Σάββας ὁ Πνευματικός
ΟΙ ΠΑΡΑΔΟΞΟΙ ΠΕΤΡΟΒΟΛΙΣΜΟΙ
Ὁ νεαρὸς Ἀθανάσιος, ζαχαροπλάστης ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη, νιώθοντας ἀποστροφὴ γιὰ τὴν μέχρι τότε ζωή του, ἀπεφάσισε νὰ ντυθῆ τὸ μοναχικὸ σχῆμα καὶ νὰ ἐγκαταβιώση στὴν Ἱ. Μονὴ Διονυσίου. Ὡς διονυσιάτη δόκιμο τὸν ἔστειλαν στὸ Μονοξυλίτη, μετόχι τῆς μονῆς μέσα στὸ Ἅγ. Ὄρος.
Οἱ γονεῖς του ἐν τῷ μεταξύ στὴν Θεσσαλονίκη, ἀνάστατοι καὶ καταπικραμένοι γιὰ τὸ διάβημα τοῦ μονάκριβου παιδιοῦ τους, «ἐκίνησαν γῆν καὶ οὐρανόν» γιὰ νὰ τὸν «σώσουν», νὰ τὸν ἐπαναφέρουν στὸν κόσμο! Δὲν δίστασαν οἱ ἀδίστακτοι νὰ ζητήσουν καὶ τὴν βοήθεια τοῦ σατανᾶ, καταφεύγοντας σὲ κάθε εἴδους μαγεῖες καὶ μαγγανεῖες.
Ὁ Ἀθανάσιος ξαφνικὰ ἄρχισε νὰ αἰσθάνεται κάποια πίεσι, σὰν κάτι ποὺ βάραινε ὑπερβολικὰ πάνω του. Καὶ ὅπως δὲν ἦταν ἀμύητος σὲ τέτοιου εἴδους θέματα, γιατί καὶ ὁ ἴδιος στὴν ἁμαρτωλή του ζωὴ εἶχε δοσοληψίες μὲ μάγους, συμπέρανε μὲ ἀκρίβεια τὶς ἐνέργειες τῶν γονέων του. Τὸν κατέλαβε ἀγωνία, ποὺ γινόταν ὅλο καὶ περισσότερο ἔντονη. Ἀπὸ ἐσωτερικὴ ἀνάγκη πύκνωνε τὴν προσευχή, ζητοῦσε τὴν ἄνωθεν βοήθεια, ὑπεγράμμιζε μὲ πόνο στὸ «Πάτερ ἡμῶν» τὸ «ρῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ».
Οἱ ἄλλοι ἀδελφοὶ στὸν Μονοξυλίτη δὲν ὑποπτεύθηκαν ἀκόμη τὸ παραμικρό. Ἕνα ὅμως πρωϊνό, μετὰ τὴν ἀκολουθία, δέχονται ξαφνικὰ ἀπὸ πάνω ἀπὸ τὸ δάσος πετροβολισμούς! Εὐτυχῶς ποὺ κανένας τους, καθὼς καὶ ἀπὸ τὰ πράγματα τοῦ μετοχίου, δὲν ἔπαθαν κακό. Ἄφησαν νὰ περάση λίγη ὥρα. Κάποιοι περαστικοί, φαίνεται, εἶχαν ὄρεξι γιὰ ἀστεϊσμούς. Σὰν ξεκίνησαν ὅμως γιὰ τὶς ἐργασίες τους, οἱ πετροβολισμοὶ τοὺς πῆραν ἀπὸ πίσω. Τότε κατάλαβαν πὼς κάτι τὸ σοβαρὸ συμβαίνει καὶ κατέφυγαν μέσα στὴν ἐκκλησία. Δὲν τολμοῦσαν νὰ βγοῦν ἀπὸ κεῖ, γιατί ἀμέσως ἄρχιζε τὸ πετροβολητό.
Δὲν ἄργησαν, κατόπιν εἰδοποιήσεως, νὰ ἔρθουν χωροφύλακες ἀπὸ τὶς Καρυές. Μὲ ἔρευνες καὶ ὁμαδικοὺς πυροβολισμοὺς πρὸς τὸ μέρος ἀπ’ ὅπου προέρχονταν οἱ πέτρες, κατάλαβαν πὼς δὲν ἦταν ἐπίβουλοι ἄνθρωποι. Ἦταν πλέον βέβαιοι ὅτι ἐπρόκειτο γιὰ ἐχθροὺς ἀοράτους!
Τότε ἔλαβε τὸν λόγο ὁ δόκιμος Ἀθανάσιος καὶ ἐξήγησε τὴν αἰτία τοῦ κακοῦ. Ἔρριξε φῶς στὴν ὑπόθεσι. – Ἐγὼ εἶμαι ἡ αἰτία τοῦ πετροβολισμοῦ! Γιὰ νὰ πεισθῆτε, ἀφῆστε με νὰ πάω μόνος μου ἐκεῖ, ὡς τὸ ἐκκλησάκι τοῦ ἁγίου Ἀρτεμίου, καὶ θὰ δῆτε πώς ὁ πετροβολισμὸς θὰ στραφῆ ὁπωσδήποτε ἐναντίον μου. Καὶ πράγματι ἔτσι ἔγινε. Οἱ πέτρες, χωρὶς νὰ τὸν χτυποῦν, ἔπεφταν γύρω του.
Μετὰ τὴν διαπίστωσι αὐτὴ τὸν ἀπεμόνωσαν στὸν ναό. Ὁ οἰκονόμος τοῦ μετοχίου π. Πορφύριος ζήτησε μὲ ἐπιστολὴ βάρκα ἀπὸ τὸ μοναστήρι. Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ ὁ Ἀθανάσιος βγῆκε ἀπὸ τὸν ναό, μέχρι νὰ ἐπιβασθῆ στὴν βάρκα καὶ μέχρι ν’ ἀποβιβασθῆ στὴν παραλία τῆς μονῆς, συνέβησαν τραγικὰ γεγονότα! Τὸ πῶς οἱ βαρκάρηδες δὲν ἔπαθαν συγκοπὴ ἀπὸ τὸν τρόμο, ἦταν θαῦμα: «Οἱ λιθοβολισμοὶ δὲν ἔπαυον οὔτε ἐν τῇ θαλάσσῃ καὶ παρ’ ὅλον ὅτι ἤνοιξαν ἀρκετὰ ἐκ τῆς παραλίας πάλιν ἔπιπτον, ἀλλ’ εὐτυχῶς γύρω τῆς βάρκας χωρὶς καμμίαν ζημίαν», σημειώνει ὁ ἡγούμενος Γαβριὴλ ὁ Διονυσιάτης.
Ἀπὸ τὴν παραλία μέχρι τὴν αὐλὴ τοῦ μοναστηριοῦ εἶχαν ἡσυχία. Αὐτὸ παρεκίνησε μερικοὺς νὰ μιλήσουν γιὰ ψευδαισθήσεις, ἀλλὰ τοὺς ἀπεστόμωσε ἕνας πετροβολισμὸς ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ διπλανοῦ πύργου!
Ἡ Σύναξις τῶν Γερόντων τῆς μονῆς, ποὺ συνῆλθε χωρὶς καθυστέρησι, πῆρε τὴν ἀπόφασι «ὅπως ἀποσταλῆ ὁ δόκιμος εἰς τὸν πνευματοφόρον πνευματικὸν παπα-Σάββαν… ἵνα φροντίση τὰ κατ’ αὐτόν». Ὅτι οἱ προσευχὲς τοῦ παπα-Σάββα μποροῦσαν νὰ μαστίζουν τὰ πονηρὰ πνεύματα, ἦταν γενικὴ πεποίθησις τῶν ἁγιορειτῶν πατέρων.
Ἡ καλύβη τῆς Ἀναστάσεως στὴν Μικρὴ Ἁγία Ἄννα πέρασε μία ἑβδομάδα σκληρῆς δοκιμασίας! Κάτι ποὺ φέρνει στὸ νοῦ ἀτμόσφαιρα πολεμικῆς συρράξεως. Πόλεμος ἀνοιχτὸς μεταξὺ τῶν δυνάμεων τοῦ φωτὸς καὶ τοῦ σκότους. Τί τρομακτικοὶ κρότοι ἦταν ἐκεῖνοι! Πελώριες πέτρες κόβονταν ἀπὸ τοὺς γειτονικοὺς βράχους, περνοῦσαν πάνω καὶ πλάϊ ἀπὸ τὴν καλύβη καὶ μὲ τρομακτικὸ πάταγο γκρεμίζονταν στὸ διπλανό βάραθρο πρὸς τὴν θάλασσα. Ἄγριες φωνὲς καὶ βλάσφημα λόγια τάραζαν καὶ μόλυναν τὴν περιοχή. Καὶ ὕβρεις! Ὕβρεις ἀσυνήθιστες ἐναντίον ὅλων τῶν μοναχῶν καὶ περισσότερο ἐναντίον τοῦ πνευματικοῦ.
Ὅλη ἡ δυσωδία τοῦ ᾅδη ἔκανε τὴν ἐμφάνισί της. Καὶ ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, σὰν νὰ μὴν ἔφθαναν τὰ βάρη τῆς γεροντικῆς του ἡλικίας – βρισκόταν τότε στὰ τελευταῖα του χρόνια – ξανοίχθηκε στὸ μεγάλο ἀγώνισμα:
Ὁλόκληρη ἑβδομάδα παραδόθηκε σὲ τελεία νηστεία καὶ διαρκῆ προσευχή. «Τὸ γένος τοῦτο οὐκ ἐκπορεύεται, εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ». Ἡ εὐσπλαχνική του καρδιὰ δὲν ἀνεχόταν νὰ βλέπη τὸ πλάσμα τοῦ Θεοῦ σὲ τόση τυραννία.
Στὸ τέλος τῆς ἑβδομάδος ὁ πνευματικός, μὲ ἀκλόνητη καὶ ἀδιάκριτη πίστι στὸν Κύριο, πλησίασε τὸν πάσχοντα. Τὸ πονηρὸ πνεῦμα ταράχθηκε. Ὁ παπα-Σάββας ἀπήγγειλε τὴν εὐχή:
«Ἐξορκίζω σε… πνεῦμα ἀκάθαρτον… κατὰ τοῦ Θεοῦ τοῦ τὰ πάντα λόγῳ κτίσαντος, καὶ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ… φοβήθητι, φύγε, δραπέτευσον, ἀναχώρησον ἀπὸ τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ Ἀθανασίου… Ἄπελθε εἰς γῆν ἄνυδρον, ἔρημον, ἀγεώργητον…»
Αὐτὸ ἦταν! Σὰν κάτι νὰ βγῆκε ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Ἀθανασίου. Ὁ ἀνεπιθύμητος ἔνοικος ἐξαφανίσθηκε, ἐξέλιπε «ὡς ἐκλείπει καπνὸς» καὶ «ὡς τήκεται κηρὸς ἀπὸ προσώπου πυρός». Τὰ λόγια ποὺ ξεπήδησαν ἀπὸ τὸ πνευματοφόρο στόμα τοῦ παπα-Σάββα χτύπησαν πάνω στὸ δαιμόνιο σὰν φλογισμένη ρομφαία.
Αὐτοστιγμεὶ ὁ δόκιμος ἠρέμησε, γαλήνεψε, ἀνέπνευσε μὲ ἀνακούφισι. Μὲ αἰσθήματα ἀπέραντης χαρᾶς καὶ εὐγνωμοσύνης πέφτει στὰ πόδια τοῦ πνευματικοῦ. Τὰ ἀσπάζεται καὶ τὰ βρέχει μὲ δάκρυα. – Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, μ’ ἔσωσες! Πέταξες ἀπὸ πάνω μου τὸ φρικτὸ βάρος. Ὤ, πῶς νὰ σ’ εὐχαριστήσω! Μὲ γλύτωσες ἀπὸ τὸν ἄγριο δράκοντα. Δόξα νἄχης, Θεέ μου!
Μερικὲς ἡμέρες ἀκόμη κάθησε ὁ θεραπευμένος κοντὰ στὸν γιατρό. Ἀκολουθώντας τὴν σύστασί του πῆγε στὴν σκήτη τοῦ Κουτλουμουσίου, ὅπου καὶ παρέμεινε. Ὁ πατὴρ Ἀββακοὺμ – αὐτὸ τὸ ὄνομα πῆρε ἀργότερα – ξεχώριζε ἀνάμεσα στοὺς πατέρες γιὰ τὴν αὐστηροτάτη ἀσκητική του ζωή. Καὶ ποτὲ δὲν ξεχνοῦσε τὸν ἀλησμόνητο πνευματικὸ ποὺ τόσο τὸν εὐεργέτησε, ποὺ τὸν ἔσωσε «ἐκ πετροβόλου θυμοῦ».
ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΣΕΡΑΦΕΙΜ – ΧΑΡΙΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΧΑΡΙΣΜΑΤΟΥΧΟΙ – Ἀνθολογία χαρισματικῶν ἐκδηλώσεων – ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ – ΕΚΔΟΣΙΣ Δ΄ – ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 1990
Αυτό το άρθρο δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα του Ι.Ν. Αγίων Ταξιαρχών Ιστιαίας. Ευχαριστούμε για την αναδημοσίευση!