Σάββατο 7 Μαρτίου 2026

Ὁ μοναχὸς καὶ ὁ ἄγγελος

  «Εὐθέως δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐκτείνας τὴν χεῖρα ἐπελάβετο αὐτοῦ καὶ λέγει αὐτῷ· ὀλιγόπιστε! εἰς τί ἐδίστασας;» (Ματθ. ιδ΄, 31). (: Ἀμέσως δὲ ὁ Ἰησοῦς ἥπλωσε τὴν χεῖρα του, τὸν ἔπιασε καὶ τοῦ εἶπε· Ὀλιγόπιστε, διατὶ ἐδείλιασες;).

  • Λέγει ὁ θεῖος Χρυσόστομος:

  «Ὅπως ἀκριβῶς τὰ φυτά, ὅταν ποτίζωνται αὐξάνουν ἐκ φύσεως, ἔτσι καὶ ἡ Πίστη μας ὅταν πολεμῆται ἀνθίζει περισσότερο, κι ὅταν ἐνοχλῆται αὐξάνεται, καὶ συνήθως δὲν κάνουν τοὺς κήπους τόσο εὐθαλεῖς τὰ ἄφθονα νερά, ὅσο ἐκ φύσεως ποτίζει τὶς Ἐκκλησίες τὸ αἷμα τῶν μαρτύρων.

Τὴν ἀδύνατη λοιπὸν ἀγάπη καὶ τὴν πίστη οἱ θλίψεις τὴν διασαλεύουν, ἐνῶ τὴν ἰσχυρὴ τὴν κάνουν ἰσχυρότερη».

Νὰ ἔχουμε λοιπὸν πίστη στὸν Θεὸ καὶ σὲ ὅ,τι μᾶς παρουσιάζεται ἐμεῖς αὐξάνουμε τὴν ἐμπιστοσύνη στὸν Θεὸ.

  • Στὸ Γεροντικὸ ἀναφέρεται τὸ ἀκόλουθο θαῦμα μετὰ ἀπὸ θερμὴ προσευχή:

  «ΕΝΑΣ ἀπὸ τοὺς μεγάλους Πατέρες τῆς Ἐρήμου ξεκίνησε μιὰ μέρα νὰ πάη στὸ ὄρος Σινᾶ, γιὰ νὰ ἐπισκεφθῆ τοὺς Μοναχοὺς ποὺ ἀσκήτευαν ἐκεῖ ἐπάνω. Στὸ δρόμο συνάντησε ἕνα ἀπ’ αὐτοὺς κι ἀνέβαιναν σιγά – σιγὰ συζητώντας.

— Βρισκόμαστε σὲ μεγάλη στενοχώρια,  Ἀββᾶ, εἶπε ἀναστενάζοντας ὁ Μοναχός. Ἔχει μῆνες νὰ βρέξη καὶ μᾶς ἔλειψε τελείως τὸ νερό.

— Γιατί δὲν παρακαλεῖτε τὸν Θεὸ νὰ σᾶς στείλη βροχή; ρώτησε ὁ Γέροντας.

— Προσευχὲς καὶ λιτανεῖες κάνομε κάθε μέρα, ἀλλὰ δὲν εἰσακουόμεθα.

— Τότε δὲν προσεύχεσθε, ὅπως πρέπει, εἶπε ὁ Πατήρ. Ἔλα, Ἀδελφέ, νὰ κάνωμε μιὰ προσευχὴ μαζί κι ἐλπίζω πὼς θὰ τὴν δεχθῆ ὁ φιλεύσπλαγχνος Θεός.

  Στάθηκαν. Ὁ Ἅγιος Γέροντας σήκωσε τὰ χέρια του στὸν Οὐρανὸ καὶ ἔκαμε μιὰ σύντομη, ἀλλὰ θερμὴ προσευχὴ στὸν Κύριο, νὰ λυπηθῆ τὰ πλάσματά Του ποὺ ὑποφέρουν καὶ νὰ στείλη σ’ αὐτὰ τὴν εὐεργετική βροχή Του. Δὲν εἶχε προφθάσει νὰ τελειώση, ὅταν πελώρια μαύρα σύννεφα μαζεύτηκαν στὸν οὐρανὸ καὶ ἄρχισε νὰ βρέχη ραγδαία βροχή. Σαστισμένος ὁ ἀδελφὸς ἀπὸ τὸ θαῦμα, ποὺ ἔγινε τόσο ἀστραπιαῖα μπροστὰ στὰ μάτια του, ἔμεινε πολλὴ ὥρα σὰν ἀπολιθωμένος. Ὕστερα ἔβαλε μετάνοια στὸν  Ἀββᾶ καὶ μὲ πολλὴν εὐλάβεια τοῦ φίλησε τὰ πόδια. Ἐκεῖνος πάλι ἀποφεύγοντας τὸν ἀνθρώπινο ἔπαινο, δὲν συνέχισε τὴν πορεία του, ἀλλὰ γύρισε πίσω στὸ κελλί του».

  • Ἀπὸ τὸ βιβλίο «ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ» σταχυολογοῦμε τὸ ἀκόλουθο θαυμαστὸ γεγονός, ὅπως τὸ διηγεῖται ὁ Ἅγιος Ἰωσὴφ ὁ Σπηλιώτης.

«Λίγο πρὶν ἔλθω ἐδῶ, στὰ Κατουνάκια, ἐκοιμήθη κάποιος μοναχός, ὑποτακτικὸς σ’ ἕνα τυφλὸ γέροντα. Ἄκουσε τὶ ἔγινε κάποτε μ’ αὐτόν. Μία μέρα πέρασε ἀπὸ τὸ κελλί τους ἕνας κοσμικός, καὶ τὸν ρωτᾶ ὁ νέος μοναχός:

– Ἀπὸ ποῦ εἶσαι;

Ἀπὸ τὴν ἀπάντηση κατάλαβε ὅτι αὐτὸς ἦταν χωριανός του.

  Λοιπὸν δὲν τοῦ ἔδωκε γνωριμία, μόνον τοῦ εἶπε τί κάμνει ὁ τάδε – γιὰ τὸν πατέρα του. Τοῦ λέει ὁ ξένος, ὅτι αὐτὸς πέθανε καὶ ἄφησε τὴ γυναίκα του καὶ τρία κορίτσια στοὺς δρόμους ὀρφανὰ καὶ πτωχά. Εἶχαν καὶ ἕνα υἱό, λέει, ποὺ ἔφυγε ἀπὸ χρόνια καὶ δὲν γνωρίζουν τί ἔγινε.

Λοιπὸν σὰν νὰ τὸν κτύπησε κεραυνὸς τὸν μοναχό. Καὶ ἀμέσως τὸν προσέβαλε ἡ πάλη τῶν λογισμῶν.

– Θὰ φύγω, λέει στὸ Γέροντά του. Θὰ φύγω νὰ πάω νὰ τοὺς προστατεύσω!

Ζητᾶ εὐλογία. Δὲν τοῦ δίνει ὁ Γέροντας. Αὐτὸς συνεχῶς ἐπιμένει. Καὶ συμβουλεύοντάς τον ὁ Γέροντας κλαίει γιὰ τὸν ἑαυτό του, κλαίει καὶ γιὰ ἐκεῖνον. Ἀλλὰ στάθηκε ἀδύνατον νὰ τὸν μεταπείση. Τέλος τὸν ἄφησε στὸ θέλημά του, καὶ ἔφυγε ὁ ὑποτακτικός.

Ἀφοῦ βγῆκε ἔξω ἀπὸ τὸ Ὄρος κάθισε νὰ συνέλ­θη κάτω ἀπὸ τὴ σκιὰ ἑνὸς δένδρου.

Ἐν τῷ μεταξὺ ἔφθασε ἐκεῖ ἱδρωμένος καὶ ἕνας ἄλλος μοναχός· κάθισε καὶ αὐτὸς κάτω ἀπὸ τὴν ἴδια σκιά. Καὶ ἄρχισε νὰ τοῦ λέη..

– Σὲ βλέπω, ἀδελφέ, ταραγμένο. Δὲν μοῦ λὲς τί ἔχεις;

– Ἄφησε, Πάτερ, τοῦ λέει· ἔπαθα μεγάλο δυστύχημα. Καὶ τοῦ διηγεῖται μὲ λεπτομέρεια ὅλη τὴν ἱστορία του. Τότε ὁ ἀγαθὸς ὁδοιπόρος τοῦ λέει..

– Ἂν θέλης, ἀγαπητὲ ἀδελφέ, ἄκουσέ με· γύρισε πίσω στὸ Γέροντά σου καὶ ὁ Θεὸς θὰ προστατεύση τὸ σπίτι σου. Σὺ νὰ ὑπηρετῆς τὸ Γέροντά σου, ἀφοῦ μάλιστα εἶναι καὶ τυφλός.

Ἀλλ’ αὐτὸς δὲν τὸν ἄκουε. Κυριευμένος ἀπὸ τοὺς λογισμοὺς τοῦ φαίνονταν σὰν παραλήρημα τὰ λόγια τοῦ ἄλλου. Καί, ἀφοῦ τοῦ ἔφερε πολλὰ παραδείγματα, σηκώθηκε ὁ ἀνυπάκουος μοναχὸς νὰ συνεχίση τὸ δρόμο του πρὸς τὸν κόσμο. Ὁ μοναχὸς ἐν τέλει τοῦ λέει­·

– Λοιπὸν δὲν μὲ ἀκοῦς νὰ γυρίσης πίσω;

– Ὄχι! ἀντιλέγει ἐκεῖνος.

– Ἔ, τότε, λέει ὁ μοναχός· Ἐγὼ εἶμαι Ἄγγελος Κυρίου καὶ ἐμένα πρόσταξε ὁ Θεός, ἀμέσως, ὅταν πέθανε ὁ πατέρας σου νὰ πάω κοντά τους νὰ τοὺς φυλάω καὶ νὰ γίνω προστάτης τους. Ἀφοῦ λοιπὸν τώρα ἐσὺ πηγαίνεις ἀντὶ γιὰ μένα, ἐγὼ τοὺς ἀφήνω καὶ φεύγω, ἐφ’ ὅσον δὲν μὲ ἀκοῦς. Καὶ ἔγινε ἄφαντος. Τότε λοιπὸν συνῆλθε ὁ μοναχὸς καὶ γύρισε ἀμέσως στὸ Γέροντα· καὶ τὸν βρῆκε γονατιστό, νὰ προσεύχεται γι’ αὐτόν.

  Κατάλαβες, τέκνο μου; Ἔτσι γίνεται, ὅταν ἐμεῖς τὰ ἀφήνουμε ὅλα στὸ Θεό, ἀφοῦ πολὺ καλὰ τὰ οἰκονομεῖ Ἐκεῖνος ὡς ἀγαθὸς κυβερνήτης καὶ κανένα σφάλμα δὲν ὑπάρχει στὸ θέλημά του. Ἀλλὰ χρειάζεται νὰ ἔχη ὑπομονὴ ἐκεῖνος ποὺ ζητᾶ νὰ σωθῆ. Ἂν μάλιστα ζητοῦμε ἐμεῖς νὰ τὰ κάνη ὁ Θεός, ὅπως ἀρέσουν στὴ δική μας διάκριση, τότε ἀλλοίμονο στὸ χάλι μας».

Ἄς ἐφαρμόζουμε αὐτὸ ποὺ ἔλεγε ὁ μακαριστὸς Γέροντας π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος: «Ἤ τυγχάνομεν τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Θεοῦ ἤ τὴν χάνομεν».