Πεντηκοστιανοί & "χαρισματικοί"

Η ΖΩΗ ΣΕ ΜΙΑ ΑΙΡΕΣΗ

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΜΙΑΣ

ΠΡΩΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΙΑΝΗΣ

 

εἰσαγωγικὸ ἀπὸ entaksis:       Ἡ συγγραφέας αὐτῆς τῆς μαρτυρίας κατέληξε, ὅπως συμβαίνει συχνὰ μὲ ὅσους ἐξέρχονται ἀπὸ παρόμοιες κοινότητες, μακριὰ ἀπὸ κάθε θρησκεία. Γράφει ὅτι ζεῖ πλέον σὲ «σπίτι ἀπαλλαγμένο ἀπὸ θρησκεία» καὶ δηλώνει ὅτι, ἂν ὁ Θεὸς ἀπαντήσει, θὰ ἀρνηθεῖ. Ἡ πορεία της δείχνει τὴν ἐξάντληση ποὺ γεννᾶ ἕνα σύστημα πνευματικῆς πίεσης.  Ἡ βαθύτερη ζημιὰ μιᾶς αἵρεσης ἀγγίζει τὴν ἴδια τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν ἄνθρωπο. Ἡ συγγραφέας ἀπορρίπτει τὴν παραμορφωμένη εἰκόνα ποὺ γνώρισε. Τῆς μίλησαν γιὰ ἕναν Θεὸ ποὺ σιωπᾷ ὅταν ὁ ἄνθρωπος κλαίει, γιὰ ἕναν Θεὸ ποὺ θέτει ὡς προϋπόθεση ἐμπειρίες καὶ ἐκδηλώσεις, γιὰ ἕναν Θεὸ ποὺ κρατᾷ τὸν ἄνθρωπο μικρό.

Αὐτὴ ἡ εἰκόνα δὲν ταυτίζεται μὲ τὸν Χριστὸ τῶν Εὐαγγελίων. Ὁ Χριστὸς πλησιάζει ὅσους νιώθουν ἀνάξιοι καὶ τοὺς ἀποκαθιστᾷ. Ἡ γυναίκα ποὺ ἄγγιξε τὸ ἄκρο τοῦ ἱματίου Του ἔλαβε θεραπεία μὲ μία πράξη ἐλπίδας. Ὁ Ζακχαῖος δέχθηκε τὴν παρουσία Του στὸ σπίτι του. Ἡ Σαμαρείτιδα ἄκουσε ἀπὸ τὰ χείλη Του τὴν ἀποκάλυψη τῆς ἀληθείας. Ἡ πρόσκληση ἀπευθύνεται σὲ ὅλους. Ἡ Ἐκκλησία διατηρεῖ αὐτὴν τὴν εἰκόνα ζωντανή. Ἡ θεία Λειτουργία ἀρχίζει μὲ τὴν ἀναγγελία τῆς Βασιλείας. Ἡ ἁγιότητα βιώνεται ὡς δωρεὰ τῆς Χάριτος. Τὰ μυστήρια λειτουργοῦν ὡς ἰατρεία γιὰ τὴν ψυχή. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος χαρακτήρισε τὴν Ἐκκλησία «ἰατρεῖον» ψυχῶν.

Ὅσοι ἐξέρχονται ἀπὸ τὸν Πεντηκοστιανισμὸ συχνὰ φέρουν μέσα τους ἕνα τραῦμα καὶ μία παραμορφωμένη εἰκόνα Θεοῦ. Ἡ μαρτυρία αὐτὴ ἀποτελεῖ ὑπενθύμιση τοῦ πόσο ἀναγκαία εἶναι ἡ ἀληθινὴ πνευματικὴ παρηγορία καὶ ἡ ἔμπρακτη ἀγάπη. «Ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς» (Ἰω. 8,32). Ἡ ἐλευθερία αὐτὴ εἶναι δρόμος θεραπείας.

 

 

τῆς Sparrow — 13 Σεπτεμβρίου 2024

   Μερικὲς φορές, χωρὶς νὰ τὸ περιμένω, μὲ πιάνει ἡ αἴσθηση ὅτι ἔχω ταξιδέψει πίσω στὸν χρόνο. Ἡ ἀνάμνηση εἶναι τόσο ζωντανή, σὰν νὰ βρίσκομαι πάλι μέσα στὸ παιδικό μου σῶμα.

Τὴν τελευταία φορὰ ποὺ συνέβη αὐτό, θυμήθηκα τὴν ἐκκλησία ὅπου μεγάλωσα. Μύρισα τὰ ξύλινα στασίδια, τὴν ἐλαφριὰ μυρωδιὰ χλωρίου ἀπὸ τὴν κολυμπήθρα τοῦ βαπτίσματος, καὶ μία πηχτὴ, ἀποπνικτικὴ στρώση ἀπὸ ἄρωμα καὶ λακ μαλλιῶν. Ἔκανε πάντα ζέστη ἐκεῖ μέσα, μία ὑπερβολικὴ ζέστη ποὺ μὲ τύλιγε. Τὸ δέρμα μου ἦταν ὑγρό, ἀκόμη καὶ τοὺς χειμερινοὺς μῆνες.

Ἡ μητέρα μου καθόταν δίπλα μου, φορώντας τὴ μακριὰ μαύρη φούστα της, τὴ ριχτὴ μπλούζα κουμπωμένη ὡς ἐπάνω καὶ τὰ μαλλιὰ της μαζεμένα σὲ κότσο, μὲ τὸ μπροστινὸ μέρος ἄψογα φουσκωμένο. Ἔμοιαζε μὲ αὐτὸ ποὺ μοῦ εἶχαν μάθει ὅτι εἶναι καὶ πρέπει νὰ εἶναι μία γυναίκα· σκεπαστή, θηλυκή, χωρὶς μακιγιάζ, ἀφοσιωμένη στὴν οἰκογένειά της. Περνοῦσα τὰ δάχτυλά μου πάνω ἀπὸ τὰ μακριά, προσεγμένα νύχια της καὶ σκεφτόμουν: «Ὤ, εἶναι τόσο ὄμορφη σὲ ὅλα. Ξέρουν ἆρά γε πόσο ὄμορφη εἶναι ἡ μητέρα μου;» Καθὼς ὅμως ἡ μουσικὴ καὶ τὸ πλῆθος δυνάμωναν, αὐτὴ ἡ σκέψη χανόταν στὸ βάθος τοῦ μυαλοῦ μου.

Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς λατρείας, οἱ ἄνδρες φώναζαν δυνατά καὶ οἱ γυναῖκες ἔκλαιγαν φανερά. Τους κοιτοῦσα ὥρες ὁλόκληρες. Κάθε Κυριακή αὐτὸ συνέβαινε, καὶ κάθε φορά χρειαζόμουν λίγα λεπτά γιὰ νὰ συνέλθω ἀπὸ τὸ ἀρχικὸ σοκ τοῦ νὰ βλέπω ἐνήλικες νὰ συμπεριφέρονται ἔτσι. Οἱ ἦχοι ποὺ ἔβγαζαν ἦταν σπαρακτικοί, καὶ οἱ λέξεις ποὺ ξεστόμιζαν ἦταν λέξεις ποὺ δὲν εἶχα ἀκούσει ποτὲ ἔξω ἀπὸ τὴν ἐκκλησία. Δὲν καταλάβαινα τί πραγματικὰ σήμαιναν.

Ἔτσι δημιουργήθηκε ἕνας κύκλος κακοποίησης ποὺ, μὲ τὸν καιρό, ἔμαθα νὰ τὸν λαχταρῶ.

ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΕΖΗΣΑ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΟΠΩΣ ΟΙ ΑΛΛΟΙ

Ὅταν ἔγινα ὀκτὼ ἢ ἐννέα χρονῶν, ἤθελα νὰ βρίσκομαι στὸ κέντρο αὐτῆς τῆς ἐμπειρίας. Κάθε ἑβδομάδα πήγαινα μπροστά, στὴν ἐξέδρα, γιατί αὐτὸ θεωροῦνταν βασικὸ στοιχεῖο γιὰ νὰ εἶσαι καλὸς χριστιανός, καὶ μετανοοῦσα γιὰ τὶς ἁμαρτίες μου. Ἀκόμη καὶ σὲ τόσο μικρὴ ἡλικία πίστευα ὅτι ἔπρεπε νὰ καθαρίζομαι ἀπὸ κάθε κοσμικὴ ἐπιρροὴ ποὺ εἶχα δεχθεῖ μέσα στὴν ἑβδομάδα. Μοῦ εἶχαν περιγράψει αὐτὴν τὴν πράξη ὡς ἐλευθερία καὶ ἀγάπη, ὡς μία αἴσθηση ζεστασιᾶς καὶ ἁγιότητας. Ἡ προσδοκία αὐτῆς τῆς ἐμπειρίας μὲ γέμιζε ἐνθουσιασμό.

Κάθε Κυριακὴ βράδυ ἀνέβαινα ἐκεῖ μὲ ἀπελπισμένη ἐλπίδα ὅτι αὐτὴ θὰ ἦταν ἡ στιγμὴ ποὺ ἐπιτέλους θὰ ἔνιωθα τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ὅτι θὰ μιλοῦσα κι ἐγὼ ἐκεῖνη τὴ μυστηριώδη γλώσσα ποὺ μᾶς ἔλεγαν ὅτι ὁ Θεὸς χαρίζει ὡς δῶρο σ᾿ ὅσους εἶναι πραγματικὰ ἐνωμένοι μαζί Του. Στεκόμουν μὲ τὰ χέρια ψηλὰ καὶ τὶς παλάμες στραμμένες πρὸς τὴν ὀροφή. Προσευχόμουν λέγοντας: «Θεέ μου, ξέρω ὅτι εἶμαι ἁμαρτωλή. Μετανοῶ καὶ ζητῶ τὴ συγχώρεσή Σου». Ἔλεγα ὅτι Τὸν ἀγαπῶ καὶ ἱκέτευα. Ἔκλαιγα τόσο πολὺ ποὺ τὰ χείλη μου ξεραίνονταν καὶ ἡ μύτη μου βούλωνε. Τὰ βλέφαρά μου κοκκίνιζαν καὶ πρήζονταν. Ἀπάντηση δὲν ἐρχόταν ποτέ.

Ἄφηνα ἐνήλικες ἄνδρες νὰ ἀκουμποῦν τὰ χέρια τους στὸ κεφάλι καὶ τοὺς ὤμους μου καὶ νὰ φωνάζουν αὐτὴ τὴν ἀκατανόητη γλώσσα μπροστά στὸ πρόσωπό μου. Ἡ καυτὴ ἀναπνοή τους ἔκαιγε τὸ δέρμα μου. Τὸ κράτημά τους ἦταν σφιχτό, καὶ ἡ ἔντασή τους διαπερνοῦσε τὸ σώμα μου. Ὁ κύκλος ἐπαναλαμβανόταν. Ἔκλαιγα. Μετανοοῦσα. Ἔπαιρνα σιωπή. Ρωτοῦσα τὸν ἑαυτό μου: «Γιατί δὲν ἤμουν ἄξια αὐτὴ τὴ φορά; Γιατί δὲν εἶμαι ἔτοιμη;»

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΜΕ ΕΚΑΝΕ ΝΑ ΝΙΩΘΩ ΑΝΑΞΙΑ ΚΑΙ ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ

Αὐτὲς οἱ ἐμπειρίες μὲ διαμόρφωσαν σὲ μία γυναίκα ποὺ ταίριαζε στὴν εἰκόνα ποὺ θεωροῦσαν ὡς ἀληθινὴ θηλυκότητα. Ἔμαθα νὰ μένω μικρή. Ἔγινα ὁ ὑπηρέτης τῶν προσδοκιῶν τους, φεύγοντας κάθε ἑβδομάδα μὲ ἕνα αἴσθημα πνευματικῆς πείνας. Ἡ ἀγάπη ἔγινε μία συναλλακτικὴ σχέση. Ἀγάπη σήμαινε ὑπακοὴ χωρὶς ἀνακούφιση. Ἀγάπη σήμαινε νὰ προσπαθεῖς νὰ χωρέσεις σὲ μία εἰκόνα ποὺ δὲν εἶχες ἐπιλέξει ἐσύ. Ἡ ἀξία μου ἐξαρτιόταν ἀπὸ τὸ πόσο μὲ ἔκαναν νὰ νιώθω ἀποδεκτή ὁ ἡγέτης μου καὶ ὁ Θεὸς ὅπως μὲ τὸν εἶχαν παρουσιάσει.

Ἔφτιαξα ἕναν ρόλο καὶ τὸν ὑποδυόμουν μὲ προσοχή. Ἐπέλεγα ἄνδρες ποὺ ἀντικατόπτριζαν τὴ σχέση ποὺ εἶχα μάθει νὰ ἔχω μὲ τὸν Θεό. Ὀνειρευόμουν νὰ παντρευτῶ, νὰ ἀποκτήσω πολλά παιδιά καὶ νὰ συνεχίσω τὸν κύκλο. Ἔβλεπα τὸν κόσμο μέσα ἀπὸ ἕναν μονόχρωμο τρόπο ζωῆς. Τὸ σωστὸ καὶ τὸ λάθος ἦταν ἀπόλυτα διαχωρισμένα. Ἔνιωθα ὅτι δὲν μπορῶ νὰ ἐμπιστευθῶ τὸν ἑαυτό μου καὶ προσπαθοῦσα νὰ δουλεύω ἀδιάκοπα γιὰ νὰ καταπνίξω τὴ φωνὴ ποὺ ἀμφισβητοῦσε.

Ἡ ζωή μου ἦταν ἕνας συνεχὴς πόλεμος μὲ τὴν ἠθική. Φόβος γιὰ τὴν ἁρπαγή, γιὰ τοὺς δαίμονες, γιὰ τὴν κόλαση. Ἔνα κομμάτι μέσα μου φώναζε νὰ φύγω. Κρατοῦσα τὴν πόρτα κλειστὴ. Πίστευα ὅτι ἡ ζωὴ σημαίνει νὰ παλεύεις καὶ νὰ ὑποφέρεις γιὰ νὰ ὑπηρετεῖς τὸν Κύριο μέχρι τέλους.

ΤΟ ΤΡΑΥΜΑ ΜΟΥ ΜΕ ΘΥΜΙΖΕΙ ΝΑ ΜΗΝ ΕΠΑΝΑΛΑΒΩ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἀνακούφιση. Μεγάλωσα. Ἔπαψα νὰ φιμώνω τὶς ἐρωτήσεις μου. Γνώρισα κάποιον ποὺ ἀμφισβήτησε μαζὶ μου αὐτὴν τὴ ζωή καὶ μὲ βοήθησε νὰ βρῶ τὴ δύναμη νὰ φύγω.

Ἔχω μάθει νὰ ἐπιστρέφω στὸ παρόν, στὸ σώμα τῆς τριαντάχρονης ποὺ εἶμαι σήμερα, καθισμένη στὸ σπίτι μου, ἀπαλλαγμένη ἀπὸ θρησκευτικοὺς φόβους, μὲ τὴν ὄμορφη οἰκογένειά μου. Ἡ ἀγάπη ποὺ δίνω καὶ λαμβάνω κυλάει ἐλεύθερα. Ἡ προσευχὴ ἔχει γίνει γλυκὸς ψίθυρος ἐλπίδας μεταξὺ ἀνθρώπων ποὺ νοιάζονται ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλον.

Ὑπάρχει πάντοτε ἕνα πέπλο πάνω μου ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ χρόνια. Μαθαίνω νὰ ζω μὲ αὐτό, σὰν ἕνα μικρὸ, μόνιμο σημάδι. Μοῦ δίνει ἱστορίες γιὰ νὰ μοιράζομαι καὶ μὲ βοηθᾷ νὰ θυμᾶμαι πῶς δὲν θὰ μεταχειριστῶ ποτέ κανέναν, οὔτε θὰ μεγαλώσω τὰ παιδιά μου μὲ τὸν ἴδιο τρόπο. Εἶναι ἕνα διαρκὲς παράδειγμα αὐτοῦ ποὺ δὲν ἤμουν καὶ δὲν θέλω νὰ γίνω. Γι᾿ αὐτὸ εἶμαι εὐγνώμων.

Καὶ ἂν ὁ Θεὸς ἀπαντήσει κάποτε, νομίζω ὅτι θὰ πῶ: «Ὄχι, εὐχαριστῶ».

 

ΠΗΓΗ: Πρωτότυπο ἄρθρο: Sparrow, “Life in a Cult: Memories From an Ex-Pentecostal”, Narratively, 13 Σεπτεμβρίου 2024: https://narratively.com/life-in-a-cult-memories-from-an-ex-pentecostal