«Θεὸν οὐδεὶς πώποτε τεθέαται· ἐὰν ἀγαπῶμεν ἀλλήλους, ὁ Θεὸς ἐν ἡμῖν μένει καὶ ἡ ἀγάπη αὐτοῦ τετελειωμένη ἐστὶν ἐν ἡμῖν» )Α΄ Ἰω. δ΄,12). (: Ποῖος εἶναι εἰς τὴν φύσιν του καὶ εἰς τὴν οὐσίαν του ὁ Θεός, κανεὶς δὲν ἔχει ἴδει ποτέ. Καὶ ὅμως ὁ ἀόρατος καὶ ἀνώτερος πάσης κατανοήσεως Θεός, ἐὰν ἀγαπώμεθα μεταξύ μας, μένει μέσα μας καὶ τὴν πρὸς ἡμᾶς ἀγάπην του αἰσθανόμεθα τελείαν καὶ πλήρη εἰς τὸ ἐσωτερικόν μας).
Ἡ μεγαλύτερη ἀρετὴ εἶναι ἡ τῆς ἀγάπης.
- Τί λέγει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος γιὰ τὴν ἀγάπη;
«Κι ἀλλοῦ (ὁ Ἀπ. Παῦλος) τῆς χάρισε τόσο μεγάλο προτέρημα, ὥστε νὰ πῆ ὅτι ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ τέλεια τήρηση καὶ ἐκπλήρωση τοῦ νόμου: «Γιατί ἡ ἀγάπη», λέγει, «εἶναι ἡ τέλεια τήρηση καὶ ἐκπλήρωση τοῦ νόμου (Ρωμ. 13,10). Ὁ Κύριος τῶν πάντων δὲν θεώρησε καμμιὰ ἄλλη προϋπόθεση ἀρκετὴ κι ἀπόδειξη ἀξιόπιστη, γιὰ νὰ φαίνωνται οἱ μαθητές Του, παρὰ μόνο τὴν ἀγάπη, λέγοντας: “Μ’ αὐτὸ θὰ μάθουν ὅλοι ὅτι εἶστε μαθητές μου, ἐὰν ἔχετε μεταξὺ σας ἀγάπη” (Ἰω. 13,35).
- «Κάποιο Σαββατόβραδο, ποὺ ἦταν στὴν ἐκκλησία τοῦ ̔Αγ. ̓Αναστασίου, βλέπει ξαφνικὰ ὁ ὅσιος Νήφων (23 Δεκ.) νὰ παρουσιάζεται ἀνάμεσα στὸν λαὸ ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος συνοδευόμενη ἀπὸ τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους
Φαινόταν νὰ ἐξετάζη ποιὰ ἀρετὴ στόλιζε τὸν κάθε χριστιανό. Καὶ τὴν ἔβλεπε σὲ ἀρκετοὺς νὰ ἱκανοποιῆται καὶ νὰ χαίρεται, γιατί διεπίστωνε ὅτι μὲ πολὺ μόχθο ἀγωνίζονταν γιὰ τὴ σωτηρία τους. Σὲ ἄλλους ὅμως συχνὰ δάκρυζε καὶ κουνοῦσε μὲ ἀπόγνωση τό κεφάλι της, γιατί τοὺς ἔβλεπε να παραμελοῦν τήν ψυχή τους. Γιὰ τὸν καθένα ἀπ’ αὐτοὺς στεκόταν, ὕψωνε τὰ χέρια πρὸς τὸν ἐξ αὐτῆς τεχθέντα καὶ ζητοῦσε θλιμμένη καὶ δακρυσμένη τὴ μετάνοιά του.
Ὁ Νήφων συγκινήθηκε πολύ βαθειὰ καὶ θαύμασε ποὺ οὔτε νύκτα οὔτε μέρα ἐγκαταλείπει τοὺς χριστιανοὺς ἡ πανάχραντη Θεοτόκος, ἀλλὰ διαρκῶς μοχθεῖ γιὰ δίκαιους καὶ ἁμαρτωλούς, ὥστε νὰ μὴ χαθῆ κανένας.
Τέλος ἀφοῦ πέρασε ἀπό ὅλους ἡ Παναγία, βλέπει στήν πόρτα κάποιον εὐνοῦχο, ποὺ τοῦ ζητοῦσαν βοήθεια ἕνα σωρό πτωχοί, μὰ δὲν ἔδινε σὲ κανένα. Πλησιάζει τότε ἡ Θεοτόκος τὸν φύλακα ἄγγελό του καὶ τὸν ρωτάει: Γιὰ πές μου Εὐθεήλ, ἔχει πολύ χρυσάφι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς στὸ σπίτι του;
Ἔχει, Δέσποινα, γιατὶ εἶναι φιλάργυρος και χάνεται γιὰ μιὰ πεντάρα. Βασανίζει ἄσπλαγχνα τοὺς δούλους του καὶ τοὺς πεθαίνει στὴν πεῖνα ἐκβιάζοντάς τους συγχρόνως νὰ δουλεύουν σκληρά.
Καὶ ποιὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ τὸν ἐμποδίζει νὰ δίνη ἐλεημοσύνη στοὺς πτωχούς;
Ἔρχεται ὁ διάβολος συχνά, Δέσποινά μου ἀγαθή, καὶ τοῦ λέει: «Σὲ λίγο θὰ γεράσης, θ ̓ ἀρρωστήσης καὶ θά μείνης κατάκοιτος μέχρι τήν τελευταία σου πνοή. Μὴ δίνης λοιπὸν τίποτα, γιατί τότε θὰ τὰ στερῆσαι ὅλα καὶ θὰ λές “τί ἤθελα καὶ μοίρασα τὰ πλούτη μου στοὺς φτωχούς;” Ὅσο κι ἄν μετανοιώνεις ὅμως τότε, θὰ εἶναι πιὰ ἀργά». Αὐτὰ τοῦ λέει, Παναγία μου, ὁ ἀσεβὴς καὶ ἀπατεώνας διάβολος κάθε τόσο. Καὶ αὐτὸς τὰ πιστεύει καὶ μένει σκληρός κι ἀνάλγητος στή δυστυχία τῶν ἄλλων.
– Ἔ λοιπόν! εἶπε αὐστηρὰ ἡ Θεοτόκος, θὰ πάθη καθώς πιστεύει.
Καὶ πράγματι ὁ εὐνοῦχος ποὺ πίστευε τὸν σατανικό λογισμὸ ὅτι θ ̓ ἀρρωστήση, ἔπεσε στὸ κρεββάτι μὲ φοβερὴ ἀρρώστια, ποὺ τοῦ προξενοῦσε φρικτούς πόνους κι ἦταν ἀνίατη. Ἔτσι ξόδεψε ὅλο τὸ χρυσάφι του στοὺς γιατρούς. Ἐν τούτοις, ὄχι μόνο δὲν βελτιώθηκε ἡ κατάστασή του, ἀλλὰ ὅλο στό χειρότερο πήγαινε, ὥσπου χάθηκε ἀπὸ τὴ ζωὴ αὐτὴ σάν καπνός. Πέθανε ψυχικὰ καὶ σωματικά! Ἔτσι πραγματοποιήθηκαν σ ̓ αὐτὸν τὰ θεῖα λόγια: «Ἰδοὺ ἄνθρωπος, ὅς οὐκ ἔθετο τὸν Θεὸν βοηθὸν αὐτοῦ, ἀλλ ̓ ἐπήλπισεν ἐπὶ τῷ πλήθει τοῦ πλούτου αὐτοῦ καὶ ἐνεδυναμώθη ἐπὶ τῇ ματαιότητι αὐτοῦ» (Ψαλμ 51, 9).
Γι’ αὐτὸ ἄς προσέχουμε κι ἐμεῖς, συμβούλεψε τοὺς συνομιλητές του ὁ ἅγιος Νήφων, νὰ μὴ ξεγελιώμαστε ἀπ’ τὸν πονηρό. Καὶ ἰδιαίτερα ἄς μὴ εἴμαστε ἀνελεήμονες καὶ ἄσπλαγχνοι πρὸς τοὺς πτωχούς, πρό πάντων ἄν εἴμαστε πλούσιοι. Γιατί τότε εἶναι φόβος νὰ μᾶς φερθῆ τὸ ἴδιο ἄσπλαγχνα, καὶ δικαίως, ὁ Κύριος. Ἔτσι θὰ ζημιωθοῦμε καὶ στὸ σῶμα καὶ στὴν ψυχή. Θά χάσουμε καὶ τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν καὶ τὸν παρόντα κόσμο».
Βλέπετε τί κάνει ἡ ἔλλειψη ἀγάπης; Τὸν κάνει τὸν ἄνθρωπο ἄσπλαγχνο καὶ ταλαίπωρο, πέραν τοῦ τὸ ὅτι χάνει τὴν οὐράνια Βασιλεία.