Τοῦ κ. Δημητρίου Β. Ἐμμανουὴλ
«Ἔτσι, πολλοὶ σύγχρονοι ἀρχιερεῖς, μόνο γιατί ἐχειροτονήθησαν, προβάλλουν αὐτὴ τὴ θέση, γιὰ νὰ ἀπολαμβάνουν τὴν τιμὴν τῶν πιστῶν. “Ὤ!”, λέει, “εἶμαι εἰς τύπον καὶ τόπον Χριστοῦ! Ὀφείλεις νὰ μὲ σεβαστεῖς, ὀφείλεις νὰ μὲ τιμήσεις”. Πρέπει ὅμως νὰ τοὺς εἰπωθεῖ ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι αὐτόματα δεδομένον ἀπὸ τὴν χειροτονία, ὅτι δηλαδὴ ἐχειροτονήθης καὶ αὐτομάτως, αὐτονοήτως, εἶσαι εἰς τύπον καὶ τόπον Χριστοῦ, ἀλλὰ εἶναι ζητούμενον. Δηλαδή, ὁ ἑκάστοτε ἀρχιερεὺς εἶναι εἰς τύπον καὶ τόπον Χριστοῦ; [Ὄχι, εἶναι] Ζητούμενον!» (π. Ἀθανάσιος Μυτιληναῖος)[*]
Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,
Τὸν τελευταῖο καιρό, μία ἄποψη τοῦ Μητροπολίτη Περιστερίου Γρηγορίου συνέχει τὸν νοῦ, τὴν καρδία καὶ τὴν διάνοιά μας. Ὁ ἐν λόγῳ Ἐπίσκοπος, ἐνστερνιζόμενος τὴ γνώμη ἢ καλύτερα τὴ δαιμονικὴ δοξασία περὶ «στιγμιαίας καύχησης τοῦ Διαβόλου», ἐλέγχει(!) ἡμᾶς ποὺ ἀγωνιστήκαμε ὑπὲρ τῆς παραμονῆς-μόνιμης τοποθέτησης τοῦ Ἐσταυρωμένου Χριστοῦ (ἐνν. πίσω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα)· ὅτι δῆθεν «διαιωνίζουμε τό στιγμιαῖο καύχημα τοῦ Διαβόλου σὲ ὁλόκληρο τὸ ἔτος καὶ σὲ ὁλόκληρη τὴν Οἰκουμένη», καὶ «παγιώνουμε τή μία καὶ μοναδικὴ χρονικὴ στιγμὴ τῆς “νίκης” τοῦ Διαβόλου κατὰ τοῦ Χριστοῦ»!
Συγκεκριμένα στὸ ἡμερολόγιο – “Ἐγκύκλιο” 2026 διαβάζουμε τὰ ἑξῆς:
«…Ὅταν ὅμως δείχνουμε στὸ Διάβολο τὸν μόνιμα Ἐσταυρωμένο καὶ τὸν ρωτᾶμε: “τί σοῦ θυμίζει ἐδῶ ὁ Χριστός, μόνιμα Ἐσταυρωμένος;” θὰ μᾶς ἀπαντήσει μὲ παρρησία: “ἐδῶ, σὲ αὐτὸ τὸ “ξύλο”, ὅπως βλέπετε, κατάφερα καὶ τὸν νίκησα καὶ εἶμαι μόνιμα ὁ νικητής του!”… Δίνουμε ἔτσι ἕνα ὀπτικὸ μήνυμα πού στὴν πραγματικότητα δὲν ἰσχύει… Ὅπως εἶναι προφανές, ὅταν παγιώνουμε τὴ μία καὶ μοναδικὴ χρονικὴ στιγμὴ τῆς “νίκης” τοῦ Διαβόλου κατὰ τοῦ Χριστοῦ, διαιωνίζουμε τὸ στιγμιαῖο καύχημα τοῦ Διαβόλου σὲ ὁλόκληρο τὸ ἔτος καὶ σὲ ὁλόκληρη τὴν Οἰκουμένη. Ἐνῶ ἀντίθετα ὁ ἀσώματος Σταυρός, σύμβολο τῆς νίκης τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ τοῦ Διαβόλου, δὲν ἐπιβεβαιώνει τὴν δαιμονικὴ δοξασία, ἀλλὰ παραπέμπει πλέρια [=ξεκάθαρα] στὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ!» [1]. Λοιπόν,
1ον: «Ο ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΛΟΓΙΚΗΣ»
(Ὅπως ὁ Ἄρειος «ἐνικήθη ὑπὸ τοῦ πειρασμοῦ τῆς λογικῆς», ἔτσι καὶ ὁ Μητροπολίτης Γρηγόριος…)
Ἀγαπητοί, ἰδοὺ ὀλίγα ὠφέλιμα γράμματα-διδάγματα χαραγμένα ἐντὸς τῶν σελίδων τοῦ περιοδικοῦ «Ο ΣΤΑΥΡΟΣ», ἀπὸ τὸν Ἰούνιο τοῦ 1971:
«Ἡ διδασκαλία τοῦ Ἀρείου ἐδημιούργησε μέγα θέμα. Τὸ λογικοφανὲς αὐτῆς παρέσυρε πολλούς, οἱ ὁποῖοι ἔγιναν φανατικοὶ ὀπαδοί του. …Διά τῆς ρητορικῆς τέχνης κατώρθωνεν ὁ Ἄρειος νὰ σαγηνεύη καὶ νὰ παρασύρη πολλούς. Ἀνεστατώθη ὁλόκληρος ἡ Ἐκκλησία.
Τὴν ἀνθρωπίνην λογικὴν ἔθεσεν ὡς βάσιν ὁ Ἄρειος, διὰ νὰ ἐξηγήση ὑπερκόσμια πράγματα δι’ αὐτὸ καὶ ἔπεσε. Βάσις εἰς τὰ θέματα τῆς Θρησκείας δὲν εἶναι ἡ λογική. Εἶνε ἡ ἀποκάλυψις. Αἱ δογματικαὶ ἀλήθειαι δὲν ἀνακαλύπτονται, ἀποκαλύπτονται. Καὶ ἀποκαλύπτονται ἐν τῇ Ἁγίᾳ Γραφῇ καὶ τῇ Ἱερᾷ Παραδόσει, καὶ διατυποῦνται ἀλαθήτως ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας.
…Ὁ Ἄρειος ἐνικήθη ὑπὸ τοῦ πειρασμοῦ τῆς λογικῆς καὶ ἐξέπεσεν ἐκ τῆς ὀρθῆς Πίστεως. Ὁ πειρασμὸς αὐτὸς ὡδήγησε πολλοὺς εἰς τὴν αἵρεσιν καὶ τὴν ἀπιστίαν. Καὶ εἰς τὸν πειρασμὸν αὐτὸν ὑποπίπτουν τὰ ὑπερήφανα πνεύματα, ὅλοι ὅσοι ἐπιχειροῦν διὰ τῆς μικρᾶς λέμβου τῆς πεπερασμένης διανοίας των νὰ διασχίσουν τὸν ἄπειρον ὠκεανόν τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ.»! Λοιπόν, στὴν ‘’Παγίδα τῆς λογικῆς’’ τοῦ Ἀρείου εἶχαν πέσει πολλοὶ ἄνθρωποι, ἀκόμη καὶ Ἅγιοι (λόγω ἁπλότητας). Στὴν τοῦ Γρηγορίου, εὐχόμαστε, κανείς!
2ον: «Ο ΠΡΟΔΟΤΗΣ ΣΤΕΦΑΝΩΝΕΤΑΙ…»
(Ὅπως ὁ Νίτσε ἔπλασε τὸν Ζαρατούστραν του καὶ δι’ αὐτοῦ ἐξωτερικεύεται, λέγων: «Τάδε ἔφη Ζαρατούστρα», ἔτσι καὶ Καζαντζάκης, ἔτσι καὶ ὁ Μητροπολίτης Παπαθωμᾶς…)
Ἀπὸ τὸ περιοδικὸ «ΣΤΑΥΡΟΣ» μεταφερόμαστε στὴν «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΣΠΙΘΑ» τοῦ π. Αὐγουστίνου Καντιώτη:
«…Ἀλλὰ τὶς ἡ στεφανουμένη αὕτη κεφαλή; Εἶνε ὁ ἐκ Κρήτης λογοτέχνης Ν. Καζαντζάκης. Αὐτὸς ὡς ἄλλος Ἰούδας προδίδει τὴν Ὀρθόδοξον πίστιν. Τὴν προδίδει καὶ τὴν καθυβρίζει διὰ τῶν ἀσεβῶν δημοσιευμάτων του.
Ἐκ τῶν δημοσιευμάτων τοῦ κ. Ν. Καζαντζάκη λαμβάνομεν ἐδῶ, σήμερον ἕνα καὶ μόνον, τὸ βιβλίον τὸ ὑπὸ τίτλον “ὁ Καπετὰν Μιχάλης”…
Ἐλίσσεται καὶ ἐπιτίθεται ἀγρίως κατὰ τοῦ Χριστιανισμοῦ. Οὐδὲν δόγμα ἐξ ὅσων περιέχει τὸ Σύμβολον τῆς ἀμωμήτου ἡμῶν Πίστεως ἀφήνει ἄθικτον. Τὸ ἐχθρικὸν κατὰ τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως πνεῦμα του φαίνεται ποικιλοτρόπως ἐκδηλούμενον. Προκειμένου μὲν περὶ θεμάτων, ποὺ ὁ συγγραφεὺς ἀγαπᾶ καὶ ἐκτιμᾶ ὑπὲρ τὴν ἀξίαν, ποὺ ἔχουν διὰ τὴν ζωήν, ἡ γραφὶς του ἐκλέγει τὰς καλλιτέρας τῶν λέξεων, συσσωρεύει πλοῦτον ἐπαινετικῶν ἐπιθέτων, διὰ νὰ τὰ δοξάση καὶ νὰ τὰ λαμπρύνη, ἀλλὰ προκειμένου περὶ τοῦ ὑψίστου θέματος, περὶ τῆς Θρησκείας, ἡ γραφὶς του ἀμέσως βυθίζεται εἰς δηλητήριον, εἰς πύον, εἰς βόρβορον καὶ ἐκλέγει τὰς χυδαιότερας τῶν λέξεων, διὰ νὰ καθυβρίση καὶ ἀτιμάση τὴν Θρησκείαν τῶν Πατέρων του, τὴν Θρησκείαν, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ αὐτὸς ἐβαπτίσθη. Ἐντὸς ἀρωμάτων ἡ Κρήτη ὡς φυσικὸς κόσμος, ἀλλ’ ἐντὸς βορβόρου ἡ Θεότης. Ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ του θησαυροῦ, ἐκ τῆς διεφθαρμένης καρδίας του καὶ τῆς ἀπίστου διανοίας του, ἐκ τοῦ ὑποσυνειδήτου, ἐκ τοῦ βυθοῦ τῆς ὑπάρξεώς του, ὡς ἐξ ἄλλων καταπακτῶν τοῦ Ἅδου, ἐκπηδοῦν οἱ «ἥρωές» του, τέρατα ποὺ πλάθει ἡ νοσηρὰ φαντασία του καὶ δι’ αὐτῶν ἐξωτερικεύεται μὲν ὁ ἐσωτερικός του κόσμος, ἀλλ’ αὐτὸς κρύπτεται ὡς ὁ ὑποβολεὺς θεάτρου, ποὺ ὁμιλεῖ, ἀλλ’ οἱ λόγοι του φέρονται διὰ τοῦ στόματος τῶν ἐπὶ σκηνῆς δρώντων ἠθοποιῶν.»
[(Φωνὴ Μητρ. Παπαθωμᾶ) «…Ὅταν ὅμως δείχνουμε στὸ Διάβολο τὸν μόνιμα Ἐσταυρωμένο καὶ τὸν ρωτᾶμε: “τί σοῦ θυμίζει ἐδῶ ὁ Χριστός, μόνιμα Ἐσταυρωμένος; ”θά μᾶς ἀπαντήσει μὲ παρρησία: “ἐδῶ, σὲ αὐτὸ τὸ “ξύλο”, ὅπως βλέπετε, κατάφερα καὶ τὸν νίκησα καὶ εἶμαι μόνιμα ὁ νικητής του!”»…]
(Ὁ δὲ π. Αὐγουστῖνος προσθέτει:) «Ἐὰν τις δι’ ὅσα μετ’ ἀναισχυντίας κατὰ τῆς πίστεως λέγονται, ἤθελε διαμαρτυρηθῆ, ὁ Καζαντζάκης θὰ ἔχη πρόχειρον τὴν ἀπάντησιν: “Λάθος κάμνετε. Δὲν τὰ λέω ἐγώ. Τὰ λέγουν οἱ ἥρωές μου, τὰ τέρατά μου (καπετὰν Μιχάλης, τὸ Θρασάκι, ὁ Πολυξίγκης, ὁ Νουρήμπεης, ἡ Ἐμινέ, ὁ Σήφακας…”. Ὅπως ἀκριβῶς συνέβη πρὸ ἐτῶν, ὅτε ἄλλος τις συγγραφεύς, ὁμοίου πρὸς τὸν Καζαντζάκη φυράματος, ἐκδώσας βιβλίον, χλευάζον τὰς βάσεις τῆς Χριστιανικῆς ἠθικῆς, καὶ ἐλεχθείς ἀπήντησεν ὅτι δὲν τὰ λέγει αὐτός, ἀλλά… τὸ Τέρας, ὅπερ, ἐννοεῖται, εἶχε πλάσει ὁ ἴδιος καὶ τὸ παρουσίαζε σκεπτόμενον, συναισθανόμενον καὶ ἐνεργοῦν, ὡς ὁ Νίτσε ἔπλασε τὸν Ζαρατούστραν του καὶ δι’ αὐτοῦ ἐξωτερικεύεται, λέγων: “Τάδε λέγει Ζαρατούστρας”… Αὐτὴ εἶναι ἡ νοοτροπία τῶν ἀπίστων καὶ ἀνάνδρων συγγραφέων. Διά στόματος τεράτων ὁμιλοῦν καὶ διαχέουν τὰ δηλητήρια καὶ καυχῶνται διά τὴν τέχνην των. Ἀλλά, ὢ ὑποκριταί! Διατὶ κρύπτεσθε ὄπισθεν προσωπείων; Σᾶς ἐρωτῶμεν: Αὐτὰ πού λέγουν τὰ τέρατά σας τὰ παραδέχεσθε ἢ τὰ ἀποδοκιμάζετε; Ἀπαντήσατέ μας μὲ ἕνα καθαρὸ ναὶ ἢ ὄχι. Ἀλλὰ δὲν εἶνε ἀνάγκη νὰ μᾶς ἀπαντήσετε. Διότι ἡ δομὴ τοῦ ἔργου, ἡ πλοκή, τὸ πνεῦμα ποὺ διαχέεται εἰς ὅλας τὰς σελίδας δίδουν τὴν ἀπάντησιν. Οὐδεμία στενοχωρία δι’ ὅσα ἀσεβῆ λέγουν τὰ τέρατά σας διακρίνεται. Οἱ ἀείμνηστοι εὐσεβεῖς λογοτέχναι Παπαδιαμάντης καὶ Μωραϊτίδης ἀναφέροντες δηλώσεις ἀπίστων καὶ βλασφήμων, πενθοῦν καὶ ἀναστενάζουν, ἐνῶ σεῖς; Νομίζει τις, ὅτι ἀκούει τὰ χειροκροτήματά σας. Οὐδεμία λύπη, οὐδεμία σοβαρὰ ἀπόπειρα, ἵνα ἀνασκευαστοῦν οἱ ὕβρεις. Τὰ τέρατά σας, ὡς λέοντες, βρυχώμενα καὶ ἐξεμοῦντα κρουνοὺς ὕβρεων κατὰ τῶν ἱερῶν καὶ τῶν θείων φαίνονται κυρίαρχα εἰς τὸ πεδίον τῆς λογοτεχνικῆς ταύτης μάχης. Οὐδαμοῦ παρουσιάζετε τὰ ἀντὶ-τέρατα, ποὺ νὰ ἐνσαρκώνουν τὰς οὐρανίας δυνάμεις καὶ νὰ πολεμοῦν τὰ τέρατα τῆς ἀσεβείας καὶ νὰ τὰ νικοῦν κατὰ κράτος καὶ οὕτω νὰ ἐπέρχεται ἡ κάθαρσις, ὡς εἰς τὰς ἀρχαίας τραγωδίας. Ὑποκριταί, ποὺ κρύπτεσθε μέσα εἰς τὰ λογοτεχνικά σας παιχνίδια! Διά μέσου ἀνθέων συρίζοντες ὄφεις. “Γεννήματα ἐχιδνῶν», πῶς θὰ ἐκφύγητε τὴν ὀργὴν τοῦ Κυρίου;”…» [2]!
Δυστυχῶς, ἀδελφοί, “Οὐδεμία λύπη, οὐδεμία σοβαρὰ ἀπόπειρα ἵνα ἀνασκευαστοῦν οἱ ὕβρεις’’ αὐτοῦ.., ἀπὸ τοὺς λοιποὺς Ἐπισκόπους τῆς ἐν Ἑλλάδι Ἐκκλησίας! Ἅγιοι Ἀρχιερεῖς, αὐτὰ πού λέγει τὸ τέρας (=ὁ Διάβολος) διὰ γραφῆς Ἐπισκόπου! τὰ παραδέχεσθε ἢ τὰ ἀποδοκιμάζετε; «Ἀπαντήσατέ μας μὲ ἕνα καθαρὸ ναὶ ἢ ὄχι.», ἐννοεῖται Συνοδικό.
3ον: Ο ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ ΤΗΣ «ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑΣ»
Ἀδελφοί, ἀπ’ ὅ,τι φαίνεται ὁ Διάβολος πράγματι πέτυχε μία ἀκόμη «νίκη»· νὰ ἐμφανίσει ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν τοῦ Ἐπισκόπου Περιστερίου τὴν Εἰκόνα τοῦ «μόνιμα» Ἐσταυρωμένου Χριστοῦ ὡς δῆθεν «ἀναξιοπρεπῆ»… Ταυτόχρονα τὴν τοῦ Ἀναστημένου ὡς «ἀξιοπρεπῆ»!
Ἀλλ’ ὅμως ποῦ καταλήγει ἡ ὑπόθεση αὐτή; Γιατί, θὰ λέγαμε, ὁ Μητρ. Περιστερίου κόπτεται νὰ ἐμφανίσει τὸν («εἰς τύπον καὶ τόπον Χριστοῦ») Ἐπίσκοπο ὡς «τύπον Ἀναστάντος» Χριστοῦ, τὸ δὲ Σύνθρονο ὡς «τόπον Χριστοῦ»;
Προσοχή, ὁ Μητρ. Περιστερίου ἐμφανίζει τὸν Σταυρὸ γυμνό, δηλ. χωρὶς τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ…! Ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ καὶ εἰδικὰ ἡ μόνιμη τοποθέτησή του, πίσω ἀκριβῶς ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα, ὑποστηρίζει ἐντέχνως ὅτι συνιστᾶ «χαρὰ τῶν δαιμόνων», λόγῳ τῆς «στιγμιαίας νίκης τοῦ Διαβόλου» (Ἄπαγε τῆς βλασφημίας… “Κοίτα τὴν πονηριὰ ποὺ μᾶς κάνουν’’, θὰ ἔλεγε ὁ Μέγας Ἀθανάσιος!). Καὶ ὅλ’ αὐτὰ γιατί; Γιὰ νὰ στηρίξει μὲν τὴν μεταπατερικὴ (=δαιμονικὴ) ἄποψή του, ὅτι κέντρο τῆς λατρείας δὲν εἶναι ὁ Ἐσταυρωμένος, ἀλλὰ ὁ Ἀναστημένος Χριστός. Νὰ ὑπεραμυνθεῖ δὲ τὴν τοῦ Οἰκουμενισμοῦ περὶ «Ἐπισκοποκεντρισμοῦ» κακοδοξία! Δηλ. δὲν θέλουμε τὸν «ἐνσώματο Σταυρὸ», ὅπου ὁ Ἐσταυρωμένος, ὡς νικημένος εἶναι ὁρατός(!), ἀλλὰ τὸν «ἀσώματο Σταυρό», ὥστε ὁ εἰς τύπον καὶ τόπον (Ἀναστημένου) Χριστοῦ Ἐπίσκοπος, νὰ εἶναι ὁρατός! Δηλ. νὰ παραμείνει ὁ ἀσώματος Σταυρὸς ἐν τῷ Ἱερῶ, συμπληρούμενος διὰ τῆς, ἐνσώματης καὶ ἔνδοξης, παρουσίας τοῦ Ἐπισκόπου, ἐννοεῖται ἐπὶ τοῦ Θρόνου του ἐντός τοῦ Ἱεροῦ Βήματος!
Προσέξτε παρακαλῶ τὸ βάθος τῆς πτώσης τοῦ ἐν λόγῳ Ἱεράρχη, ὁ ὁποῖος, ἱεραρχώντας τὰ βήματα τοῦ Χριστοῦ, δηλ. τὰ ἐπὶ τῆς γῆς ἴχνη Του, σκεπάζει μὲ τόνους λάσπη τὴν φοβερὴ ταπείνωσή Του (δηλ. τὴν ἔνδοξη Σταυρικὴ θυσία Του, ἀπ’ ὅπου πηγάζει τὸ «Μέγα ἔλεός Του»), ἀναδεικνύοντας ἀποκλειστικὰ τὴν «ἔνδοξη» Ἀνάστασή Του!
Ἂν ἡ παραπάνω ὑπόθεσή μας εἶναι σωστὴ, τότε γιὰ μία ἀκόμη φορά ὁ Διάβολος «νικάει» ἕνα ἄνθρωπο (καλεσμένο ὑπὸ) τοῦ Χριστοῦ ποὺ δυστυχῶς, ὡς ὑπερήφανος, θέλει νὰ βλέπει τὰ πράγματα τοῦ Θεανθρώπου ἀπ’ τὴ δική του λογικὴ-ὀπτικὴ γωνία. Ὁ Ἐπίσκοπος Περιστερίου ἀπὸ τὴν περίοπτη θέση τοῦ Δεσποτικοῦ θρόνου βλέπει, δυστυχῶς, τὸν «ἐνσώματο» Σταυρὸ ὡς σύμβολο τῆς νίκης τοῦ Διαβόλου ἐπὶ τοῦ Χριστοῦ (ἄπαγε τῆς βλασφημίας), ἐνῶ τον «ἀσώματο Σταυρό», ὡς «σύμβολο τῆς νίκης τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ τοῦ Διαβόλου»! ‘’Καὶ κανεὶς δὲν μιλᾶ’’, θὰ ἔλεγε ὁ π. Αὐγουστῖνος…
Ἀδελφοί, ἔχοντας κατὰ νοῦ τὸ ποῦ «παραπέμπει» ἡ καινοφανὴς περὶ τοῦ Ἐσταυρωμένου διδασκαλία τοῦ Πανεπιστημιακοῦ Καθηγητῆ καὶ Ἐπισκόπου Παπαθωμᾶ, πράγματι, μεγάλη ἡ τοῦ ὀρθολογισμοῦ παγίδα τὴν σήμερον ἡμέρα μὲ τὴν σύγχρονη περί ἀξιοπρέπειας θεωρία (ἐκκλησιαστική, ἀλλὰ καὶ κοινωνικὴ) ποὺ κινεῖται στὰ ὅρια τῆς βλασφημίας!
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
(«ΣΥΜΒΟΛΑ ΝΙΚΗΣ» ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΕΠΙ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ)
Ἀγαπητοί, ὁ (εἰκονομάχος καὶ Σταυρομάχος) Ἐπίσκ. Περιστερίου Γρηγόριος, μὲ ἔντεχνο τρόπο-μέθοδο ἐμφανίζει ἐν πρώτοις τὸν Τίμιο Σταυρὸ ὡς «ἀσώματο», ἀλλὰ καὶ «ἐνσώματο»! Τὸν μὲν «ἀσώματο Σταυρὸ» («Νέο-Δοκητισμὸς» ἢ «Νέο-Μονοφυσιτισμὸς» ἢ «Νέο-Προτεσταντισμός»…;) ἐμφανίζει ὡς «σύμβολο τῆς νίκης τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ τοῦ Διαβόλου», τὸν δὲ «ἐνσώματο Σταυρό», τουτέστιν τὸν Ἐσταυρωμένο, ὡς σύμβολο τῆς (δῆθεν στιγμιαίας) νίκης τοῦ Διαβόλου ἐπὶ τοῦ Χριστοῦ (ἄπαγε τῆς βλασφημίας)!
Ἂν καὶ ὁ σκοπὸς τῆς ἐν Περιστερίῳ ἐπισκοπῆς εἶναι νὰ ἐξορίσει ―πάσῃ θυσίᾳ― τὸν Ἐσταυρωμένο ἀπὸ τὸ Ἱερὸ Βῆμα… ἔχει μεγάλη ἀξία νὰ δοῦμε ὀλίγα «σύμβολα νίκης», ὅπως αὐτὰ ὑπάρχουν κατατεθειμένα ἐντὸς τῶν Μηναίων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (εἰς τὸ Συναξάριον τῆς ἡμέρας).
Ἔχοντας ὡς ὁδηγὸ τὸ πνεῦμα τοῦ Ἀναστάσιμου Ἀπολυτίκιου τοῦ Γ’ Ἤχου: «Εὐφραινέσθω τὰ οὐράνια, ἀγαλλιάσθω τὰ ἐπίγεια, ὅτι ἐποίησε κράτος ἐν βραχίονι αὐτοῦ, ὁ Κύριος· ἐπάτησε τῷ θανάτῳ τὸν θάνατον…» (Ἀπόσπασμα), ποὺ σημαίνει «Ἂς εὐφραίνεται ὁ οὐράνιος κόσμος, καὶ ἂς πανηγυρίζουν ἀπὸ χαρὰ ὅλα τὰ ἐπίγεια. Διότι ὁ Κύριος, μὲ τὸν βραχίονά του κέρδισε μεγαλη νίκη, καταπάτησε δηλ. μὲ τὸν (σταυρικὸ) θάνατό Του τὸν θάνατο…», βρίσκουμε τὰ ἑξῆς παράδοξα «Σύμβολα Νίκης»:
1. Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Θεόδοτος (ξίφει τελειοῦται) κράζει μεγάλη τῇ φωνῇ: «…οὐκ ἀνέξομαι, λέγει, εἰ μὴ κεφαλὴν τοῦ Θεοῦ τμηθῶ χάριν», δηλ. δὲν θὰ ἀνεχθῶ τίποτα λιγότερο ἀπὸ τὸ νὰ μοῦ κόψετε τὸ κεφάλι χάριν τοῦ Ἐσταυρωμένου Κυρίου καὶ Θεοῦ μου Ἰησοῦ Χριστοῦ.
2. Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Σάϊς (ἐν θαλάσσῃ βληθείς, τελειοῦται.) κράζει καὶ βοᾶ: «Ἦλθον θαλάσσης εἰς βάθη, λέγει Σάϊς, Φυγὺν τὰ ποντίζοντα τῆς πλάνης βάθη», δηλ. προτίμησα νὰ μὲ παρασύρουν τὰ ρεύματα τῶν ποταμῶν στὰ βάθη τῆς θαλάσσης, κι ἔτσι νὰ ξεφύγω διὰ παντὸς ἀπὸ τὸν κίνδυνο νὰ βουλιάξω (πνευματικῶς καὶ ἠθικῶς) στὰ βάθη τῆς πλάνης τῶν ὀρθολογιστῶν.
3. Ὁ Ἅγιος Μάϊρος (αἰκιζόμενος τελειοῦται) ἂν καὶ «βασανιζόταν ἐπὶ ἑπτὰ ἡμέρες ἀπὸ τριάντα ἕξι στρατιῶτες διαδοχικὰ» κράζοντας ἔλεγε εἰς ἑαυτόν: «Μάϊρος ἐκραύγαζεν, ὤν ἐν αἰκίαις· Μὴ δειλιᾶς Μάϊρε· πλήττου, καὶ στέφου», δηλ. πρόσεχε μὴ νικηθεὶς ἀπὸ τὰ βασανιστήρια (σωματικὰ καὶ ψυχικὰ) καὶ χάσεις τὸ στεφάνι τῆς νίκης ποὺ ὁ Κύριος ἔπλεξε γιὰ σένα ἀπὸ τότε ποὺ ἅπλωσε τὰ χέρια του πάνω στὸν Σταυρό.
4. Ο Ἅγιος Μάρτυς Πανσόφιος, ἂν καὶ «τύπτεται σφοδρῶς» κερδίζει «τὸν διὰ μαρτυρίου στέφανον», ὁ δὲ ὑμνογράφος κράζει πρὸς αὐτόν: «Καὶ Πανσόφιον πλήξατε πλάνοι πλέον. Οὕτω γὰρ αὐτῷ πλέξατε πλείῳ στέφη», δηλ. τί πετύχατε ἐσεῖς οἱ πλανεμένοι, μὲ τὸ νὰ πλήξετε θανάσιμα τὸν δοῦλο τοῦ Θεοῦ καὶ μιμητὴ τοῦ πάθους τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, ἀπὸ τὸ νὰ τοῦ πλέξετε ἐπιπλέον στεφάνια;
5. Ἡ Ἁγία Μάρτυς Ξένη (πυρὶ τελειοῦται): «Ὁ Χριστὸς ἦλθε πῦρ βαλεῖν εἰς γῆν πάλαι, Ξένη τρέφουσα, καρτερεῖ τὸ πῦρ ξένως.»…
6. Τέλος, νὰ δοῦμε κι αὐτὸ τὸ παράδοξο «σύμβολο Νίκης», τῶν Ἁγίων μεγάλων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων (τῶν ἐν Σεβαστείᾳ τῇ πόλει μαρτυρησάντων), νὰ δοῦμε τὰ σαράντα στεφάνια τῆς νίκης ποὺ κατέρχονταν ἀπὸ τὸν Οὐράνο, προκειμένου νὰ ἐννοήσουμε ὅτι αὐτὸς ὁ θάνατος τῶν Ἁγίων Μαρτύρων εἶναι μία «μεγάλη» νίκη, νίκη δηλ. κατὰ τοῦ Διαβόλου, κατὰ τοῦ κόσμου καὶ κατὰ τοῦ (παλαιοῦ) ἀνθρώπου!
Ὁ Συναξαριστὴς λοιπὸν στὸν μὲν Στίχο σημειώνει: «Πληροῦμεν ὑστέρημά σου Σῶτερ πάθους Τεσσαράκοντα, συντριβέντες τὰ σκέλη», ὁ δὲ ὑμνογράφος τῆς τοῦ Ἑσπερινοῦ Ἀκολουθίας φανερώνει τί πρὸς ἀλλήλους ἔλεγαν οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες («Φέροντες τὰ παρόντα γενναίως, χαίροντες τοῖς ἐλπιζομένοις, πρὸς ἀλλήλους ἔλεγον», «Ρίπτοντες περιβόλαια πάντα, βαίνοντες ἀτρόμως εἰς λίμνην, πρὸς ἀλλήλους ἔλεγον», «Βλέποντες ὡς τρυφάς τὰς βασάνους, τρέχοντες πρὸς λίμνη κρυώδη, ὡς πρὸς θάλψιν ἔλεγον οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες»):
– «Μὴ γὰρ ἱμάτιον ἀποδυόμεθα; Ἀλλὰ τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον ἀποτιθέμεθα», δηλ. ὁδηγούμαστε, ἀδελφοί, στὸν σωματικὸ θάνατο. Ἀλλὰ μὴ δειλιάσουμε. Αὐτοὶ μὲν ἀφαίρεσαν τὰ ἱμάτιά μας καὶ γυμνούς μᾶς ἔριξαν στὰ παγωμένα νερά, ἀλλὰ ἐμεῖς ἂς ἐκμεταλλευτοῦμε τὴν εὐκαιρία νὰ νικήσουμε τὴ σάρκα, κι ἔτσι νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ αὐτὸ τὸ «φθαρτὸ ἱμάτιο»! «Διά Παράδεισον, ὅν ἀπωλέσαμεν, ἱμάτιον φθαρτόν, σήμερον μὴ ἀντισχώμεθα· δι’ ὄφιν ποτὲ φθοροποιὸν ἐνδυσάμενοι, ἐκδυσώμεθα νῦν διὰ τὴν πάντων ἀνάστασιν, καταφρονήσωμεν κρύους λυομένου, καὶ σάρκα μισήσωμεν, ἵνα τοὺς στεφάνους τῆς νίκης ἀναδησώμεθα, παρὰ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, καὶ Σωτῆρος τῶν ψυχῶν ἡμῶν». Καὶ πάλι «…μὴ φεισώμεθα φύσεως θνησούσης, ἐλώμεθα θάνατον, ἵνα τοὺς στεφάνους τῆς νίκης ἀναδησώμεθα, παρὰ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, καὶ Σωτῆρος τῶν ψυχῶν ἡμῶν»[Ταῖς αὐτῶν ἁγίαις πρεσβείαις, ὁ Θεὸς ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν.]
Ὅταν προσβάλλεται τὸ Θεανθρώπινον πρόσωπον τοῦ Χριστοῦ…
Ἀλήθεια, ἀδελφοί, μποροῦμε νὰ μιλᾶμε γιὰ «νίκη» τοῦ Διαβόλου ἔναντι τοῦ Χριστοῦ ἢ τῶν Μαρτύρων τῆς Ἐκκλησίας, ἔστω καὶ «στιγμιαία»; Πῶς εἶναι δυνατὸν Ὀρθόδοξος Χριστιανὸς καὶ μάλιστα Ἐπίσκοπος νὰ σκέφτεται ἔτσι; Ὁ Ἐπίσκ. Περιστερίου ἐπεκτείνοντας αὐτὴν τὴν πεπλανημένη συλλογιστική, θὰ μποροῦσε ἄνετα νὰ ἰσχυριστεῖ ὅτι ὁ διάβολος θριαμβολογεῖ καὶ ἐπὶ τοῦ μαρτυρίου τῶν Ἁγίων τοῦ Θεοῦ, λέγοντάς μας, γιὰ παράδειγμα: «Ἐδῶ, σὲ αὐτὴ τὴ θάλασσα/λίμνη, ὅπως βλέπετε, κατάφερα καὶ νίκησα τὸν Σάϊς/τοὺς Τεσσαράκοντα»! Αὐτή, ἀδελφοί, εἶναι ἡ πίστη τῆς Ἐκκλησίας; Αὕτη ἐστί ἡ διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων, τοῦτό ἐστι τὸ Πνεῦμα τῶν Ἁγίων Ὑμνογράφων τῆς Ἐκκλησίας μας; Ἐν τέλει ἰσοπεδώνοντας τὸν «ἐνσώματο Σταυρό» τοῦ Κυρίου Ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ τιμοῦμε ἢ προσβάλουμε βάναυσα αὐτὴν τὴν ἴδια τὴν Θριαμβεύουσα Ἐκκλησία; Ὑβρίζουμε τὴν θυσία τοῦ Χριστοῦ (τουτέστιν τὸ «Αἷμα Του»), ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν «σκηνὴ τῶν Ἁγίων» ὡς ἄλλοι Ἀντίχριστοι ἢ ὄχι;
Ἐν τέλει, ἡ ἄποψη περὶ «ἐνσώματου Σταυροῦ», τοῦ Περιστερίου, ποὺ δῆθεν εἶναι: ‘’σύμβολο τῆς νίκης τοῦ Διαβόλου ἐπὶ τοῦ Χριστοῦ’’, ἔχει ἢ ὄχι σχέση μὲ τοῦτο τὸ λόγο τοῦ π. Ἀθανασίου;
«Σήμερα», λέγει, «προσβάλλεται τὸ Θεανθρώπινο πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καὶ πρέπει ἐμεῖς νὰ γνωρίζουμε ποιὸς εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός… Διότι, ὅπως πολλάκις σᾶς ἔχω πεῖ, θὰ εἶναι ὁ τελευταῖος πειρασμὸς τῆς ἱστορίας. Δηλαδή, ἡ ἀμφισβήτηση τοῦ Θεανθρωπίνου προσώπου τοῦ Χριστοῦ. Τὸ λέγει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, εἶναι στὴν Ἀποκάλυψη, ἀλλὰ τὸ λέγει καί εἰς τὰ Εὐαγγέλια. ‘’Ἐκεῖ, ὅταν ἔλθω στὴ γῆ θὰ βρῶ τὴν Πίστη;’’ Καὶ ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ἐκεῖ στὴν Ἀποκάλυψη, εἶναι ὁ τελευταῖος πειρασμὸς καὶ μεγάλος, ὅταν μάλιστα θὰ ἐμφανιστεῖ ὁ Ἀντίχριστος, ὁ ὁποῖος θ’ ἀρχίσει νὰ δρᾶ καὶ νὰ ἐνεργεῖ κατὰ ἕνα τρόπο ποὺ πάμπολλοι ἄνθρωποι θὰ τὸν πιστέψουν. Ὅλη ἡ γῆ θὰ τὸν πιστέψει. Μόνον ἐκεῖνοι ποὺ εἶναι δεμένοι μὲ τὸ Θεανθρώπινο πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, αὐτοὶ δὲν θὰ τὸν πιστέψουν καὶ θὰ ποῦνε: “Αὐτὸς εἶναι ὁ Ἀντίχριστος!”. Δύο φορὲς ἀναφέρεται αὐτὸ στὴν Καινὴ Διαθήκη, ὅτι δέν [θὰ] μπορεῖς νὰ μετανοήσεις. Δέν [θὰ] εἶναι δυνατόν. Δέν [θὰ] εἶναι δυνατόν! Λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος πρὸς Ἑβραίους: Ἐάν, λέγει, ὕβρισες τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ ποὺ σὲ καθάρισε, πρέπει νὰ ὑπάρξει κάποιο σοῦπερ αἷμα, πιὸ πάνω ἀπ’ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ καθαρίσει τὴν ἁμαρτία σου. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει “σοῦπερ αἷμα”. Εἶναι τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ! Γι’ αὐτὸ πολὺ προσοχὴ ἀγαπητοί μου, πολὺ προσοχὴ νὰ διατηρήσουμε τὴν Πίστη μας στὸ Θεανθρώπινο πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ἕως ἐσχάτων μας καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς ἱστορίας, ὅποιος βρεθεῖ νὰ εἶναι στὰ ἔσχατα τῆς ἱστορίας.» [3]
Πτολεμαΐδα 9 Μαρτίου 2026
Σημειώσεις:
[*] youtube.com [1] tasthyras.wordpress.com [2] «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΣΠΙΘΑ», Ἀπρίλιος 1955, Ἀριθμὸς φύλλου 169 [3] youtube.com