Τρίτη 14 Απριλίου 2026

«Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν»

ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ

  Πιστεύουμε καὶ στὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. Γιατὶ θὰ ὑπάρχει, πράγματι θὰ ὑπάρχει ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. Καὶ λέγοντας ἀνάσταση ἐννοοῦμε ἀνάσταση σωμάτων. Γιατὶ ἀνάσταση εἶναι δεύτερη σύσταση τοῦ ἀνθρώπου τῆς πτώσεως· ἄλλωστε οἱ ψυχές, ὡς ἀθάνατες, πῶς θὰ ἀναστηθοῦν; Γιατί, ἂν ὁρίζουν τὸν θάνατο σὰν χωρισμὸ τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ σῶμα, ὁπωσδήποτε ἡ ἀνάσταση εἶναι ἡ νέα συνάφεια ψυχῆς καὶ σώματος καὶ δεύτερη σύσταση τοῦ ζώου ποὺ διαλύθηκε καὶ ἔπεσε· τὸ ἴδιο λοιπὸν τὸ σῶμα ποὺ φθείρεται καὶ διαλύεται, τὸ ἴδιο θὰ ἀναστηθεῖ ἄφθαρτο· γιατὶ δὲν ἀδυνατεῖ αὐτὸς ποὺ ἀρχικὰ ἀπὸ τὸ χῶμα τῆς γῆς τὸ συγκρότησε ξανὰ νὰ τὸ ἀναστήσει, μετὰ τὴ διάλυση καὶ τὴν ἐπιστροφή του στὴ γῆ, ἀπὸ τὴν ὁποία εἶχε ληφθεῖ, κατὰ τὴν ἀπόφαση τοῦ δημιουργοῦ.

  Ἂν δὲν ὑπάρχει ἀνάσταση, «φάγωμεν καὶ πίωμεν» καὶ ἂς ἀκολουθήσουμε τὴ φιλήδονη καὶ ἀπολαυστικὴ ζωή. Ἂν δὲν ὑπάρχει ἀνάσταση σὲ τί διαφέρουμε ἀπὸ τὰ ἄλογα ζῶα; Ἂν δὲν ὑπάρχει ἀνάσταση, ἂς μακαρίσουμε τὰ θηρία τοῦ ἀγροῦ ποὺ ἔχουν τὴν ἄλυπη ζωή. Ἂν δὲν ὑπάρχει ἀνάσταση, οὔτε Θεὸς ὑπάρχει οὔτε πρόνοια, καὶ ὅλα φέρονται καὶ ἄγονται αὐτόματα. Γιατὶ νά, βλέπουμε νὰ ζοῦν πάρα πολλοὶ σὲ ἔσχατη πτώχεια καὶ νὰ ἀδικοῦνται καὶ νὰ μὴ ἔχουν καμιὰ φροντίδα στὴν παροῦσα ζωή τους, ἐνῶ βλέπουμε νὰ εὐημεροῦν ἁμαρτωλοὶ καὶ ἄδικοι μὲ πλούτη καὶ μὲ κάθε ἀπόλαυση. Καὶ ποιὸς λογικὸς ἄνθρωπος θὰ τὸ θεωρήσει ἔργο δικαιοκρισίας ἢ σοφῆς πρόνοιας; Θὰ ὑπάρχει λοιπόν, θὰ ὑπάρχει ἀνάσταση. Γιατὶ ὁ Θεὸς εἶναι δίκαιος καὶ σ’ αὐτοὺς ποὺ τὸν ὑπομένουν ἀποδίδει τὴν ἀμοιβή. Ἂν λοιπὸν ἡ ψυχὴ μόνη της πῆρε μέρος στοὺς ἀγῶνες τῆς ἀρετῆς, μόνη καὶ θά στεφανωθεῖ. Καί ἄν μόνη της κυλίστηκε στίς ἡδονές, δίκαια καί μόνη θά κολαζόταν· ἀλλά ἐπειδή οὔτε τήν ὕπαρξη εἶχαν χωριστή καί οὔτε τήν ἀρετή οὔτε τήν κακία ἀκολούθησε ἡ ψυχή χωρίς τό σῶμα, δίκαια θά πάρουν καί τά δύο μαζί καί τίς ἀμοιβές.

  Καὶ ὄχι μόνο μὲ τὴ διδασκαλία, ἀλλὰ καὶ μὲ τὰ ἔργα ὁ Κύριος φανέρωσε τὴν ἀνάσταση τῶν σωμάτων. Πρῶτα πρῶτα ἀφοῦ ἀνέστησε τὸν Λάζαρο, ποὺ ἦταν τέσσερεις ἡμέρες νεκρὸς καὶ τὸ σῶμα του εἶχε φθαρεῖ καὶ μύριζε· δὲν ἀνέστησε ψυχὴ ποὺ στερεῖται σῶμα, ἀλλὰ τὸ σῶμα μὲ τὴν ψυχή, καὶ ὄχι ἄλλο, ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ εἶχε φθαρεῖ. Γιατί πῶς θὰ γινόταν γνωστὴ ἢ θὰ πιστευόταν ἡ ἀνάσταση τοῦ νεκροῦ, ἂν δὲν τὴ συγκροτοῦσαν τὰ χαρακτηριστικὰ ἰδιώματα τῆς ὑποστάσεως; Ἀλλὰ ἀνέστησε τὸν Λάζαρο, ποὺ ἐπρόκειτο νὰ ξαναπάει στὸν θάνατο, γιὰ νὰ φανερώσει τὴ θεότητά του καὶ νὰ βεβαιώσει τὴ δική του καὶ τὴ δική μας ἀνάσταση. Ὁ ἴδιος ὅμως ὁ Κύριος ἔγινε ἀπαρχὴ τῆς τέλειας ἀναστάσεως ποὺ ποτὲ δὲν ξαναπηγαίνει στὸν θάνατο. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ θεῖος ἀπόστολος Παῦλος ἔλεγε· «Εἰ νεκροὶ οὐκ ἐγείρονται, οὐδὲ Χριστὸς ἐγήγερται. Ἄρα οὖν ματαία ἡ πίστις ἡμῶν· ἄρα ἔτι ἐσμὲν ἐν ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν», καὶ ὅτι «Χριστὸς ἐγήγερται, ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων», καὶ «πρωτότοκος ἐκ νεκρῶν», καὶ πάλι· «Εἰ γὰρ πιστεύομεν, ὅτι Ἰησοῦς ἀπέθανε καὶ ἀνέστη, οὕτως ὁ Θεὸς τοὺς κοιμηθέντας διὰ τοῦ Ἰησοῦ ἄξει σὺν αὐτῷ». Εἶπε «οὕτως», ὅπως δηλαδὴ ἀναστήθηκε ὁ Κύριος.

  Ὅτι πάλι ἡ ἀνάσταση τοῦ Κυρίου ἦταν ἕνωση σώματος ποὺ ἀφθαρτοποιήθηκε καὶ ψυχῆς (ἀφοῦ αὐτὰ διαιρέθηκαν) εἶναι φανερό· γιατὶ εἶπε· «Λύσατε τὸν ναόν, καὶ ἐν τρισὶν ἡμέραις οἰκοδομήσω αὐτόν». Καὶ ὅτι μιλοῦ­σε γιὰ τὸ ἴδιο του τὸ σῶμα ἀξιόπιστος μάρτυρας εἶναι τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο· «Ψηλαφήσατέ με καὶ ἴδετε», λέγει ὁ Κύριος πρὸς τοὺς μαθητές του ποὺ νόμιζαν ὅτι ἔβλεπαν πνεῦμα, «ὅτι ἐγώ εἰμι καὶ οὐκ ἠλλοίωμαι· ὅτι πνεῦμα σάρκα καὶ ὀστέα οὐκ ἔχει, καθὼς ἐμὲ θεωρεῖτε ἔχοντα». «Καὶ τοῦτο εἰπὼν ἔδειξεν αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ τὴν πλευράν», καὶ πρὸς τὸν Θωμᾶ τὰ δείχνει γιὰ τὴν ψηλάφηση. Δὲν εἶναι ὅλα αὐτὰ ἀρκετὰ γιὰ νὰ κάνουν πιστευτὴ τὴν ἀνάσταση τῶν σωμάτων;

  Λέγει ἐπίσης ὁ θεῖος ἀπόστολος· «Δεῖ γὰρ τὸ φθαρτὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀφθαρσίαν, καὶ τὸ θνητὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀθανασίαν», καὶ πάλι· «Σπείρεται ἐν φθορᾷ, ἐγείρεται ἐν ἀφθαρσίᾳ· σπείρεται ἐν ἀσθενείᾳ, ἐγείρεται ἐν δυνάμει· σπείρεται ἐν ἀτιμίᾳ, ἐγείρεται ἐν δόξῃ· σπείρεται σῶμα ψυχικόν», δηλαδὴ παχὺ καὶ θνητό, «ἐγείρεται σῶμα πνευματικόν», ἄτρεπτο, ἀπαθές, λεπτό· γιατὶ αὐτὸ σημαίνει τὸ «πνευματικόν», ὅπως ἦταν τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου μετὰ τὴν ἀνάσταση ποὺ περνοῦσε κεκλεισμένων τῶν θυρῶν, χωρὶς νὰ ὑπόκειται στὴν κόπωση καὶ χωρὶς νὰ ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τροφή, ὕπνο καὶ νερό. Γιατὶ θὰ εἶναι, ὅπως λέγει ὁ Κύριος «ὡς οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ», χωρὶς γάμο καὶ χωρὶς τεκνογονία. Λέγει λοιπὸν ὁ θεῖος ἀπόστολος· «Ἡμῶν γὰρ τὸ πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει, ἐξ οὗ καὶ σωτῆρα ἀπεκδεχόμεθα Κύριον Ἰησοῦν, ὃς καὶ μετασχηματίσει τὸ σῶμα τῆς ταπεινώσεως ἡμῶν εἰς τὸ γενέσθαι αὐτὸ σύμμορφον τῷ σώματι τῆς δόξης αὐτοῦ», χωρὶς νὰ ἐννοεῖ τὸν μετασχηματισμὸ σὲ ἄλλη μορφὴ — ἄπαγε —, ἀλλὰ ὁπωσδήποτε τὴν ἐναλλαγὴ ἀπὸ τὴ φθορὰ στὴν ἀφθαρσία.

  «Ἀλλ’ ἐρεῖ τις· πῶς ἐγείρονται οἱ νεκροί;» Τί ἀπιστία καὶ τί ἀφροσύνη! Αὐτὸς ποὺ μετέβαλε τὸ χῶμα σὲ σῶμα μὲ μόνη τὴ βούληση, ποὺ πρόσ­ταξε μιὰ μικρὴ ρανίδα ὕλης τοῦ σπέρματος νὰ αὐξάνεται στὴ μήτρα καὶ νὰ ἀποτελεῖ τὸ πολυσύνθετο καὶ πολύμορφο ὄργανο τοῦ σώματος, πολὺ περισσότερο δὲν μπορεῖ νὰ ἀναστήσει μὲ τὴ βούληση αὐτὸ ποὺ ἔγινε καὶ μετὰ διαλύθηκε; «Ποίῳ δὲ σώματι ἔρχονται; Ἄφρον»· ἂν ἡ πώρωση δὲν σὲ ἀφήνει νὰ πιστέψεις στὰ λόγια τοῦ Θεοῦ, πίστευε στὰ ἔργα. «Σὺ γάρ, ὃ σπείρεις, οὐ ζωοποιεῖται, ἐὰν μὴ ἀποθάνῃ· καὶ ὃ σπείρεις, οὐ τὸ σῶμα τὸ γενησόμενον σπείρεις, ἀλλὰ γυμνὸν κόκκον, εἰ τύχοι, σίτου ἤ τινος τῶν λοιπῶν. Ὁ δὲ Θεὸς αὐτῷ δίδωσι σῶμα καθὼς ἠθέλησε, καὶ ἑκάστῳ τῶν σπερμάτων τὸ ἴδιον σῶμα». Κοίταξε λοιπὸν πῶς σὰν σὲ τάφους παραχώνονται στὰ αὐλάκια οἱ σπόροι. Ποιὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ ἔβαλε σ’ αὐτοὺς ρίζες, καλάμι καὶ φύλλα, καὶ στάχυα καὶ λεπτότατο χνούδι; Δὲν εἶναι ὁ δημιουργὸς τῶν ὅλων; Δὲν εἶναι τὸ πρόσ­ταγμα αὐτοῦ ποὺ οἰκοδόμησε τὰ πάντα; Ἔτσι λοιπὸν πίστευε ὅτι θὰ γίνει καὶ ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν μὲ τὴ θεία βούληση καὶ τὸ νεῦμα· γιατὶ ὁ Θεὸς ἔχει μὲ τὴ βούληση σύνδρομη τὴ δύναμη.

  Γι’ αὐτὸ λοιπὸν θὰ ἀναστηθοῦμε, ἀφοῦ οἱ ψυχὲς θὰ ἑνωθοῦν ξανὰ μὲ τὰ σώματα, ποὺ θὰ ἀφθαρτοποιηθοῦν καὶ θὰ ἀποβάλουν τὴ φθορὰ καὶ θὰ παρουσιαστοῦμε στὸ φοβερὸ βῆμα τοῦ Χριστοῦ, καὶ θὰ παραδοθεῖ ὁ Διάβολος καὶ οἱ δαίμονές του καὶ ὁ ἄνθρωπος αὐτοῦ, δηλαδὴ ὁ ἀντίχριστος, καὶ οἱ ἀσεβεῖς καὶ οἱ ἁμαρτωλοὶ στὸ αἰώνιο πῦρ, ποὺ δὲν εἶναι βέβαια ὑλικό, ὅπως τὸ δικό μας, ἀλλ’ ὅπως τὸ ξέρει ὁ Θεός. Καὶ αὐτοὶ ποὺ ἔπραξαν τὰ ἀγαθὰ θὰ βγάλουν λάμψεις ὅπως ὁ ἥλιος μὲ τοὺς ἀγγέλους στὴν αἰώνια ζωὴ μὲ τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, καθὼς θὰ τὸν βλέπουν καὶ θὰ βλέπονται καὶ θὰ τρυγοῦν ἀπ’ αὐτὸν τὴν ἀτέλειωτη εὐφροσύνη.

Πηγή: «Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις Ἀκριβὴς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως», Ἐκδόσεις Π. Πουρναρᾶ.

https://orthodoxostypos.gr