Τετάρτη 1 Απριλίου 2026

ΙΕΡΟΜ. ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ Π. ΠΑΝΑΡΕΤΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΑΤΗΣ.

ΙΕΡΟΜ. ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ Π. ΠΑΝΑΡΕΤΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΑΤΗΣ.

 (1944-2020)

Ὡς ἕνα ὁλάνθιστον καί πανευῶδες ἐαρινόν ἄνθος μετατέθηκε ἀπό τήν παροῦσα ἐφήμερη ζωή μας γιά νά μεταφυτευθῆ αἰωνίως στόν Κῆπο τῶν αἰωνίων χαρίτων καί στῆς Ἐδέμ τά ἀθάνατα παλάτια ὁ πολυαγαπητός μας Πνευματικός, ὁ ἱερομόναχος π. Πανάρετος Γρηγοριάτης.

Δέν εἴχαμε καθόλου συνειδητοποιήσει ὅτι ἀνάμεσα στούς ἐκτάκτως ἀσθενήσαντας ἀπό τόν κορονοϊό δεκάδες μοναχούς τοῦ Κοινοβίου μας, κατά τά μέσα Δεκεμβρίου τοῦ 2020, ἕνας ἀπ᾿ αὐτούς καί  μάλιστα ὁ μεγαλύτερος τόσο στήν ἡλικία, ὅσο καί στήν ἀρετή, ὁ π., Πανάρετος, θά μᾶς ἐγκατέλειπε καί θά ἀντήλασσε τά ἐπίγεια μέ τά οὐράνια. Τά ἴδια συμπτώματα εἶχε περίπου μέ τούς ἄλλους ἀδελφούς. Ἴσως ἡ γνωστή σέ ὅλους μας σωματική του ἀνέκαθεν εὐπάθεια, χειροτέρευσε τήν κατάστασίν του. Γι᾿ αὐτό καί ἀπεφασίσθη ἡ μεταφορά ὀκτώ Ἀδελφῶν μας, ὡς τῶν πλέον σοβαρῶς ἀσθενούντων, ἐσπευσμένως στήν Θεσσαλονίκη. Ἕνας ἀπό τούς νεωτέρους ἀδελφούς μας ὁ π. Λάζαρος τόν συνώδευσε καθ᾿ ὅλην τήν προετοιμασίαν του γιά τήν ἔξοδόν του.

Ὅταν ἔμαθε ὁ π. Πανάρετος, ὅτι ἀπεφασίσθη ἡ ἔξοδός του γιά θεραπεία στόν κόσμο, ὄχι μόνον δέν ἐχάρη, ἀλλά πολλά ἐστενοχωρήθη καί εἶπε στόν συνοδό του Ἀδελφό: «Καλλίτερα νά κλείσω τά μάτια μου ἐδῶ καί ὄχι ἔξω. Πάντως δέν θά γυρίσω ζωντανός. Θά ἔλθετε ἀπό τό νεκροτομεῖο νά μέ πάρετε». Γιά πρώτη φορά κλείδωσε τήν πόρτα τοῦ κελλιοῦ του, διότι ποτέ δέν τό εἶχε κλειδώσει! Ἔβαλε τό κλειδί στό ραφάκι πάνω ἀπό τήν πόρτα του καί μέ μία μικρή βαλίτσα κατηφόρισε γιά τήν παραλία μέ συνοδό τό μοναχό π. Λάζαρο. Καί τήν ὥρα πού ἔμπαινε στό πλοῖο τήν 10ην Δεκεμβρίου 2019. τά ἴδια λόγια ἐπανέλαβε στούς παρισταμένους Ἀδελφούς: «Δέν θά ἔλθω ὅπως φεύγω. Θά ἔλθετε νά μέ βγάλετε ἀπό τό νεκροτομεῖο»!

Ἔτσι ἀποχαιρέτισε ἐμᾶς καί τό μοναστήρι μας ὁ Πνευματικός μας π. Πανάρετος. Δέν γνωρίζουμε ἐμεῖς οἱ ἐντός τῆς Μονῆς μας, ποιές ἰατρικές μέθοδοι χρησιμοποιήθηκαν ἐκεῖ στά τοῦ κόσμου νοσοκομεῖα. Πολλά παράξενα καί δικτακτορικά μέσα, ὅπως ἐμάθαμε κατόπιν, υἱοθετοῦνται, ὄχι γιά νά θεραπεύσουν τόν ἀσθενῆ, ἀλλά γιά νά τόν ἐξαποστείλουν μία ὥρα ἐνωρίτερα στήν ἄλλη ζωή. Κι αὐτά γίνονται, γιατί ἀποτελοῦν σκοπούς ἐφαρμογῆς τῆς νέας τάξεως πραγμάτων, πού ἀποβλέπει στήν μείωσι τοῦ πληθυσμοῦ τῆς γῆς μας πρός εὐκολώτερη διακυβέρνησι τοῦ ὀλίγου πληθυσμοῦ ἀπό τόν Ἀντίχριστον, τόν ὁποῖον οἱ σκοτεινές δυνάμεις τόν περιμένουν ὡς μεσσία καί λυτρωτή τους!! Ἀλλά, ὅπως καί νά ἔχουν τά ἐνεστῶτα προγράμματα, ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ὁ π. Πανάρετος εἶχε λάβει ἐγκαίρως τήν πληροφορία ὅτι αὐτό θά εἶναι καί τό τελευταῖο του ταξίδι στόν κόσμο, ὅπου ἄλλωστε καί σπανίως ἐξήρχετο.

Ἀλλά ποιός εἶναι αὐτός ὁ πολυδιαφημισμέμενος Πνευματικός τῆς Μονῆς τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου, τοῦ ὁποίου ἡ ἠχώ τῶν ποικίλων ἀρετῶν του εἶχε πρίν ἀπό πολλά χρόνια, διαπεράσει σέ ὅλα τά σύνορα τῆς πατρίδος μας Ἑλλάδος καί πέραν αὐτῆς;

Γεννήθηκε τό 1944, στό χωριό Ροδοχώριο τῆς ἐπαρχίας Τσοτυλίου τῆς Κοζάνης.  Ἦτο τό τελευταῖο ἀπό τά τρία παιδιά τῆς οἰκογενείας τοῦ Διαμαντῆ καί τῆς Θεοδώρας Ἀντωνοπούλου. Προηγήθηκαν ἡ κόρη τους Παναγιώτα, πού γεννήθηκε τό 1939, ὁ ἀδελφός του Κωνσταντῖνος τό 1940 καί ὁ π. Πανάρετος, ὁ ὁποῖος στό βάπτισμά του ἐπῆρε τό ὄνομα Παναγιώτης. Στήν παιδική του ἡλικία πάντοτε θυμόταν ὅτι στό σπίτι τους εἶχαν «στρίγγλα» φτώχεια. Ἄλλωστε τότε ἦταν καί ἡ περίοδος τῆς γερμανικῆς κατοιχῆς καί ὅλος ὁ κόσμος ὑπέφερε. Μή ξεχνᾶμε νά σημειώσουμε ἐδῶ τήν τραγική πεῖνα πού βασάνιζε τόν λαό τῆς Κοζάνης, τήν ὁποία ἀντιμετώπισε μέ παλληκαριά ὁ νεαρός τότε ἱεροκήρυκάς της, ὁ π. Αὐγουστῖνος Καντιώτης. Κατώρθωσε μέ τήν μικρή ἔστω βοήθεια τροφίμων πού συγκέντρωνε ἀπό τόν λαό νά φτάσει μέχρι 8000 μερίδες φαγητό γιά τούς πεινασμένους καί κυρίως τά μικρά παιδιά. Δέν εἶχαν στό σπίτι τους οὔτε ἕνα μεγάλο ζῶο νά κάνουν τίς γεωργικές τους ἐργασίες. Ἔπρεπε νά ὑπάγει ἡ μητέρα του μία φορά τήν ἑβδομάδα στό Τσοτύλλι, γιά νά ἀγοράζει τρόφιμα πρώτης ἀνάγκης καί τά ἐφορτώνετο στήν πλάτη της, ἀπόστασι τριῶν ὡρῶν. Κάποιος εὐσεβής ἄνθρωπος τοῦ χωριοῦ τους, βλέποντας αὐτή τήν κακουχία, τούς ἐχάρισε τό δικό του γαϊδουράκι, ἄν καί ἦταν γηρασμένο. Ὅμως, τούς εἶπε, ὅτι θά τό φορτώνουν καί μέ δικά του προϊόντα. Αὐτό ἔγινε μόνο 3-4 φορές διότι ἐν τῶ μεταξύ τό γηραλέο ζῶο ἐψόφησε! Ὁπότε κάθε ἐλπίδα γιά αὐτό τό πρόβλημα, εἶχε πλέον ἀποβῆ μοιραία.

Στά παιδικά του χρόνια, ὁ μικρός Παναγιώτης, ἀκολουθοῦσε τήν πατροπαράδοτη θρησκευτικότητα τῶν γονέων του. Κάθε Κυριακή ὅλοι στήν ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ μέ τά πτωχικά καθαρά τους ροῦχα, ἀλλά μέ τά χαριτωμένα πρόσωπά τους. Σύμφωνα μέ τήν παλαιά τάξι πού κρατοῦσαν, ἐάν κάποιος ἤθελε νά κοινωνήσει, θά ἔπρεπε νά πάρει ὄχι μόνο τήν εὐχή τῶν γονέων του, ἀλλά καί τίς εὐχές ὅλων τῶν Χριστιανῶν πού συμμετεῖχαν στήν ἀκολουθία τῆς ἡμέρας, φιλώντας καί τό χέρι τους!

Ἀπέναντι ἀπό τό σπίτι τους κατοικοῦσε μιά ἄλλη εὐσεβής οἰκογένεια μέ τήν ὁποία διατηροῦσαν ἄριστες ἀδελφικές καί πατριωτικές σχέσεις. Ὁ παπποῦς τῆς οἰκογενείας αὐτῆς ξεχώριζε ἀπό τούς ἄλλους στήν πνευματική ζωή. Κάθε ἡμέρα ἔκανε πολλές στρωτές μετάνοιες. Καί ἐπειδή τότε τά παράθυρα καί οἱ πόρτες δέν εἶχαν πατζούρια καί κουρτίνες, τόν ἔβλεπε ἀπό ἀπέναντι ὁ μικρός Παναγιώτης. Ἀποροῦσε μέ τό παιδικό του μυαλό, τί κάνει ἐκεῖ αὐτός ὁ παπποῦς!   Σκαλίζει μέσα στό σπίτι του! Ἐρώτησε τήν μητέρα του. Ἐκείνη τοῦ ἐξήγησε ὅτι αὐτές λέγονται μετάνοιες καί ὅποιος τίς κάνει ζητάει τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ καί τήν σωτηρία τῆς ψυχῆς του. Ἀπό τότε ἄρχισε καί ὁ μικρός Παναγιώτης νά κάνει μετάνοιες, γιά νά τόν ἐλεήσει ὁ Θεός καί νά τόν προσέχει στήν ζωή του.

Εἶχε μία φυσική λεπτότητα καί ντροπαλότητα στόν χαρακτῆρα του. Μᾶς ἔλεγε ὅτι μεγάλωσε σέ πτωχή οἰκογένεια. Ἡ μητέρα του ἐπήγαινε συχνά στό δάσος νά κόψει ξύλα. Μέ αὐτά ἔκαιγε τόν φοῦρνο γιά νά ψήσει τό ψωμί τους, νά ἀνάψει τό τζάκι γιά νά μαγειρέψει, νά ζεστάνει τό νερό γιά νά πλύνει τά ροῦχα τους. Τήν ἄλλη ἡμέρα ἔπαιρνε τήν τσάπα γιά τό ἀμπέλι ἤ τό χωράφι, τήν ἄλλη στό περιβόλι γιά τήν περιποίησι τῶν κηπουρικῶν. Ἐπειδή δέν εἶχαν δύο ζῶα γιά νά τά ζέψουν καί νά ὀργώσουν τά λίγα χωραφάκια τους, ἡ μητέρα του ἐπήγαινε ἀπό τήν νύκτα καί μέ ἕνα ξύλινο σουβλί ἄνοιγε μικρή λακκοῦβα καί μέσα πετοῦσε κι ἀπό ἕνα-δύο σπυριά σιτάρι. Μ᾿ αὐτό τόν τρόπο ἔσπερνε καί περίμενε ἀπό τήν Ὀκτώβριο μέχρι τόν Ἰούνιο, ὅπου θά ὡρίμαζαν τά σπαρτά, νά πάει μέ τά δρεπάνια νά τά θερίσει, γιά νά ζήσει ἡ φουκαριάρα τήν φαμελιά της!  Ἔτσι σέ κάθε ἐποχή ἔτρεχαν οἱ γονεῖς του, ὅπως καί ὅλοι τότε οἱ χωριᾶτες μας γιά τίς ἀτέλειωτες δουλειές τους.

Ὅταν  ἐτελείωσε τό Δημοτικό σχολεῖο στό χωριό του, ἐβοήθησε λίγο ὁ μικρός Παναγιώτης τούς γονεῖς του στίς διάφορες σπιτικές δουλειές καί στήν ἡλικία τῶν 13 ἐτῶν ἐπῆγε στήν πόλι Κιλκίς, κοντά σέ συγγενῆ του, γιά νά μάθη κάποια τέχνη. Τοῦ ἄρεσε ἡ ζαχαροπλαστική. Ἔτσι, στά χρόνια τῆς ἐφηβείας ἐπιδόθηκε στήν παρασκευή γλυκισμάτων, κουλουριῶν καί ἄλλων σχετικῶν προϊόντων. Κάποτε ἐργάσθηκε ἐκεῖ καί σάν μικροπωλητής ἑνός καταστήματος ἑτοίμων ὑποδημάτων. Τό ἀφεντικό του εἶχε δασκαλέψει σύμφωνα μέ τήν ἐμπορική νοοτροπία τόν νεαρό Παναγιώτη. Τοῦ ἔλεγε: «Ὅταν ἔρχωνται πελάτες νά ἀγοράσουν παπούτσια, δοκιμάζουν τό ἕνα καί τούς φαίνεται στενό; Ἐσύ θά τούς λέγεις «ὅτι σέ λίγες ἡμέρες θ᾿ ἀνοίξει καί νά τό ἀγοράσει». «Ἄν δοκιμάζουν κάποιο ζευγάρι πού εἶναι μεγαλύτερο, θά τούς λέγεις ὅτι σέ λίγες ἡμέρες θά στενέψει. Καί μ᾿ αὐτό τόν τρόπο θά προχωρεῖ εὐκολώτερα ἡ πώλησις τῶν παπουτσιῶν». Ἔτσι ἔκανε καί ὁ Παναγιώτης, ὅπως τόν συμβούλευε τό ἀφεντικό του. Καί γι᾿ αὐτά τά ψέμματα πού ἔλεγε, ὅταν ἀργότερα ἔγινε μοναχός, ἔκλαιγε πικρά, διότι ἐξαπατοῦσε τόν κόσμο!

Ἦλθε ὁ καιρός νά προσφέρει καί τίς στρατιωτικές του ὑπηρεσίες στήν Πατρίδα μας. Ὑπηρέτησε στήν ἀεροπορική βάσι πλησίον τοῦ Πειραιῶς. Κάθε Κυριακή καί γιορτή ἐπήγαινε στήν ἐκκλησία τῆς Θείας Σκέπης τοῦ στρατεύματος, ὅπου ἔψαλλε καί βοηθοῦσε τόν ἐφημέριο.

Στήν ἐκκλησία αὐτή ἐπήγαινε καί ἡ μητέρα τοῦ Γέροντός μας ἀρχιμ. π. Γεωργίου Καψάνη, ἡ κ. Μαρία. Ἐκεῖ ἐγνώρισε τόν στρατιώτη Παναγιώτη. Τῆς ἔκανε ἐντύπωσι ἡ εὐλάβειά του καί ἡ ἀγάπη του γιά τήν  ἐκκλησία.  Γνωρίσθηκε μαζί του καί τοῦ συνέστησε νά γνωρισθῆ μέ τόν γυιό της, τόν νεαρό τότε θεολόγο Γεώργιο. Πράγματι γνωρίσθηκαν καί ὁ Γεώργιος, ὁ ὁποῖος ἀπό τότε ἀγαποῦσε τούς νέους, τόν παρέλαβε κοντά του. Μετά τήν στρατιωτική του θητεία, τόν ἐγκατέστησε ὡς οἰκότροφον τό Κέντρο Νεότητος «Ὁ Παντοκράτωρ», τοῦ Παλαιοῦ Φαλήρου, τό ὁποῖον  εἶχε ἱδρύσει πρό ὀλίγων ἐτῶν ὁ ἴδιος. Παράλληλα τόν ἐνέγραψε στό νυκτερινό γυμνάσιο τοῦ Πειραιῶς, ἐνῶ καθημερινά ἐδούλευε σέ κάποιο ζαχαροπλαστεῖο. Μετά τήν ἀποπεράτωσι ἐπί ἑπτά ἔτη τῶν γυμνασιακῶν του σπουδῶν, ἔδωσε ἐξετάσεις καί μπῆκε στήν θεολογική σχολή τῶν Ἀθηνῶν.

Ὁ προστάτης του νεαρός θεολόγος κ. Γεώργιος, ἀφοῦ τελείωσε τίς σπουδές του ἐπί ἕνα χρόνο στήν θεολογική σχολή Βοστώνης Ἀμερικῆς, ὑπηρέτησε καί στίς τάξεις τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ. Μετά τήν θητεία του ἐπανῆλθε στόν κοινωνικό στίβο, ὡς βοηθός τοῦ καθηγητοῦ Κανονικοῦ Δικαίου κ. Κων. Μουρατίδου. Ἤδη εἶχε φθάσει στήν ἡλικά τῶν 37 ἐτῶν. Πολλοί τόν προέτρεπαν νά γίνει κληρικός, γιά νά προσφέρει πολύ περισσότερα στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ μας.

Πράγματι μέ εὐλογία τοῦ Πνευματικοῦ του, πρώην Μητροπολίτου Λήμνου κυροῦ Βασιλείου Ἀτέση, ἐπῆρε τήν ἀπόφασι νά μονάση στήν Ἱερά Μονή Πεντέλης Ἀττικῆς. Ἡ Μονή αὐτή κτίσθηκε ἀπό τόν ἅγιο τῆς Ἐκκλησίας μας Τιμόθεο, ἐπίσκοπο Εὐρίπου κατά τόν 16ον αἰῶνα. Τήν περίοδο τῆς τουρκικῆς σκλαβιᾶς ἐχρησίμευσε καί ὡς κρυφό σχολειό καί καταφύγιο τῶν κατατρεγμένων χωρικῶν τῆς περιοχῆς. Τότε ἡ Μονή αὐτή εὑρισκόταν σέ ἄνθησι. Ἡγούμενός της ἦταν ὁ ἀρχιμ. π. Θεόκλητος Φεφές, ὁ ὁποῖος εἶχε στήν συνοδεία του περί τούς 25 μοναχούς. Ἐδῶ εἶχε ἱδρυθῆ ἐπί τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν Ἱερωνύμου καί τό Μεγάλο Ἀρχιεπισκοπικό Κτίριο γιά τίς ἐπίσημες συνάξεις τῆς Ἱεραρχίας ἤ ὁμιλίες διαφόρων θρησκευτικῶν ἡγετῶν ἀπό ἄλλες Ὁμόδοξες Ἐκκλησίες.

 Ἦλθε τόν Φεβρουάριο τοῦ 1972.  Ἀπεφάσισε, χωρίς ἐνδοιασμούς νά εἰσέλθη στόν στίβο τῶν μοναχικῶν ἀγώνων. Μετά ἀπό δοκιμασία ὀλίγων μηνῶν ἐκάρη μοναχός μέ τό ἴδιο ὄνομα Γεώργιος, ἀπό τόν ἡγούμενο τῆς Μονῆς, τόν ἀρχιμ. π. Θεόκλητο Φεφέ, τήν Τεσσαρακοστή τοῦ ἔτου 1972. Τόν ἀκολούθησε καί ὁ Παναγιώτης, ὁ ὁποῖος τότε εὑρισκόταν στό δεύτερο ἔτος τῆς θεολογίας. Ἐκτός τοῦ  Παναγιώτη, ἦλθαν καί ἄλλοι νέοι πού εἶχαν δημιουργήσει πνευματικές σχέσεις μέ τόν θεολόγο Γεώργιο. Αὐτοί ἦσαν ὁ φοιτητής τῆς Θεολογίας Μόσχος Καμηλούδης (νῦν σεβ. Μελέτιος, μητροπολίτης Κατάγκας τοῦ νοτίου Κογκό) καί ὁ νεαρός Γεώργιος Λασποχωρίτης ἀπό τό χωρίον Μαυραγάδες Καρδίτσης, ὑπάλληλος τότε τῶν γραφείων τῆς χριστιανικῆς Ἀδελφότητος τοῦ «Ζωῆς». Εἶναι ὁ ἀδελφός τῆς Μονῆς μας, τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου π. Τιμόθεος, ὁ ὁποῖος προϊσταται σέ πολλά διοικητικά καί ἀνακαινιστικά ἔργα τῆς ἀδελφότητός μας. Τήν ἴδια χρονιά ὁ μοναχός π. Γεώργιος χειροτονήθηκε διάκονος στόν ναό τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν ἀπό τόν μακαριστό Ἀρχιεπίσκοπο Ἱερώνυμο καί ἱερεύς στόν ναό τοῦ ἁγίου Ἀλεξάνδρου Παλαιοῦ Φαλήρου, τό Σάββατο τοῦ Λαζάρου τοῦ 1972, ἀπό τόν ἐπίσκοπο Εὐρίπου Εὐθύμιον. Στήν συνέχεια ἔγιναν καί οἱ κουρές τοῦ Παναγιώτη μέ τό μοναχικό ὄνομα Πανάρετος καί τοῦ Μόσχου μέ τό ὄνομα Μελέτιος. Μετά τήν κουρά του καί τήν μετονομασία του σέ μοναχό Πανάρετο, ὁ Γέροντάς του π. Γεώργιος, τήν ἑπομένη τοῦ εἶπε:

-Πάτερ Πανάρετε, θά συνεχίσεις νά κάνεις τά κατηχητικά μαθήματα πρός τούς νέους στό νεανικό Ἵδρυμα «ὁ Παντοκράτωρ». Καί ὁ νεόκουρος μοναχός τοῦ εἶπε αὐθόρμητα καί μέ εἰλικρινά:

-Μά τώρα, εἶμαι μοναχός Γέροντα καί θά πρέπει νά σταματήσω τίς πολλές ἐπαφές μέ τόν κόσμο.

Τήν νύκτα σκέφθηκε καλλίτερα. Κατάλαβε ὅτι ἔσφαλε καί τήν ἄλλη ἡμέρα μέ δάκρυα στά μάτια τοῦ εἶπε: «Γέροντα, συγχώρεσέ με γιά τό θέλημά μου. Θά κάνω ὅ,τι μοῦ εἰπῆς».

Τήν χρονιά ἐκείνη τοῦ 1972 ἔκαναν ὅλοι μαζί καί τά πρῶτα μοναχικά τους ἀγωνίσματα κατά τήν περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, τρώγοντας ὅλη τήν ἑβδομάδα ἀλάδωτα καί φοιτώντας συνεχῶς στίς Ἀκολουθίες τῆς ἐκκλησίας. Τήν Κυριακή τῶν Βαΐων ἔφαγαν μαγειρευμένα ξηρά κουκιά. Ὁ π. Πανάρετος, ἐπειδή εἶχε ἰδιαίτερη εὐαισθησία ὁ ὀργανισμός του, δέν ἔπρεπε νά φάει τό φαγητό αὐτό. Ἀρρώστησε λοιπόν, ἀπό τήν γνωστή ἀρρώστεια, πού λέγεται κυάμωσις. Αἰσθανόταν ἐξάντλησι καί μέ ἐντολή τοῦ Γέροντός του π. Γεωργίου, κατέλυσε ὅλη τήν Μεγάλη Ἑβδομάδα. Αὐτό τό πάθημά του τό ἔφερε βαρέως σέ ὅλη τήν ζωή. Καί ὁσάκις, ἤθελε νά ταπεινώσει τόν ἑαυτό του καί νά κλαύσει, ἔλεγε: «Πάσχω γιά τίς ἁμαρτίες μου...».  Καί ἁμαρτίες θεωροῦσε αὐτές τίς περιστασιακές πταισματικές του καταστάσεις..

Στήν Μονή Πεντέλης ἔμεινε ὁ π. Γεώργιος μέ τούς τρεῖς συνοδούς του μόλις 14 μῆνες. Στήν συνέχεια ὁ Θεός ἐπεφύλασσε μία ἄλλη μοναστική φωλεά γιά τόν νεαρόν ἱερομ. Γεώργιον καί τήν μικρή συνοδία του. Ὁ μητροπολίτης Χαλκίδος Νικόλαος τόν ἐκάλεσε νά ἔλθη καί νά ἐπανδρώσουν  τήν Μονή τοῦ Ἁγίου Γεωργίου πού εἶναι πλησίον τοῦ χωριοῦ Ἀρμᾶς Χαλκίδος. Στήν Μονή αὐτή κατοικοῦσε μόνον ἕνας μοναχός ὁ ἱερομ. π. Βαρνάβας. Ὁ Γέροντας γνωρίζοντας τήν ἀρετή καί ἁγιότητα του μητροπολίτου Νικολάου, χωρίς δισταγμόν, ἀπεφάσισε καί ἐγκαταστάθηκε στό νέο αὐτό μοναστηράκι μέ τήν συνοδεία του. Παραιτήθηκε ἀπό τήν ἕδρα τῆς θεολογικῆς σχολῆς καί ἐπιδόθηκε στήν ὀργάνωσι τῆς μοναστικῆς συνοδίας του.

Ὁ μητροπολίτης κ. Νικόλαος τήν 8ην Ἀπριλίου 1973 χειροτόνησε τόν  διάκονο Πανάρετο σέ ἱερέα, τόν μοναχό Μελέτιο σέ διάκονο καί ἀπένειμε τό ὀφφίκιο τοῦ Ἀρχιμανδρίτου στόν ἱερομ. π. Γεώργιο. Τό ἀπόγευμα τῆς ἰδίας ἡμέρας ἐνεθρόνισε καί ἡγούμενο τόν π. Γεώργιο στήν Μονή τοῦ ἁγίου Γεωργίου Ἀρμᾶ.

Μέ τήν εὐλογία τοῦ μητροπολίτου ὁ Γέροντας δέχθηκε στήν μονή τοῦ Ἀρμᾶ καί τόν τελειόφοιτο μαθητή τοῦ Λυκείου Ἰωάννη Κάντζα καταγόμενον ἀπό τό Κερατσίνι Πειραιῶς. (Μοναχός Νικόδημος, πού ἐκοιμήθη ὁσιακῶς τό 2009). Ἐπίσης δέχθηκε τόν φοιτητή θεολογίας Νεόφυτο Καλοκαίρη (νῦν μοναχός Βασίλειος) ἀπό τήν Κύπρο, γυιό τοῦ ἱερέως π. Νικολάου. Μετά τόν Μιχαήλ Ντε Λαχάρα (προσήλυτον ἀπό τό Περοῦ, πρώην καθολικόν καί νῦν ἱερομόναχο Συμεών). Ἔκανε τίς κουρές τῶν μοναχῶν του. Ὅλοι ζοῦσαν ἁρμονικά ἀσχολούμενοι μέ τά μοναχικά τους καθήκοντα. Ἔτσι συνολικά ἦσαν τά ἑξῆς ἄτομα: Ὁ Γέροντας π. Γεώργιος, ὁ ἱερομ. π. Βαρνάβας, ὁ ἱερομ. π. Πανάρετος, ὁ διάκονος π. Μελέτιος οἱ μοναχοί Τιμόθεος, Βασίλειος, Συμεών καί ὁ Δόκιμος Ἰωάννης.

Μετά ἀπό ἕνα χρόνο καί κάτι διαμονῆς ἐκεῖ, μία νέα περιπέτεια ἐκλόνισε ὁλόκληρη τήν Ἑλλαδική μας Ἐκκλησία. Μέ διάταγμα τοῦ τότε ὑπουργοῦ Ἐσωτερικῶν Δημ. Ἰωαννίδου, καί μέ συγκατάθεσι τῆς ἀρχιεπισκοπικῆς Αὐλῆς ἔγιναν ἔκπτωτοι ἀπό τούς θρόνους των 12 ἐξαιρετικοί στό ἦθος καί δραστήριοι στά ἔργα τους Μητροπολίτες. Μεταξύ αὐτῶν ἦταν καί ὁ Μητροπολίτης Χαλκίδος, ὁ ὁποῖος ἐντός μηνός ἔπρεπε νά ἐγκαταλείψη τήν ἕδρα του, χωρίς κάποια συγκεκριμένη αἰτία.

Ἀφ᾿ ὅτου κατεστάθη ἔκπτωτος τοῦ θρόνου του ὁ μητροπολίτης Νικόλαος, ὁ Γέροντας π. Γεώργιος  δέχθηκε προτάσεις νά πάει καί νά μονάσει στό Ἅγιον Ὄρος. Μετά ἀπό σύσκεψι τῶν μοναχῶν τῆς συνοδείας του ἀπεφάσισαν νά ἐγκαταλείψουν τόν κόσμον. Στίς 21 Ἰουλίου τοῦ 1974 εἶχαν φθάσει ὅλοι μαζί στήν Οὐρανούπολι, τό τελευταῖο χωριό, πρίν τήν εἴσοδό τους στό Ἅγιον Ὄρος. Ἐκείνη τήν ἡμέρα συνέπεσε νά γίνεται καί ἡ ταφή τοῦ Προηγουμένου τῆς Μονῆς τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου, τοῦ π. Βησσαρίωνος. Καί τό παράδοξο ἦταν ὅτι ἡ νεκροφόρα συνώδευσε ἐνίοτε τό αὐτοκίνητο τῆς νέας Ἀδελφότητος, ἐν ἀγνοίᾳ καί τῶν δύο ὁδηγῶν.

Ἡ συνοδεία τῶν Πατέρων ἔφθασαν στήν Δάφνη μέ τό ξυλοκάραβο ἐκείνης τῆς ἐποχῆς καί κατευθύνθηκαν στήν Ἱερά Μονή Σίμωνος Πέτρας. Ἐκεῖ ἔμειναν μόνο δύο ἑβδομάδες. Ἀπό τήν γειτονική Μονή τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου, ὅπου εἶχαν μάθει οἱ Πατέρες γιά τήν ἄφιξι τῆς συνοδείας τοῦ π. Γεωργίου, ἐστάλη μέ γράμμα ὁ Γέρων Ἀνδρέας καί τούς προσκαλοῦσε ἐπισήμως νά ἔλθουν καί νά ἐπανδρώσουν τήν Μονή τους. Δέχθηκαν τό αἴτημα τῆς Γεροντικῆς Συνάξεως τῆς γείτονος Μονῆς καί ἀνεχώρησαν γιά τήν Ἱερά Μονή τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου. Οἱ Πατέρες μέ ἐπικεφαλῆς τόν προσωρινό ἡγούμενο π. Διονύσιο, ὑπεδέχθηκαν τήν νέα συνοδία στήν πύλη τῆς Μονῆς μέ πολλή τιμή καί χαρά πνευματική. Εἰσῆλθαν ὅλοι στό Καθολικό καί ἔψαλλαν τήν Παράκλησι τοῦ Ἁγίου Νικολάου εἰς ἔνδειξιν εὐχαριστίας πρός τόν Προστάτη τους.

Σύμφωνα μέ τήν ἁγιορείτικη τάξι, γιά νά γίνει κάποιος ἡγούμενος, πρέπει νά ἔχει λάβει τήν κουρά τοῦ μεγαλοσχήμου ἀπό τόν προκάτοχόν του ἤ ἀπό ἕναν ἁγιορείτη ἱερομόναχο. Ἔτσι καί ὁ νεοφερμένος ἱερομόναχος π. Γεώργιος ἐκάρη Μεγαλόσχημος Μοναχός ἀπό τόν ἡγούμενο παπᾶ Διονύσιο στίς 6 Αὐγούστου τοῦ 1974 καί στίς 26 τοῦ ἰδίου μηνός ἀνέλαβε τήν ἡγουμενία τῆς Μονῆς μας. Καί πάλι ἐδῶ, γιά λόγους εὐνοήτους, ἔγινε παράκαμψις τοῦ.......ἄρθρου τοῦ Καταστατικοῦ ἄρθρου τοῦ Ἁγίου Ὄρους, στό ὁποῖο ἀναγράφεται ὅτι πρέπει ὁ ὑποψήφιος γιά τήν ἡγουμενεία νά ἔχει συμπληρώσει τόν 40ον  ἔτος τῆς ἡλικίας του καί νά ἔχει ζήσει στήν Μονή περισσότερα ἀπό ἕξι χρόνια.

Ὅλοι οἱ Ἀδελφοί ἐνεγράφησαν κατ᾿ εὐθεῖαν στό Μοναχολόγιο τῆς Μονῆς, καί ὄχι στό Δοκιμολόγιο, ὅπως εἶναι ἡ τάξις, ἐφ᾿ ὅσον ἦλθαν ὁμαδικῶς ὅλοι νά κοινοβιάσουν, χωρίς ἐνδοιασμούς ἤ ὑστεροβουλίες. Στήν συνέχεια ἐδόθησαν τά δωμάτια καί τά διακονήματα στούς νέους ἀδελφούς, ὡς βοηθούς φυσικά τῶν παλαιοτέρων. Γιά παράδειγμα ὁ μον. π. Τιμόθεος, ὅπως μοῦ εἶπε, ἀνέλαβε τό διακόνημα τοῦ παρηγουμενιάρη, ὁ διάκονος Μελέτιος βοηθός τοῦ ἀρχοντάρη, Γέροντος Μακαρίου, ἡλικίας τότε 83 ἐτῶν. Ὁ π. Πανάρετος, βοηθός τοῦ τραπεζάρη, Γέροντος Ἐφραίμ, ἡλικίας τότε 74 ἐτῶν.

Ὁ γράφων ἐγνώρισα τόν π. Πανάρετο, κατά τά τέλη Ἰανουαρίου τοῦ ἑπομένου ἔτους, τοῦ 1975. Ἦλθα στό μοναστήρι μου, ἀφοῦ πιάσθηκα πολύ γερά στόν δόκανο πού εἶχε καταστρώσει γιά τήν σωτηρία μου ἡ θεία Πρόνοια. Ἤμουν στήν Θεσσαλονίκη ὡς φοιτητής τῆς θεολογίας ἀπό τό  Φθινόπωρο τοῦ 1972. Συμφοιτητής μου ἦταν ὁ τότε Νικόλαος Γερασιμίδης, ὁ μετέπειτα μοναχός Μακάριος. Εἴχαμε συνδεθῆ διά στενῆς ἐν Χριστῶ φιλίας καί μαζί ἐπηγαίναμε γιά ὁμιλίες ἠ ἀκολουθίες σέ ναούς τῆς πόλεως. Κάθε Κυριακή βράδυ θά ἐπηγαίναμε στήν αἴθουσα τῆς Μητροπόλεως, ὅπου ὡμιλοῦσε ἐνώπιον πυκνοῦ ἀκροατηρίου ὁ μακαριστός Πνευματικός ἐκείνων τῶν  ἡμερῶν ἀρχιμ. π. Συμεών Κραγιόπουλος.

Κατά τά μέσα Ἰανουαρίου τοῦ 1975 σκεφθήκαμε νά πᾶμε στό Ἅγιον Ὄρος γιά πνευματικό ἀνεφοδιασμό. Πρῶτα ἔφυγε ὁ Νικόλαος, ἔτσι ὥστε νά τοῦ κάνω ἐγώ τό κατηχητικό τῶν παιδιῶν του, πού θά ἀπουσίαζε ἐκείνη τήν Κυριακή. Τήν ἑπομένη θά ἔφευγα κι ἐγώ γιά τό Ὅρος μόνο γιά πέντε ἡμέρες, ὅπως ἐπρογραμματίζαμε μέ τά δικά μας ἀνθρώπινα καί χαλασμένα μυαλά. Ὁ Νικόλαος ἦλθε στό Γρηγορίου καί σχεδόν ἀμέσως ἐπῆρε τήν ἀπόφασι νά μονάσει. Εἰδοποίησε τήν θεία του, πού ἦταν ἀδελφή τῆς μητέρας του, ἀφ᾿ ὅτου ἐκείνη σκοτώθηκε σέ τροχαῖο ἀτύχημα, καί τόν ἐφρόντιζε σάν παιδί της. Τῆς εἶπε ὅτι δέν θά γυρίσει ὀπίσω καί θά μείνει γιά μοναχός στό Ὅρος. Μέ προσκάλεσε ἡ θεία του, διότι ἤξερε ὅτι εἴμασταν φίλοι. Τήν βρῆκα μέ χάπια στό κρεββάτι. Μέ παρακαλοῦσε νά πάω αὔριο κιόλας στό Ὄρος καί νά φέρω πίσω τόν ἀνεψιό της. Ἐγώ τήν καθησύχασα καί τῆς ὑποσχέθηκα νά φέρω εἰς πέρας τήν ἀποστολή.

Πράγματι ἦλθα στό μοναστήρι μας, την 22αν  Ἰανουαρίου 1975,  τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου. Στό ἀρχονταρίκι μέ ὑποδέχθηκε ὁ π. Μελέτιος. Μοῦ ἔδωσε φαγητό, φασολάδα θυμᾶμαι ἦταν, καί μετά δωμάτιο. Τοῦ εἶπα γιά τόν σκοπόν πού ἦλθα. Πρίν τόν Ἑσπερινό συνάντησα στήν αὐλή γιά πρώτη φορά τόν π. Πανάρετο. Τοῦ εἶπα ποιός εἶμαι καί ὅτι πρέπει νά τελειώσω τόν σκοπόν γιά τόν ὁποῖον μέ ἔστειλε ἡ θεία τοῦ Δοκίμου Νικολάου. Ἤμουν καί τόσο ἀγριεμένος, πού ἐπέμενα νά μοῦ παρουσιάσει μπροστά μου τόν Νικόλαο καί ὅτι δέν πρέπει νά τόν κρύβουν! Ὁ π. Πανάρετος μοῦ εἶπε μέ πραότητα: «Μήπως εἶσαι ἀστυνομικός;» «Ὄχι τοῦ εἶπα, ἀλλά πρέπει νά φύγω αὔριο γιά Θεσσαλονίκη. Περιμένει ἡ θεία του τόν Νικόλαο». «Καλά, καλά. Εἰρήνευε. Πᾶμε τώρα στόν Ἑσπερινό. Καί πάλι θά συναντηθοῦμε». Μοῦ εἶπε.

Ἐδῶ ἀναγκάσθηκα ἐκ τῶν πραγμάτων νά περιγράψω καί κάτι ἀπό τίς δικές μου ἀναμνήσεις, σχετικά μέ τήν μοναχική μου κλίσι, προκειμένου νά διασυνδέσω ὁμαλά καί ἀδιάρρηκτα τήν σχέσι καί γνωριμία μου τόσο μέ τόν Γέροντά μας π. Γεώργιο, ὅσο καί μέ τόν ταπεινό καί πρόσχαρο ἀδελφό μας, τόν Πνευματικό μας π. Πανάρετο.

Ἀπό τίς πρῶτες κιόλας ἡμέρες τῆς ἐγκαταστάσεώς μου στό μοναστήρι μας ὁ π. Πανάρετος ἦτο ὁ παρήγορος καί σοφός σύμβουλός μου. Ἦτο τό στήριγμα καί ἡ καταφυγή μου. Ὁ Γέροντας μᾶς ἔλεγε νά πηγαίνουμε καθημερινά στόν Πνευματικό π. Πανάρετο, γιά νά ἔχει ἐκεῖνος χρόνο καί γιά τίς ἄλλες ὑποθέσεις τῆς Μονῆς μας.

Εἶχε σέ μεγάλο βαθμό τό χάρισμα τῆς πνευματικῆς πατρότητος. Ἤξερε νά παρηγορεῖ καί ταυτόχρονα νά ἐπιτάσσει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, χωρίς νά προσβάλλει κανέναν. Δέν βιαζόταν νά ἀπαντήσει. Ἄκουγε τόν ἀδελφό, χωρίς ποτέ νά τόν κυττάζει στά μάτια, διότι τό κεφάλι του τό εἶχε πάντα σκυμμένο πρός τό στῆθος του. Προφανῶς προσευχόταν γιά νά πάρη ἀπό τόν Θεό τήν θεία πληροφορία, τό βάλσαμο καί τό ἰατρικό φάρμακο γιά τήν θεραπεία τοῦ ἀδελφοῦ. Κάθε λόγος του σκορποῦσε μέσα σου τήν εἰρήνη, τήν σιγουριά καί τήν θεία παρηγορία. Στήν πρώτη περίοδο τῆς μοναχικῆς μας πορείας, πού λέγεται καί δοκιμαστική, ἔχουμε ὅλοι μας σέ ἐντονώτερο βαθμό λογισμούς καί τά πάθη ἕτοιμα νά μᾶς πνίξουν. Ὁ ἀγαθός καί ταπεινός π. Πανάρετος ἦταν ἡ τελευταία πόρτα, πρίν πάω τό βράδυ στό κελλί μου. Καί ἰδού, συνοπτικά τά σοφά του λόγια: «Ὅλοι, ἀδελφάκι μου, εἴμαστε ἀδύνατοι καί ἁμαρτωλοί, ἐμπαθεῖς καί ἐγωϊστές!  Ἀλλά γιά ἐμᾶς ἦλθε στόν κόσμο ὁ Χριστός. Μᾶς ἔκανε παρέα καί περπάτησε μαζί μας, χωρίς νά μᾶς σιχαθῆ γιά τήν ζωή καί τά ἔργα μας. Μοῦ λέγεις ὅτι σέ στενοχώρησε ὁ τάδε καί ὁ τάδε. Ἀλλά νά ξέρεις ὅτι κι αὐτοί εἶναι ἄνθρωποι. Παλεύουν μέ τά δικά τους πάθη. Ποθοῦν τήν ἐλευθερία ἀπό τά πάθη τους. Θά τούς κάνουμε κι ἐμεῖς ὑπομονή. Καί θά προσευχώμεθα νά τούς ἐπισκιάσει κι αὐτούς ἡ Θεία Χάρις». Μ᾿ αὐτά τά λόγια μέ παρηγοροῦσε καί ἔφευγα γιά τό κελλί μου εἰρηνικός.

Στήν καθημερινή του συμπεριφορά ἀπέναντι ὅλων τῶν ἀνθρώπων ἦτο ἐκ φύσεως ὀλιγομίλητος καί προσηνής. Δέν ἦλθε ποτέ σέ κάποια λεκτική καί ὀξεία ἀντιπαράθεσι μέ κάποιον. Ἕνας ἀδελφός μας τόν εἶχε στήσει κάποτε στήν γωνία τῆς ἐκκλησίας μας καί τοῦ ἔλεγε τούς λογισμούς του πού εἶχε πρός ἄλλους ἀδελφούς μέ ἔντονο καί μαχητικό ὕφος. Ὁ π. Πανάρετος τόν ἄκουγε χωρίς νά ἀνοίξει καθόλου τό στόμα του. Ξεκίνησε νά φύγει. Τόν ἀκολουθοῦσε ὁ ταραγμένος μοναχός συνεχίζοντας μέ λόγια καί σπασμωδικές κινήσεις τῶν χεριῶν του. Δέν τοῦ ἀπήντησε σέ τίποτε ὁ π. Πανάρετος. Τελικά ἔφυγε ἐκεῖνος ὁ μοναχός, ὄχι μέ ταραχή, ἀλλά εἰρηνικός. Τόν εἰρήνευσε ἡ Θεία Χάρις, χωρίς τήν παραμικρά συμβουλή τοῦ Πνευματικοῦ! Συνήθως ἐξωμολογοῦσε τούς Πατέρες τῆς Μονῆς μας εἴτε στό κελλί του, εἴτε στό ἐκκλησάκι τοῦ ἀρχονταρικιοῦ, πού τιμᾶται στόν ἅγιο ἱεράρχη Σπυρίδωνα. Ἐκεῖ ἐπί πολλές ὧρες, καθήμενος στό στασίδι, χωρίς νά δείχνει ποτέ ὅτι κουράσθηκε, δεχόταν τίς ἐξαγορεύσεις τῶν ἀνθρώπων. Γι᾿ αὐτή τήν πατρική του στοργή, τήν ταπεινή του παρουσία καί τίς σοφές συμβουλές του ἄρχισαν νά ἔρχωνται πλήθη ἀνθρώπων ἀπό τόν κόσμο γιά νά εἰποῦν τά πταίσματά τους, κάτω ἀπό τό ἁγιασμένο ἐπιτραχήλιό του. Παρότι εἶχε ἀναγνωρισθῆ ἀπό ὅλους μας ὡς ὁ καλύτερος καί ἐμπειρότερος Πνευματικός τῆς Μονῆς μας, ὁ ἴδιος δέν ἔτρεφε μέσα του κάποια ἰδέα γιά τόν ἑαυτό του. Κι αὐτό ἐκδηλωνόταν συχνά, ὅταν ἐπήγαιναν ἀδελφοί μας καί τοῦ ἔλεγαν νά ἐξομολογήσει προσκυνητάς. Τούς ἔλεγε ἄς ὑπάγουν καί στούς ἄλλους Πνευματικούς. Δέν ἐπεδίωκε νά δημιουργήσει γύρω του ὁμάδα πνευματικῶν του τέκνων ἤ ὁπαδῶν. Κι αὐτό τό ἀπεδείκνυε καί δι᾿ ἑνός ἄλλου τρόπου. Παρότι εἶχε ἴσως καί χιλιάδες πνευματικά παιδιά στόν κόσμο, δέν μετέβαινε ἔξω νά συναντηθῆ μαζί τους ἤ νά τούς ἐξομολογήσει. Τούς συνιστοῦσε νά ἀποκτήσουν Πνευματικό στόν τόπο, ὅπου ζοῦν. Καί ἀφοῦ εἶναι ἔγγαμοι καί οἰκογενειάρχες, νά φροντίσουν νά πηγαίνουν σέ ἐγγάμους ἱερεῖς.

Προκειμένου νά μή διασπᾶται ὁ νοῦς του ἀπό τήν ἐπικοινωνία μέ τούς ἐν τῷ κόσμῳ Χριστιανούς, εἶχε πάρει δύο δυνατές ἀποφάσεις, τίς ὁποῖες δύσκολα νά τίς ἐφαρμόσει ἕνας μοναχός τῶν καιρῶν μας. Εἶχε περιορίσει στό ἐλάχιστον τήν ἀλληλογραφία του μέ τούς ἐν τῶ κόσμῳ. Ταυτόχρονα δέν δέχθηκε νά χρησιμοποιήσει κινητό τηλέφωνο, παρότι τόν ἐπίεζαν μερικά πνευματικά του παιδιά. Ἀκόμη, μερικοί ἀπό τόν κόσμο, πού ἤθελαν νά συνομιλήσουν μαζί του, τόν τηλεφωνοῦσαν στό σταθερό τηλέφωνο τῆς Μονῆς μας. Καί ἀπό ἐκεῖ δέν ἠμποροῦσαν νά συνομιλήσουν μαζί του, διότι εἶχε δώσει ἐντολή στόν διακονητή τοῦ τηλεφωνείου, νά τοῦ γράφουν γράμματα καί ὄχι τηλεφωνική ἐπικοινωνία μαζί τους. Καί ἐδῶ εἶναι τό παράδοξον. Οἱ ἄλλοι Πνευματικοί τῆς Μονῆς μας, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ὅλοι νεώτεροί του, νά ἀσκοῦν μέ κάθε εὐκολία τήν διακονία τῆς πνευματικῆς πατρότητος καί μόνον ὁ π. Πανάρετος νά εἶναι τό κάτι ἄλλο ἀνάμεσά τους. Δέν ἐπεδίωξε ποτέ νά τιμηθῆ καί δοξασθῆ σάν ἕνας φημισμένος καί ἔμπειρος Πνευματικός.

Γι᾿ αὐτή τήν τακτική του, νά μή βγαίνει στόν κόσμο, παρεκτός γιά λόγους ὑγείας, μᾶς προκαλοῦσε νά τόν ἐκτιμοῦμε περισσότερο. Ὑπεράνω πάντων στήν ζωή του ἀγαποῦσε ὑπερβολικά τήν μοναχική του ἀφιέρωσι. Δέν ἤθελε καθόλου νά ἀπομακρυνθῆ ἀπό ἐπάνω του ἡ Θεία Χάρις, τήν ὁποίαν ἐπεδίωκε μέ κάθε ψυχικό του σθένος. Γι᾿ αὐτό πολλές φορές τόν ἐβλέπαμε νά ἐξέρχεται ἀπό τό κελλί του μέ φωτεινό καί εἰρηνικό τό πρόσωπό του. Μετά ἀπό πολύωρη καί ἔμπυρη προσευχή ἐλούζετο ὁ νοῦς καί ἡ καρδιά του ἀπό τόν θεῖο φωτισμό. Γι᾿ αὐτό καί ἐξεπέμπετο αὐτή ἡ φωτιστική χάρις καί στό ἀσκητικό του πρόσωπο.

Μᾶς ἔδινε τό καλό παράδειγμα σέ κάθε περίστασι τῆς μοναστικῆς μας βιοτῆς, ἐντός καί ἐκτός τοῦ Κοινοβίου μας. Στίς ἀκολουθίες συμμετεῖχε ἀνελλειπῶς, ἀκολουθώντας τήν ἐντολή τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ὁ ὁποῖος ἐπέτρεπε τήν ἀπουσία κάποιου, μόνον ἐάν εἶναι καθηλωμένος στό κρεββάτι. Μέσα στήν ἐκκλησία δέν ἄλλαζε ποτέ στασίδι. Στεκόταν σ᾿ ἕνα ἀπό τά στασίδια τοῦ δεξιοῦ χοροῦ, πλησίον τοῦ Γέροντός μας, ὡς ἄμεσος βοηθός του, ἀντικαταστάτης του σέ περίοδο ἀπουσίας του καί διότι ἦτο ὁ πρῶτος ὑποτακτικός του. Δέν κυκλοφοροῦσε ἀσκόπως μέσα στήν ἐκκλησία. Ἐάν ἤθελε μέ κάποιον νά εἰπῆ κάτι, τόν ἔπαιρνε στό δεξιό ἀποθηκάκι τοῦ Ἱεροῦ. Καί συνωμιλοῦσε μόνο τά ἀναγκαῖα, χωρίς σχολιασμούς καί περιττολογίες. Ποτέ δέν ἐξέφρασε τόν πόθο νά ψάλλει κάτι, ἐκτός καί ἄν τόν καλοῦσε ὁ τυπικάρης. Δεχόταν μέ χαρά νά ψάλλει καί σάν δεύτερος καθημερινός ψάλτης, ἄσχετα ἄν ὁ πρῶτος τοῦ δεξιοῦ χοροῦ ἦτο κατά πολύ μικρότερός του. Μία φορά ὁ τυπικάρης τοῦ εἶπε νά ψάλλει τήν Παράκλησι τῆς Κυρίας Θεοτόκου. Ὁ π. Πανάρετος τόν ἐρώτησε ποιός θά ψάλλει τά δεύτερα καί ὁ τυπικάρης τοῦ εἶπε ὅτι ἔβαλε τόν μον. Δαμασκηνό. Τότε ὁ π. Πανάρετος διεφώνησε καί τοῦ εἶπε: «Ἐκεῖνος εἶναι πρωτοψάλτης καί τόν βάζεις τά δεύτερα;» «Ναί, ἀλλά ἐσύ εἶσαι ἱερεύς». Καί πάλι τοῦ ἀπαντᾶ ὁ π. Πανάρετος: «Καθένας μέ τό χάρισμά του. Αὐτός θά ψάλλει τά πρῶτα κι ἐγώ τά δεύτερα». Τέτοιου εἴδους διακριτικές συμπεριφορές, ὡς ἀποκύημα ὑψίστης ταπεινώσεως, μόνον ἀπό τόν π. Πανάρετο, ἠμποροῦσες νά συναντήσεις!  Ὁ π. Πανάρετος δέν εἶχε βέβαια τό χάρισμα τῆς φωνῆς, οὔτε καί τῆς ψαλτικῆς τέχνης. Ἔμαθε ὀλίγα μουσικά ἀπό τόν μοναχό π. Ὑπάτιο, μόνο καί μόνο γιά νά ψάλλει στίς ἀγρυπνίες, ὅ,τι μέλος ἦταν ὑποχρεωτικό νά τό ψάλλουν οἱ Γεροντάδες, δηλαδή οἱ παλαιότεροι μοναχοί. Ἔκαμε σέ ὅλους μας βαθειά ἐντύπωσι ὅτι οὐδέποτε ἐζήτησε ἀπό τόν τυπικάρη νά ψάλλει κάποιο τροπάριο ἤ νά μαγνητοφωνήσει ἔστω τήν λεπτή καί κατανυκτική φωνή του. Σέ ὁποιαδήποτε συζήτησι ἀπέφευγε νά ἐκφέρει λόγον ἤ νά διαφωνήσει σέ κάτι. Ἐάν κάτι τόν ἐρωτούσαμε, ἐλεεινολοῦσε τόν ἑαυτό του, λέγοντας: «Καί τί εἴμαστε ἐμεῖς νά ἀποφανθοῦμε; Πατριαρχεῖο ἤ Κοινότητα τοῦ Ἁγίου Ὅρους; Γιά διάφορα ἐπίμαχα καί ἐπίκαιρα προβλήματα, τοῦ ζητοῦσα ἐξηγήσεις καί γιατί εἶναι ἀμέτοχος. Ἐκεῖνος ἀντί νά μοῦ ἀπαντᾶ εὐθέως, μοῦ ἀπαντοῦσε πνευματικῶς: «Ἀδελφέ, ἄς μή κατακρίνουμε!  Ἔχει ὁ Θεός φροντίδα γιά τήν Ἐκκλησία Του καί τόν λαό Του. Ἐμεῖς θά γίνουμε δικηγόροι Του; Ἐκεῖνος δέν ξέρει τί νά πράξει;»

Τά ἀπογεύματα τῶν καλοκαιρινῶν κυρίως μηνῶν, πρίν τόν Ἑσπερινό, ἀναχωροῦσε γιά τό ὑπαίθριο ἀσκητήριό του. Πλησίον τοῦ χειμάρρου τοῦ κήπου, λίγο πιό πίσω ἀπό τήν λεγομένη σπηλιά τοῦ ἁγίου ἡγουμένου τῆς Μονῆς μας, παπᾶ Ἀθανασίου, εἶχε βάλει μία σανίδα ἐπάνω σέ ἕνα φυσικό κράσπεδο καί ἐκεῖ ἐπιδιδόταν στήν νηπτική του ἐργασία. Πάντοτε ἐπρόσεχε νά παραμένει ἀθέατος ἀπό ἀνθρώπινα μάτια καί ἄγνωστος σχεδόν σέ ὅλους γιά τά πνευματικά του ἀγωνίσματα.  Περπατοῦσε ἀπαρατήρητος καί κανείς δέν ἤξερε ποιός εἶναι αὐτός ὁ ἁπλοϊκός καί σιωπηλός μοναχός. Κἄπου κἄπου χαμογελοῦσε καί μέ γλυκό τρόπο χαιρετοῦσε τούς τυχόντες στόν δρόμο του.

Στίς μεταξύ τῶν πατέρων καί λαϊκῶν συναντήσεις συμπεριφερόταν μέ πολλή εὐγένεια κι ἕνα συγκρατημένο θεοειδές χαμόγελο. Ἄν συναντοῦσε ἄλλον ρασοφόρον, χωρίς νά γνωρίζει τόν βαθμό του, ἔκυπτε καί τοῦ ἀσπαζόταν τό χέρι. Τοῦ εἶπα κάποια φορά, ὅτι «αὐτός εἶναι διάκονος καί τοῦ ἀσπάσθηκες τό χέρι!  Καί μοῦ εἶπε: «Καί τί ἔπαθα; Εὐλογία ἐπῆρα ἀπό τόν Χριστό».

Τά τελευταῖα 2-3 χρόνια, παρά τήν ἡλικία τῶν 73 ἐτῶν, ἀνέλαβε μετά χαρᾶς τό διακόνημα τοῦ ἀρχοντάρη. Εἶχε καί τούς βοηθούς του, ἀλλά αὐτός ἀνελάμβανε καθημερινά τήν τακτοποίησι τῶν προσκυνητῶν, οἱ ὁποῖοι ἦσαν μερικές δεκάδες γιά κάθε ἡμέρα. Οὐδέποτε ἐξεδίωξε προσκυνητή, διότι, κατά τήν μοναστηριακή μας τάξι, δέν εἶχε ἐγκαίρως τηλεφωνήσει γιά κράτησι θέσεως. Πρῶτα ἔδινε δωμάτια στούς ἤδη τηλεφωνήσαντας καί στούς ἄλλους μέ ἕνα μειδίαμα τούς ἔλεγε: «Τώρα νά εἰδοῦμε καί ἐσᾶς πού δέν εἰδοποιήσατε, ποῦ θά σᾶς πετάξουμε! Δέν ἔχετε τά ἀπαραίτητα χαρτιά σας, ὁπότε μή περιμένετε καί βασιλική παστάδα!»  «Ὅπου θέλετε μᾶς βάζετε, πάτερ, ἀρκεῖ νά βροῦμε ἕνα κρεββάτι νά ξεκουρασθοῦμε», τοῦ ἀπαντοῦσαν. Παράλληλα τούς ἐνημέρωνε γιά τό πρόγραμμα τῶν Ἀκολουθιῶν τοῦ Κοινοβίου μας. Μετά τό Ἀπόδειπνο καί τήν προσκύνησι τῶν Ἀγίων Λειψάνων, ἐπακολουθοῦσε πάντοτε μία ὁμιλία τῶν προσκυνητῶν. Εἶχε καταρτισθῆ πρόγραμμα ὁμιλητῶν γιά ὅλη τήν ἑβδομάδα. Ὁ ἴδιος σπανίως ὡμιλοῦσε, διότι δεχόταν ἐκεῖνες τίς ὧρες τούς προσκυνητές γιά τήν ἐξομολόγησι. Ἦταν πάντοτε κουρασμένος. Κι αὐτό φαινόταν μέ πόση δυσκολία ἔσερνε τά πόδια του, γιά νά ἀνέβει τά πολλά σκαλιά τοῦ ἀρχονταρικοῦ. Ὅταν τόν ἐρωτοῦσαν τί διακόνημα ἔχει, τούς ἀπαντοῦσε μέ χαμόγελο καί χιούμορ:  «Εἶμαι τό ποτήρι τῆς Μονῆς».

Ὑπάρχει παράδοσις στά ἁγιορείτικα μοναστήρια, ὁσάκις παρουσιάζονται ἐργασίες γιά πολλά χέρια, νά τρέχουν ὅλοι οἱ πατέρες νά βοηθήσουν. Αὐτές οἱ κοινές ἐργασίες λέγονται παγκοινιές. Σ᾿ αὐτές τίς ὁμαδικές ἐργασίες δέν ἀπουσίαζε σχεδόν ποτέ ὁ π. Πανάρετος. Τό φθινόπωρο θά ἔπρεπε νά γίνει ἡ παγκοινιά γιά τήν συγκομιδή τῶν ἐλαιῶν. Ὁ π. Πανάρετος, μέ τό παλιό του ζωστικό, ζωσμένος μέ μία στρατιωτική ζώνη καί μέ κάτι παλιοπάπουτσα ἤ μπότες ἔτρεχε σάν νεαρός δόκιμος στήν πρώτη γραμμή. Ἐνθυμοῦμαι, ἐρχόταν κοντά μας, σάν ἀντικαταστάτης τοῦ Γέροντός μας καί συντόνιζε τίς δουλειές. Ταυτόχρονα ἔλεγε σέ κάποιον νά λέγει τούς Χαιρετισμούς τῆς Θεοτόκου καί ἔτσι οἱ πάντες εἰργάζοντο, χωρίς περιττά λόγια καί φωνασκίες. Ὅταν γιά παράδειγμα καθαρίζαμε τά φασολάκια ἤ ἐξύναμε ψάρια στήν κουζίνα, ὁ π. Πανάρετος ἐρχόταν πρῶτος καί ἔφευγε τελευταῖος. Δέν προφασίσθηκε γιά κάτι νά φύγει ποτέ ἀπό τήν παγκοινιά. Καί ἐκεῖ εἶχε ἐπιβάλλει τήν ἴδια τάξι μέ τήν ἀνάγνωσι τῶν Χαιρετισμῶν τῆς Θεοτόκου καί κατόπιν τήν εὐχή τοῦ Ἰησοῦ.

Γιά ὅλους τούς νεωτέρους μοναχούς ἦταν ἡ καλογερομάνα τους, ὅπως συνήθως λέγονται οἱ πατέρες μέ τό χάρισμα τῆς πατρότητος. Καταλάβαινε ἀπό μακριά, ἄν κάποιος μοναχός εἶχε λογισμούς. Τό βράδυ ἐπήγαινε στό κελλί του. Κτυποῦσε εὐγενικά τήν πόρτα. «Ποιός εἶναι; Ἐρωτοῦσε ὁ μοναχός. Ὁ Πανάρετος εἶμαι. Μπορῶ νά μπῶ μέσα;» Πάντοτε ὠνόμαζε τόν ἑαυτό του μέ τό μοναχικό του ὄνομα, χωρίς τήν λέξι πατήρ. Συνωμιλοῦσε μέ τόν ἀδελφό, ἐξευτελίζοντας πρῶτα ἐνώπιον τοῦ ἀδελφοῦ τόν ἑαυτό του, ὅτι κι αὐτός εἶναι ἄθλιος μέ χαλασμένα μυαλά. Ὅτι ὅλοι ἔχουμε τά καλά μας στοιχεῖα καί τίς κακές μας συνήθειες....Μέ τήν ἀγάπη του, τήν ἁπλότητα καί τήν ταπείνωσί του εἰρήνευε τόν κάθε ἀδελφό του καί μετά ἐπήγαινε νά ξεκουρασθῆ, χαρούμενος, διότι ἔκαμε τό καθῆκον τῆς φιλαδελφίας καί τῆς συμφιλιώσεως τῶν ἀδελφῶν.

Ὅταν ἤρχοντο νέοι στήν Μονή μας, εἴτε νά μονάσουν εἴτε νά ἐξομολογηθοῦν ὅλοι οἱ ἄλλοι Ἀδελφοί τῆς Μονῆς μας, τούς ἔλεγαν: «Νά πᾶς στόν π. Πανάρετο, μόνο στόν π. Πανάρετο». Ὅλοι εἶναι γεγονός ὅτι ἀνεγνώριζαν τήν ἔμφυτη τέχνη τῆς πατρικότητος πού εἶχε ἀπό τόν Θεό καί μέ ἐμπιστοσύνη τούς ἔστελλαν σ᾿ αὐτόν. Ὅταν ἦλθαν δύο νεαροί ἀπό τήν Γεωργία μέ σκοπό νά μονάσουν στήν μονή μας, τούς ἐβοήθησε πολύ ὁ π. Πανάρετος. Καί, ὅπως οἱ ἴδιοι μοῦ εἶπαν, τούς ἔλεγε: «Νά ἔχετε αὐτομεμψία, ἀπό τήν ὁποία πηγάζει μέσα μας ἡ ταπείνωσις καί στήν συνέχεια γεννιέται ἡ νοερά καί καρδιακή προσευχή». Αὐτά νά κάνετε καί ἐσεῖς καί δέν θέλετε ἄλλο τίποτε στήν ζωή σας».

Ἕνας ἀπό τούς παλαιοτέρους μοναχούς, ὁ π. Μ. συνήθιζε νά πηγαίνει στό κελλί του, σχεδόν κάθε ἡμέρα καί ἔμενε ἀρκετή ὥρα. Ἤθελε νά κάθεται δίπλα του, διότι τοῦ ἀρκοῦσε πού ἔβλεπε τήν γαληνόμορφη ὄψι τοῦ π. Παναρέτου. Ἦλθε ἡ ὥρα νά κάνει τήν προσευχή του ὁ π. Πανάρετος. Γιά νά μή στενοχωρήσει τόν ἀδελφό, δέν τοῦ εἶπε νά ἀναχωρήσει. Στεκόταν ὁ ἐπισκέπτης μοναχός στό σκαμνί. Καί ὁ π. Πανάρετος νά προσεύχεται ἀπό τό κρεββάτι του. Σέ μία στιγμή πνευματικῶν του ἀναβάσεων, σήκωσε τά χέρια ψηλά καί ἔλεγε: «Ὤ Ἀγάπη, ἄπειρη καί μακαρία Ἀγάπη. Ποιός ἠμπορεῖ νά περιγράψει τά μεγαλεῖα σου!» Γιά νά ἔχει μισθόν ἀπό τήν ταπείνωσί του, ἔλεγε στόν μον. π. Μ. ὅτι εἶναι ὑποτακτικός του καί ὅτι πρέπει νά τόν βοηθήσει γιά τήν σωτηρία του. «Δέν ἔχει σημασία ἄν εἶμαι παππᾶς καί Πνευματικός, τοῦ ἔλεγε. Σημασία ἔχει ὅτι πρέπει κι ἐγώ νά ἔχω καθημερινά στήν ζωή μου ἕνα γέροντα. Νά κάνω κἄπου ὑπακοή!» Μία φορά, εἶχε ἔλθει ὁ ἀδελφός τοῦ π. Παναρέτου στό μοναστήρι μας, ὁ Κωνσταντῖνος. Σ᾿ αὐτόν ἐξέφραζε τίς εὐχαριστίες του στόν Θεό ὁ π. Πανάρετος, διότι τοῦ ἐχάρισε τόν τάδε ἀδελφό γιά ...γέροντά του! Ὁπότε, ὅταν μετά ἀπό ὀλίγες ἡμέρες ἀνεχώρησε ὁ Κωνσταντῖνος, εὐχαρίστησε καί τόν μον. π. Μ, διότι βοηθάει τόν ἀδελφό του στά πνευματικά καί τόν χειραγωγεῖ συνετά γιά τήν σωτηρία του!!

Ὁσάκις ὁ Γέροντάς μας π. Γεώργιος, ἔφευγε γιά δύο συνήθως ἑβδομάδες γιά ἱεραποστολικό ἔργο στόν κόσμο, ἄφηνε τόν π. Πανάρετο, στήν θέσι του  τοποτηρητή τῆς Μονῆς μας. Καί ἐφηρμόζετο ἡ ἐπιθυμία τοῦ μακαριστοῦ Γέροντός μας, πού μᾶς ἔλεγε πρίν ταξιδεύσει γιά ἔξω: «Πατέρες, νά ζῆτε καί νά διακονῆτε, ὡσάν νά εἶμαι ἐγώ παρών ἐνώπιόν σας». Κι αὐτό τό κατόρθωμα δέν ἐπετυγχάνετο μόνο μέ τήν εὐχήν του, ἀλλά κυρίως μέ τήν συνετή καί ταπεινή συμπεριφορά τοῦ π. Παναρέτου. Φοβούμενος ὁ ἴδιος μήπως λυπήσει τόν Γέροντά μας σέ κάτι, ἔγραφε τά θέματα τῶν Πατέρων, καί τό βράδυ συνωμιλοῦσε μέ τόν Γέροντά μας γιά ὅλα τά ἀνακύψαντα προβλήματα ἤ τίς ὑποθέσεις καί ἀπαιτήσεις τῶν Πατέρων. Τήν ἄλλη ἡμέρα ὁ π. Πανάρετος ἔδινε στόν καθένα τήν ἀπάντησι τοῦ Γέροντός μας, καί ποτέ τήν δική του, ἀρχίζοντας μέ τήν  καθιερωμένη ἐπωδό: «Εἶπε ὁ ἅγιος Γέροντας νά κάνεις αὐτό καί αὐτό.....». Εἶχε σέ τόση μεγάλη ἀγάπη καί εὐλάβεια τόν Γέροντά μας, ὥστε ὄχι μόνο τοῦ ἔκαμε τελεία ὑπακοή, ἀλλά μέ τελεία ἐμπιστοσύνη, εὐλάβεια καί ἀγάπη στό πρόσωπό του.

Ἄλλος ἀδελφός μας, ὁ μον. π. Ε. μοῦ ἔλεγε ὅτι ἐπήγαινε ἐνίοτε στό κελλί τοῦ μακαριστοῦ Πατρός, εἴτε νά τόν βοηθήσει σέ κάτι καί εἴτε καί λόγῳ πατριωτισμοῦ των. Ἦσαν συμπατριῶτες. Μία φορά, ὅπως μοῦ εἶπε ὁ ἀδελφός αὐτός, εἶδε στίς πτέρνες, δίπλα στό μεγάλο δάκτυλο στό κάθε του πόδι, ἀπό ἕνα ἐξογκωμένο κάλο. Ρώτησε τόν Γέροντα: «Τί εἶναι αὐτά τά ἐξογκώματα, πάτερ Πανάρετε;». «Εἶναι γιά τίς ἁμαρτίες μου», τοῦ ἀπήντησε ἐκεῖνος. Ἐπειδή στήν ζωή μου ἔκανα πολλές ἁμαρτίες καί παρακοές στόν Γέροντά μας, τώρα μοῦ ἔδωσε ὁ Χριστός μας, αὐτή τήν μικρά δοκιμασία. Καί ὅταν φοροῦσε δερμάτινα παπούτσια, οἱ πόνοι ἦταν ἀφόρητοι, διότι ἐπιέζοντο τά ἐξογκώματα αὐτά. Ὅταν κάποιος τοῦ ἔφερε πάνινα καί ἐλαφρά παπούτσια, εἶπε μέ χαρά στόν ἀδελφό, ὅτι ἐπί τέλους  ἀνεκουφίσθηκε ἀπό τούς πόνους του!

Ὁ π. Πανάρετος, ὅπως καί ὅλοι οἱ παλαιότεροι Ἀδελφοί μας, εἶχαν συνάψει πνευματικές σχέσεις καί μέ τόν μεγάλο Ὅσιο καί προφήτη τῶν ἡμερῶν μας, τόν Γέροντα Παΐσιο. Κάποια φορά εἶχε πάει ὁ π. Πανάρετος μέ ἕτερον ἀδελφόν στόν ὅσιο Γέροντα, ὁ ὁποῖος τούς καλοδέχθηκε μέ τήν ἀρχοντική του ἀγάπη καί ἐφίλησε τό χέρι τοῦ π. Παναρέτου:

-Γέροντα, πῶς νά ἀποβάλλουμε τά πάθη μας, πού μᾶς βασανίζουν;

-Μέ τό πολυβόλο, εὐλογημένε...

-Τί ἐννοεῖτε;  Μέ ποιό πολυβόλο?

-Τό καλύτερο πολυβόλο τοῦ μοναχοῦ εἶναι τό κομποσχοίνι του. Ν᾿ ἀγαπᾶμε τήν εὐχή καί ὁ Κύριος θά μᾶς χαρίσει ὅλες τίς εὐλογίες του.

-Καί πῶς θ᾿ἀπαλλαγοῦμε, Γέροντα, ἀπό τήν κατάκρισι;

-Ἡ κατάκρισις, παπᾶ μου, εἶναι φοβερό πάθος. Εἶναι ἀπογύμνωσις ἀπό τήν θεοποιό Χάρι. Θά πρέπει νά βλέπουμε τούς ἄλλους ἀνθρώπους ἀνωτέρους μας σέ ὅλα. Νά βλέπουμε ἀδυναμίες καί πάθη μόνο στόν ἑαυτό μας καί ὄχι στούς ἄλλους. Ἐπίσης, μέσα μας νά ἐπαινοῦμε τόν κάθε ἀδελφό. Νά τόν δικαιολογοῦμε γιά κάποιο ἄσχημο λόγο πού εἶπε ἤ γιά κάποιο πάθος πού τόν ταλαιπωρεῖ. Νά ἔχουμε τόση ἀγάπη μέσα μας, ὥστε νά ἠμποροῦμε νά συγχωροῦμε τόν κάθε ἀδελφό μας. Καί μόνον ἔτσι θά μποροῦμε νά προσευχώμεθα λαμβάνοντας ἀπό τόν Χριστό μας πνευματικό καρπό, πού εἶναι ἡ Θεία Χάρις Του.

Ὁ Γέροντάς μας π. Γεώργιος, εἶχε τόν π. Πανάρετο σέ μεγάλη τιμή καί ἀγάπη. Ἀλλά καί ὁ π. Πανάρετος τόν ἐσέβετο καί τόν ὑπήκουε μέ μία τελεία καί ἀρίστη ὑπακοή. Δέν τοῦ ἐπέτρεπε ἡ συνείδησίς του νά καταπατήσει τήν ἐντολή τοῦ Γέροντός μας οὔτε καί στό ἐλάχιστον. Ἄν δέν καταλάβαινε καλά τήν ἔκτασι καί τό βάρος τῆς ὑπακοῆς, τόν ἐρωτοῦσε πάλι, τί ἀκριβῶς θέλει, γιά νά τοῦ κάνει τήν πρέπουσα στόν ὑπερθετικό βαθμό ὑπακοή. Πολλές φορές ὁ Γέροντας, γιά νά τόν ταπεινώσει ἐνώπιον ἄλλων, ἀλλά καί νά δώσει ζωντανό ὑπόδειγμα ὑπακοῆς στούς ἄλλους μοναχούς χρησιμοποιοῦσε σάν «ἐργαλεῖο», τόν π. Πανάρετο.

Ἐνθυμοῦμαι, ἦταν νομίζω τό ἔτος 1981. Τήν χρονιά ἐκείνη ἀποφασίσθηκε ἀπό τήν Γεροντική Σύναξι τῶν Προϊσταμένων τῆς Μονῆς μας, ἡ εἴσοδος καί ἡ ἔνταξις στό Διοικητικό αὐτό Σῶμα τῆς Μονῆς καί ἄλλων τεσσάρων νεωτέρων ἀδελφῶν. Ἕνας ἐκ τῶν νεωτέρων ἀδελφῶν, ἐπειδή δέν εἰσήχθη, ἐνῶ εἶχε τά προσόντα, ἐξέφρασε τήν θλίψι του στόν Γέροντά μας. Τήν ἑπόμενη χρονιά, τί ἔκαμε ὁ σοφός Γέροντάς μας, γιά νά ἀναπαύσει, κατά τό ἀνθρωπίνως λεγόμενον, τόν ἀδελφόν ἐκεῖνον. Ἐπρότεινε κατ᾿ ἰδίαν στόν π. Πανάρετον νά δηλώσει τήν παραίτησί του ἀπό τήν Γεροντία, προκειμένου νά γίνει ἡ ἐκλογή τοῦ παραπονεθέντος ἀδελφοῦ, ἀφ᾿ ὅσον ἀδικήθηκε...Καί στίς ἀρχές Ἰανουαρίου τοῦ ἑπομένου ἔτους ὁ π. Πανάρετος ἐξέφρασε διαφόρους λόγους, δῆθεν ὑπερκοπώσεως καί ἔγινε δεκτή ἡ παραίτησίς του, ὡς διαπραγματευθεῖσα ἀπό παλαιότερα. Μέ τόν ἔξυπνο αὐτόν τρόπο καί ὁ ἀδικηθείς ἀδελφός εἰσῆλθε στήν Γεροντική Σύναξι καί ὁ π. Πανάρετος ἔζησε τήν δική του ὁσιακή μακαριότητα, ἀλλά μόνο γιά ἕνα ἔτος. Ἄλλος ἀδελφός ἐκ τῶν νεωτέρων τῆς Γεροντικῆς Συνάξεως, ὅταν ἔμαθε αὐτήν τή σπουδαίαν «πηδαλιουχία», τοῦ Γέροντός μας, κινούμενος ἀπό ὑψηλά αἰσθήματα ἀνθρωπιᾶς καί φιλαδελφίας, τήν ἑπόμενη χρονιά ἐζήτησε ἐπιμόνως νά παραιτηθῆ, προφασιζόμενος δικούς του λόγους. Ἔτσι ἐπανῆλθε ὁ π. Πανάρετος στήν παλαιά του θέσι, τήν ὁποία οὐδέποτε ἐπεζήτησε.. Τήν θέσι αὐτή τήν ἐκράτησε, χωρίς ποτέ νά εἶναι δεσμευμένος μαζί της, διότι διά τήν ὑπακοήν ἔμενε ἐκεῖ μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς του.

 

Ὁ π. Πανάρετος, ἀγαποῦσε ὅλους τούς Ἁγίους. Κάθε νύκτα στό κομποσχοίνι του, ἐπεκαλεῖτο καί τόν Ἅγιο τῆς ἡμέρας, νά σπεύσει εἰς βοήθειάν του. Ἐπάνω στό μικρό τραπεζάκι του εἶχε τό ἀκοίμητο καντήλι του. Τό εἶχε ἀκουμβήσει σ᾿ ἕνα πιάτο καί γύρω ἀπό τό καντήλι εἶχε τοποθετήσει φωτογραφίες πολλῶν νεωτέρων Ἁγίων, ὅπως τοῦ Γέρ. Σιλουανοῦ, τοῦ Γέρ. Σωφρονίου τοῦ Ἔσσεξ, τοῦ Γέρ. Ἀμφιλοχίου τῆς Πάτμου, τοῦ Γέρ. Παϊσίου, τοῦ Γέρ. Πορφυρίου, τοῦ ρουμάνου Γέροντος Παϊσίου Ὀλάρου καί ἄλλων. Εἶχε πολλές εἰκόνες πού τίς ἀσπαζόταν κάθε βράδυ. Μοῦ εἶχε εἴπει ὅτι εὐλαβεῖτο καί ἀγαποῦσε πολύ τόν ἅγιο Νεκτάριο. Γι᾿ αὐτό καί τόν παρακαλοῦσε γιά κάθε πρόβλημα πού εἶχαν οἱ ἄνθρωποι καί τόν παρακαλοῦσαν γιά προσευχή. Στόν μον. π. Μ. τόν ὁποῖον δεχόταν καθημερινά στό κελλί του, τοῦ ἀπεκάλυψε, ὀλίγους μῆνες πρίν φύγει ἀπό τόν κόσμο, τήν παρουσία τοῦ ἀγίου Νεκταρίου. Ἔκανε προσευχή τό βράδυ καί ξαφνικά ἀκούσθηκε κτύπημα στήν πόρτα. Σηκώθηκε ν᾿ ἀνοίξει ὁ π. Πανάρετος καί καί τί εἶδε; Τόν Ἅγιο Νεκτάριο!  Ἔπεσε μπροστά του νά τόν προσκυνήσει καί τοῦ εἶπε τά πιό θερμά λόγια τῆς καρδιᾶς του, τά ὁποῖα ἄλλωστε ἔλεγε καί κάθε βράδυ στίς προσευχές του. «Σέ ἀγαπῶ πολύ Ἅγιέ μου..». Καί ἀμέσως ὁ Ἅγιος, τόν εὐλόγησε καί χωρίς νά τοῦ εἰπῆ λέξι, ἐξαφανίσθηκε».

Μία ἄλλη θαυμαστή ἱστορία ἔφτασε στ᾿ αὐτιά μου, ὀλίγες ἡμέρες, μετά τήν κοίμησί του.Ἕνας ἀδελφός μας πρό μηνῶν εἶπε στόν π. Πανάρετο νά κάνει προσευχή γιά κάποιον γνωστόν του, ὁ ὁποῖος ἔπασχε ἀπό καρκίνο. Καί ὁ φίλος τῆς ὑπακοῆς, καλοῦσε εἰς βοήθειαν τήν Ἁγία Ἀναστασία τήν Ρωμαία, Προστάτιδα τῆς Μονῆς μας, τήν ὁποίαν ὑπεραγαποῦσε καί τήν παρακαλοῦσε νά βοηθήσει στίς ἀσθένειες τοῦ κόσμου. Ὁπότε αὐτός ὁ ἀσθενής, εἶδε ἕνα βράδυ τόν π. Πανάρετο στόν ὕπνο του καί τοῦ εἶπε: «Μή στενοχωριέσαι. Κάνω προσευχή στήν ἀγία Ἀναστασία γιά σένα καί θά ἔλθη νά σέ θεραπεύσει». Περιέγραψε τά χαρακτηριστικά του ὁ πρώην ἀσθενής στόν φίλον του μοναχό. Ὁπότε ὅλοι μας καταλάβαμε ὅτι ἦταν ὁ π. Πανάρετος!

Εἴπαμε στήν ἀρχή γιά τό ἀπροσδόκητο καί ὀδυνηρό τέλος τοῦ μακαριστοῦ Πνευματικοῦ τῆς Μονῆς μας. Τήν 28ην Δεκεμβρίου μέ τό νέο ἡμερολόγιο, ἐτελειώθη στό νοσοκομεῖον ΑΧΕΠΑ τῆς Θεσσαλονίκης. Ὁμάδα ἀδελφῶν τῆς Μονῆς μας ἐφρόντισαν γιά τήν μεταφορά του στήν Μονή μας. Οἱ νέες νομοθεσίες περί ἐπιθετικοῦ ἰοῦ καί ὅτι δέν πρέπει νά ἀνοίξουμε τό φέρετρό του, ἠκούσθηκαν σάν «ψελλίσματα νηπίων»,  ἀπό τήν Ἀδελφότητά μας. Γι᾿ αὐτό, ὅταν ἦλθεν ἡ σωρός του, τόν ἔβγαλαν ἀπό τίς πλαστικές σακκοῦλες πού τόν εἶχαν περιτυλίξει, τόν ἔπλυναν, τόν ἐνέδυσαν τά καλά καλογερικά του ροῦχα στό γηροκομεῖο τῆς Μονῆς μας, χωρίς φοβίες ἐπιδρομῆς τοῦ κορονοϊοῦ ἐναντίον μας καί ἔγινε στό Καθολικό τῆς Μονῆς μας ἡ Κηδεία του. Συμμετεῖχαν μόνον οἱ Πατέρες τῆς Μονῆς μας, ἐνῶ πολλοί Φίλοι μοναχοί Ἁγιορεῖτες καί χριστιανοί ἀπό τόν κόσμο τόν συνώδευαν μέ τίς προσευχές τους, ἐφ᾿ ὅσον λόγῳ τοῦ κορονοϊοῦ κάθε ἐπικοινωνία καί κάθε ταξίδιον ἀπαγορευόταν ἀπό τίς κρατικές ἀρχές, πρός ἀναχαίτισιν τῆς ψευδοπανδημίας, ὅπως μᾶς τήν ἐπαρουσίασαν τά τηλεοπτικά μέσα διαδόσεως τῶν νέων.

Στήν ἐξόδιο ἀκολουθία ὁ νέος σεβαστός καί ἀγαπητός μας Γέροντας ἀρχιμ. π. Χριστοφόρος, μᾶς ἀνέγνωσε τόν ἐπικήδειον. Τό κείμενο αὐτό ἀποτελεῖ ἕνα συνοπτικό θησαύρισμα τῶν  ἀρετῶν καί μία ἀστράπτουσα ἀνταύγεια τῆς ἐκλεκτῆς προσωπικότητος τοῦ μακαριστοῦ Πνευματικοῦ μας, π. Παναρέτου. Σέ ἄλλο κείμενο θά τόν εὕρη νά τόν διαβάσει ὁ εὐλαβής ἀναγνώστης.

Μον. Δαμασκηνός Γρηγοριάτης.

 Μέ τήν εὐλογία τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου