ΑΓΙΟΥ ΦΩΤΙΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ
ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΣΤΗ ΡΗΣΗ:
«ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΠΟΙΟΙ ΟΙ ΑΔΕΛΦΟΙ ΜΟΥ;»

ΕΡΩΤΗΣΗ 45η: Πώς πρέπει να εννοήσουμε το χωρίο, «ποια είναι η μητέρα μου και ποιοι οι αδελφοί μου;». Γιατί πολλοί αυτό το θεώρησαν αφορμή σκανδάλου.
Δεν είναι καθόλου θαυμαστό αν κάποιος, που δεν έχει σταθερή γνώμη, σκοντάφτει σε πράγματα στα οποία για τους πολλούς διαλάμπει η σωτηρία και η ωφέλεια. Θαυμαστό είναι το ότι και τους ηθελημένα τυφλούς ανέχεται το φορητό φως να φωτίζει το νού τους και να τους χειραγωγεί, και δεν τους κάνει ανίκανους να βλέπουν την αλήθεια. Γιατί και ο Κύριος και Σωτήρας μας έγινε γι’ αυτούς που χάνονται εμπόδιο και πέτρα σκανδάλου και πέτρα που δεν κρίθηκε κατάλληλη να μπει στο θεμέλιο ως αγκωνάρι, όχι ότι αυτός ήταν τέτοιος πραγματικά, αλλά οι πλανημένοι νόμιζαν πως ήταν τέτοιος. Και στο χωρίο αυτό λοιπόν δεν αρνείται τη μητέρα του, όπως θέλουν οι ασεβείς με την ασεβή γνώμη τους. Το «ποια είναι η μητέρα μου;» που είπε, δεν τον είπε τον λόγο αυτόν ο Σωτήρας γιατί περιφρονούσε τη μητέρα του. Αυτός δηλαδή που όταν ήταν παιδί ανώριμο ακόμα κατά τον φυσικό νόμο υπάκουε στη μητέρα του και παντού φύλαγε για τη μητέρα του τον πρώτο λόγο, πώς αυτός όταν ωρίμασε στην ηλικία θα ήταν δυνατό να δείχνει διαγωγή όχι σωστή και περιφρονητική; Δεν είναι λοιπόν τα λόγια αυτά ενός που απορρίπτει τη μητέρα του, μακριά μια τέτοια σκέψη, αλλά κάποιου που βλέπει αλλιώς τα πράγματα. Πώς δηλαδή είναι λογικό κι όχι παράλογο, εκείνην που από φιλανθρωπία έκρινε άξια να προέλθει από αυτήν ως προς τη σάρκα και από τα άχραντα αίματά της, αυτός που ευδόκησε να συμπήξει ανθρώπινη μορφή για τον εαυτό του και να τη φροντίσει, να μη θεωρήσει άξιο να την παραδέχεται μητέρα και να της αποστερεί με τα λόγια τη συγγένεια, ενώ είχε προηγουμένως λάβει υπόσταση από αυτήν και είχε λάβει και δώσει τη σχέση και την αλήθεια στα πράγματα; Κι αν ήταν να την απαρνηθεί, τι βλασφημία μεγάλη, γιατί την είχε δεχτεί από την αρχή; Γιατί ντύθηκε μια μορφή που τη θεωρούσε ύβρη; Ως αυτό το σημείο τους ώθησε η τόλμη της γλώσσας τους. Αλλά η ανοησία τους ελέγχεται κι έτσι και με πολλούς άλλους τρόπους.
Ίσως κάποιος, που διαμορφώνεται όχι μακριά από τα ευαγγελικά γνωρίσματα, πει ότι ο Σωτήρας είπε αυτό το λόγο, όχι περικόπτοντας την τιμή προς τη μητέρα του, ούτε, πολύ περισσότερο, επειδή αρνιόταν την έμφυτη σχέση και στοργή, ούτε —πολύ απέχει αυτό— επειδή αρνιόταν τα βραβεία που έπρεπαν και με τα οποία ήταν γεμάτη η μητέρα του, αλλά από την περιποίηση εκείνης εκείνος προτιμά τη σωτηρία των ανθρώπων και τη διδασκαλία που οδηγεί σ’ αυτό το σκοπό, για τους οποίους και Μητέρα και γέννηση και ακένωτη κένωση από τους πατρικούς κόλπους και διαβίωση ανάμεσα στους ανθρώπους και εκούσιος σταυρός και θάνατος ανάμεσα σε κακούργους, κι έπειτα ταφή κι ανάσταση, και θα προσπαθήσει να ενισχύσει τη σκέψη, και το ότι δεν θα μπορούσε να πράξει αλλιώς ο Ιησούς, αν δεν είχε τη διάθεση να πράξει σύμφωνα μ’ αυτήν την ακολουθία και τη σειρά της πρόνοιας. Γιατί μαζί με τα άλλα σωτήρια μαθήματα ο Σωτήρας δίδασκε και το να μην προτιμάμε πατέρα ή μητέρα ή σύζυγο από τη δική του ψυχωφελή διδασκαλία και την κλίση προς αυτόν· γιατί λέει· «όποιος δεν εγκαταλείψει τον πατέρα ή τη μητέρα κ.τ.λ. δεν είναι άξιός μου», δηλαδή όποιος δεν προτιμήσει την παραίνεση και συμβουλή μου που σώζει και τη στοργή προς εμένα, αυτός έχασε τα αιώνια αγαθά, έχασε και τη μακαριότητα, που όποιοι προτίμησαν από τους συγγενικούς δεσμούς τους δικούς μου νόμους, θ’ απολαύσουν για πάντα τον θείο έρωτα.
Θέλοντας ο Σωτήρας να δείξει πόσο εύκολη και δυνατή είναι αυτή η εντολή του, την ασκεί πρώτος αυτός και προκρίνει τη διδασκαλία της στους ακροατές από το σεβασμό και την αγάπη της μητέρας, λέγοντας κατά κάποιο τρόπο· «Όπως εγώ, διδάσκοντάς σας και ασχολούμενος με τη σωτηρία σας, έβαλα σε δεύτερη μοίρα την υπηρεσία της μητέρας, προτιμώντας τη σωτηρία τη δική σας, έτσι πρέπει κι εσείς στη θέση όλης της σχέσης και της συμπάθειας που δημιουργούν οι σωματικοί δεσμοί να βάζετε τη σωτηρία σας και τη φύλαξη και τήρηση των διδαγμάτων και των νόμων μου». Έτσι και εκείνον που ζήτησε να πάει να θάψει τον πατέρα του δεν του το επέτρεψε, όχι βέβαια για να δώσει αφορμή να περιφρονούμε τη μητέρα, μη γένοιτο, και μάλιστα την ευσεβή, ούτε για να παραμελούμε τη σχέση με τον πατέρα και να περιφρονούμε τον πόθο του, αλλά παντού προτρέπει να προκρίνουμε τη σωτηρία της ψυχής από κάθε σωματική συνάφεια και διάθεση. Αυτά λοιπόν ίσως, όπως είπαμε, πιστεύοντας κάποιος ότι δεν αποστερεί το προβάδισμα της τιμής προς τη μητέρα, αλλά το διατηρεί αμείωτο, θα επιχειρήσει να το κάνει πράξη, διατηρώντας την ευλάβεια που πρέπει και το σεβασμό, αν και βέβαια η σύγκριση ερμηνεύει τον τρόπο κατά τον οποίο αυτό που συγκρίνεται κατέβηκε στη χαμηλότερη τάξη, δεν το απαλλάσσει όμως από την ελάττωση.
Γνωρίζω μερικούς από τους μακάριους Πατέρες, τους οποίους σε πολλά θαύμασα πολλές φορές και τους αποδέχθηκα, δεν μπορώ όμως να τους θαυμάσω γι’ αυτή τη γνώμη που με αθέτηση της δυσσεβούς δοξασίας κατέβηκαν σε τέτοια σκέψη· ότι δηλαδή, επειδή η Μητέρα του Χριστού, νιώθοντας κάποιο ανθρώπινο συναίσθημα, υπερηφανευόταν για τον Υιό της και ήθελε να επιδειχθεί και να δείξει από τη χαρά της τα συναισθήματά της αυτά, που ήταν δηλαδή Μητέρα τέτοιου Παιδιού, γι’ αυτό πήγε κοντά στον Υιό της που δίδασκε, για να δοξαστεί κι αυτή, όπως ήταν φυσικό, από τη διδασκαλία που δόξαζε τον Υιό της και να συμμεριστεί τον έπαινο. Γι’ αυτό και ο Σωτήρας, που και τους άλλους καθάριζε από τα ψυχικά πάθη, θέλοντας ν’ απαλλάξει από αυτά και τη Μητέρα του, είπε αυτόν το λόγο που είχε θέση επιτίμησης· «ποια είναι η Μητέρα μου και ποιοι οι αδελφοί μου;». Αλλά όποιοι σκέφτηκαν να πουν αυτά τα πράγματα, τα έχουν βέβαια πει, όμως η συνεξέταση της λογικής ακολουθίας, πρώτον δεν βλέπει τη Μητέρα να κάνει μια τέτοια επίδειξη, ούτε να έχει κάποια τέτοιου είδους υπερηφάνεια. Γιατί ούτε όταν δίδασκε ήρθε αυτόκλητη, ούτε κάθησε στη μέση της συγκέντρωσης, ούτε διέκοψε τον διδακτικό του λόγο, ούτε είπε κάτι μεγαλόφωνα ή έδειξε να καυχιέται, αλλά με όλη την ευλάβειά της στάθηκε στην πόρτα και μόνο έδειξε ότι ήταν εκεί, και ούτε καν δήλωσε την παρουσία της με κάποιο λόγο, αλλά σκεφτόταν ήρεμα ότι η θέα της θα έδινε το μήνυμα. Πώς λοιπόν αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι φιλοδοξούσε να τιμηθεί, ή ότι επιδίωκε να υπερηφανευθεί και να καυχηθεί με το μεγαλείο του Υιού της; Και τι άλλο έκανε κι ο δούλος όταν η ανάγκη το καλούσε να πάει στον κύριο; Δεν ήταν λοιπόν επιτίμηση ο λόγος του Ιησού προς τη Μητέρα του, ούτε κάποιος τρόπος που με τη μομφή διορθώνει το ελάττωμα. Δεν ήταν λοιπόν καθόλου ελάττωμα, αλλά αυτό που ειπώθηκε αποστόμωνε κάποιον χλευασμό των Ιουδαίων. Γιατί οι πικρόχολοι και αχάριστοι Ιουδαίοι, που άλλοτε έλεγαν, για να διαβάλουν και να προσβάλουν τον Κύριο, «δεν είναι αυτός ο γιος του μαραγκού;», και άλλοτε, «δεν ζει κοντά μας η μητέρα και οι αδελφοί του;», κι αλλού πάλι, «αυτόν τον ξέρομε από πού είναι».
Αργότερα και πάλι ενώ δίδασκε και μιλούσε στο πλήθος για τη σωτηρία της ψυχής, κυκλοφορούσε μεταξύ τους ο φθόνος και η συκοφαντία και τους έκαιγε το πάθος για κατηγορίες, κι επειδή δεν μπορούσαν να βρουν ευκαιρία για κατηγορία, καταφεύγουν στην ειρωνεία και παίρνουν πάλι στο στόμα τους τη μητέρα και τους αδελφούς του για να τους ειρωνευτούν και να τους ταπεινώσουν, σα να τους έλεγαν: «Ποιον διδάσκεις; Ποιος νομίζεις πως είσαι; Δεν είσαι γιος μιας φτωχής γυναίκας; Σε τίποτα δε διαφέρουν και τα αδέλφια σου, που κερδίζουν τη ζωή τους με τα χέρια τους. Νάτοι, στέκονται έξω και σε ζητούν. Άφησε τις διδασκαλίες, και τρέχα στους συγγενείς σου και ζήσε με τον τρόπο εκείνων, και μην προβιβάζεσαι στο αξίωμα του δασκάλου».
Ενώ λοιπόν αυτοί έκαναν αυτές τις πονηριές, όπως συνήθως, ο Σωτήρας αντίθετα αντιμετωπίζοντάς τους με μακροθυμία και πραότητα τους λέει· «Απέχω τόσο πολύ από το να ντρέπομαι για τη μητέρα και τους αδελφούς μου, ώστε όχι μόνο τη μητέρα που μου έδωσε η φύση κι αυτούς που η σάρκωσή μου τους έκανε γενιά μου δεν τους αποστρέφομαι και δεν αισθάνομαι ντροπή ούτε κατηγορία, αλλά και όλους αυτούς που βλέπετε και που είναι ακροατές των ιερών και σωτήριων λόγων δεν θεωρώ ανάξιο να τους ονομάζω και πατέρες και αδελφούς, αν εκτελούν μόνο το πατρικό θέλημα, έστω κι αν δεν βοηθούνται αυτές οι σχέσεις στοργής που έχουν μαζί μου ούτε από τη φύση ούτε από την ιδέα που έχετε για μένα. Ποια λοιπόν είναι η μητέρα μου και οι αδελφοί μου; Γιατί, σε παρακαλώ, μετατρέπεις τις ονομασίες αυτές σε προσβολή και κατηγορία; Εγώ απέχω τόσο πολύ από το να ντρέπομαι γι’ αυτούς, ώστε και τους αληθινούς μαθητές μου προτίμησα να τους συνδέσω μαζί μου μ’ αυτά τα ονόματα και μ’ αυτές τις σχέσεις».
Και απ’ αυτό μπορείς να δεις ότι τα λόγια που έχω πει όχι μόνο δεν έχουν ίχνος αχαριστίας και παραμέλησης της μητέρας, αλλά και της παρέχουν παράλληλα τη μεγίστη και την πρέπουσα σε αυτήν τιμή. Τόσο πολύ δηλαδή της απονέμει το σεβασμό και την τιμή και το δίκαιο της στοργής, ώστε κι αυτούς που εκτελούν το πατρικό θέλημα κι έχουν φτάσει σε τέτοιο ύψος αρετής, σαν σε κάποιο ύφος δόξας μεγάλο κι εξαίρετο αξίωμα, να τους συμπεριλαμβάνει στη μητρική κλήση και σχέση, που εξαιτίας της τιμάται και η ονομασία των αδελφών αυτή την ώρα. Που δηλαδή βλέπεις τη σχέση από την οποία έκρινε, αν βέβαια έκρινε, ότι έπρεπε ν’ απαλλαγεί; Και που βλέπεις ότι έκρινε δίκαιο, αν έκρινε δίκαιο, να παραγραφεί η ονομασία, αυτήν που θα είχε θέση να μπει και να χαριστεί ως κορωνίδα και κορυφαίο των αγαθών στους κληρονόμους της βασιλείας των ουρανών; Έγινε λοιπόν, νομίζω, ολοφάνερο, όπως και έχει ειπωθεί, ότι όχι μόνο δεν ειπώθηκε για προσβολή και ντροπή της μητρικής στοργής η φράση, «ποια είναι η μητέρα μου» και τα άλλα που ειπώθηκαν, αλλά από παντού αποκομίζει τη δόξα και τον έπαινο που της πρέπουν.
Έτσι μπορεί να στραφεί για τους ανόητους στο αντίθετο από ό,τι με μανία διακήρυτταν, και να απευθυνθεί προς την ευσεβή και την οικεία θεία σοφία και το χωρίο· «τι σχέση έχομε εγώ και σύ, γυναίκα; Δεν ήρθε ακόμα η ώρα μου». Αν κανείς μελετήσει με προσοχή αυτά που είπαμε με τη βοήθεια της θείας χάριτος και με την ενίσχυσή της στη μελέτη, θα βρει, ότι δόξα μάλλον και τιμή παρέχει στη μητέρα του και καθόλου δεν την παραμελεί. Στα θαύματα βέβαια δεν είχαν τίποτε κοινό η Μητέρα και ο Υιός, επειδή και η θαυματουργία είναι γνώρισμα της θεότητας καθεαυτήν και δεν ήταν της ανθρώπινης φύσης καθεαυτήν, αλλά επειδή την προσέλαβε ο Λόγος. Ωστόσο και σε όποια δεν υπήρχε κανένα κοινό, πρόσεχε πώς συνιστά την υπερβολή της τιμής και τη διαφορά. Όταν η μητέρα του του ζητούσε να θαυματουργήσει, επισημαίνοντας ότι αυτό δεν είναι κοινό ανάμεσα σ’ αυτήν και σ’ εκείνον και προσθέτοντας ότι δεν ήταν ακόμα η ώρα που έπρεπε να δώσει το θείο σημάδι, έδειξε το σεβασμό και την τιμή ισχυρότερα κι από τον καιρό και τη δύναμη της μεταβολής. Τόση λοιπόν μείωση της μητρικής δόξας προκαλούν τα όσα λέχθηκαν, ώστε και να την κάνουν πολλαπλάσια. Γιατί το να τη θεωρεί σημαντικότερη και από τον καιρό κι ανώτερη από τους νόμους της ακολουθίας στα θαύματα, κι έπειτα να κάμνει αυτό που εκείνη πρότεινε, πόσο πολλαπλασιάζει την τιμή και το σεβασμό, παρά αν δεν είχαν λεχθεί και επιδειχθεί αυτά; Σαν δηλαδή να παρουσιάζεται κατά κάποιο τρόπο να λέει με όσα έλεγε και έπραττε· «Η κοινή βέβαια φύση μας δεν έχει την κοινή ικανότητα της θαυματουργίας· “τι σχέση υπάρχει ανάμεσα σε μένα και σε σένα, γυναίκα;”. Ούτε είναι η ώρα η κατάλληλη για τις θαυματουργίες. Πλην όμως για να καταλάβεις εσύ και αυτοί που η ανάγκη ν’ ακούσουν και να δουν τους συγκέντρωσε εδώ, ότι και τα μητρικά δικαιώματά σου τα διατηρώ στο ακέραιο, και είμαι εγώ ο ίδιος που έθεσα νόμο τα παιδιά να τρέφουν σεβασμό προς τη μητέρα, και ακόμα ότι κι από την ακολουθία των φυσικών φαινομένων και την καταλληλότητα της στιγμής δίνω την προτεραιότητα στο σεβασμό προς εσένα και την υπακοή και τη δόξα σου, να, μεταβάλλω το νερό σε κρασί, γιατί η αξίωσή σου έθεσε όλα τα προηγούμενα σε δεύτερη μοίρα».
Ούτε βέβαια ειπώθηκε εδώ το, «τι σχέση έχομε εγώ κι εσύ», με τον ίδιο τρόπο που ειπώθηκαν προς εκείνον που του ζητούσε να γίνει διαιτητής στην πατρική κληρονομιά του. Γιατί εκεί είπε, «τι σχέση έχομε εγώ κι εσύ; Και ποιος με όρισε άρχοντα και δικαστή σ’ εσάς;». Με την πράξη του βεβαίωσε την προφορική άρνηση και δε θέλησε να γίνει δικαστής ταπεινού και υλικού κέρδους, αλλά την προφορική άρνηση τη διαδέχθηκε η διαγραφή με την πράξη. Εδώ χρησιμοποιώντας τα λόγια αυτά, δεν απέκρουσε την πρόταση της μητέρας του για το θαύμα, ούτε εισηγήθηκε την απόρριψη της παράκλησής της, αλλά, αφού δίδαξε τη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στην κοινή φύση και τα θεία έργα, έδειξε την πράξη σύμφωνη με την παράκληση, δείχνοντας με σαφήνεια, όπως έχει λεχθεί πολλές φορές, ότι αυτός τιμούσε περισσότερο κι από την καταλληλότητα του καιρού κι από τη θαυματουργική ιδιότητα τη μητρική στοργή και τη δόξα.
ΦΩΤΙΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ ΤΑ ΑΜΦΙΛΟΧΙΑ Α’ – ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ & ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΗ ΔΗΜΟΤΙΚΗ: Ι.Ν.ΑΓΙΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΩΝ ΙΣΤΙΑΙΑΣ
Αυτό το άρθρο δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα του Ι.Ν. Αγίων Ταξιαρχών Ιστιαίας. Ευχαριστούμε για την αναδημοσίευση!
