Πέμπτη 9 Απριλίου 2026

Πάντα στὰ «ὡσαννά»!

Ἂν κάτι χαρακτηρίζει τὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα, καλοί μου φίλοι, αὐτὸ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο οὐσιαστικά, παρὰ ἐκεῖνα τὰ «ὡσαννὰ» ποὺ ἀκοῦμε στὴν ἀρχή της κι ἐκεῖνα τὰ «σταυρωθείτω» ποὺ ἀκοῦμε πρὸς τὸ τέλος της.

Πρόκειται γιὰ τὶς κραυγὲς ἑνὸς λαοῦ, τοῦ Ἰσραηλίτικου λαοῦ, τότε ποὺ εἶχαν ἀνάμεσά τους τὸν Χριστό.

*   *   *

  Καὶ τί δὲν ἔκανε Ἐκεῖνος γιὰ τὸν λαὸ αὐτό! Τοῦ σκούπισε τὰ δάκρυα, τοῦ γιάτρεψε τοὺς ἀρρώστους. Ὅλους τοὺς ἀρρώστους. Τοὺς τυφλούς, τοὺς χωλούς, τοὺς λεπρούς, τοὺς κατάκοιτους, τοὺς δαιμονισμένους… Κι ἐκείνους ἀπ’ τὴν ἁμαρτία, ἐπίσης. Τοὺς τελῶνες, τὶς ἁμαρτωλὲς γυναῖκες, τοὺς ληστές, τοὺς ὑψηλόφρονες, τοὺς ψευτο-εὐσεβεῖς, τοὺς ψευτο-ἁγίους!

Μὲ ἕνα ἄγγιγμά Του ὅλα ἄλλαζαν. Μία ἐντολή Του ἀρκοῦσε, γιὰ νὰ γίνει τὸ θαῦμα. Ἕνα ἄγγιγμα ἀκόμη καὶ στὰ ροῦχα Του, ἔφερνε αὐτὸ ποὺ ἤθελε ἐκεῖνος ποὺ πίστευε.

 Μὲ πέντε ψωμιὰ καὶ δύο ψάρια, χόρτασε χιλιάδες. Καὶ τὸ ἔκανε πάλι αὐτὸ μὲ ἑπτὰ ψωμιὰ καὶ μὲ ἐλάχιστα ψάρια. Γιὰ νὰ καταλάβουν κι ἀπ’ αὐτὸ ποιὸς πράγματι ἦταν!

Παρευρέθηκε στὶς χαρές τους, ὅπως στὸ γάμο τῆς Κανά, μετατρέποντας τὸ νερὸ σὲ κρασὶ ποὺ δὲν εἶχαν ξαναπιεῖ τόσο ὡραῖο, γιὰ νὰ αὐξήσει τὴ χαρά τους!

Κατέπαυσε τὶς τρικυμίες καὶ περπατοῦσε πάνω στὰ νερά!

Ὥς καὶ τοὺς νεκρούς τους ἀνέστησε, γιὰ νὰ τοὺς διδάξει τὸ «μὴ κλαῖε» καὶ τὸ «μὴ φοβοῦ», σὲ ὁ,τιδήποτε κι ἂν τοὺς συμβαίνει, ἀρκεῖ νὰ ἐλπίζουν στὸν Θεὸ καὶ σ’ Ἐκεῖνον!

Μὲ πλῆθος ἀπὸ ὑπέροχα καὶ πρωτάκουστα λόγια, συνοδευόμενα καὶ ἀπὸ σοφότατες παραβολές, καὶ τί δὲν τοὺς εἶπε. Γιὰ τὴν ἀγάπη, τὴν ἐλεημοσύνη, τὴν καλωσύνη, τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν καὶ τὴν αἰώνια ζωή, τὴν μετάνοια, τὴν εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ, τὴν συγχωρητικότητα, τὴν ἁπλότητα, τὴν ἐλπίδα στὸν Θεό, τὸν γάμο καὶ τὸ διαζύγιο, γιὰ τὸ ποιὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός, πῶς νὰ προσ­εύχονται, πῶς νὰ νηστεύουν, γιὰ τὸ νὰ μὴ ἔχουν ἄγχος γιὰ τὴ ζωή, πῶς νὰ ἐφαρμόζουν τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ κ.λπ. κ.λπ. Τοὺς εἶπε καὶ γιὰ τοὺς ψευδοπροφῆτες, εὐλόγησε καὶ τὰ παιδιά τους.

Δὲν εἶναι τυχαῖο πού, ὅπου πήγαινε, πλήθη Τὸν περίμεναν ἢ καὶ Τὸν ἀκολουθοῦσαν. Δὲν εἶναι τυχαῖο κι αὐτὸ ποὺ εἶπαν οἱ ἴδιοι, δηλαδὴ τὸ «οὐδέποτε ἐλάλησε ἄνθρωπος ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος»! (Ἰω.7,46) Ὅλοι κάτι περίμεναν ἀπ’ Αὐτόν. Ἕνα λόγο σωτήριο, μία συμβουλή, ἕνα θαῦμα. Κι Ἐκεῖνος ἁπλόχερα καὶ μοναδικὰ τοὺς τὰ ἔδινε. Ἔβλεπαν καὶ οἱ ἴδιοι νὰ ἐπαληθεύονται οἱ προφῆτες τους, ὅπως καὶ ὅλα ἐκεῖνα ποὺ τοὺς ἔλεγε ὁ Ἴδιος.

 Πραγματικὰ τοὺς ἄνοιξε νέους δρόμους. Ἄγνωστους ὥς τότε, μοναδικὰ ὑπέροχους. Δρόμους ποὺ ζητοῦσε, ποὺ διακαῶς ποθοῦσε, ποὺ τόσο πολὺ περίμενε. Κι ἐπιπλέον τοὺς ἔλυσε καὶ τὰ δεσμά. Αὐτὰ τῶν παθῶν καὶ τῆς ἁμαρτίας.

Πλέον ἂν αὐτὸς ὁ λαός, ὁ λαός Του, Τὸν ἀκολου­θοῦ­σε, δὲν ὑπῆρχε περίπτωση νὰ μὴ προκόψει, νὰ μὴ προχωρήσει δυναμικὰ μπροστά, νὰ μὴ φθάσει ὥς καὶ τὶς πύλες τοῦ Παραδείσου ἀκόμη, νὰ μὴ γίνει ἔνοικος τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

 Λοιπόν, πῶς νὰ τὰ ξεχάσει αὐτά; Ἔτσι γιὰ μία ἀκόμη φορὰ ὁ λαὸς αὐτὸς ξεσηκώνεται. Κινητοποιεῖται σύσσωμος. Καὶ Τὸν ὑποδέχεται καθὼς ἔμπαινε στὴν πόλη τους τὴν Ἱερουσαλὴμ θριαμβευτικά. «Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος, ἐν ὀνόματι Κυρίου». Καὶ πάλι «ὡσαννά», «ὡσαννά»… Μυριόστομο, χαρούμενο, γεμᾶτο εὐγνωμοσύνη…

*   *   *

  Ὅμως πολὺ γρήγορα ὁ λαὸς αὐτὸς ἄρχισε ν’ ἀλλάζει. Ἄλλαξε! Παράξενο, τὰ ξέχασε ὅλα. Μὰ ὅλα! Ὥς κι ἐκεῖνα τὰ «ὡσαννὰ» ποὺ ἔλεγε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν! Παρασυρμένος ἀπ’ τοὺς ἐμπαθεῖς ἄρχοντές του, ἀπ’ τὸ ἐγωιστικό τους φρόνημα, ἀπ’ τὸν ἴδιο τὸν διάβολο ἐν τέλει, ριζικὰ ἀλλάζει. Κι ἔτσι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἀπὸ εὐλογημένος ποὺ ἦταν ὥς τὰ χθές, γίνεται κακοῦργος! Ὅμοιος μὲ τὸν τελευταῖο ληστὴ καὶ τὸν ἐγκληματία!

Κι ὡς τέτοιος ἔπρεπε βέβαια νὰ πεθάνει! Μαρτυρικά! Χωρὶς ἔλεος! Καὶ μάλιστα μὲ τὸν θάνατο «τὸν διὰ σταυροῦ». Τὸν πλέον ἐπονείδιστο!!

Πρὸς τὸν σκοπὸ αὐτὸ ξεσηκώνεται ἀμέσως καὶ κινητοποιεῖται δραστήρια. Ὅπως ἀκριβῶς ἔκανε καὶ μὲ τὴν εἴσοδό Του στὴν πόλη τους τὴν Ἱερουσαλήμ! Καὶ φωνάζει ἄγρια, φανατισμένα, δαιμονικά!! Καὶ τί ἀκριβῶς αὐτὴ τὴ φορά; «Μὰ τὸ σταυρωθείτω»! Ποὺ τὸ λέει δυνατά, ρυθμικά, ἀσταμάτητα! Ὥς καὶ αὐτὴ τὴν ὁμολογία τοῦ Πιλάτου ὅτι εἶναι ἀθῶος δὲν θέλει νὰ ἀκούσει, ὅπως καὶ τὴν πρόταση ποὺ τοὺς κάνει μὲ τὸν Βαραβά!

Τί ἀντίφαση! Κι εἶναι ἀλήθεια ὅτι τέτοια μεταστροφὴ δὲν ἔχει ποτὲ ξαναγραφεῖ στὴν παγκόσμια ἱστορία!

*   *   *

   Ἀλλ’ αὐτό, ξέρετε, δὲν ἔγινε μόνο τότε. Δυστυχῶς ἐπαναλαμβάνεται ἔκτοτε ἀδιάκοπα. Τὸ κάνουν αὐτὸ ὅλοι. Κι ἐμεῖς! Κι ἐμεῖς; Ναί, κι ἐμεῖς! Γιατί,

Ἐνῶ στὸ πρῶτο κτύπημα ποὺ κάνει στὴν πόρτα τῆς ψυχῆς μας Τοῦ ἀνοίγουμε ἀμέσως…

Ἐνῶ Τὸν καλοδεχόμαστε καὶ τὸν καλωσορίζουμε…

Ἐνῶ δειπνοῦμε μαζί Του καὶ πέφτουμε στὸ στῆθος Του, ὅπως τότε ὁ ἀγαπημένος Του μαθητὴς ὁ Ἰωάννης στὸν Μυστικὸ Δεῖπνο…

Ἐνῶ κάθε τόσο Τοῦ λέμε «Κύριε, δὲν πρόκειται ποτὲ νὰ Σὲ ἀπαρνηθῶ, οὔτε καὶ νὰ Σὲ ἐγκαταλείψω»…

Ἐνῶ Τοῦ ὑποσχόμαστε ὅτι θὰ ζοῦμε, ὅπως Ἐκεῖνος θέλει…

Τί γίνεται τελικά; Ἀρκεῖ ἕνα σύνθημα στὴν αὐλὴ τοῦ σχολείου, στὸ δρόμο ἢ στὸ χῶρο τῆς δουλειᾶς, μία «συμβουλὴ» κάποιου φίλου κ.λπ., γιὰ νὰ Τὸν ἐγκαταλείψουμε μὲ μιᾶς! Καὶ νὰ τὰ ξεχάσουμε ὅλα! Ἀκόμη κι αὐτὰ ποὺ ἁπλόχερα μᾶς ἔδωσε. Ἀκόμη κι αὐτὰ ποὺ Τοῦ ὑποσχεθήκαμε! Τί κρῖμα!

Ἔπειτα, κάθε μας ἁμαρτία τί εἶναι; Μὰ ἕνα προδοτικὸ φίλημα, ἕνα ράπισμα, ἕνας ἐμπτυσμός, ἕνας ραβδισμός, ἕνα καρφί, ἕνα ἀγκάθι, ἕνα σφουγγάρι μὲ ξίδι, μία λόγχη στὴν πλευρά Του!!

Ὡραῖα τὸ λέει ὁ ποιητής: «Συχνὰ μέσα στὰ μάτια μου, μὲ τὸν Σταυρὸ προβάλλεις. Μὲ ματωμένες τὶς πληγές, μ’ ἀγκάθια στὸ κεφάλι. Τὸ θεϊκὸ τὸ βλέμμα Σου, πληγώνει τὴν καρδιά μου, σὰν νὰ μοῦ λές: ¨Ἔχεις κι ἐσὺ δουλέψει στὰ καρφιά μου. Κι ἐσὺ ἀγκάθια ἔπλεξες μὲ ἀπονιὰ μεγάλη. Στεφάνι μοῦ τὸ φόρεσες, ὅπως καὶ τόσοι ἄλλοι»!

*   *   *

Κύριε, Ἐσὺ ποὺ τόσο πολὺ μᾶς ἀγαπᾶς, μὲ μία ἀγάπη ποὺ φθάνει ὥς τὸν Σταυρό… Ἐσὺ ποὺ εἶσαι ὁ μοναδικὸς δρόμος γιὰ νὰ σωθοῦμε… Σὲ παρακαλοῦμε, βοήθησέ μας νὰ Σ’ ἀγαπᾶμε σταθερά, ἀπεριόριστα καὶ μακριὰ ἀπ’ ὅ,τι Σὲ πικραίνει… Κάνε νὰ μείνουμε γιὰ πάντα στὰ «ὡσαννά»…

Κ. Γ. Παπαδημητρακόπουλος