Διηγήματα τοῦ Φιλήμονα γιά νέους καί μεγάλους
Ὁ Γιῶργος καί ἡ Ἀντιγόνη ἦταν νέοι γονεῖς. Ὁ γιός τους, ὁ Ἀνδρέας, ἦταν δέν ἦταν δύο χρονῶν. Γενικότερα θά χαρακτηρίζονταν ὡς ἥσυχο παιδί. Τό νέο ζευγάρι, μόλις ἔμαθε ὅτι θά φέρει στόν κόσμο ἕναν νέο ἄνθρωπο, μέ, ἴσως ὄψιμο[1], αἴσθημα εὐθύνης, ἔπεσε μέ τά μοῦτρα στή μελέτη παιδαγωγικῶν βιβλίων. Εἶχαν οἱ δυό τους ἀπό τήν ἀρχή συναποφασίσει νά μεγαλώσουν τό παιδί τους μέ ἀρχές καί νά μήν ὑποχωροῦν στίς ἀπαιτήσεις του. Δύσκολο τό ἔργο τοῦ γονέα. Ἀπαιτεῖ ἀγάπη, θυσία, ὑπομονή, κούραση, καί κάποιες φορές, γερά νεῦρα!
***
Ἕνα ἀνοιξιάτικο πρωινό, ἡ Ἀντιγόνη εἶχε βγεῖ στήν ἀγορά. Ὁ μικρός Ἀνδρέας ἤδη περπατοῦσε. Διέσχιζαν τόν πεζόδρομο μέ τά καταστήματα, ὅταν τό μικρό ἀγόρι εἶδε ἕνα αὐτοκινητάκι, πού ὅπως φαίνονταν τό ἤθελε μανιωδῶς. Ἄρχισε νά φωνάζει, νά χτυπιέται, νά κρατᾶ ἀντίσταση στό τράβηγμα τῆς μητέρας του. Ἡ Ἀντιγόνη δέν θυμόταν νά εἶχε ξανασυμβεῖ τέτοιο ἀνάλογο περιστατικό. Εἶχε ἀρχίσει νά ἱδρώνει, νά στεναχωριέται, ν’ ἀναστατώνεται, ν’ ἀπελπίζεται. Δέν εἶχε σκοπό νά τοῦ τό ἀγοράσει, καθώς μέ τόν ἄντρα της εἴχανε συμφωνήσει αὐτή τήν κοινή γραμμή. Καί δῶσ’ του τραβοῦσε ἡ Ἀντιγόνη, δῶσ’ του ἀντιστέκονταν κι ὁ μικρούλης Ἀνδρέας. Πέραν ἀπό τήν ἀναστάτωσή της, διαπίστωσε ὅτι ἄρχισαν νά γίνονται καί θέαμα τῶν περαστικῶν πού γύριζαν, κυρίως περίεργοι, τά κεφάλια τους καί ἄρχιζαν τίς πεζοδρομιακές συζητήσεις. Ἄλλοι ἔλεγαν γιά τό ἀνάγωγο μικρό πού ἀκόμη δέν «βγῆκε ἀπό τό αὐγό του», καί ἄλλοι γιά τήν κακιά μάνα, πού συμπεριφέρεται ἔτσι, μέ αὐταρχικότητα στό παιδί.
Κάποια στιγμή βρέθηκαν μπροστά στό κατάστημα πού διατηροῦσε μία θεία τῆς Ἀντιγόνης. Ἡ θεία ἄκουσε τίς τσιρίδες τοῦ μικροῦ καί βγῆκε στήν πόρτα.
-Γιατί κλαίει κορίτσι μου τό μωρό; Ρώτησε ἀνήσυχη ἡ θεία Καλλιρρόη.
-Ἄσε θεία, θέλει νά τοῦ ἀγοράσω ἕνα αὐτοκινητάκι. Γι’ αὐτό κάνει ἔτσι...
-Δέν κάνει παιδί μου νά κλαίει τό μωρό, θά πάθει τίποτε ἀπό τό κακό του...
Καί χωρίς νά ρωτήσει ἡ θεία, ἁρπάζει τόν Ἀνδρέα ἀπό τό χεράκι καί τοῦ λέει:
-Ἔλα παιδάκι μου, ἔλα νά μοῦ δείξεις ποιό αὐτοκινητάκι θέλεις...
Ἡ Ἀντιγόνη ἔμεινε σύξυλη νά τούς κοιτάζει. Δέν συμφωνοῦσε μέ αὐτό πού ἔκανε ἡ θεία της, ἀλλά τί νά κάνει; Τί νά πεῖ; Ἔμεινε ἄναυδη νά τούς κοιτάζει.
***
Ἀφοῦ τοῦ ἀγόρασε τό αὐτοκινητάκι πού τόσο ποθοῦσε, ὁ μικρός Ἀνδρέας, ἥσυχος, χαρούμενος, μέ ἕνα νικηφόρο βλέμμα, ἀγκάλιαζε τό λάφυρό του. Ἄν καί μιά σταλιά μικρό, κατάλαβε ὅτι μέ τό πεῖσμα μπορεῖ νά περνάει τό δικό του. Ἔπιασε τήν μαμά του καί συνέχισαν γιά τό σπίτι, ἀμίλητοι καί οἱ δυό.
***
Δέν πέρασε πολύ ὥρα, γύρισε στό σπίτι καί ὁ Γιῶργος. Εἶδε τήν γυναῖκα του ἀναστατωμένη καί ἐλαφρῶς ἀναψοκοκκινισμένη. Δέν μποροῦσε νά ἡσυχάσει.
-Τί συμβαίνει Ἀντιγόνη, ὅλα καλά;
-Ἄσε Γιῶργο..., καί ἐξιστόρησε ὅλα ὅσα διαδραματίσθηκαν πρίν ἀπό λίγη ὥρα.
Ὁ Γιῶργος, ἀφοῦ ἄκουσε αὐτά πού τοῦ εἶπε ἡ Ἀντιγόνη, πῆρε τό αὐτοκινητάκι καί τό «ἐξαφάνισε». Ὁ μικρός Ἀνδρέας δέν τό ξαναεῖδε ποτέ ἀπό τότε· καί ἀπό τότε, δέν ξαναζήτησε ποτέ τίποτε ἄλλο... Ὅπως ἔλεγε καί ἕνας ἅγιος ἄνθρωπος, «ὅποιος φανεῖ ἔστω καί μιά φορά ἐλαστικός στά καπρίτσια τοῦ παιδιοῦ του, θά εἶναι πάντα ‘‘δοῦλος’’ στίς ἰδιοτροπίες του».
