«Πνευματική φαρέτρα τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ»
Οἱ Προτεστάντες λέγουν ὅτι Ἐκκλησία σημαίνει συνάθροισις, κοινωνία ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν στόν Χριστό.
Οἱ Ὀρθόδοξοι τούς ἀπαντοῦμε: Κατά τόν μεγάλο θεολόγο π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό Σῶμα τοῦ Ζῶντος Θεοῦ, Ἔθνος ἅγιον, οἰκοδομή ἁγία, κοινωνία θεώσεως. Εἶναι ὁ Λυτρωτής Χριστός, ἡ Μητέρα τοῦ Λυτρωτῆ καί οἱ Φίλοι τοῦ Λυτρωτῆ. Ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι ἁπλῶς μία συνάθροισις, ἕνα μπουλοῦκι ἀνθρώπων μέ μόνο χαρακτηριστικό τήν πίστι στόν Χριστό. Εἶναι ἐπί πλέον ὠργανωμένη κοινωνία μέ Ἀποστόλους, Ἐπισκόπους, Πρεσβυτέρους, διακόνους καί Λαό. Εἶναι Θεανθρώπινος ὀργανισμός μέ Κεφαλή τόν Χριστό καί μέλη ὅσους πιστεύουν στήν διδασκαλία της καί εἶναι βαπτισμένοι στό Ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἰδού τί λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Προσέχετε ἑαυτοῖς καί παντί τῶ ποιμνίω, ἐν ὧ ὑμᾶς τό Πνεῦμα τό Ἅγιον ἔθετο ἐπισκόπους ποιμαίνειν τήν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ, ἥν περιποιήσατο διά τοῦ αἵματος τοῦ ἰδίου". (Πράξ.20,28). Ἀπό τότε μᾶς εἶναι γνωστοί οἱ βαθμοί της ἱερωσύνης, τούς ὁποίους ἀρνοῦνται οἱ Προτεστάντες. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στήν πρός Φιλιππησίους ἐπιστολή του γράφει (1,1) «σύν ἐπισκόποις καί διακόνοις». Στή Α΄πρός Τιμόθεον 3,2 ὁρίζει τά προσόντα τῶν διακόνων.
Στήν Α΄πρός Τιμόθ. 4,22 καί στήν πρός Τίτ.1,6 λέγει στούς μαθητάς του νά ἐγκαθιστοῦν νέους κληρικούς μέ χειροτονία καί πολλή προσοχή: Χεῖρας ταχέως μηδενί ἐπιτίθει» καί στόν Τίτο: «ἵνα καταστήσῃ κατά πόλιν πρεσβυτέρους» ἀσφαλῶς καί διακόνους.
Ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι μέσῳ τῆς Ἀποστολικῆς διαδοχῆς, ἡ ὁποία ξεκινᾶ ἀπό τούς Ἀποστόλους καί φθάνει, μέχρι σήμερα, ἔχουμε αὐτούς τούς τρεῖς βαθμούς τῆς Ἱερωσύνης καί εἴμεθα ὀργανωμένη Ἐκκλησία.
Οἱ προτεσταντικές Κοινότητες ἐμφανίσθηκαν γιά πρώτη φορά περί τό Ι530. Γι᾿ αὐτούς δέν ὑπῆρχε λοιπόν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, πρίν ἀπ᾿ αὐτή τήν χρονολογία;
Ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι τούς ἐρωτοῦμε: Εἶναι δυνατόν νά μήν ὑπῆρξε ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἀπό τήν ἡμέρα ἐπιφοιτήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στούς Ἀποστόλους της καί λοιπούς μαθητάς; Καί πῶς ἐξηγεῖται ὁ λόγος τοῦ Κυρίου «Καί πῦλαι Ἅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς» (Ματθ.16, 18);
Καθεμία προτεσταντική Κοινότης διεκδικεῖ τό πρωτεῖο ὅτι αὐτή κατέχει τήν Ἀλήθεια καί καμμία ἄλλη.
Ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι τούς ἀπαντοῦμε ὅτι μόνο ἡ Μία Ἐκκλησία πού ἄφησε ἐξ ἀρχῆς στόν κόσμο ὁ Χριστός κατέχει ὁλόκληρη καί ἀνόθευτη τήν Ἀλήθεια καί θά τήν κρατήση στούς αἰῶνες. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στήν Α΄Τιμοθ. 3,15 λέγει ὅτι ἡ ἐκκλησία τοῦ ζῶντος Θεοῦ εἶναι στῦλος καί ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας». Ὁ Κύριος δίνει τόση σημασία στήν Ἐκκλησία, ὥστε λέγει: «Ἐάν ὁ ἀδελφός σου παρακούση τῆς Ἐκκλησίας, ἔστω σοι ὥσπερ ὁ ἐθνικός καί ὁ τελώνης» (Ματθ. Ι8,17), δηλαδή κάποιον πού δέν ὑπακούει στήν Ἐκκλησία νά τόν ἀποφεύγωμεν, ὅπως ἀπέφευγον οἱ Ἰουδαῖοι τούς ἁμαρτωλούς τελῶνες καί τούς ἀσεβεῖς εἰδωλολάτρες.
Ἠ Ἐκκλησία μας λοιπόν ἔχει τά ἑξῆς τρία χαρακτηριστικά, τά ὁποῖα δέν ἔχει καμμία ἀπό τίς προτεσταντικές Κοινότητες. Δηλαδή εἶναι ὀργανωμένη χριστιανική κοινωνία, ἔχει τό ἀκατάλυτον καί ἔχει τό πλήρωμα τῆς ἀληθείας.
Οἱ Προτεστάντες δέν παραδέχονται τήν ὁρατή μορφή τῆς Ἐκκλησίας ἀλλά μόνο τήν ἀόρατη. Γιατί μᾶς λέγουν, ὅτι δέν μποροῦν νά δεχθοῦν μία ἐκκλησία πού τά μέλη της εἶναι μεγάλοι ἁμαρτωλοί καί ἐγκληματίες. Τήν γνώμη τους αὐτή τήν στηρίζουν στό χωρίο (Ἐφεσ.5,27). Ἐκεῖ ἡ Ἐκκλησία γιά μένα λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, εἶναι ἔνδοξη «μή ἔχουσα σπῖλον ἤ ρυτίδα ἤ τί τῶν τοιούτων, ἀλλ᾿ ἵνα ἦ ἁγία καί ἄμωμος» Μᾶς λέγουν λοιπόν τέτοια ἐκκλησία εἶναι μόνο ἡ ἀόρατη, τῆς ὁποίας τά μέλη γνωρίζει μόνο ὁ Θεός καί ἐκεῖ ἀγωνίζονται νά μήν ἔχουν κάποιο σπῖλο καί ρυτίδα ἀσχέτως σέ ποιά ἐκκλησία ἀνῆκαν.
Συνοπτικά μᾶς λέγουν: α) Ἡ ἐκκλησία νά εἶναι ἀόρατη, β) τά μέλη της νά εἶναι ἄμωμα καί γ) νά εἶναι ἀδιάφορη στίς αἱρέσεις.
Ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι ἀπαντοῦμε μέ τήν σειρά μας. Ὅταν ὁ Κύριος ἀναφέρεται συμβουλευτικά στήν ἀδελφική ἀγάπη τῶν Χριστιανῶν, τούς λέγει: «Εἰπέ τῇ ἐκκλησία» (Ματθ.Ι8, Ι7). Τί σημαίνει αὐτό; ὅτι ὑπάρχει ὁρατή ἐκκλησία. Ὅταν ὁ Κύριος δίνει βαθμούς Ἱερωσύνης στούς Ἀποστόλους Του, γιά ποιόν σκοπό τό κάνει; Ὄχι γιά νά ὑπηρετήσουν τά ἐπί τῆς γῆς μέλη τῆς Ἐκκλησίας Του; Ὅταν οἱ Ἀπόστολοι χειροτονοῦσαν τούς μαθητάς τους στίς ἐπί μέρους καί κατά τόπους ἐκκλησίες, ἀσφαλῶς τούς χειροτονοῦσαν γιά τό ἐπίγειο ἔργο τῆς ὁρατῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ὅλοι ἐμεῖς οἱ χριστιανοί δέν εἴμεθα μόνο ψυχή, ἀλλά καί σῶμα. Ποῦ λοιπόν θά κατοικῆ τό σῶμα μας; Ἡ ὁρατή λοιπόν μορφή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ ἐπί γῆς καί περιλαμβάνει τούς πιστούς πού ἀγωνίζονται νά νικήσουν τίς δυνάμεις τοῦ νοητοῦ ἐχθροῦ. Κατόπιν διά τοῦ θανάτου θά μεταβοῦν στήν ἀόρατη μορφή, τήν λεγομένη θριαμβεύουσα Ἐκκλησία, ἡ ὁποία περιλαμβάνει τίς σεσωσμένες ψυχές νά συναγάλλωνται μέ τούς ἀγγέλους καί τούς Ἁγίους στήν δόξα τοῦ παραδείσου. Ἑπομένως, μία εἶναι ἡ Ἐκκλησία μέ δύο μέρη: Τήν στρατευομένη ἐπί τῆς γῆς καί τήν θριαμβεύουσα ἐν οὐρανοῖς. Ἡ πρώτη ἔχει τούς ζῶντες καί ἡ δεύτερη τούς κεκοιμημένους καί σεσωσμένους, οἱ ὁποῖοι προσεύχονται γιά τήν σωτηρία ὅλων μας ἀναλόγως τῆς παρρησίας πού ἔχουν πρός τόν Θεόν.
Μᾶς λέγουν: Δέν μποροῦμε νά δεχθοῦμε ὅτι θά σωθοῦν στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί ἐκεῖνοι πού ἀνήκουν σ᾿ Αὐτήν, ἀλλά εἶναι ἁμαρτωλοί καί ἀμετανόητοι.
Τούς ἀπαντοῦμε: Μόνη ὁδός σωτηρίας εἶναι ἡ ὁρατή Ἐκκλησία, ἀλλά δέν θά σωθοῦν ὅλοι, ὅσοι προσέρχονται σ᾿ αὐτήν. Θά σωθοῦν μόνο, ὅσοι ἐπιτελέσουν ἔργα ἄξια τῆς μετανοίας, ἐνῶ τά σάπια μέλη θά κολασθοῦν, ὅπως τά ζιζάνια πού ρίχνει ὁ γεωργός στήν φωτιά. Ὁ Θεός μᾶς συνιστᾶ νά ποθοῦμε τήν ἁγιότητα καί τελειότητα: «Ἔσεσθε οὖν τέλειοι, ὡς ὁ Πατήρ ὑμῶν τέλειος ἐστί». (Ματθ.5,48). Ἀλλά κανείς δέν εἶναι τέλειος καί ἀναμάρτητος, ὅπως ὁ Θεός. Ὀφείλουμε ὅμως, ἀτενίζοντας «εἰς τόν ἀρχηγόν τῆς πίστεως καί τελειωτήν Ἰησοῦν» (Ἑβραίους Ι2, 2) νά ἀγωνιζώμεθα προοδεύοντες στίς ἀρετές καί τήν μετάνοια. Ἔτσι, σταδιακά γινόμεθα καθαροί καί γνήσια μέλη τῆς Ἐκκλησίας Του καί ἄξια σωτηρίας. Ἐν ὅσῳ εἴμεθα σαπρά μέλη, δέν σημαίνει ὅτι δέν εἴμεθα ἄξιοι νά ζοῦμε ἐντός τῆς Ἐκκλησίας, διότι πῶς θά σωθοῦμε καί μέ ποιά Μυστήρια θά ἁγιασθοῦμε; Ὁ Κύριος εἶχε στόν κύκλο τῶν Μαθητῶν Του τόν προδότη Ἰούδα. Δέν τόν ἔδιωξε, ἀλλά τόν ἄφησε νά φύγη μόνος του. Τί τό παράδοξο λοιπόν,νά ὑπάρχουν καί τέτοιοι ἄνθρωποι στήν Ἐκκλησία; Δέν πρόκειται αὐτοί μέ τήν παρουσία τους νά μολύνουν τόν θεοΰφαντον χιτῶνα τῆς Ἐκκλησίας. Δύνανται νά μεταβληθοῦν καί μεταμορφωθοῦν ψυχικά, ἀλλά ποτέ δέν μποροῦν νά μεταβάλλουν καί ἀλλοιώσουν τήν Ἐκκλησία.
Οἱ Παραβολές τοῦ Κυρίου, τῆς σαγήνης (Ματθ. Ι3, 7), τῶν ζιζανίων (Ματθ· 13,24),τοῦ βασιλικοῦ γάμου (Ματθ.22,11), περί τοῦ ἀνθρώπου πού δέν εἶχε ἔνδυμα γάμου καί τῶν Δέκα Παρθένων (Ματθ. 25 Ι-Ι4 μᾶς δείχνουν ὅτι μέσα στήν Ἐκκλησία, τήν ὁποία ὀνομάζει Βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ὑπάρχουν καί τά σαπρά μέλη, οἱ ἁμαρτωλοί, τούς ὁποίους δέν ἀποβάλει ὁ Χριστός, ἐφ᾿ ὅσον γι᾿ αὐτούς ἦλθε στόν κόσμο. Στήν ὥρα τοῦ θερισμοῦ, δηλαδή τῆς Μελλούσης Κρίσεως θά ξεχωρίση τόν καλό σῖτο (τούς εὐσεβεῖς) ἀπό τά ζιζάνια (τούς ἀμετανοήτους ἁμαρτωλούς)·
Νεκρά μέλη τῆς Ἐκκλησίας ὑπῆρχαν ἀπό τήν ἐποχή ἀκόμη τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Στήν ἐκκλησία τῆς Κορίνθου, ἐπί παραδείγματι, ὑπῆρχε ἕνας αἱμομίκτης. Ἀνῆκε στήν ἐκκλησία, δέν ἦταν ἐκτός αὐτῆς. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέγει: Ἤδη κέκρικα ὡς παρών τόν οὕτως τοῦτο κατεργασάμενον... παραδοῦναι τῷ Σατανᾶ...(Α.Κοριν.5. 3-5). Δέν ἦταν μόνο αὐτός, ἀλλά καί ἄλλοι, ὅπως λέγει ὁ Παῦλος: «Ὅλως ἀκούεται ὑμῖν πορνεία". Ξεχωρίζει τούς ἐντός τῆς ἐκκλησίας φαύλους, ἀπό τούς ἁγνούς χριστιανούς, μέχρις ὅτου μετανοήσουν ζῶντες σέ ἀπόστασι ἀπό τούς ἄλλους πιστούς. (Α.Κοριν. 5,9-ΙΙ)· Ἄρα γε οἱ ἁμαρτωλοί δέν πρέπει νά ἐξουδενώνονται, διότι θά περιπέσουν σέ ἀπελπισία. Μόνο νά ἀπέχουν ἀπό ὡρισμένα χριστιανικά τους καθήκοντα καί τοῦτο γιά νά σωφρονισθοῦν καί μετανοήσουν, κατόπιν τῆς ὑποδείξεως τοῦ πνευματικοῦ τους πατρός.
Μᾶς λέγουν ὅτι δέν πειράζει, ἄν στήν ἐκκλησία συμμετέχουν καί αἱρετικοί καί ὅτι ἡ αἵρεσις δέν κλονίζει, τά θεμέλια τῆς ἐκκλησίας.
Ἐμεῖς τούς ἀπαντοῦμε ὡς ἑξῆς: Ἡ λέξις αἱρετικός προέρχεται ἀπό τό ἑλληνικό ρῆμα αἵρω, πού σημαίνει σηκώνω, μεταθέτω. Ἀλλοῦ, λέγεται ὁ ἄνθρωπος πού ἀρνεῖται, ἕνα ἤ περισσότερα ἀπό τά δόγματα τῆς Χριστιανικῆς Πίστεώς μας, προβάλλοντας δικές του ἑρμηνεῖες, πού εἶναι ἀποκυήματα τῆς φαντασίας του, τοῦ ἐγωϊσμοῦ του ἤ τῆς ἡμιμαθείας του. Ὁ Κύριος ἀπαγορεύει ρητῶς ὅποιον τολμήση καί διαστρέψη μία ἀπό τίς ἐντολές του, διότι θά εἶναι ἐλάχιστος στήν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν (Ματθ. 5,19). Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος συμβουλεύει τόν μαθητή του Τίτο (3,10) ὡς ἑξῆς: «Αἱρετικόν ἄνθρωπον μετά πρώτην καί δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ, εἰδώς ὅτι ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος καί ἁμαρτάνει ὤν αὐτοκατάκριτος». Ὥστε ἁμαρτάνει ὄχι μόνο ὁ ἄσωτος καί φαῦλος, ἀλλά καί ὁ αἱρετικός. Στήν πρός Γαλάτας (5,20) ὁ Παῦλος ὀνομάζει τίς αἱρέσεις ἔργα τῆς σαρκός λέγοντας: «φανερά ἐστί τά ἔργα τῆς σαρκός, ἅτινα ἐστί πορνεία, ἀκαθαρσία, διχοστασία, αἱρέσει». Στήν Β΄Πέτρ. 2,1) λέγει ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ὅτι οἱ αἱρετικοί διδάσκαλοι θά διδάξουν «αἱρέσεις ἀπωλείας», προκαλοῦντες ταχέως τήν ἀπώλεια τῆς ψυχῆς τους. Ἑπομένως, δέν μπορεῖ κάποιος πού εἶναι ἀμετανόητος στήν αἱρετική του διδασκαλία, νά σωθῆ, ἔστω καί ἄν ἀνήκη στήν ὀρθόδοξη ἀληθινή Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Χρειάζεται καί ὁ καθαρός βίος καί ἡ σωστή δογματική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας γιά νά ἐπιτύχουμε τήν σωτηρία μας.
Τώρα, ἄς ἀνακεφαλαιώσουμε, τά ὅσα εἴπαμε γιά τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ μας.
Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὀργανωμένη, ἀκατάλυτη καί ταμεῖον τῆς ἀληθείας. Εἶναι μία μέ δύο μέρη, τό ἐπίγειο ἤ ὁρατό καί τό οὐράνιο καί ἀόρατο. Στήν πραγματική Ἐκκλησία ἀντίκεινται ἡ αἵρεσις καί ὁ ἄσωτος βίος. Στήν ὁρατή ἀνήκουν ὄχι οἱ αἱρετικοί, ἀλλά οἱ Ὀρθόδοξοι, ἄλλοι τῶν ὁποίων εἶναι τά ἅγια μέλη καί ἄλλοι εἶναι τά νεκρά. Ὁ χωρισμός τους θά γίνη στήν Μέλλουσα Κρίσι. Τέτοια Ἐκκλησία μέ τά παραπάνω γνωρίσματα καί Ἀποστολική διαδοχή εἶναι μόνο μία, ἡ Ὀρθόδοξη. Ἐνῶ οἱ «ἐκκλησίες» τῶν προτεσταντῶν ἐμφανίσθηκαν τόν 16ον αἰῶνα.
Μον. Δαμασκηνός Γρηγοριάτης
Μέ τήν εὐλογία τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου