὺς ἐπιζητοῦντας, ἐκ
τοῦ κρασπέδου τὸ ὕφασμα», Ἅγ. Γερμανὸς Ἀρχιεπ. Κων/πόλεως (640-740), [PG
98, 452C].
55 Βλ. ἐπίσης, Παν. Παπαδημητρίου, Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας
Τράπεζας, στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπό Ἀνατολή σὲ Δύση,
τὴν ὥρα τῆς Ἀναφορᾶς — Τὰς θύρας, τάς θύρας· Ποιὲς θύρες; Τό Ἱερόν
Κιβώριον, τά Καταπετάσματα-Παραπετάσματα-Βῆλα, τὸ Φράγμα τοῦ Ἱεροῦ
Βήματος, τὸ Φράγμα τοῦ Πρεσβυτερίου (Σολέα), τὸ Σύνθρονον, [PDF], β'
ἔκδ. 23/4/2024, καί, Πρεσβ. Γ. Διαμαντοπούλου, Ἡ θεολογική τεκμηρίωση
τῆς ἀπόκρυψης τῶν τελουμένων στό ἱερό κατά τόν ὅσιο Νικήτα τόν Στηθᾶτο,
Εἰσήγηση στὴν ἡμερίδα τῆς Ἑστίας Πατερικῶν Μελετῶν: Στὸν ἀπόηχο τῆς
Λειτουργικῆς Ἀνανέωσης - Ἀναταράξεις στὴ Θεία Λατρεία, 11/6/2023.
56 Παν. Παπαδημητρίου, Ποιοῦντος τοῦ Διακόνου τὴν Εὐχήν, ὁ Ἱερεὺς ἐπεύχεται τὴν Εὐχήν, [PDF], 30/10/ 2022.
57
Παν. Παπαδημητρίου, Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, ..., ὅ.π.: «Εἶτα
πρόεισιν ὁ ἱερεὺς μετὰ παῤῥησίας τῷ θρόνῳ τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, μετὰ
ἀληθινῆς καρδίας, ἐν πληροφορίᾳ πίστεως, ἀπαγγέλων τῷ Θεῷ, καὶ συλλαλὼν
μόνος Αὐτῷ, οὐκέτι διὰ νεφέλης, ὥς ποτε Μωσῆς ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ μαρτυρίου,
ἀλλ’ ἀνακεκαλυμμένῳ προσώπῳ τὴν δόξαν Κυρίου κατοπτεύων· καὶ μεμύηται
τὴν τῆς Ἁγίας Τριάδος θεογνωσίαν καὶ πίστιν, καὶ μόνος μόνῳ προσλαλεῖ
Θεῷ μυστήρια, μυστήρια ἀπαγγέλων ἐν μυστηρίοις, τὰ κεκρυμμένα πρὸ τῶν
αἰώνων καὶ ἀπὸ γενεῶν, νῦν δὲ φανερωθέντα ἡμῖν διὰ τῆς ἐπιφανείας τοῦ
Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ἅπερ ἡμῖν ἐξηγήσατο ὁ μονογενὴς Υἱός, ὁ ὢν εἰς τὸν κόλπον
τοῦ Πατρός. [...],» Κεφ. 53, 65, [PG 98, 429A].
58 «Μυστικῶς τὰ
μυστικὰ φθέγγεσθαι» (Ἅγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος), «τῶν Μυστηρίων τὸ σεμνὸν
σιωπῇ διασώζεσθαι» (Ἅγ. Βασίλειος ὁ Μέγας), «Μυστικῆς ἐπιτελουμένης
Εὐχῆς» (Ἅγ. Γρηγόριος Νύσσης), «Ἔνθα δὲ μυστήρια, πολλὴ σιγή» (Ἅγ.
Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος), «[Ὁ Ἱερεύς] μόνος μόνῳ προσλαλεῖ Θεῷ μυστήρια»
(Ἅγ. Γερμανός Κων/πόλεως).
59 Βλ. ἐπίσης, Παν. Παπαδημητρίου, Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, …, ὅ.π., β' ἔκδ. 23/4/2024.
60 Βλ. ὑποσ. 44.
61
Παν. Παπαδημητρίου, Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, ..., ὅ.π.: «Καὶ πάλι
ὅμως τὸ Καταπέτασμα ἀνελκυόταν μετὰ τὸν ἀσπασμὸ τῆς ἀγάπης καὶ τὴν
ὁμολογία τῆς ὀρθῆς πίστεως μὲ τὴν ἀπαγγελία τοῦ ἱεροῦ Συμβόλου. Τὸ δὲ
«θεᾶσθαι αὐτοψεὶ τὸ πρόσωπον τῆς ἁγίας ἀναφορᾶς» ἦταν καὶ εἶναι τὸ
φοβερὸ καὶ ἱερὸ προνόμιο τοῦ λειτουργοῦ, τοῦ «ἐνδεδυμένου τὴν τῆς
ἱερατείας χάριν». Ἡ ἀγάπη μας πρὸς τὸν περιούσιο λαὸ τοῦ Θεοῦ ἂς μὴν
ἐπιτρέψει νὰ τοῦ ἐπιβάλλουμε βρόγχους εἰς κρίμα καὶ εἰς κατάκριμα», σσ.
154-155. Ἀπό τό· Ἰωάννου Μ. Φουντούλη, Τελετουργικά Θέματα Αʹ, «Ἡ
Μυστηριακὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὰ Μέσα Μαζικῆς Ἐνημέρωσης», Ἀποστολικὴ
Διακονία, ἔκδ. αʹ 2002, σσ. 209-224.
62 Κατὰ τὴν γνώμη μας, ὄχι ἀπὸ αἰώνων, ἀλλ’ ἀπ’ ἀρχῆς, πρβλ. Ματθ. ϛʹ 5-6, Σύνοδος Λαοδικείας.
63 Ἰω. Μ. Φουντούλη, Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς ἀπορίας, Τόμος Εʹ (2003), ὅ.π., #551-553, σ. 201.
64 Ἰω. Μ. Φουντούλη, Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς ἀπορίας, Τόμος Βʹ, Ἀποστ. Διακονία 1994, #235, σ. 229.
65 Ἰω. Μ. Φουντούλη, Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς ἀπορίας, Τόμος Εʹ (2003), ὅ.π., #551-553, σ. 192.
66
Ἰω. Μ. Φουντούλη, Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς ἀπορίας, Τόμος Εʹ (2003),
ὅ.π., #558, σ. 222. – Ὑπάρχουν Εὐχὲς ποὺ ἀπευθύνονται σὲ ἀνθρώπους;
Φυσικά ὄχι, στοὺς ἀνθρώπους προσευχόμαστε;
67 Ὁ γέροντάς μου Στέφανος
μοῦ εἶπε: «ὁ γέροντας Ἐφραῖμ ἔλεγε μυστικῶς τὶς Εὐχές, μὲ κλειστὰ τὰ
χεῖλη, καὶ σὲ συλλείτουργο, μόνο τὴν Εὐχὴ τοῦ Καθαγιασμοῦ ἀκούγαμε
ἴσα-ἴσα, ψιθυριστά, οἱ συλλειτουργοί» (Ἀναλόγιον). Ὁ Ἅγιος Τύχων ὁ
Ἁγιορείτης (παπα-Τύχων) «διάβαζε τὶς εὐχὲς τῆς θ. Λειτουργίας, τὶς
ὁποῖες γνώριζε ἀπ’ ἔξω ἀπὸ τὴν πολύχρονη καὶ συνεχῆ τέλεσή της, ὄχι
νοερῶς, οὔτε μεγαλοφώνως, ἀλλὰ ἔτσι ὥστε νὰ ἀκούγονται στὸ αὐτί τοῦ
ἱερέως [ἴσα-ἴσα στὸ αὐτί του δηλαδή, αὐτὸ εἶναι τὸ “χαμηλοφώνως”]»
(Ἱερομ. Ἀθαγγέλου (Καλαφάτη), Οἱ ἀναμνήσεις μου ἀπὸ τὸν παπα-Τύχωνα,
ἔκδ. Ἱ.Μ. Σίμωνος Πέτρας, Ἅγιον Ὄρος, σ. 28). Νὰ ποῦμε ἐπίσης, ὅτι
παλαιὰ ὑπῆρχε ἁπλὸς κόσμος ποὺ δὲν διάβαζε νοερά, ἀλλὰ “χαμηλοφώνως”,
βγάζοντας δηλ. τὴν φωνή τους ἴσα νὰ τὴν ἀκούουν.
68 «ἡ [ἔκφωνη]
ἀνάγνωσις τῶν εὐχῶν εἰς ἐπήκοον τοῦ ἐκκλησιάσματος ἀπαιτεῖ στόμφον,
χρωματισμὸν τῆς φωνῆς καὶ πολλάκις πομπῶδες ὕφος καὶ ἄλλας «ὑποκριτικὰς»
ἱκανότητας, στοιχεῖα ἐρχόμενα εἰς ἄκραν ἀντίθεσιν πρὸς τὴν σεμνοπρεπῆ
καὶ κατανυκτικὴν ἀτμόσφαιραν, ἣν ἀπαιτεῖ ἡ τέλεσις τῶν μυστηρίων τῆς
Ἐκκλησίας», Πρωτοπρ. Ἀλεξάνδρου Κ. Καραπαναγοπούλου, Ἡ Θεία Λειτουργία
(Εἰσαγωγή – Κείμενον – Ἑρμηνεία), Ἀθῆναι 1975, σ. 12.
69 Πέραν τοῦ
Πιστεύω καὶ τοῦ Πάτερ ἡμῶν, ποὺ καὶ αὐτὰ μυστικῶς (μόνον ὁ Προεστὼς ἢ ὁ
Ἀναγνώστης ἐκφώνως) μᾶς τὰ παρέδωσε ἡ Ἱερὰ Παράδοσις (γιὰ τὴν ἀποφυγὴ
τῆς ὑπερηφανείας πρωτίστως, καὶ τῆς χάβρας δευτερευόντως)· «ἕκαστος τῶν
ἐκκλησιαζομένων ἰδίᾳ καθ’ ἑαυτόν». Βλ. ὑποσ. 28.
70 Γύρισε στὸν
διπλανό σου καὶ προσευχήσου πρὸς αὐτὸν ἐν ὥρᾳ Λειτουργίας (Ἀκολουθίας).
Ἔτσι θὰ ἐννοήσεις ὅτι ἡ κοινὴ Προσευχὴ στὴν Ἐκκλησία ἀπαιτεῖ ὅλοι
(Κληρικοί, καὶ Λαϊκοὶ) νὰ βλέπουν στὴν ἴδια κοινὴ κατεύθυνση. Ἡ κοινὴ
κατεύθυνση στὶς Ἀκολουθίες, στὴν Ἐκκλησία, ἔχει θεολογικῶς θεσπιστεῖ ἀπὸ
τοὺς Ἀποστόλους καὶ τοὺς Ἁγίους Πατέρες, εἶναι ἡ Ἀνατολή, βλ. [ΠΠ22].
71 Παν. Παπαδημητρίου, Τὸ ἀθέατον τῆς Ἁγίας Τράπεζας, …, ὅ.π., Κεφ. 18, 19, β' ἔκδ. 23/4/2024.
72 Παν. Παπαδημητρίου, Ἡ Ἀκολουθία τοῦ Μνημοσύνου πρός τήν Ἀνατολή τελεῖται, 15/2/2026.
73
Βλ. ἐπίσης ἐδὼ μιὰ παλιά μας σχετικὴ πρόχειρη σημείωση: Ὅρος: «Μυστικὲς
Εὐχές» τῆς Θείας Λειτουργίας, 11/2/2022, analogion.gr.
74 Πρβλ. Παν.
Παπαδημητρίου, Πῶς ἐτέλεσε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς τὴν «θείαν
Εὐχαριστίαν» εἰς τὸν Μυστικὸν Δείπνον, μυστικῶς ἢ εἰς ἐπήκοον;,
2/12/2020.
75 Παρόμοια ἔλεγε καὶ ὁ μαθητὴς τοῦ Ὁσίου Ἰωσὴφ τοῦ
Ἡσυχαστοῦ, ὁ Ὅσιος Ἐφραῖμ ὁ Κατουνακιώτης, σύμφωνα μὲ τὸν Μητρ. Λεμεσοῦ
Ἀθανάσιον: «Πάντοτε ἔλεγε “νὰ προσέχετε νὰ πηγαίνετε ὅπως μᾶς παρέδωσαν
οἱ Πατέρες μας”. Αὐτὴ τὴν παράδοση τῶν Πατέρων πολὺ τὴν ὑποστήριζε. “Μὴν
κάνετε πράγματα τὰ ὁποῖα δὲν τὰ παραλάβατε. Ὅπως παραλάβατε, αὐτὰ νὰ
κάνετε”. Καὶ ὁ ἴδιος ἔλεγε γιὰ τὸν ἑαυτόν του ὅταν τὸν ρωτήσαμε κάτι,
γέροντα αὐτὸ εἶναι καλύτερο; Λέει: “Ἐγὼ ἔτσι παρέλαβα. Δὲν παρέλαβα
διαφορετικά. Ὅπως παρέλαβα, αὐτὰ θὰ φυλάξω καὶ αὐτὰ θὰ κάνω”», Ὀμιλία
Μητρ. Λεμεσοῦ Ἀθανασίου «#23 Άγιος Εφραίμ Κατουνακιώτης – Βʹ μέρος»
(24:17 – 24:44), 24 Ἀπριλίου 2025, youtube.
76 Παρόμοια ἔλεγε καὶ ὁ Ὅσιος Ἰάκωβος Τσαλίκης: «Ἐμεῖς Πάτερ μου ὅ,τι βρήκαμε θὰ τηρήσουμε!»
77 analogion.gr/typikon/liturgy-articles.
78 independent.academia.edu/ΠΔΠ/Liturgical.
79
Εὐχολόγιον, Jacques Goar (Euchologion sive Rituale Graecorum
complectens ritus et ordines divinae liturgiae), Παρίσι, 1647, σ. 65.
80
Πρωθιερέως Ἀγγέλου Πεφάνη, Ἐρμηνεία τῆς Θείας καὶ Ἱερᾶς Λειτουργίας τοῦ
ἐν ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Ἰωάννου ἀρχιεπ. Κων/πόλεως τοῦ Χρυσοστόμου
(Ἐγκρίσει τῆς Ἱερᾶς Συνόδου), ἐν Ἀθήναις, 1897, σ. 70.
81 Ἀρχιεπ.
Κορίνθου Βαρθολομαίου Γεωργιάδου, Ἐπιτομὴ Λειτουργικῆς πρὸς χρῆσιν τῶν
Ἱερέων καὶ παντὸς Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ, ἐγκρίσει τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἐν
Ἀθήναις 1909, σ. 97.
82 Ἡ Θεία Λειτουργία, ἐπιμελείᾳ πρεσβ. Νικ. Π. Παπαδοπούλου, ἔκδοσις νέα Γ. Καριοφύλη, ἐκδόσεις Σαλιβέρου 1924, σ. 40.
83 Δημ. Γ. Παναγιωτοπούλου, Ἐρμηνεία εἰς τήν Θείαν Λειτουργίαν, «ΖΩΗ», Ἀθῆναι 1927, σ. 76.
84 Δημ. Γ. Παναγιωτοπούλου, Ἐρμηνεία εἰς τήν Θείαν Λειτουργίαν, «ΖΩΗ», Ἀθῆναι 1933, σ. 76.
85 Δημ. Γ. Παναγιωτοπούλου, Ἐρμηνεία εἰς τήν Θείαν Λειτουργίαν, «ΖΩΗ», Ἀθῆναι 1940, σ. 81.
86
Ἱεροτελεστικόν, Μητρ. Φιλίππων καὶ Νεαπόλεως Χρυσοστόμου (μετέπειτα
Ἀρχιεπ. Ἀθηνῶν), ἐκδόσεις Σαλιβέρου 1948, σ. 109, καὶ ὑποσ. 1.
87 Οἱ
Βατοπαιδινοί, στὸ σχόλιό τους, κατατάσσουν τό Ἱερατικόν 1948 («Θεία
Λειτουργία», 2020, Σύντομα σχόλια σ. 91) ὡς ἔχων τὴν Εὐχὴ πρὶν τὴν
Ἐκφώνηση, τὸ ὁποῖον εἶναι λάθος, καὶ θέτει ὑπ’ ἀμφισβήτησιν ἢ
ἐπανεξέτασιν τὸ πῶς κατατάξανε παρομοίως τὰ ὑπόλοιπα 24 χφφ στὴν σελίδα
91 τῶν Σύντομων σχολίων τους. Εἶναι λάθος, διότι ναὶ μὲν ἡ θέση τῆς
Εὐχῆς στὸ κείμενο εἶναι ἀμέσως πρὶν τὴν Ἐκφώνηση, ἀλλὰ ἡ θέση τῆς Εὐχῆς
στὴν Λειτουργία δὲν εἶναι πρὶν τὴν Ἐκφώνηση! Ἡ Εὐχὴ ἔχει ξεκινήσει νὰ
ἀναγινώσκεται μυστικῶς, πολὺ πρὶν τὴν ἐκφώνηση, ἐνῶ ὁ Διάκονος προσφωνεῖ
τὴν διὰ Προσφωνήσεως Εὐχήν (βλ. διάταξη-ρουμπρίκα σ. 109)! Εἶναι ὡς
ἔχουμε πεῖ, συμβατικὴ ἡ θέση τῆς Εὐχῆς στὸ κείμενο.
88 Ἡ «ΖΩΗ» ἤδη
παρασύρθηκε ἀπὸ τὸν Τρεμπέλα στὶς Μυστικὲς Εὐχὲς, ὁ ὁποῖος παρασύρθηκε
ἀπὸ τοὺς δυτικοὺς Λειτουργιολόγους τῶν προετοιμασιῶν τῆς Βʹ Βατικανῆς
Συνόδου. Σύγκρινε μὲ τὴν Ἐρμηνεία τοῦ Δημ. Γ. Παναγιωτοπούλου «ΖΩΗ»,
ἐκδ. 1927, 1933, 1940.
89 Ἀρχιμ. Σεραφείμ Παπακώστας, Ἐγκόλπιον Θ.
Λειτουργίας, ἔκδ. 5η, ἔκδ. ἀδελφ. Θεολόγων ἡ «ΖΩΗ», Ἀθῆναι 1950, σ. 40.
Τὸ πρῶτο «Ἱερατικόν» στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ποὺ ἀντιπαραδοσιακῶς ἔβγαλε
τὸ «μυστικῶς».
90 Ἐδῶ πλέον, καὶ ὁ Δημ. Γ. Παναγιωτόπουλος, ὅπως καὶ
ὅλη ἡ ΖΩΗ παρεσύρθησαν ἀπὸ τὸν Τρεμπέλα, μὲ ἀποτέλεσμα τὸ μυστικῶς τοῦ
1927, 1933, 1940 νὰ γίνει ἄνευ μυστικῶς τό 1953. Δημ. Γ.
Παναγιωτοπούλου, Ἐρμηνεία εἰς τήν Θείαν Λειτουργίαν, «ΖΩΗ», Ἀθῆναι 1953,
σ. 64.
91 Ἱερατικόν 1962, ἔκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, σ. 111.
92 Ἱερατικόν 1968, ἔκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, σ. 75.
93
Ἱερατικόν 1971, ἔκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, σ. 75. Παρότι τὸ Ἱερατικόν
τοῦ 1971 φαίνεται τῆς «σειρᾶς» 1951, 1968, ἐν τούτοις ἐδῶ ὑπέκυψε στὴν
ἀσκηθεῖσα πίεση, καὶ ἔβαλε τὴν Εὐχὴ ἀμέσως πρὶν τὴν ἐκφώνηση. Ὅμως στὸ
Συλλείτουργον δὲν τὸ ἀλλάξανε καὶ ἀκόμη ἔχουν μυστικῶς τὶς Εὐχὲς
ψαλλομένων τῶν Ἀντιφώνων!
94 Ἱερατικόν 1971, ἔκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, σ. 175.
95 Ἱερατικόν 1977, ἔκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, σσ. 106-107.
96 Παν. Παπαδημητρίου, Ἱερατικόν Συλλείτουργον - σύγκρισις διατάξεων, Ἱερατικῶν, καὶ σχόλια, 21/12/ 2022.
97 Δημ. Γ. Παναγιωτοπούλου, Ἐρμηνεία εἰς τήν Θείαν Λειτουργίαν, «ΣΩΤΗΡ», Ἀθῆναι 1979, σ. 71.
98 Ἱερατικόν 1981, ἔκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, σ. 75. Ὅμοια σχόλια μὲ τὸ Ἱερατικόν τοῦ 1971, βλ. ὑποσ. 93.
99 Ἱερατικόν 1981, ἔκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, σ. 175.
100
Ἱερατικόν 1987, 1995, 2000, ἔκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, σσ. 106-107.
Παρότι τὸ Ἱερατικόν τοῦ 1971 φαίνεται τῆς «σειρᾶς» 1951, 1968, ἐν
τούτοις ἐδῶ ὑπέκυψε στὴν ἀσκουμένη πίεση, καὶ ἔβαλε τὴν Εὐχὴ ἀμέσως πρὶν
τὴν ἐκφώνηση. Ὅμως στὸ Συλλείτουργον δὲν τὸ ἀλλάξανε καὶ ἀκόμη ἔχουν
μυστικῶς τὶς Εὐχὲς ψαλλομένων τῶν Ἀντιφώνων!
101 Παν. Παπαδημητρίου, Ἱερατικόν Συλλείτουργον ..., ὅ.π., 21/12/ 2022.
102
«Θεία Λειτουργία», Ἱ.Μ.Μ. Βατοπαιδίου, 2020, Συλλείτουργον, σ. 27.
Σύντομα σχόλια σ. 91. Ἀπὸ τὴν τεράστια σύγκριση (542 χειρογράφων κυρίως
καὶ ἐλαχίστων ἐντύπων), ἀδικαιολογήτως, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν «πολιτικῶς
ὀρθῶς» ἀπουσιάζουν τό Ἱερατικὸν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου 1895, τὰ
Ἱερατικὰ τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας 1951, 1962, 1968, 1971, κτλ.,
προφανῶς γιὰ νὰ μείνουν στὸ ἀπυρόβλητο (ὅλο τὸ μένος τὸ δέχθηκε τὸ
Ἱερατικόν τοῦ 1948 (Ἱεροτελεστικόν) τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἑλλάδος
Χρυσοστόμου Βʹ ὡς Μητρ. Φιλίππων), καὶ ἐπίσης ἀδικαιολογήτως, σκοπίμως,
δὲν ἀναφέρθηκαν «ἀρκετὰ χφφ ποὺ ἔχουν τὶς πρῶτες τρεῖς Εὐχὲς μετὰ τὴν
ἐκφώνηση».
103 Δημ. Γ. Παναγιωτοπούλου, Ἐρμηνεία εἰς τήν Θείαν Λειτουργίαν, «ΣΩΤΗΡ», Ἀθῆναι 2024, σ. 65.