Ψυχοφελή

Ἱερώνυμος Σιμωνοπετρίτης

Η ΥΠΟΨΗΦΙΑ ΜΟΝΑΧΗ

Μιά μοναχή διηγεῖται τά ἑξῆς, γιά τόν πνευματικό παπα-Ἱερώνυμο, τόν προηγούμενο τῆς Ἱ. Μονῆς Σιμωνόπετρας, πού ἐξωμολογοῦσε στόν ναό τῆς θ. Ἀναλήψεως στήν Ἀθήνα: «Γνώριζα τόν γέροντα ἀπό τό 1934, ὅταν ἤμουν μικρό παιδί. Δέν τοῦ εἶχα πεῖ ποτέ ὅτι θά γίνω μοναχή, διότι δέν τό εἶχα σκεφθῆ ἀκόμη ἀφ’ ἑνός καί ἀφ’ ἑτέρου διότι εἶχα μεγάλο πόλεμο ἀπό τό σπίτι μου. Δέν μέ ἄφηναν οὔτε στήν ἐκκλησία νά πάω. Πολλές φορές πήγαινα κρυφά καί στόν γέροντα καί στήν ἐκκλησία. Πῆγα μιά φορά, πού εἶχα παρεξηγηθῆ μέ τήν ἀδελφή μου, νά ἐξομολογηθῶ καί τοῦ εἶπα: – Γέροντα, σήμερα μάλωσα μέ τήν ἀδελφή μου. »Τότε ἐκεῖνος μέ σοβαρό, ἀλλά καί καλωσυνᾶτο ὕφος μοῦ λέει: – Ἐσύ πού θά γίνης μοναχή, κάνει νά μαλώνης καί νά θυμώνης μέ τήν ἀδελφή σου, ἐνῶ πρέπει νά τήν προσέχης καί νά τῆς μιλᾶς μέ ἀγάπη; – Ἐγώ δέν θά γίνω μοναχή, τοῦ ἀπήντησα. Ποτέ δέν ἔχω σκεφθῆ τέτοιο πρᾶγμα. – Μοναχή θά γίνης! μοῦ ἐπανέλαβε.

»Μιά φορά μέ χτύπησε ὁ πατέρας μου μέ τό καμουτσίκι τοῦ ἀλόγου πού εἴχαμε, γιατί πῆγα στήν ἐκκλησία. Τό πρωί τῆς ἄλλης ἡμέρας πῆγα νά δῶ τόν γέροντα, κρυφά βέβαια ἀπό τό σπίτι μου. Εἶχε λειτουργία. Μόλις τελείωσε, πῆγα νά πάρω ἀντίδωρο καί ὁ γέροντας μέ ρώτησε: – Πῶς πῆγε τό ξύλο τοῦ πατέρα σου μέ τό καμουτσίκι; »Ἐγώ ντράπηκα καί, ἐπειδή ἦταν κι ἄλλες ἐκεῖ, εἶπα: – Δέν μέ χτύπησε ὁ πατέρας μου, ἔπεσα καί χτύπησα. »Καί πάλι λέει ὁ γέροντας: – Καλά, κάθησε τώρα νά φᾶς καί θά τά ποῦμε. »Σημειωτέον ὅτι ἤμουν τότε καί νηστική, γιατί δέν μέ ἄφησαν τήν προηγούμενη νά φάω στό σπίτι. Ἤμουν τιμωρημένη. »Πολλές φορές εἴδαμε τόν γέροντα κατά τήν θ. λειτουργία νά μήν πατάη στή γῆ! Νά εἶναι μιά σπιθαμή πάνω, μπροστά στήν ἁγία Τράπεζα. Ἄν σήμερα εἶμαι στερεωμένη στήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ μας, τό χρεωστῶ στήν ἁγιωσύνη του».

 

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΣΕΡΑΦΕΙΜ – ΧΑΡΙΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΧΑΡΙΣΜΑΤΟΥΧΟΙ – Ἀνθολογία χαρισματικῶν ἐκδηλώσεων – ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ – ΕΚΔΟΣΙΣ Δ΄ – ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 1990