Τετάρτη 25 Μαρτίου 2026

ΤΙ ΛΕΓΟΥΝ ΟΙ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΕΣ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΑΡΘΕΝΙΑΣ ΚΑΙ ΤΙΜΗΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΜΑΡΙΑΣ

«Πνευματική φαρέτρα τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ» 

Ἡ Δυτική ἐκκλησία ἀπέδωκε ὑπερβολικές τιμές στήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, μέχρι βαθμοῦ νά ἐπισκιασθῆ τό Πρόσωπο τοῦ Κυρίου. Θέλοντας οἱ Προτεστάν­τες νά περιορίσουν αὐτές, κατέληξαν στό ἄλλο ἄκρο, νά ἀρνηθοῦν τήν ἀειπαρθενία της παρερμηνεύοντας τά σχετικά χωρία τῆς Γραφῆς. Ἐπί πλέον ἀρνοῦνται τήν προσκύνησί της, τήν πρεσβεία της, τά θαύματα της, τίς εἰκόνες της καί τήν ὀνομασία "Θεοτόκος.

Ἄς ἀρχίσουμε νά ἐξετάζουμε τό Ἀειπάρθενο τῆς Θεοτόκου. Ὅλες οἱ θρησκευτικές Κοινότητες τῶν Προτεσταντῶν ἀρνοῦνται τήν ἀειπαρ­θενία τῆς Θεοτόκου ὑποστηρίζοντες ὅτι ἡ Παναγία, μετά τήν γέννησι τοῦ Χριστοῦ, δέν ἔμεινε παρθένος, ἀλλά ἐγέννησε καί ἄλλα παιδιά μέ τόν Ἰωσήφ. Καί ἀναφέρουν τά χωρία πού μιλοῦν πράγματι γιά «ἀδελφούς» τοῦ Χριστοῦ. Ἰδού ποιά εἶναι: «Ματθ.12,46 Μάρκ.6,3-7,3 καί Πράξ.1,14).

Τούς ἀπαντοῦμε τά ἑξῆς: Ἡ λέξις ἀδελφός ἔχει εὐρύτερη  ἔννοια στήν Ἁγία Γραφή. Δέν σημαίνει μόνο τόν ἀδελφό, ἀλλά καί τόν ἀνιψιό, τόν ἐξάδελφο. Π.χ. ὁ Λώτ ὀνομάζεται ἀδελφός τοῦ Ἀβραάμ, ἐνῶ εἶναι ἀνεψιός του. (Γένεσ· 14, 14). Ὁ Ἰακώβ ὀνομάζεται ἀδελφός, ἐνῶ εἶναι ἀνεψιός τοῦ θείου του Λάβαν (Γένεσ.27,43 καί 29,Ι5). Τά παιδιά τοῦ Κίς ὀνομάζονται ἀδέλφια, ἐνῶ εἶναι ἐξαδέλφια τῶν θυγατέρων του Ἐλεάζαρ (Α'Παραλειπομ. 23,21-22). Ἀσφαλῶς ἐδῶ πρόκειται γιά συγγένειες μέ εὐρύτερη ἔννοια. Αὐτό ὀφείλεται στό ὅτι οὔτε  ἑβραϊκή, οὔτε ἡ ἀραμαϊκή γλῶσσα δέν ἔχουν εἰδική λέξι γιά τόν ἐξάδελφο. Περιφραστικά τό ὄνομα ἐξάδελφος θά τό εἴπουν: «γυιός τοῦ θείου»ἤ γυιός τοῦ ἀδελφοῦ τῆς μητέρας. Ἐνῶ μονολεκτικά «ἐξάδελφος» ἐκφράζεται μέ τήν λέξι ἀδελφός. Ἀπό τά συμφραζόμἕνα λοιπόν θά γνωρίσουμε, ἐάν εἶναι ἀδελφός ἤ συγγενής ἄλλου στενοῦ βαθμοῦ συγγενείας.

Γιά τήν περίπτωσι τῶν λεγομένων «ἀδελφῶν» τοῦ Κυρίου ἔχουμε νά ἐκθέσουμε τά ἑξῆς: Ἡ λέξις «ἀδελφοί» χρησιμοποιεῖται μέ τήν εὐρεία καί ὄχι τήν στενή ἔννοια, διότι, ἐάν ἦταν ἀδελφοί τοῦ Ἰησοῦ κατά σάρκα, γιατί δέν ἀναφέρονται καί υἱοί τῆς Θεοτόκου, παρά μόνο ὁ Ἰησοῦς; Ὁ Μᾶρκος στό 6,3 λέγει: «Οὐχ οὗτος ἐστίν ὁ τέκτων, ὁ υἱός τῆς Μαρίας, δελφός δέ Ἰακώβου καί Ἰωσῆ καί  Ἰούδα καί Σίμωνος;» Γιατί δέν ὀνομάζονται τά λεγόμενα αὐτά ἀδέλφια τοῦ Ἰησοῦ καί παιδιά τῆς Παναγίας, παρά μόνο ὁ Ἰησοῦς;

Ἡ Καινή Διαθήκη μία μόνο φορά ὀνομάζει τήν Μαρία γυναίκα του Ἰωσήφ στό (Ματθ. Ι,20) καί μάλιστα πρίν ἀπό τήν γέννησι τοῦ Ἰησοῦ. Ὁ Ἰωσήφ τότε, ἐπειδή ἦταν δίκαιος ἄνδρας καί δέν ἤθελε νά διαπομπεύ­ση δημόσια τήν Παρθένο Μαρία, σκέφθηκε κρυφά νά τήν διώξη. Τότε τόν καθησύχασε ὁ ἄγγελος γιά τίς ὑπόνοιες πού εἶχε, λέγοντάς του νά μή διστάση νά πάρη στό σπίτι του τήν «γυναίκα» του Μαρία, διότι αὐτό πού θά γεννηθῆ, προέρχεται ἀπό τήν δημιουργική ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύμα­τος. Σέ ὅλες τίς ἄλλες περιπτώσεις, εἰκοσιεννέα φορές, τήν ὀνομάζουν οἱ ἱεροί Εὐαγγελιστές «μητέρα τοῦ παιδίου» καί αὐτό γιά νά δηλώσουν σαφέστατα ὅτι οὐδέποτε ἡ Μαρία ὑπῆρξε σύζυγος τοῦ Ἰωσήφ, οὔτε πρίν οὔτε καί μετά τήν γέννησι τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ Χριστός, πρίν τελειωθῆ ἐπάνω στόν Σταυρό, ἐκάλεσε τόν μαθητή του Ἰωάννη νά παραλάβη ὑπό τήν προστασία του τήν Μητέρα του. Ἐρωτοῦμε, τούς Προτεστάντες: Ἐάν ἡ Παναγία εἶχε καί ἄλλα παιδιά, γιατί ὁ Χριστός δέν ἀνέθεσε σ᾿ ἕνα ἀπ᾿ αὐτά τήν προστασία της, ἀλλά στόν μαθητή Του;

Ὅταν ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριήλ τήν ἐπισκέφθηκε στήν Ναζαρέτ νά τῆς φέρη τό μεγάλο μήνυμα, τῆς εἶπε: «Χαῖρε κεχαριτωμένη...καί εὐλογημένη ἐν γυναιξί» (Λουκ. 1,28). Ἐκείνη τρόμαξε στά λόγια του καί ὁ ἄγγελος τήν καθησύχασε, ὅτι, παρότι δέν γνωρίζει ἄνδρα, τό Ἅγιο Πνεῦμα θά τήν ἐπισκιάση καί θά γεννήση τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ (Λουκ. 1,29-35). Αὐτή, λοιπόν, πού ὁ Ἡσαΐας τήν ὠνόμασε Παρθένο: Ἰδού ἡ Παρθένος ἐν γαστρί ἕξει καί τέξεται Υἱόν καί καλέσουσι τό ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ, ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον μεθ᾿ ἡμῶν ὁ Θεός» (Ἡσ.7,14). Ὁ προφήτης Δαβίδ τήν ἐκάλεσε Βασίλισσα πού στέκεται στά δεξιά τοῦ Κυρίου (Ψαλμ.44,9). Ὁ Ἰεζεκιήλ Πύλη κεκλει­σμένη (Ἰεζ. 44,1-3), ὁ Μωϋσῆς τήν λέγει Κλίμακα τοῦ Ἰακώβ, διά τῆς ὁποίας κατέβηκε στήν γῆ ὁ Θεός, πῶς ἦταν δυνατόν νά μολύνη καί διακόψη τήν παρθενία της; Αὐτή πού ἐγνώριζε ὅτι ἐγέννησε τόν Θεό καί ἦταν ὡς ἐκ τούτου Μητέρα τοῦ Θεοῦ, πῶς θά καταδεχόταν νά ἔλθη σέ συνάφεια μέ ἕνα δίκαιο ἄνδρα, τόν 'Ιωσήφ;

Ἡ Εὔα γνωρίζουμε σύμφωνα μέ τήν Ἁγία Γραφή (Γένεσ.2,23) πλάσθηκε ἀπό τό παρθένο σῶμα τοῦ Ἀδάμ, χωρίς τήν σωματική συνάφεια μέ γυναίκα.  Λοιπόν, ἐάν ἡ Εὔα πλάσθηκε παρθένος ἀπό τόν Θεό ὁ Ὁποῖος μαζί μέ τόν Ἀδάμ τήν ὀνομάζουν γυναίκα, πῶς θέλουν οἱ Προτεστάντες ἡ Μαρία νά εἶναι παντρεμένη, ἐπειδή ὠνομάσθηκε μία φορά ἀπό τόν Εὐαγγελιστή Ματθαῖο, γυναίκα; Ὁ ἴδιος ὁ Γαβριήλ τήν προσφώνησε μέ τά  λόγια: «εὐλο­γημένη ἐν γυναιξί», δηλαδή τήν ὠνόμασε γυναίκα, ἀλλά πρέπει νά ξέρουμε ὅτι ἡ λέξις «γυναίκα» δέν λέγεται ἐδῶ μέ τήν ἔννοια τῆς παντρεμένης, ἀλλά μέ τήν ἔννοια τῆς γυναικείας φύσεως. Καί ὅπως ὁ Ἀδάμ, χωρίς τήν συνουσία μέ γυναίκα, ἐγέννησε ἐν παρθενίᾳ ἀπό τό σῶμα του γυναίκα, ἔτσι  καί ἡ Παρθένος Μαρία, χωρίς τήν συνουσία ἀνδρός ἐγέννησε ἐκ Πνεύματος  Ἁγίου τόν νέον Ἀδάμ, τόν Σωτῆρα τοῦ κόσμου Ἰησοῦν Χριστόν. Ἀλλά ἡ πιό ζωντανή προφητεία γιά τήν Παρθενία τῆς Θεοτόκου εὑρίσκε­ται στήν Γένεσι 3,Ι5). Ἐκεῖ διαβάζουμε: «Καί ἔχθραν θήσω ἀνά μέσον σοῦ καί ἀνά μέσον τῆς γυναικός καί ἀνά  μέσον τοῦ σπέρματός σου καί ἀνά μέσον τοῦ σπέρματος αὐτῆς». Ἐδῶ ὁ Θεός λέγει, ὅτι θά βάλη ἔχθρα ἀνάμεσα στόν σατανᾶ καί στήν γυναίκα τήν Θεοτόκον, καί πάλι ἀνάμεσα στόν σατανᾶ καί τόν Ἰησοῦ. Τότε ὁ Ἰησοῦς θά συντρίψη τήν κεφαλή τοῦ σατανᾶ, ἐνῶ ὁ σατανᾶς θά τόν πληγώση στήν πτέρνα, ἐννοώντας τόν σταυρικό του θάνατο. Οἱ ἅγιοι Πατέρες λέγουν ὅτι ὁ Χριστός ὠνομάσθηκε «σπέρμα τῆς γυναικός» (Γένεσ.3, 15). Ἀλλά  δέν γεννήθηκε ἀπό σπέρμα ἀνδρός, ἀλλά ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί ἀπό τά πανάχραντα αἵματα τῆς Παναγίας Παρθένου.

Σκανδαλίζονται οἱ Προτεστάντες καί οἱ Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ ἤ Χιλιαστές ἐπειδή ὁ εὐαγγελιστής Ματθαῖος ὀνομάζει τόν Ἰησοῦ πρωτότοκον (Ματθ.1,25). Ἄρα, λένε, θά ἀκολουθοῦν καί ἄλλα παιδιά τῆς Μαρίας. Τούς ἀπαντοῦμε βά­σει τῆς Γραφῆς, ὡς ἑξῆς: Ἡ λέξις πρωτότοκος στήν Ἁγία Γραφή δέν σημαίνει ὅτι γεννήθηκε πρῶτος, ἐν ἀντιθέσει μέ ἄλλους πού γεννήθηκαν μετά ἀπ᾿ αὐτόν, ἀλλά σημαίνει αὐτόν πού πρῶτος διανοίγει τήν μήτρα τῆς μητέρας του.  Αὐτό φαίνεται καί στό χωρίο: (Ἔξοδ.13,2).  «Ἁγίασόν μοι πᾶν πρωτογενές διανοῖγον μήτραν» καί στό (Ἀριθμοί 3,12) «ἀντί παντός πρωτοτόκου διανοίγοντος μήτραν», ὅπου σαφῶς ἀναφέρεται ὅτι πρωτότοκος λέγεται αὐτός πού πρῶτος διήνοιξε τήν μήτρα, ἀδιάφορα ἄν θά γεννηθοῦν καί ἄλλα παιδιά. Ἡ λέξις πρωτότοκος ἔχει ἀκόμη τήν ἔννοια τοῦ μόνου καί τοῦ μονογενοῦς, τοῦ μονοτόκου, ὅπως μᾶς μαρτυρεῖ ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης: «οὕτω γάρ ἠγάπησεν ὁ Θεός τόν κόσμον, ὥστε τόν υἱόν αὐτοῦ τόν μονογενῆ ἔδωκεν...»  (3,Ι6). Ἐνῶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς λέγει: «ὅταν δέ πάλιν εἰσαγάγη τόν πρωτότοκον εἰς τήν οἰκουμένην, λέγει καί προσκυνησάτωσαν αὐτόν πάντες ἄγγελοι Θεοῦ» (Ἑβραίους 1,6). Δέν ἀντιφάσκουν ἐδῶ οἱ δύο Ἱεροί συγγραφεῖς λέγοντες τόν Ἰησοῦ μονογενῆ καί πρωτότοκον, διότι πρόκειται περί ταυτότητος τῆς ἐννοίας, ὅτι δηλαδή ὁ Ἰησοῦς εἶναι μόνος καί μονογενής.

Ἀλλά καί ἀπό ἄλλα χωρία τῆς Γραφῆς βεβαιωνόμεθα ὅτι πρωτότοκος ση­μαίνει μονογενής. Ἡ Σοφία Σολομῶντος (7,1 καί 10,1), ὀνομάζει τόν Ἀδάμ πρωτόπλαστον, ἐνῶ εἶναι ὁ μόνος δηλαδή πού πλάσθηκε ἀπό χῶμα. Σύμφωνα μέ τήν ἑρμηνεία τῶν Προτεσταντῶν θά ἔπρεπε νά ἀκολουθῆ καί δευτερόπλαστος καί τριτόπλαστος, μετά ἀπό τόν «πρωτόπλαστο» Ἀδάμ, ἀλλά γνωρίζουμε ὅτι μόνο ὁ Ἀδάμ πλάσθηκε ἀπό χῶμα. Ἄρα ἡ λέξις «πρῶτος» ἔχει τήν ἔννοια τοῦ «μόνος», ἐφ᾿ ὅσον δέν ὑπάρχει «δεύτερος» καί «τρίτος». Μέ τήν ἴδια σημασία ὀνομάζεται καί ὁ Θεός Πρῶτος ἀπό τόν προφήτη Ἡσαΐα (41,6). «Ἐγώ Πρῶτος καί ἐγώ μετά ταῦτα, πλήν Ἐμοῦ οὐκ ἔστι  Θεός». Δηλαδή, ὁ Θεός λέγεται Πρῶτος μέ τήν ἔννοια τοῦ μόνος, ἐφ᾿ ὅσον, ὅπως λέγει ὁ Ἡσαΐας, δέν ὑπάρχει ἄλλος Θεός ἀπ᾿ Αὐτόν. Ἀλλά καί σέ ἄλλα χωρία τῆς Καινῆς Διαθήκης ὁ Χριστός λέγεται πρω­τότοκος. Ἔτσι ἠθέλησε ὁ Θεός Πατέρας νά εἶναι ὁ μονογενής Του Υἱός «ἐν πᾶσιν αὐτός πρωτεύων (Κολασ.1,18).                                                               

Ἔτσι ὁ Χριστός εἶναι:

Πρωτότοκος του  Θεοῦ Πατρός (Ἑβραίους 1,6).

Πρωτότοκος τῆς Μητρός Αὐτοῦ (Ματθ.1,25).

Πρωτότοκος ἐν πολλοῖς ἀδελφοῖς (Ρωμ.8,26).

Πρωτότοκος ἐκ νεκρῶν. (Κολασ. 1,18 καί Ἀποκάλ.1,5)

Πρωτότοκος πάσης κτίσεως, (Κολασ.1,15 καί Δημιουργός τῶν πάντων.

            Οἱ Προτεστάντες ἐπιμένουν νά ὑποστηρίζουν ὅτι ἡ Παρθένος Μαρία εἶχε συζυγικές σχέσεις μέ τόν δίκαιο Ἰωσήφ, μετά τήν γέννησι τοῦ Χριστοῦ. Ἐπικαλοῦνται τό ἑξῆς χωρίο: «Καί οὐκ ἐγίνωσκεν αὐτήν ἕως οὗ ἔτεκεν τόν υἱὁν αὐτῆς τόν πρωτότοκον». (Ματθ.1,25).

Ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι τούς ἀπαντοῦμε ὡς ἑξῆς; Πράγματι τό χωρίο μπορεῖ νά σκανδαλίση καί ὁδηγήση σέ τέτοιες σκέψεις αὐτούς πού δέν κάνουν σωστή καί ἀντικειμενική ἑρμηνεία τῆς Γραφῆς. Ἡ φράσις «ἕως οὗ» εἶναι ἑβραϊσμός καί σημαίνει κάτι τό αἰώνιο σέ σχέσι μέ τό παρελθόν καί ὄχι μέ τό μέλλον. Δηλαδή, θέλει νά μᾶς εἰπῆ ὁ ἱερός συγγραφεύς ἐδῶ ὅτι ἡ Θεοτόκος μέ­χρι τοῦ τοκετοῦ της παρέμεινε ἀνέπαφος, χωρίς αὐτό νά σημαίνη ὅτι μετά τόν τοκετό της ἦλθε σέ κάποια σαρκική σχέσι μέ τον Ἰωσήφ. Αὐτή τήν ἑρμηνεία μᾶς τήν βεβαιώνουν καί ἄλλα χωρία τῆς Γραφῆς. Καί ἰδού:

1. «Ἀνατελεῖ ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτοῦ δικαιοσύνη καί πλῆθος εἰρήνης, ἕως οὗ ἀνταναιρεθῆ ἡ σελήνη» (Ψαλμ.71,7). Ἐδῶ τό «ἕως οὗ» ἔχει τήν ἑρμηνεία πού δίνουν οἱ Προτεστάντες καί οἱ Χιλιαστές, ὁπότε μετά τήν ἐξάλειψι τῆς Σελήνης, πρέπει ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ νά ἔχη μετατραπῆ σέ ἀδικία.

2. «Οὐκ ἐπίστευον οὖν οἱ Ἰουδαῖοι περί αὐτου, ὅτι τυφλός ἦν καί ἀνέβλεψεν, ἕως ὅτου ἐφώνησαν τούς γονεῖς αὐτοῦ···» (Ἰωάν. 9,Ι8) Τό «ἕως ὅτου» ἐδῶ δέν σημαίνει ὅτι οἱ Ἰουδαῖοι, ὅταν ἐφώναξαν τούς γονεῖς τοῦ τυφλοῦ, ἐπίστευσαν ὅτι πρίν ἦταν τυφλός καί ἀνάβλεψε, διότι καί μετά πού ἦλθαν οἱ γονεῖς του, δέν ἐπίστευσαν.

3. «Εἶπεν ὁ Κύριος τῶ Κυρίῳ μου, κάθου ἐκ δεξιῶν μου ἕως ἄν θῶ τούς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου» (Ψαλμ.109,1 καί Ματθ.22,44 καί Πράξ.2,35). Καί ἐδῶ τό «ἕως οὗ» ἔχει τήν ἔννοια τοῦ παντοτινοῦ, διότι ὁ Κύριος δέν θά ἔλθη ποτέ καιρός πού θά παύση νά εὑρίσκεται πλησίον τοῦ Θεοῦ.

4. «Τό δέ ὕδωρ ἠλαττονοῦτο ἕως τοῦ δεκάτου μηνός» (Γένεσ.8,5). Καί ἐδῶ τό «ἕως» ἔχει τήν ἔννοια τοῦ μονίμου, τοῦ παντοτινοῦ καί ὄχι τῆς ἀλλαγῆς. Ἐάν ἑρμηνεύσουμε, ὅπως οἱ Προτεστάντες, ὅτι τό νερό ἐλαττωνόταν μέχρι τόν δέκατο, μήνα καί μετά ἔπαυσε νά ἐλαττώ­νεται, τότε δέν θά ὑπῆρχε κανείς ἄνθρωπος σήμερα στήν γῆ, οὔτε οἱ κύριοι Προτεστάντες.

5. «Καί ἀπέστειλε τόν κόρακα καί ἐξελθών οὐκ ἀνέστρεψεν ἕως τοῦ ξηρανθῆναι τό ὕδωρ ἀπό τῆς γῆς» (Γένεσ.8,7). Ὁ Νῶε ἀπό τήν Κιβωτό ἔστειλε τόν κόρακα νά διαπιστώση, ἐάν ξηράθηκε  τό νερό του κατακλυσμοῦ. Λέγει λοιπόν τό χωρίο αὐτό ὅτι ὁ κόρακας δέν ἐπέστρεψε μέχρις ὅτου ἀπεξηράθηκε τό νερό. Ἄρα γε, μετά τήν ἀποξήρανσι τοῦ νεροῦ ἐπέστρεψε; Ἔτσι πρέπει νά ἐξηγήσουμε τό «ἕως» σύμφωνα μέ τήν ἑρμηνεία τῶν Προτεσταντῶν; ἀλλ᾿ ὅμως γνωρίζουμε ὅτι ὁ κόρακας δέν ἐπέστρεψε πάλι στήν Κιβωτό. Ἄρα τό «ἕως» ἐδῶ σημαίνει κάτι τό μόνιμο.

6. «Καί τῆ Μελχόλ θυγατρί Σαούλ οὐκ ἐγένετο παιδίον ἕως τῆς ἡμέ­ρας τοῦ ἀποθανεῖν αὐτήν» (Β. Βασιλ. ἤ Σαμουήλ 6,23). Ἐδῶ μᾶς λέγει τό χωρίο ὅτι ἡ Μελχόλ, θυγατέρα τοῦ Σαούλ δέν ἐγέννησε παιδί μέχρις ὅτου ἀπέθανε. Ρωτᾶμε τούς Προτεστάντες, μήπως γέννησε παιδί μετά τόν θάνατό της;

7.«Καί ἰδού ἐγώ μεθ᾿ ὑμῶν εἰμί πάσας τάς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Ματθ.28,20). Μήπως μετά τήν συντέλεια τοῦ αἰῶνος θά παύση ὁ Χριστός νά εἶναι κοντά στούς Ἀποστόλους Του στούς οὐρανούς;

Ὅλα τά παραπάνω χωρία μᾶς πείθουν ὅτι ἡ Θεοτόκος Μαρία δέν γέννησε καί ἄλλα παιδιά μέ τόν Ἰωσήφ. Ὁπότε οἱ λεγόμενοι ἀδελφοί καί ἀδελφές τοῦ Ἰησοῦ, σύμφωνα μέ τά χωρία: (Ματθ. 13,55-56 καί Μαρκ.6,3) ἔχουν ἄλλη συγγένεια μέ τόν Ἰησοῦ. Τήν παλαιότερη μαρτυρία ἀπό τήν Ἱερά Παράδοσι γιά τήν συγγένεια μεταξύ τους ἔχουμε τοῦ Ἡγησίππου Ρώμης (110-180)μ.Χ.) Αὐτός μᾶς λέγει:»Μετά τό μαρτυρῆσαι τόν Ἰάκωβον τόν δίκαιον ὡς καί ὁ Κύριος ἐπί τῶ αὐτῶ λόγω πάλιν ὁ ἐκ θείου αὐτοῦ Συμεών ὁ τοῦ Κλωπᾶ καθίσταται ἐπίσκοπος, ὅν προέθεντό πάντες ὄντα ἀνεψιόν τοῦ Κυρίου δεύτερον». Ἐδῶ ὁ Ἡγήσιππος θεωρεῖ τόν Ἰάκωβο, τόν Σίμωνα τούς λεγο­μένους ἀδελφούς τοῦ Κυρίου υἱούς τοῦ Κλωπᾶ, τόν δέ Κλωπᾶν ἀδελφό τοῦ Ἰωσήφ. Ἄρα οἱ δύο αὐτοί ἀδελφοί Σίμων καί Ἰάκωβος εἶναι ἐξαδέλφια τοῦ Κυρίου. Ἡ λέξις ἀνεψιός στό παραπάνω χωρίο τοῦ Ἡγησίππου σημαί­νει ἐξάδελφος καί βεβαιώνεται ἀπό τόν χαρακτηρισμό τοῦ Κλωπᾶ σάν θείου τοῦ Ἰησοῦ ἤ σάν ἀδελφοῦ τοῦ Ἰωσήφ. Ἄρα, βάσει αὐτῆς τῆς μαρτυρίας, τοῦ 180 μ.Χ οἱ φερόμενοι σάν ἀδέλφια τοῦ Ἰησοῦ εἶναι ἐξαδέλφια του.

Ὁ Κλήμης Ἀλεξανδρείας (Ι50-211 μ.Χ.) σχολιάζοντας τήν ἐπιστολή τοῦ Ἰούδα, μᾶς λέγει ὅτι «ὁ Ἰούδας πού ἦταν ἀδελφός τῶν παιδιῶν τοῦ Ἰωσήφ, ἄν καί γνώριζε τήν συγγένειά του πρός τόν Κύριο, δέν ὀνομάζει τόν ἑαυτόν του ἀδελφό τοῦ Κυρίου, ἀλλά πῶς αὐτοονομάζεται; «Ἰούδας, Ἰησοῦ Χριστοῦ δοῦλος, ἀδελφός δέ ακώβου...». Καί αὐτή ἡ μαρτυρία μᾶς λέγει ὅτι ὁ Ἰούδας καί ὁ Ἰάκωβος ἦταν ἀδέλφια καί φέρονται  σάν ἀδέλφια τοῦ Ἰησοῦ ἀπό πατέρα καί ὄχι ἀπό μητέρα.

Πολύ σημαντικές εἶναι καί οἱ μαρτυρίες τοῦ Ὠριγένη, πού ἔζησε τό (185-250 μ·Χ). Αὐτός στήν ἑρμηνεία τοῦ χωρίου (Ἰωάν.2,11) λέγει τά ἑξῆς: «Ζητεῖται παρά πολλοῖς περί τῶν ἀδελφῶν Ἰησοῦ πῶς εἶχεν τούτους, τῆς Μαρίας μέχρι τελευτῆς Παρθένου διαμεινάσης. Ἀδελφούς μέν οὐκ εἶχε φύσει οὔτε τῆς Παρθένου τεκούσης ἕτερον, οὐδ᾿αὐτός ἐκ τοῦ Ἰωσήφ τυγχάνων. Νόμῳ τοιγαροῦν ἐχρημάτισαν αὐτοῦ ἀδελφοί υἱοί τοῦ Ἰωσήφ ὄντες πρό τεθνηκυίας γυναικός». Ἐνῶ στήν ἑρμηνεία τοῦ χωρίου: (Ματθ. 13,55) ὁ ἴδιος γράφει: «Τούς δέ ἀδελφούς τοῦ Ἰησοῦ φασί...εἶναι υἱούς ἐκ προτέρας γυναικός συνῳκηκυίας αὐτῶ πρό τῆς Μαρίας». Αὐτές οἱ δύο ἀρχαιότατες μαρτυρίες μᾶς δηλώνουν σαφῶς ὅτι ἡ Θεοτόκος παρέμει­νε Παρθένος σ᾿ ὁλόκληρη τήν ζωή της καί ὅτι τά λεγόμενα ἀδέλφια του δέν εἶναι παιδιά τῆς Θεοτόκου, ἀλλά τοῦ Ἰωσήφ ἀπό ἄλλη γυναίκα, ἡ ὁποία προφανῶς εἶχε πεθάνει. Ὑπάρχει καί ἡ ἐκδοχή πού λέγει ὁ Ἡγήσιππος νά ἦταν καί ἐξαδέλφια τοῦ Ἰησοῦ, διότι ἡ λέξις ἀδελφός στήν Ἁγία Γραφή σημαίνει καί ἐξάδελφος, ὅπως στό (Γένεσ.11,27)· Ποτέ ὅμως δέν μποροῦμε νά παραδεχτοῦμε ὅτι ἦταν παιδιά τῆς Παναγίας, ἡ ὁποία παρέμεινε Παρθένος πρό τοῦ τόκου της καί μετά τόν τόκο σ᾿ ὅλη τήν ζωή της. Ἰδού μερικές μαρτυρίες ἀπό τήν Παράδοσι γιά τήν παρθενία της:

Ὁ Μέγας Αθανάσιος  (295-366μ.Χ) τήν ὀνομάζει στήν ἑρμηνεία τοῦ χωρίου: (Λουκ. 11,27) "Καί αὐτή Κυριοτόκος Μαρία καί ἀειπάρθενος".

Ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος τῆς Κύπρου (313-402)μ. Χ) γράφει :  «Οὐ συνήφθη σαρκί μετά τήν κύησιν οὐδέ πρό τῆς κυήσεως, ἀλλά περέμεινεν ἁγία καί ἄμωμος».

Ὁ Γρηγόριος Νύσσης (335~394μ.Χ) γράφει: «Τόμον καινόν νοοῦμεν τήν Παρθένον. Ὥσπερ γάρ ὁ χάρτης καινός ἐστι καθαρός ἄγραφος ὤν οὕτως καί ἡ Παρθένος ἁγία, ἀμύητος ἀνδρός».

Ὁ ἅγιος Αὐγουστῖνος (354-430μ.Χ.) γράφει: «Παρθένος συνέλαβε, Παρθένος ἐγέννησε καί Παρθένος μετά ταῦτα ἔμεινε».

Ὁ Μέγας Βασίλειος (330-379μ.Χ) γράφει: «Τό μή καταδέχεσθαι τῶν φιλοχρίστων τήν ἀκοήν, ὅτι ποτέ ἐπαύσατο εἶναι παρθένος ἡ Θεοτόκος». Δηλαδή, οἱ χριστιανοί δέν καταδέχονται οὔτε ν᾿ ἀκούσουν ὅτι ἡ Θεοτόκος ἔπαυσε ποτέ νά εἶναι Παρθένος.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός (645-750 μ.Χ) γράφει: «Μένει τοίνυν καί μετά τόκον παρθένος ἡ ἀειπάρθενος, οὐδαμῶς ἀνδρί μέχρι θανάτου προσομιλήσασα».

            Εἴμαστε λοιπόν ὑποχρεωμένοι, βάσει καί τῆς Παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας μας νά παραδεχθοῦμε τήν ἀειπαρθενία τῆς Θεοτόκου. 

Περί τῆς τιμῆς τῆς Παναγίας

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀποδίδει τιμητική, δουλική καί εὐλαβική προσκύνησι στό πρόσωπο τῆς Θεοτόκου, ἡ ὁποία ἔγινε ἡ γέφυρα πού ἥνωσε τά ἐπίγεια μέ τά οὐράνια. Γι᾿αὐτό τήν ἔχει τοποθετήσει στά δεξιά τοῦ Κυρίου καί ἐπικαλεῖται τίς πρεσβεῖες της.

Οἱ Προτεστάντες ὅμως ἀρνοῦνται αὐτή τήν τιμή στό πρόσωπό της, διότι καί ὁ Ἰδιος ὁ Χριστός, λέγουν, δέν τήν τιμοῦσε καί τήν ὠνόμαζε ἁπλῶς γυναῖκα. Ἐπικαλοῦνται τά ἑξῆς χωρία: Ὅταν κάποια γυναίκα μέσα ἀπό τό πλῆθος τῶν ἀκροατῶν του Χρστοῦ, εἶπε τά λόγια: «Μακαρία ἡ κοιλία ἡ βαστάσασά σε...» καί ἐννοοῦσε τήν Μητέρα τοῦ Κυρίου, ὁ Χριστός τῆς ἀπήντησε: «Μενοῦν γε, μακάριοι οἱ ἀκούοντες τόν λόγον τοῦ Θεοῦ» (Λουκ.11,27-28). Μενοῦν γε σημαίνει περισσότερο, ἄρα ὁ Κύριος ἐμακάρισε περισσότερο ἀπό τήν Μητέρα του κάθε ἄνθρωπο, πού θά ἀκούη τόν λόγον τοῦ Θεοῦ.

Ἀπαντοῦμε ὡς ἑξῆς σ᾿ αὐτή τήν ἀπορία τῶν Προτεσταντῶν: Στό χωρίο αὐτό ὁ Χριστός ἀπευθύνεται στήν νοοτροπία τῆς γυναικός καί  ὄχι στήν ἀξία τῆς Μητέρας Του. Αὐτή ἡ ἁπλῆ γυναῖκα μέσα ἀπό τόν ὄχλο, χωρίς νά γνωρίζη ποιά εἶναι ἡ Μητέρα αὐτοῦ τοῦ διδασκάλου, τήν μακαρίζει, ὅπως θά μποροῦσε καί σήμερα νά πῆ τά ἴδια περίπου λόγια μία ἁπλῆ κοσμική γυναῖκα. Δηλαδή: Εὐτυχισμένη νά εἶναι ἡ μάννα πού σέ γέννησε καί σέ ἀνέθρεψε, ἀσχέτως ἄν αὐτή ἡ μάννα ἔχει ἀπό τόν Θεό τήν ἀξία της καί δέν ἔχει  ἀνάγκη εὐχῶν καί  ἐγκωμίων.

Τό ὅτι ἡ Παναγία εἶναι ἀπό τόν Θεό δοξασμένη φαίνεται ἀπό τά ἑξῆς χωρία: Ὁ ἄγγελος τήν ὠνόμασε «κεχαριτωμένη» καί «εὐλογημένη ἐν γυναιξί» (Λουκ.1,28). Ἡ ἴδια ἡ Θεοτόκος προφητεύει γιά τόν ἑαυτόν της. «Ἰδού γάρ ἀπό τοῦ νῦν μακαριοῦσι με πᾶσαι αἱ  γενεαί» (Λουκ. 1,48). Ἡ Ἐλισάβετ, ὅταν συναντήθηκε μέ τήν Θεοτόκο, τῆς εἶπε: «Εὐλογημέ­νη σύ ἐν γυναιξί καί εὐλογημένος ὁ καρπός τῆς κοιλίας σου». Καί πό­θεν μοι τοῦτο ἵνα  ἔλθῃ ἡ μήτηρ τοῦ Κυρίου μου πρός με;» (Λουκ.1,42). Τιμοῦμε ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι τήν Θεοτόκο, ὅπως τήν ἐτίμησε καί τήν προσκύνησε ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριήλ μεταφέροντάς της τό μήνυμα ὅτι θά γεννήση τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ (Λουκ.1,29).

Οἱ Προτεστάντες προβάλλουν ἄλλο  χωρίο ἐπιμένοντες ὅτι ὁ Κύριος συμπεριφερόταν περιφρονητικά πρός τήν Μητέρα Του. Λέγουν, ὅτι ὁ Κύ­ριος στόν ἐν Κανᾶ γάμον, ἐπετίμησε τήν Μητέρα Του μέ τά λόγια:  «Τί ἐμοί καί σοί, γύναι; Οὔπω ἥκει ἡ ὥρα μου». (Ἰωάν.2,4).

Τούς ἀπαντοῦμε ὡς ἑξῆς: Ἐάν τήν εἶχε μαλώσει ὁ Χριστός, δέν θά τολμοῦσε ἡ Θεοτόκος νά πῆ στούς ἐκεῖ ἀνθρώπους: «Ὅ,τι ἄν λέγῃ ὑμῖν ποιήσατε», ὅ,τι θά σᾶς εἰπῆ νά τό κάνετε, θά ἔπρεπε νά εἶχε σουφρώση καί νά μή τολμοῦσε ν᾿ ἀνοίξη τό στόμα της γιά συζητήσεις καί ὑποδείξεις. Τό σπουδαιότερο ἐπί πλέον εἶναι ὅτι ὁ Κύριος ἐκπληρώνει την αἴτησί της καί μεταβάλλει τό νερό σέ κρασί. Ἐγνώριζε ἡ Παναγία ὅτι ὁ Χριστός μποροῦσε νά θαυματουργήση, γι᾿ αὐτό καί τοῦ  ἀνεκοίνωσε ταπεινά καί δου­λικά: «οἶνον οὐκ  ἔχουσι». Ἐδῶ ὁ Ἰησοῦς θέλοντας ἀπό ἐκείνη τήν στιγμή νά δείξη τήν θεία του καταγωγή, τήν ἐπιτέλεσι θαυμάτων καί ἄλλων ση­μείων στόν κόσμο γιά νά δοξασθῆ ὁ Θεός Πατήρ ἐν τῶ Προσώπῳ Του, τῆς λέγει: «τί ἐμοί καί σοί, γύναι; δηλαδή, τί κοινό ὑπάρχει, ὦ γυναῖκα, μεταξύ μας τώρα πού σάν Μεσσίας διαχειρίζομαι τήν θεία δύναμι τοῦ Πατρός μου; Ἀκόμη δέν ἦλθε ἡ ὥρα νά κάμω θαύματα καί νά φανερωθῶ δημόσια σάν Μεσσίας». Ὁ Ἴδιος λέγει: Δέν ἦλθε ἡ ὥρα μου, ἐνῶ ἀπό ἐκείνη τήν στι­γμή, κάνοντας ὑπακοή στήν Μητέρα Του, ἄρχισε νά κάνη τά θαύματα Του. Δέν ἤθελε ὅμως ἡ Παναγία Μητέρα Του νά τοῦ προτείνη τήνἔναρξι τῶν θαυμάτων, διότι γι᾿ αὐτά ὁ Κύριος θά ἔπαιρνε ἐντολή μόνο ἀπό τόν Θεό Πατέρα.

            Βλέπουμε λοιπόν ἐδῶ ὅτι ἡ ἐπιτίμησις τοῦ Ἰησοῦ πρός τήν Μητέρα Του δέν ἦταν οὐσιαστική καί ἀπό ἔλλειψι σεβασμοῦ καί ἀγάπης πρός Αὐτήν. Τό ὅτι ὁ Χριστός τῆς ἔκανε ὑπακοή καί ἐθαυματούργησε δείχνει πόσο τήν ἀγαποῦσε καί τήν ὑπάκουε.

            Ἄλλωστε ἡ λέξις, «γύναι», δέν εἶναι ὑβριστική καί δηλώνει ἁπλᾶ τήν φύσι τοῦ φύλου,ὅτι ἀνῆκε στό γυναικεῖο φύλο. Καί ἀλλοῦ συναντοῦμε αὐτή τήν λέξι: Ὄντας ὁ Κύριος ἐπάνω στόν σταυρό, λέγει στήν Μητέρα Του: «Γύναι, ἴδε ὁ υἱός σου» (Ἰωάν. Ι9,26). Δέν τήν ὑβρίζει, οὔτε τήν ὑποτιμᾶ. Ἀλλά καί στήν τότε ἐποχή ἡ λέξις «γυναῖκα» ἦταν ἰσοδύναμη μέ τήν σημερινή λέξι «Κυρία» καί μάλιστα «ἀξιότιμη Κυρία». Π.χ.ὁ αὐτοκράτωρ τῆς Ρώμης Αὔγουστος ἔγραφε τά ἑξῆς στήν ἀγαπημένη του Κλε­οπάτρα, βασίλισσα τῆς Αἰγύπτου: «Θάρσει, γύναι, καί θυμόν ἔχε ἀγαθόν». Ἀλλά καί ὅταν ὁ Ἰησοῦς ἐρωτᾶ τήν Μαρία τήν Μαγδαληνή μέ τά λόγια: «Γύναι, τί κλαίεις; Τίνα ζητεῖς; (Ἰωάν.20,15), ἀσφαλῶς δέν τήν ἐρωτᾶ μέ θυμό καί κακία, ἀλλά μέ στοργή καί πατρική ἀγάπη.

Καί γιά ἕνα ἄλλο λόγο ἡ συμπεριφορά τοῦ Ἰησοῦ μπροστά στά πλήθη τῶν ἀνθρώπων καί μάλιστα τῶν Φαρισαίων καί Γραμματέων, ἦταν δῆθεν περιφρονητική πρός τήν Μητέρα του. Ὁ Χριστός διεκήρυττε ὅτι «Ἐγώ εἰ­μί ὁ ἄρτος ὁ ζῶν ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς» (Ἰωάν.6,51) «Ἐγώ εἰμί ἡ ἀνάστασις καί ἡ ζωή»  (Ἰωάν.11,25). «Ἐγώ εἰμί ἡ ὁδός καί ἡ ἀλήθεια καί ἡ ζωή» (Ἰωάν.Ι4,6). Οἱ Ἰουδαῖοι ἀκούοντας αὐτά ἀποροῦσαν καί διερωτῶντο: «Οὐχ οὗτος ἐστιν ὁ τοῦ τέκτονος υἱός; Οὐχί ἡ μήτηρ αὐτοῦ λέγεται Μαριάμ..;» (Ματθ.13,55). Ἐδημιουργεῖτο μεγάλη σύγχυσις μεταξύ τους γι᾿ αὐτά πού ἄκουγαν καί δικαίως ἀναρωτιῶντο: «Πῶς αὐτός (ὁ Ἰησοῦς) εἶναι «ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς..», ἀφοῦ εἶναι γυιός τῆς τάδε Μητέρας καί ἔχει τά τάδε ἀδέλφια καί ὑπακούει σ᾿ αὐτούς καί αὐτοί συνέχεια Τόν ἀκολουθοῦν;  Δέν ἤθελε ὁ Ἰησοῦς στά φανερά νά ἐξαρτᾶται ἀπό τό «συγγενολόϊ του», οὔτε νά τούς ὀνομάζει «Μητέρα» καί «ἀδελφούς» γιά νά μή δίνη ὑπόνοιες στούς ἀκροατές καί τούς πολλούς ἐχθρούς του, οἱ ὁποῖοι τελικά τόν θεώρησαν ὡς ἀπατεώνα, λαοπλάνο καί τόν σταύρωσαν.

            Μᾶς ἐρωτοῦν οἱ Προτεστάντες: πῶς ἡ Μητέρα τοῦ Κυρίου εἶναι ἀνωτέρα ὅλων τῶν ἁγίων, ὥστε νά τήν ὀνομάζετε Παναγία; Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέγει στό (Ρωμ.8,17): «Εἴπερ συμπάσχομεν ἵνα  καί συνδοξασθῶμεν». Ποιός περισ-σότερο ἀπ᾿ ὅλους τούς ἀνθρώπους συνέπαθε καί συνεθλίβετο δίπλα στόν ἐσταυρωμένο Γυιό της, ὅσο ἡ Μητέρα Του, ἡ Θεοτόκος Μαρία; Ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Θεοδόχος στό (Λουκ.2,35) λέγει στήν Παναγία: «Καί σοῦ δέ αὐτῆς τήν ψυχήν διελεύσεται ρομφαία», πού δείχνει τήν μεγάλη δοκιμασία πού αἰσθάνθηκε, βλέποντας στόν Σταυρό τόν Ἰησοῦ. Πῶς λοιπόν αὐτή, πού τόσο ἐπόνεσε, πού τόσο ἀγάπησε τόν κόσμο, τόσο καθαρή καί ἀμόλυντη ἔμεινε σ᾿ ὅλη τήν ζωή της, αὐτή πού ἔγινε τό κατοικητήριο τοῦ Θεοῦ,νά μή συνδοξασθῆ μέ τόν Υἱόν Της καί νά μή εἶναι ἀνωτέρα πάντων τῶν ἁγίων;

Ἀρνοῦνται τήν πρεσβεία τῆς Θεοτόκου οἱ Προτεστάντες, στηριζόμενοι στό χωρίο: «Εἷς γάρ Θεός, εἷς καί μεσίτης Θεοῦ καί ἀνθρώπων, ἄνθρωπος Χριστός Ἰησοῦς» (Α. Τιμοθ.2,5). Λέγουν μόνο ὁ Ἰησοῦς εἶναι Μεσίτης μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπων, ὁπότε ἀπορίπτεται ἡ Θεοτόκος.

Τό χωρίο αὐτό, τούς ἀπαντοῦμε, μιλάει γιά Μεσίτη μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπων καί ὄχι μεταξύ Ἰησοῦ καί ἀνθρώπων. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι κανείς δέν εἶναι Μεσίτης τῶν ἀνθρώπων ἐνώπιον τοῦ Πατρός, παρά μόνο ὁ Χριστός. Μόνο Αὐτός προσέφερε τόν Ἑαυτόν Του θυσία ὑπέρ τοῦ κόσμου. Ὅταν ἐμεῖς προσευχόμεθα στήν Παναγία, ζητοῦμε νά μεσαλοβήση στόν Υἱό της, ὡς Μητέ­ρα Του πού εἶναι γιά νά μᾶς βοηθήση καί νά μᾶς σώση. Ὁπότε τήν Παναγία τήν χρησιμοποιοῦμε σάν μεσίτρια μεταξύ Ἰησοῦ καί ἀνθρώπων καί ὄχι μεταξύ Θεοῦ Πατρός καί ἀνθρώπων, θέσι στήν ὁποία εὑρίσκεται ὡς μοναδικός Μεσίτης, δηλαδή, Σωτήρας ὁ Χριστός. Ἔτσι οἱ προσευχές μας πρός Αὐτήν: Ὅπως Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς». «Πρός τίνα καταφύγω ἄλλην Ἁγνή; Ποῦ προσδράμω, λοιπόν, καί σωθήσομαι; Εἰς σέ μόνην ἐλπί­ζω. Εἰς σέ μόνην καυχῶμαι...» (Τροπάριο 9ης ὠδῆς Μεγάλου Παρακλητικοῦ Κανόνος τῆς Παναγίας) ἔχουν τήν ἑξῆς ἔννοια: «Δέν ἔχουμε ἄλλο βοηθό πού νά μπορῆ νά μᾶς βοηθῆ περισσότερο ἀπό Σένα, Μητέρα τοῦ Σωῆρος μας» «Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς», σημαίνει: Παρακάλεσε τόν Υἱόν σου νά μᾶς σώση.  Παναγία μου, λύτρωσέ μας» Στήν ἑλληνική γλῶσσα ἡ λέξις «σώζω» σημαίνει πολλά πράγματα, ὅπως λυτρώνω ἀπό τόν πειρασμό, ἀπό τήν στενοχώ­ρια, ἀπό κάποια δοκιμασία, ἀπό ἕνα  κακό, μία ἀνάγκη. «Σῶσον ἡμᾶς» δέν ση­μαίνει «συγχώρεσε τίς ἁμαρτίες μας», διότι ἡ Παναγία δέν συγχωρεῖ ἁμαρτίες, ἀλλά ἐννοοῦμε: Παρακάλεσε τόν Υίόν σου γιά τήν σωτηρία μας. Ὁ σεβασμός μας πρός τήν Παναγία οὐδέποτε ὑπερβαίνει τόν σεβασμό μας πρός τόν Υἱόν της, ὁ ὁποῖος τήν ἐξέλεξε, τήν ἁγίασε καί τήν ἔκανε Μητέρα Του.

Τό ὅτι ἡ Παναγία δέν σώζει, τό λέγει καί ἡ ἴδια ὁμολογώντας τόν Χριστό ὡς Σωτῆρα της. «Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τόν Κύριον καί ἠγαλλίασε τό Πνεῦμα μου ἐπί τῶ Θεῶ τῶ σωτῆρι μου» (Λουκ.1,46-47). Σαφέστερα μᾶς λέγει τά ἑξῆς μία εὐχή τῆς Προσκομιδῆς τῆς Ἐκκλησίας μας: «Σταυρωθέντος Σου Χριστέ ἀνηρέθη ἡ τυραννίς. Οὔτε ἄγγελος, οὔτε ἄνθρωπος ἔσωσεν ἡμᾶς, ἀλλά Αὐτός ὁ Κύριος». Ἑπομένως οὔτε ἡ Θεοτόκος ὡς ἄνθρωπος δέν εἶναι εἶναι πηγή τῆς σωτηρίας μας. 

Γιατί τήν Παναγία ὀνομάζουμε ἐμεῖς οἱ  Ὀρθόδοξοι Θεοτόκο;

Οἱ Προτεστάντες ἀρνοῦνται νά ὀνομάσουν τήν Παναγία Θεοτόκο, διότι, λέγουν, δέν ὑπάρχει πουθενά αὐτή ἡ λέξις στήν Ἁγία Γραφή. Βέβαια δέν ὑπάρχει αὐτή ἡ λέξις στήν Γραφή, ὑπάρχει ὅμως στά συγράμματα τῶν Πατέρων τῶν τεσσάρων πρώτων αἰώνων. Γνωρίζουμε ἀπό τήν Γραφή ὅτι ὁ Χριστός δέν ἦταν μόνο Θεός, ἀλλά οὔτε καί μόνο ἄνθρωπος. Ἦταν Θεάνθρωπος. Καί ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι, ὅταν λέμε, ὅτι ἡ Μαρία εἶναι Θεοτόκος δέν ἐννοοῦμε ὅτι αὐτή ἔδωσε ἀρχή στόν ἐκ φύσεως Ἄναρχο Υἱόν της. Αὐτό θά ἦταν μεγάλη ἐκ μέρους μας βλασφημία. Εἶναι Θεοτόκος διότι ἐγέννησε τόν Χριστόν, ὁ Ὁποῖος εἶναι μαζί Θεός καί Ἄνθρωπος. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος λέγει πρός τούς Ἰουδαίους στό (Ἰωάν.8,58) ὅτι: «πρίν Ἀβραάμ γενέσθαι ἐγώ ἦν». Μέ τήν φράσι «ἐγώ ἦν» δηλαδή ἐγώ ἤμουν θέλει νά δηλώση τήν θεότητά Του, τό προάναρχο τῆς θείας φύσεως του. Ὁ Κύριος ὡς ἄνθρωπος τότε ἦταν ἡλικίας 30 ἐτῶν, ἐνῶ ὁ Ἀβραάμ ὑπῆρχε πρίν ἀπό δύο χιλιάδες χρόνια. Ἄρα, τό «ἐγώ» ἀναφέρεται στήν θεότητά Του.

Τήν δογματική κατοχύρωσι τοῦ ὅρου «Θεοτόκος» ἔκαμε ἡ Τρίτη Οἰκουμε­νική Σύνοδος, πού ἔγινε στήν Ἔφεσο τό 430 μ.Χ. Ἀλλά καί πρό τῆς Συνάξεως τῶν Πατέρων ἔχουμε μαρτυρίες ἱερῶν συγγραφέων, πού μᾶς τήν ὀνομάζουν Θεοτόκο. Ἰδού μερικές:

Ὁ Ὠριγένης, 230μ·Χ, δηλαδή δύο αἰῶνες πρίν ἀπό τήν Γ. Οἰκουμενική Σύνοδο, γράφει: «Τήν Κόρη μεμνηστευμένη γυναῖκα καλεῖ. Οὕτω καί ἐπί Ἰω­σήφ καί τῆς Θεοτόκου ἐλέχθη.

Ὁ Διονύσιος ὁ Ἀλεξανδρείας, τό 250 μ.Χ. Αὐτός γράφει πρός Παῦλον τόν Σαμοσατέα τά ἑξῆς: «Τόν σαρκωθέντα ἐκ τῆς ἁγίας Παρθένου καί Θεοτόκου Μαρίας».

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νεοκαισαρείας ὁ θαυματουργός, (275 μ.Χ) , γράφει:  «Ταύτης τῆς προφητείας τήν ὠδήν ἡ ἁγία Θεοτόκος ἀνέπεμπεν».

Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος λέγει: «Καί αὐτός ὁ ἄγγελος ὁρώμενος ὁμολογεῖ ἀπεστάλθαι παρά τοῦ Δεσπότου ὡς ἐπί Ζαχαρίαν ὁ Γαβριήλ καί ἐπί τῆς Θεοτόκου Μαρίας».

Ὁ Μέγας Βασίλειος γράφει: «Διά τό μή καταδέχεσθαι τῶν φιλοχρίστων τήν ἀκοήν ὅτι ποτέ ἐπαύσατο παρθένος εἶναι ἡ Θεοτόκος ἐκείνας ἡγοῦ­μαι τάς μαρτυρίας αὐτάρκεις».

Ό ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος γράφει: «Εἰ τις οὐ Θεοτόκον Μαρίαν ὑπολαμβάνει χωρίς ἔστι  τῆς Θεότητος".

      Ὁ Ἱερός Χρυσόστομος γράφει: «Οὐδέν τοίνυν ἐν βίῳ οἶον ἡ Θεοτόκος Μαρία. Περίελθε ὦ ἄνθρωπε πᾶσαν τήν κτίσιν τῶ λογισμῶ εἰ ἐστιν ἴσον ἤ μεῖζον τῆς ἁγίας Θεοτόκου Παρθένου».

Ἡ Γ' Οἰκουμενική Σύνοδος ἔχοντας ὑπ᾿ ὄψιν τίς ἀρχαῖες αὐτές μαρτυ­ρίες, ἀναθεμάτισε τόν Νεστόριο καί τούς ὁπαδούς του, οἱ ὁποῖοι δέν ἤθελαν νά τήν ὀνομάζουν Θεοτόκον. 

Μον. Δαμασκηνός Γρηγοριάτης 

Μέ τήν εὐλογία τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου