«Πνευματική φαρέτρα τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ»
ΥΠΟ ΡΟΥΜΑΝΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΚΛΕΟΠΑ
Πατέρες καί αδελφοί,
Στόν σημερινό λόγο έγώ ό ανάξιος καί αδύνατος γιά τά καλά έργα, θέλω νά αναφέρω στήν Όσιότητά σας μία άπό τίς μεγαλύτερες αρετές τοῦ χριστιανισμοῦ, τόν φόβο τοῦ Θεοῦ, ό όποιος βοηθει όλους μας νά βαδίσουμε τήν δύσκολη οδό τής σωτηρίας, τήν έπιτέλεσι τών έντολών τοῦ Θεοῦ καί τών καλών έργων. Μέ αύτή τήν μεγάλη αρετή διέλαμψαν στόν κόσμο οί άγιοι καί εκλεκτοί τοῦ Θεοῦ άνθρωποι.
Πρώτα πρέπει νά έξετάσουμε τί μας λέγει ή Αγία Γραφή γιά τόν θεῖο φόβο. Ό Προφήτης Δαβίδ λέγει ότι: «άρχή σοφίας φόβος Κυρίου», ό δέ Σολομών λέγει: «φόβος Κυρίου έστι διδασκαλία καί σοφία», ενώ στό βιβλίο Σοφία Σειράχ διαβάζουμε ότι ό φόβος τοῦ Κυρίου είναι άνώτερος άπό κάθε άρετή. Στίς Παροιμίες (14, 27) διαβάζουμε ότι ό φόβος τοῦ Θεοῦ είναι πηγή τῆς ζωῆς, καί στήν Σοφία Σειράχ οτι είναι ἡ ρίζα τῆς σοφίας. Κατά τόν Προφήτη Ησαΐα (33,5) ό φόβος τοῦ Θεοῦ είναι αιώνιος θησαυρός τῆς δικαιοσύνης, ἐνῶ κατά τόν Προφήτη Ιερεμία (39,40) ό φόβος τοῦ Κυρίου εἶναι δώρο τοῦ Θεοῦ. «Καί δώσω αύτοίς όδόν έτέραν καί καρδίαν έτέραν τοῦ φοβηθήναι με πάσας τάς ημέρας... καί τόν φόβον μου δώσω εις τήν καρδίαν αυτών πρός τό μή άποστήναι αύτούς άπ' ἐμοῦ».
Άπό τούς Αγίους Πατέρας άρκετοί μας ώμίλησαν γιά τόν θείο φόβο. Ό άγιος Νικόδημος ό Αγιορείτης λέγει ότι ό φόβος τοῦ Θεοῦ είναι άρχή τών καλών έργων, ένώ ό άγιος Ισαάκ ό Σύρος ότι είναι ή άρχή τής άληθινής ζωής τοῦ άνθρωπου. Ό άγιος Έφραίμ λέγει ότι ό φόβος τοῦ Κυρίου είναι σάν ένα δίκοπο σπαθί τό όποιο κόπτει όλες τίς κακές έπιθυμίες καί κάθε δαιμονική έπίθεσι κατά τών μοναχών, καί ό άγιος Συμεών ό Νέος Θεολόγος λέγει ότι ό φόβος τοῦ Θεοῦ εἶναι ένα άνίκητο όπλο τής πίστεως. Ό Αγιος Ιωάννης τῆς Κλίμακος τόν παρομοιάζει μέ τόν ήλιο, ό όποιος στέλλοντας μία ἀκτῖνα στό δωμάτιο, άπο καλύπτει σ' αύτό καί τό μικρότερο σκουπίδι καί τήν λεπτότερη σκόνη, ενώ σέ άλλο μέρος ό ίδιος λέγει ότι ό πλούτος τοῦ θείου φόβου είναι ή άρχή τής άγάπης πρός τόν Θεό.
Ό φόβος τοῦ Θεοῦ, κατά τόν άγιο Μάξιμο τόν Όμολογητή γεννάται άπό τήν πίστι πρός τόν Θεό, ενώ ό Ιωάννης τής Κλίμακος λέγει ότι προέρχεται άπό τήν γνώσι τοῦ ἑαυτοῦ μας (Λόγος 25ος). Ό "Αγιος Πέτρος ό Δαμασκηνός λέγει: «Γι' αύτό καί έγώ είμαι τόσο κακός καί χειρότερος άπό έναν άπιστο καί δέν θέλω νά έργασθώ γιά νά εύρω τήν βαθειά πίστι καί μέ αύτή νά έλθω στόν φόβο τοῦ Θεοῦ καί στήν άρχή τής σοφίας τοῦ Πνεύματος». Ό ίδιος άγιος διαιρεί τόν θειο φόβο σέ δύο εἴδη καί συγκεκριμένα: «Είναι ό φόβος τοῦ Θεοῦ πού λέγεται καί πρωταρχικός καί ό άλλος ό τέλειος πού γεννάται άπό τόν πρώτο». Γιά τόν πρώτο φόβο μας ομιλεί ή 'Αγία Γραφή, όταν λέγη: «τῷ δέ φόβῳ Κυρίου έκκλίνει πάς άπό κακού» (Παροιμ. 15, 27) καί πάλι: «Καθήλωσον έκ τού φόβου σου τάς σάρκας μου, άπό γάρ τών κριμάτων σου έφοβήθην» (Ψαλ. 118, 120). Αύτός ό πρώτος φόβος τοῦ Θεοῦ προσιδιάζει στούς δούλους: «Ἔκλινον άπό κακού καί ποίησον άγαθόν» (33, 15) καί πάλι: «Καθήλωσον έκ τοῦ φόβου σου τάς σάρκας μου, άπό γάρ τών κριμάτων σου έφοβήθην» (Ψαλ. 118, 120). "Οσο άσκείται κάποιος στό άγαθό, άλλο τόσο άποκτά καί τόν φόβο τοῦ Θεοῦ, γνωρίζει καί τά μικρότερα σφάλματά του, τά όποια ποτέ δέν τά είχε μέχρι τότε έπισημάνει, επειδή εύρισκόταν στό σκοτάδι τής άγνωσίας του. Ιδού ένα παράδειγμα: Κάποιος βαδίζει τήν νύκτα σ' ένα ολισθηρό δρόμο καί γεμάτο λάσπη. Τοῦ συμβαίνει νά πέση καί νά λερωθή, άλλά λόγῳ τοῦ σκότους τής νυκτός δέν μπορεί νά άντιληφθή κατά πόσο λερώθηκαν τά ρούχα του. Τήν επομένη ημέρα, όταν ταξιδεύση, βλέπει υπό τό φώς τοῦ ήλίου πόσο λερώθηκαν τά ροῦχα του άπό τά λασπόνερα καί τίς βρωμιές. Τό ίδιο συμβαίνει καί μέ αύτόν πού εΐναι άρχάριος στόν φόβο τοῦ Θεοῦ. Γνωρίζει ότι έπεσε καί είναι λερωμένος, άλλά δέν γνωρίζει μέ λεπτομέρεια σέ ποιά φοβερή κατάστασι εύρίσκεται. Εισερχόμενος όμως στό πρώτο στάδιο τοῦ θείου φόβου άρχίζει νά γνωρίζη τήν ρυπαρότητα τής ψυχής του καί όλονέν καθαιρούμενος άπό τά πάθη εισέρχεται στό δεύτερο στάδιο τοῦ θείου φόβου. «Ό φόβος Κυρίου άγνός, διαμένων εις αιώνα αιώνος» (Ψαλμ. 18, 10).
Ό άγιος Μάξιμος ό Όμολογητής μας εξηγεί σαφέστερα γιά τά δύο είδη τοῦ θείου φόβου: «Ό φόβος τοῦ Θεοῦ είναι δύο ειδών: ό ένας καθαρός καί ό άλλος ακάθαρτος, έπειδή καί οί άνθρωποι άλλοι είναι άκάθαρτοι καί άλλοι δίκαιοι. Οί δίκαιοι φυλάγουν μέσα τους τόν θεῖο φόβο μέ τήν καθαρότητα τῆς συνειδήσεώς τους, ἐνῶ οί άμαρτωλοί λαμβάνουν άπό τόν Θεό τό πρώτο είδος τοῦ θείου φόβου, πού τούς προκαλείται λόγῳ τών άμαρτιών τους καί τών ένδεχομένων παιδεύσεων, έάν δέν μετανοήσουν. Ό καθαρός φόβος παραμένει πάντοτε καί δέν σβήνει, κατά τό ἀνωτέρω ψαλμικό, ἐνῶ ὁ ἀκάθαρτος σβήνει καί παρέρχεται μέ τήν δύναμι τῆς μετανοίας. Γι' αύτό, όταν ό Απόστολος έλεγε ότι αύτός πού φοβάται δέν τελειώθηκε άκόμη στήν άγάπη, είχε ύπ' όψιν του τό πρώτο είδος τοῦ θείου φόβου, ἐνῶ, όταν ό Προφήτης Δαβίδ λέγει ότι, όσοι έχουν τόν θεῖο φόβο δέν στερούνται άπό τίποτε, έχει ύπ' όψιν του τό δεύτερο καί τελειότερο είδος τοῦ θείου φόβου. «Μακάριος άνήρ ό φοβούμενος τόν Κύριον, έν ταῖς έντολαίς αὐτοῦ θελήσει σφόδρα» (Ψαλμ. 111,1), δηλαδή αγαπά πάρα πολύ νά έκτελή τίς εντολές του. "Ενας τέτοιος άνθρωπος εύρίσκεται στήν θέσι τοῦ υιοῦ, κατά χάριν Θεοῦ, έπειδή δέν εργάζεται τίς εντολές ἀπό τόν φόβο τῶν βασάνων, ἀλλά μόνο ἀπό ἀγάπη πρός τόν Θεό.
Συνεχίζοντας τόν λόγο μας, ας άναφερθοῦμε τώρα καί στούς καρπούς αυτής τῆς εύλογημένης ἀρετῆς τών άρετών. Πάλι ἡ 'Αγία Γραφή μας πληροφορεί ότι οι καρποί της είναι ή άρχή σοφίας (Παροιμ. 1,7), «φόβος Κυρίου προστίθησιν ημέρας» (Παροιμ. 10,27), είναι πηγή τής ζωής (Παροιμ. 14, 27), φυλάττει άπό τό κακό (Παροιμ. 8,13), είναι τιμή πρός τόν Θεό (Ψαλμ. 5,8). «Κύριον τόν Θεόν σου φοβηθήσει καί αύτώ μόνω λατρεύσεις» (Δευτ. 6,13) ή «Δουλεύσατε τῷ Κυρίῳ έν φόβω καί άγαλλιάσθε αύτώ έν τρόμω» (Ψαλμ. 2,11).
Ό φόβος τού Κυρίου μας βοηθεΐ νά έργαζώμεθα τήν σωτηρία μας, κατά τήν μαρτυρία τοῦ Αποστόλου Παύλου, ό όποιος συμβουλεύοντας τούς Φιλιππισίους τούς λέγει τά εξής: «μετά φόβου καί τρόμου τήν έαυτών σωτηρίαν κατεργάζεσθε» (2,12), μάς ενισχύει στήν πραγματοποίησι τών θείων εντολών στήν ζωή μας (Δευτερ. 6,24), μάς βοηθεί στήν άπόκτησι τής καθαρότητος καί άγιότητος, όπως λέγει ό Απόστολος Παῦλος: «Ταύτας έχοντες τάς επαγγελίας, άγαπητοί, καθαρίσωμεν έαυτούς άπό παντός μολυσμοῦ σαρκός καί πνεύματος έπιτελοῦντες άγιωσύνην έν φόβω Θεοῦ» (Β' Κορ. 7,1). Επίσης μάς βοηθεί νά κρίνουμε τόν συνάνθρωπο μας μέ δικαιοσύνη ('Έξοδ. 18), μάς κάνει εύαρέστους ενώπιον τοΰ Θεοῦ, όπως είναι γραμμένο: «άλλ' έν παντί έθνει ό φοβούμενος αύτόν καί εργαζόμενος δικαχοσύνην δεκτός αύτώ έστι» (Πράξ. 10,35), μάς άξιώνει άπό τόν Θεό άμετρήτων δωρεών, όπως λέγη τό ψαλμικό: «'Ως πολύ τό πλήθος τής χρηστότητός σου, Κύριε, ής έκρυψας τοις φοβουμένοις σε» (Ψαλμ. 30,20)" μάς βοηθεί ν' άποκτήσουμε τό θειο έλεος: «οτι κατά τό ύψος τοϋ ούρανοϋ άπό τής γής έκραταίωσε Κύριος τό έλεος αύτοῦ επί τοις φοβουμένοις αύτόν» (Ψαλμ. 102,11). Ό θειος φόβος μάς δίνει παρρησία στήν προσευχή μας πρός τόν Θεό, ό Όποιος καί εισακούει τά αιτήματά μας: «Θέλημα τών φοβουμένων αύτόν ποιήσει καί τής δεήσεως αύτών είσακούσεται καί σώσει αύτούς» (Ψαλμ. 144,19), μάς κάνει άξιους τής ευλογίας τοῦ Κυρίου (Ψαλμ. 24,12), μάς φυλάγει άπό τόν φόβο καί τρόμο τών άνθρώπων, κατά τό ψαλμικό (22,4): «Ου φοβηθήσομαι κακά ότι σύ μέτ' έμοῦ ει», ενώ ό Κύριος μάς λέγει: «Μή φοβηθήτε άπό τών άποκτεινόντων τό σώμα, τήν δέ ψυχήν μή δυναμένων άποκτεΐναι...» (Ματθ, 10,28).
Άπό τούς θείους Πατέρας πού όμιλοῦν γιά τούς καρπούς τοῦ φόβου τοῦ Θεοῦ ό άγιος Ισαάκ ό Σῦρος λέγει: «Ό φόβος τοῦ Θεοῦ είναι τό θεμέλιο γιά τό ταξίδι τοῦ άνθρωπου πρός τούς ούρανούς, ενώ ό άγιος Νικόδημος λέγει: «Ό φόβος τοῦ Θεοῦ είναι πηγή, μητέρα καί ρίζα τής συνέσεως καί όλων τών άρετών». Ό θειος Γρηγόριος ό Θεολόγος λέγει ότι ό θείος φόβος μάς βοηθεί στήν έφαρμογή τών έντολών τοῦ Κυρίου καί στήν καθαρότητα τοῦ σώματος. "Οποιος άπέκτησε τόν θείο φόβο δέν φοβάται τίποτε κατά τόν άγιο Ιωάννη τής Κλίμακος, ό όποιος λέγει άκριβώς: «"Οποιος έγινε δούλος τοῦ Θεοῦ, δέν φοβάται τόν Δεσπότη του, ενώ όποιος δέν έχει τόν θειο φόβο, αύτός φοβάται άκόμη καί τή σκιά του» (Λόγος 21ος).
Ιδού έν συνεχείς μερικά παραδείγματα άγίων άνδρών άπό τήν Αγία Γραφή, οί όποιοι ήταν άνθρωποι φοβούμενοι τόν Θεό: Ό πατριάρχης Νώε «πίστει χρηματισθείς περί τών μηδέπω βλεπομένων, εύλαβηθείς κατασκεύασε κιβωτόν εις σωτηρίαν τοῦ οίκου αύτοῦ» (Έβρ. II, 7), ό πατριάρχης Αβραάμ τόσο φόβο επέδειξε πρός τόν Θεό, ώστε έσπευσε νά θυσιάση στόν Θεό τόν μονογενή του υιό Ισαάκ, τόν όποιον ό ίδιος ό Θεός τοϋ ύπέδειξε. Ό έγγονός κατόπιν τοῦ Ισαάκ ό Ιωσήφ, έχοντας τόν θειο φόβο, δέν ύπήκουσε στίς προτάσεις τής κυρίας του γιά νά τελέση τήν αμαρτία καί είπε: «πώς ποιήσω τό ρήμα τοῦτο τό πονηρόν καί άμαρτήσομαι έναντίον τοῦ Θεοῦ» (Γέν. 39,9), μέ άποτέλεσμα νά κλεισθή στήν φυλακή. Άλλά ό Πανάγαθος καί Δίκαιος Θεός τόν έβγαλε άπό τήν φυλακή καί τόν έδόξασε.
Καί πρίν τελειώσουμε αύτό τόν λόγο θά σημειώσουμε μιά σχετική ιστορία πού συνέβη σ' ένα χωρίο τής πατρίδος μας: Κάποιος χριστιανός είχε αίχμαλωτισθή πολύ άπό τήν κακή συνήθεια τής κλοπής. Κάποτε, τήν περίοδο τοῦ θερισμοῦ, βλέποντας τό άγρόκτημα ενός πλουσίου νά είναι γεμάτο θυμωνιές άπό σιτάρι, άποφάσισε νά τό κλέψη. Ετοίμασε καί έζευξε τίς άγελάδες στήν καρότσα καί τήν νύκτα έτοιμάσθηκε γιά τόν σκοπό του. Τότε ή κορούλα του 5-6 έτών άρχισε νά κλαίη θέλοντας νά άνέβη καί έκείνη στήν καρότσα, επειδή τής άρεσε ό περίπατος μέ τά ζώα. Ό πατέρας της γιά νά τήν καθησυχάση, τήν επήρε στήν άγκαλιά του καί τήν άνέβασε στήν καρότσα. "Ετσι ξεκίνησαν τά μεσάνυκτα γιά τό ξένο κτήμα. Φθάνοντας έκεΐ, άφησε τίς άγελάδες στήν άκρη τοῦ χωραφιού καί, επειδή ήταν πανσέληνος ή νύκτα, παρατηρούσε δεξιά άριστερά, μήπως ίδή κανέναν καί τόν άντιληφθή κάνοντας τήν κλοπή. Καί, επειδή δέν είδε κανέναν, άρχισε νά μεταφέρη χειρόβολα άπό τίς θυμωνιές στήν καρότσα του. Τότε ή κόρη του παρακινουμένη μάλλον άπό τό Θεό, τοῦ είπε: «Πατέρα, έκκύταξες σ' όλα τά μέρη, άλλά έξέχασες νά κυττάξης καί πρός τόν ούρανόν». Τότε εκείνος τήν ερώτησε: «Γιατί νά κυττάξω στόν ούρανό, παιδί μου;». Καί ή κόρη τοῦ είπε: «Ισως θά ήταν καλό νά κυττάξης καί πρός τόν ούρανό, διότι στ' άλλα μέρη είδα ότι τά παρετήρησες μέ προσοχή». Τότε ό πατέρας της σκεπτόμενος τά λόγια τής κόρης του, καί φοβούμενος τόν Θεό, έσιώπησε. Μετά έπήρε τά κλεμμένα χειρόβολα, τά έπέστρεψε στόν τόπο τους καί μέ τήν καρότσα επέστρεψαν στό σπίτι τους έχοντας τήν συνείδησί του άναπαυμένη.
Άφοῦ διηγήθηκε τά γεγονότα στη γυναίκα του, ή οποία ήταν πιστή χριστιανή καί τόν εμπόδιζε πάντοτε σέ τέτοια έργα, τής είπε στό τέλος: «'Έχεις τόν λόγο μου, γυναίκα, ότι άπ' αύτή τήν νύκτα έγώ δέν θά ξανακλέψω σ' όλη μου τήν ζωή. Άπό τώρα θά κυττάζω πρώτα στόν ούρανό, διότι γνωρίζω ότι τά μάτια τού Θεοῦ βλέπουν όλα τά έργα μας».
"Ετσι ό άνθρωπος αύτός ελεγχόμενος άπό τόν φόβο καί τήν πανταχοῦ παρουσία τοῦ Θεοῦ, εγκατέλειψε γιά πάντα τήν κλοπή. Κατόπιν πηγαίνοντας σ' ένα καλό Πνευματικό, έξωμολογήθηκε καί διωρθώθηκε στήν ζωή του.
Είθε νά δώση ό Καλός Θεός, όταν καί έμεις ώς άμαρτωλοί πειραζώμεθα, νά κυττάζουμε πρώτα πρός τόν ούρανό, πρός τόν Θεό, ό Όποιος βλέπει όλα τά έργα μας καί έτσι νά επιτελούμε στήν ζωή μας μόνο τό άγιο θέλημά Του. Αμήν.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ π. ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΑΤΗΣ
Μέ τήν εὐλογία τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου
