«Πνευματική φαρέτρα τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ»
Ἡ λέξις, μυστήριο προέρχεται, ἀπό τό ἑλληνικό ρῆμα μύω, πού σημαίνει κλείνω τά μάτια. Μυστήριο λοιπόν εἶναι τό πρᾶγμα ἐκείνο στό ὁποῖο τά μάτια τοῦ ἀνθρώπου εἶναι κλεισμένα. Δέν ἠμποροῦν νά ἰδοῦν καί ἐξηγήσουν λογικά μερικές μυστηριώδεις ἐνέργειες πού ἔχουν θεία προέλευσι καί εἶναι πάνω ἀπό τήν ἀνθρώπινη λογική. Εἰδικώτερα μυστήριο στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας εἶναι ἡ μετάδοσις τῆς ἀοράτου θείας Χάριτος μέ ὁρατά σημεῖα. Λέγεται μυστήριο διότι ἡ σύνδεσις τῆς ἀοράτου Θείας Χάριτος μέ κάποιο ὁρατό στοιχεῖο εἶναι ἀνεξήγητη καί ἀκατάληπτη στόν νοῦ τοῦ ἀνθρωπου. Παραδείγματος χάριν: Στό βάπτισμα κατέρχεται τό ἀόρατο στοιχεῖο, ἡ Θεία Χάρις στό ὁρατό στοιχεῖο, τό νερό, ἀλλά πῶς ἐνεργεῖται ἡ ἀπαλλαγή τοῦ βαπτιζομένου ἐκ τῶν ἁμαρτιῶν του δέν γίνεται ἀντιληπτό στήν ἀνθρώπινη σκέψι.
Ἡ Ἐκκλησία, τέτοια Μυστήρια πού μεταδίδουν ἀνεξήγητα τήν Θεία Χάρι στόν πιστό λαό ἔχει τόν ἀριθμό ἑπτά. Τό Βάπτισμα, τό Χρῖσμα, τήν Μετάνοια, τήν Θεία Εὐχαριστία, τήν Ἱερωσύνη, τόν Γάμο καί τό Εὐχέλαιο. Τά τέσσαρα πρῶτα εἶναι ὑποχρεωτικά, ἐνῶ τά ἄλλα προαιρετικά. Μέγα κατ᾿ ἐξοχήν Μυστήριο εἶναι ἡ Σάρκωσις τοῦ Θεοῦ Λόγου, τό ὁποῖο δέν κατανοεῖται μέ τόν νοῦ οὔτε περιγράφεται. Μυστήριο ἀκόμη λέγεται καί ἡ διδασκαλία τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου, ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος «ὅτι κατ᾿ ἀποκάλυψιν ἐγνώρισέ μοι τό μυστήριον. (Ἐφεσ.3,3). Καί ἡ πίστις σύμφωνα μέ τόν Ἀπόστολο Παῦλο, λέγεται μυστήριο: «Καί ὁμολογουμένως μέγα ἐστι τό τῆς εὐσεβείας μυστήριον» (Α. (Τιμ.3,16). Μυστήρια ἀκόμη λέγονται ἡ Ἀνάστασις τοῦ Σωτῆρος, ἡ ἀνάστασις ὅλων τῶν νεκρῶν, ἡ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου καί ἄλλα. Ἀλλά, ὅταν μιλᾶμε γιά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας ἐννοοῦμε τίς παραπάνω ἱερές τελετές πού θεμελιώθηκαν ἀπό τόν Σωτῆρα μας Χριστό καί μᾶς παρέχουν τίς δωρεές τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πρός οἰκοδομήν τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας.
Βάπτισμα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας εἶναι τό Μυστήριο ἐκεῖνο μέ τό ὁποῖο ὁ βαπτιζόμενος κατέρχεται καί ἀνέρχεται ἀπό τήν κολυμβήθρα τρεῖς φορές στό Ὄνομα τῶν Τριῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος καί καθαρίζεται ἀπό τήν ἐνοχή τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος καθώς καί ἀπό τίς προσωπικές του ἁμαρτίες, πού διέπραξε μέχρι ἐκείνης τῆς στιγμῆς. Μέ τήν βοήθεια τῆς καθαρτικῆς καί φωτιστικῆς Χάριτος ἀναγεννᾶται σέ μία καινούργια ζωή καί γίνεται μέλος τοῦ μυστικοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας Του.
Θεμέλια στά ὁποῖα στηρίζεται αὐτό τό Μυστήριο στήν Ἁγία Γραφή εἶναι τά ἑξῆς· Ὁ Κύριος στόν διάλογο πού εἶχε μέ τόν κρυφό του μαθητή Νικόδημο γιά τήν ἄνωθεν γέννησι καί τήν εἴσοδο στήν Βασιλεία Του, τοῦ εἶπε τά ἑξῆς: «Ἀμήν, ἀμήν λέγω σοι, ἄν μή τις γεννηθῆ ἐξ ὕδατος καί Πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Ἰωάν.3,5). Ὁ Κύριος εἶπε στούς μαθητάς Του: «Πορευθέντες εἰς τόν κόσμον ἅπαντα κηρύξατε τό Εὐαγγέλιον πάσῃ τῇ κτίσει. Ὁ πιστεύσας καί βαπτισθείς σωθήσεται, ὁ δέ ἀπιστήσας κατακριθήσεται» (Μάρκ. Ι6,15-16). Τήν ἴδια ἐντολή τοῦ Χριστοῦ πρός τούς Ἀποστόλους Του ἔχουμε καί στό (Ματθ. 28,19-20)·
Οἱ Προτεστάντες ἀρνοῦνται τήν θεία προέλευσι τοῦ Μυστηρίου τοῦ Βαπτίσματος. Πιστεύουν ὅτι δέν παρέχει τήν Θεία Χάρι, εἶναι μία ἁπλή τελετή, μία συμβολική πρᾶξις, στήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος συμμετέχει γιά νά μπῆ στήν ἀόρατη ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Δέν ἐξαλείφει τήν προπατορική ἁμαρτία, δέν ἀναγεννᾶ, οὔτε ἁγιάζει τόν ἄνθρωπο. Μέ τό βάπτισμα πού κάνουν οἱ Προτεστάντες, (ὄχι ὅλες οἱ παραφυάδες) ὁμολογοῦν δημόσια ὅτι εἶναι σεσωσμένοι, διότι ἔλαβαν ἐπίσημα τήν πίστι στόν Χριστό, ἡ ὁποία ἀρκεῖ γιά τήν σωτηρία τους. Ὅσοι ἀπ᾿ αὐτούς ἔχουν τό βάπτισμα, δέν βαπτίζουν τά παιδιά τούς στήν μικρή τους ἡλικία, διότι, λένε, δέν καταλαβαίνουν τίποτε. Μάλιστα δέν τά θεωροῦν κοινωνά μέλη τῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας. Ἐφ᾿ ὅσον θά σωθοῦν μέ μόνη τήν πίστι, ποιά θέσι ἔχει γι᾿ αὐτούς τό βάπτισμα τό ὁποῖο ἀπογυμνώνουν ἀπό τήν θεία Χάρι; Ἐνῶ τό Εὐαγγέλιο ἀναφέρει μέ σαφήνεια νά γίνεται βάπτισις, δηλαδή βύθισις μέσα στό νερό, οἱ Προτεστάντες ἀκολουθοῦντες ἐδῶ τούς παπικούς τό ἐπιτελοῦν μέ ραντισμό. Γιατί μᾶς λέγουν, ὅτι δέν ἦταν δυνατόν νά βαπτισθοῦν μέσα σέ μία ἡμέρα, τῆς Πεντηκοστῆς, τρεῖς χιλιάδες χριστιανοί. (Πράξ.2,4). Αὐτό δέν εἶναι λογικό ἐπιχείρημα διότι στήν Ἱερουσαλήμ ὑπῆρχαν πηγές νεροῦ, ὅπως ἡ Προβατική Κολυμβήθρα (Ἰωάν.5, 2), ἡ κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ (Ἰωάν.5,7) καί ἴσως καί ἄλλες. Μετά, ἐάν δέν ἐπρόλαβαν νά βαπτισθοῦν ὅλοι τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, ἀσφαλῶς θά συνέχισαν νά βαπτίζωνται καί τίς ἄλλες ἡμέρες. Ὀ Ἀπόστολος Φίλιππος δέν ἐράντισε, ἀλλά ἐβάπτισε τόν εὐνοῦχο τῆς βασιλίσσης Κανδάκης τῆς Αἰθιοπίας. «Ἰδού τί εἶπε ὁ ἴδιος ὁ εὐνοῦχος: «Ἰδού ὕδωρ, τί κωλύει με βαπτισθῆναι...» (Πράξ.8,36).
Ἀπαντοῦμε ὡς ἑξῆς στούς Προτεστάντες γιά τίς παραπάνω πλάνες τους σχετιζόμενες μέ τό Μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος.
Δέν εἶναι σύμβολο καί τύπος τό Βάπτισμα, ἀλλά φορέας τῆς θείας Χάριτος. Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς εἶπε στά πλήθη τῶν ἀνθρώπων πού πίστευσαν στό πρῶτο κήρυγμα του: "Μετανοήσατε καί βαπτισθήτω ἕκαστος ὑμῶν ἐπί τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καί λήψεσθε τήν δωρεάν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» (Πράξ. 2,38). Αὐτοί πού τόν ἐρώτησαν «τί νά κάνωμεν γιά νά σωθοῦμε» εἶχαν πίστι, ἡ ἄφεσις ὅμως τῶν ἁμαρτιῶν τους θά δοθῆ μέ τό βάπτισμα. Ἄρα, δέν ἀρκεῖ ἡ πίστις γιά τήν σωτηρία μας, ὅπως λέγουν οἱ Προτεστάντες.
Ἄλλη ἀπόδειξις στό χωρίο τῶν Πράξεων (19,1-5) βλέπουμε ὅτι αὐτοί πού ἔλαβαν τό συμβολικό βάπτισμα τῆς μετανοίας τοῦ Ἰωάννου, ἀναβαπτίζονται ἀπό τόν Ἀπόστολο Παῦλο. Ὁ ἴδιος τούς ἐρωτᾶ: «εἰ Πνεῦμα ἅγιον ἐλάβετε πιστεύσαντες; οἱ δέ εἶπον πρός αὐτόν: οὐδέ Πνεῦμα Ἅγιον ἐστίν ἠκούσαμεν». Καί ὁ Παῦλος τούς ἐρωτᾶ: «εἰς τί οὖν ἐβαπτίσθητε;» Ἀπό ἐδῶ φαίνεται ὅτι τό βάπτισμα ἔδινε τό ἅγιο Πνεῦμα, δέν ἦταν σύμβολο ἀλλά χορηγός τῆς Θείας Χάριτος. Πολύ καλλίτερα φαίνεται ὅτι τό Βάπτισμα εἶναι ἀπαραίτητο στό (Πράξ. 10,44-48). Οἱ ἀκροατές τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου ἐπίστευσαν στόν Χριστό καί τό Ἅγιο Πνεῦμα τούς ἐπισκέφθηκε. Ὅμως δέν θεώρησαν περιττό νά λάβουν καί τό ἅγιο Βάπτισμα.
Ἄλλη ἀπόδειξις: Ὁ Παῦλος στήν πρός Γαλάτας ἐπιστολή του (3,27) μᾶς λέγει: «Ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε». Ἐάν τό βάπτισμα εἶναι εἰκονική πρᾶξις καί ὄχι μία πραγματικότητα, τότε καί ἡ ἔνδυσις τοῦ Χριστοῦ εἶναι εἰκονική καί ὄχι πραγματική. Ἀλλ᾿ ὅμως εἶναι πραγματική ἡ ἔνδυσις τοῦ Χριστοῦ, μπορεῖ λοιπόν τό βάπτισμα νά εἶναι ἕνα σύμβολο; Ἀσφαλῶς ὄχι. Πῶς ξέρουμε, μᾶς λένε, ὅτι εἶναι πραγματική ἡ ἔνδυσις μέ τόν Χριστό; Στό (Ρωμ.6,3-4) ὁ Ἀπόστολος γράφει: «Ὅσοι ἐβαπτίσθημεν εἰς Χριστόν, εἰς τόν θάνατον αὐτοῦ ἐβαπτίσθημεν συνταφέντες οὖν αὐτῷ διά τοῦ βαπτίσματος». Ἐδῶ ἡ πρόθεσις «διά» δέν εἶναι μιά εἰκόνα συμβολική, ἀλλά μέσον μιᾶς πραγματικότητος. Ὅπως ὁ Χριστός μπῆκε στόν τάφο καί βγῆκε καινούργιος καί ὡραῖος, ἔτσι καί ἐμεῖς μπαίνουμε καί βγαίνουμε ἀπό τό νερό τελείως ἀναγεννημένοι. Ἄρα, τό Βάπτισμα μᾶς χαριτώνει, μᾶς καθαρίζει ἀπό τίς ἁμαρτίες μᾶς καί μᾶς κάνει μετόχους ὅλων τῶν δωρεῶν τοῦ Θεοῦ διά τῆς Ἐκκλησίας Του.
Ἐπίσης ὁ Παῦλος στήν πρός (Ἐφεσ. 5,26) ἐπιστολή του λέγει ὅτι ὁ Χριστός καθάρισε τήν Ἐκκλησία του διά τοῦ λουτροῦ τοῦ ὕδατος. Λουτρόν τοῦ ὕδατος εἶναι τό Βάπτισμα, τό ὁποῖον δέν εἶναι τύπος, ἀλλά φορέας τῆς Χάριτος. Ἀλλοῦ ὁ Παῦλος (Τίτ. 3, 5) ὀνομάζει τό βάπτισμα λουτρό παλιγγενεσίας. Πῶς ἀναγεννᾶ τόν ἄνθρωπο, ἐάν δέν παρέχει θεία Χάρι καί εἶναι μόνο τύπος καί σύμβολο;
Ἔχουμε καί μαρτυρίες ἁγίων Πατέρων καί συγγραφέων τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ ὁποῖοι ἀκολουθοῦν τήν διδασκαλία τῆς Καινῆς Διαθήκης περί Βαπτίσματος.
Ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος ἐπίσκοπός στό Λούγδουνο (σημερινή Λυών) τῆς Γαλλίας, πού γεννήθηκε τό 140 μ.Χ ἀναφέρει ὅτι τό βάπτισμα εἶναι μέσον ἀναγεννήσεως. Ὁ Τερτυλλιανός, πού γεννήθηκε τό 155 μ.Χ λέγει ὅτι τό βάπτισμα εἶναι μέσον ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός πού γεννήθηκε τό 329 μ.Χ γράφει τά ἑξῆς: «Τό φώτισμα (βάπτισμα) εἶναι λαμπρότης τῆς ψυχῆς, ἀπόθεσις τῆς σαρκός, πνεύματος, ἀκολούθησις, κατακλυσμός ἁμαρτίας, φωτός μετουσία, σκότους κατάλυσις, δεσμῶν ἔκλυσις. Φώτισμα ἐστι τῶν τοῦ Θεοῦ δωρεῶν τό κάλλιστον καί μεγαλοπρεπέστατον». Ὁ Μέγας Βασίλειος σ᾿ ἕνα λόγο του πρός τό βάπτισμα γράφει: «Βάπτισμα αἰχμαλώτοις λύτρον, ὀφλημάτων ἄφεσις, θάνατος ἁμαρτίας, παλιγγενεσία ψυχῆς, ἔνδυμα φωτεινόν, σφραγίς ἀχειροποίητος, ὄχημα πρός οὐρανόν, βασιλείας πρόξενον, υἱοθεσίας χάρισμα». Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης (335 μ.Χ) γράφει κόσμου καί ἀναγεννήσεως αἰτία». Ὁ ἅγιος Χρυσόστομος γράφει: Ἐάν πόρνος κἄν εἰδωλολάτρης κἄν ἅπασαν τήν ἐν ἀνθρώποις πονηρίαν ἔχῃ τίς ἐμπεσών εἰς τήν τῶν ὑδάτων κολυμβήθραν, τῶν ἡλιακῶν ὑδάτων καθαρώτερος ἄνεισι (ἀνέρχεται) ἀπό τῶν θείων ναμάτων, οὐ γάρ ἀποσμήχει (σπογγίζει) μόνον τό σκεῦος, ἀλλά ὁλόκληρον αὐτό ἀναχωνεύει πάλιν».
Αὐτές εἶναι μερικές ἀπό τίς μαρτυρίες τῆς παραδόσεως τῶν Πατέρων τῶν τεσσάρων πρώτων αἰώνων. Δέν θά πρέπει, νομίζομεν, νά τολμοῦν οἱ Προτεστάντες νά ἀμφιβάλλουν ἤ νά ἀπορίπτουν τά ἀδειάσειστα αὐτά ἐπιχειρήματα καί νά ἐπιμένουν νά θεωροῦν τό βάπτισμα ὡς συμβολική πρᾶξι.
Περί Νηπιοβαπτισμοῦ
Μᾶς λέγουν οἱ Προτεστάντες ὅτι τό νήπιο, ἀφοῦ δέν μπορεῖ, λόγῳ τῆς ἡλικίας του, νά πιστεύση, δέν μπορεῖ καί νά βαπτισθῆ.
Τούς ἀπαντοῦμε: Ὁ Κύριος στήν ἐπί γῆς τριετῆ διακονία Του δεχόταν τά παιδιά καί τά εὐλογοῦσε. «Ἄφετε τά παιδία ἔρχεσθαι πρός με καί μή κωλύετε αὐτά, τῶν γάρ τοιούτων ἐστιν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ» (Λουκ. Ι8,16). Αὐτό δείχνει ὅτι πρέπει νά λαμβάνουμε τήν θεία Χάρι ἀπό μικρά παιδιά. Ἀφοῦ ὁ Χριστός τόσο πολύ τ᾿ ἀγαποῦσε καί τά εὐλογοῦσε μεταδίδοντάς τους τήν Χάρι τοῦ Πνεύματός Του, γιατί ἡ Ἐκκλησία νά τά στερήση τῆς Χάριτος τοῦ βαπτίσματος, μέ τό ὁποῖο λαμβάνουν τήν ἄφεσι τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος καί μποροῦν νά μεταλαμβάνουν κατόπιν τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Κυρίου πρός σωτηρία καί ἁγιασμόν τους;
Ὁ Κύριος μέ τά λόγια πού ἀπευθύνει στόν Νικόδημο:»Ἐάν μή τις γεννηθῆ ἐξ ὕδατος καί Πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Ἰωάν. 3,5) δέν ἀναφέρεται μόνο στούς ὡρίμους ἀνθρώπους, ἀλλά γενικά. Ἀσφαλῶς καί πρός τά μικρά παιδιά, τά ὁποῖα, ἐάν δέν βαπτισθοῦν, δέν σώζονται.
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέγει στό (Κοριν.1,16): «Ἐβάπτισα τόν Στεφανᾶ οἶκον» καί στό (Πράξ.16,33), λέγει: «ἐλάλησα αὐτοῖς τόν λόγον τοῦ Θεοῦ σύν πᾶσι τοῖς ἐν τῆ οἰκίᾳ αὐτοῦ...ἐβαπτίσθη αὐτός καί οἱ αὐτοῦ ἅπαντες». Μέσα σ᾿ αὐτές τίς οἰκογένειες δέν θά ὑπῆρχαν καί μικρά παιδιά;
Στήν Παλαιά Διαθήκη μέ ἐντολή τοῦ Θεοῦ ὅλα τά ἀρσενικά παιδιά περιετέμνοντο τήν ὀγδόη ἡμέρα. Αὐτή ἡ πρᾶξις ἦταν συμβολική τοῦ βαπτίσματος πού ἦλθε στόν Νόμο τῆς Χάριτος καί ἀντικατέστησε τήν Περιτομή. Γιατί λοιπόν τώρα, στήν περίοδο τῆς Καινῆς Διαθήκης νά μή γίνεται τό βάπτισμα στά μικρά παιδιά;
Εἶναι ἀλήθεια ὅτι τά μικρά παιδιά, λόγῳ τῆς ἡλικίας τους, δέν καταλαβαίνουν κάτι ἀπό τό Μυστήριο αὐτό. Ἀλλά, ἐρωτᾶμε τούς Προτεστάντες μήπως καταλαβαίνουν οἱ μεγάλοι στήν ἡλικία, πῶς ἐπενεργεῖ τό Μυστήριο αὐτό τήν ἄφεσι τόν ἁμαρτιῶν μας; Πῶς ἀναγεννᾶ τήν ὕπαρξί μας, πῶς μᾶς κάνει μετόχους τῶν θείων δωρεῶν; Τά παιδιά δέν κατακρίνονται ἀπό τόν Κύριο, διότι παίρνουν τήν θεία Χάρι στήν μικρή τους ἡλικία, ἀλλά αὐτοί πού ἀρνοῦνται τήν Χάρι. Ἔτσι δέν λέγει ἡ Γραφή; «Ὁ δέ ἀπιστήσας κατακριθήσεται» (Μάρκ.16,16). Ἡ Θεία Χάρις δέν ἐμποδίζεται, λόγω τῆς μικρᾶς ἡλικίας τους να τά ἐπισκιάση.
Τό προπατορικό ἁμάρτημα μπῆκε στό νήπιο ἀσυνείδητα. Δέν εἶναι ἔτσι; Γιατί εἶναι παράλογο νά ἐξέλθη μέ τό βάπτισμα, ἐνῶ τό παιδί ἔχει ἀκόμη τό ἀσυνείδητο τῶν πράξεων του;
Ἀντί τῶν παιδιῶν, πού δέν διαθέτουν στήν ἡλικία τους αὐτή τήν δυνατότητα νά πιστεύσουν, ἡ Ἐκκλησία μας ἔχει τόν θεσμό τῶν ἀναδόχων. Αὐτοί εἶναι πνευματικοί πατέρες τῶν βρεφῶν, ὁμολογοῦν τήν πίστι ἀντί αὐτῶν καί τά ἀναδέχονται ἀπό τό Βάπτισμα σέ μιά καινούργια ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ζωή. Μαρτυρίες ἀπό τήν Γραφή γι᾿ αὐτό τόν θεσμό ἔχουμε τίς ἑξῆς: Ὁ Κύριος λέγει: «...ἐπί στόματος δύο ἤ τριῶν μαρτύρων σταθήσεται πᾶν ρῆμα». (Ματθ. Ι8,Ι6 καί Α. Τιμόθ. 5,Ι9). Ἄλλοτε ὁ Κύριος παίρνοντας στήν ἀγκαλιά του ἕνα παιδί, τό ἔβαλε ἀνάμεσα στούς ἀκροατάς Του καί τούς εἶπε: «Ὅς ἐάν δέξηται παιδίον τοιοῦτον ἕν ἐπί τῶ ὀνόματί μου, ἐμέ δέχεται» (Ματθ.Ι8, 5). Συνεπῶς, μέ τήν πίστι τῶν γονέων, τῶν ἀναδόχων καί λοιπῶν μαρτύρων γίνεται τό βάπτισμα τῶν νηπίων ἀπό τόν ἱερέα.
Μᾶς ἐρωτοῦν οἱ Προτεστάντες: Καί μπορεῖ ἡ πίστις τοῦ ἀναδόχου νά σώση τό νήπιο;
Ἀπαντοῦμε: Ναί. Ἰδού καί ἄλλες μαρτυρίες: Μέ τήν πίστι του ὁ ρωμαῖος ἑκατόνταρχος πού εἶχε στόν Χριστό, θεραπεύθηκε ὁ δοῦλος του. (Ματθ. 8,Ι3). Τέσσαρεις ἄνθρωποι μετέφεραν ἕνα παράλυτο στόν Χριστόν. «Ἰδών δέ ὁ Ἰησοῦς τήν πίστιν αὐτῶν λέγει τῶ παραλυτικῶ: τέκνον, ἀφέονταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου" (Μαρκ.2,3-5). Ἡ πίστις τῶν τεσσάρων καί ὄχι τοῦ παραλυτικοῦ τόν ἔσωσε ψυχικά καί σωματικά. Ὁ Κύριος μέ βάσι τήν πίστι τοῦ Ἰαείρου ἔσωσε τήν κόρη του. (Ματθ. 9,Ι8). Ἐθεράπευσε ἕνα δαιμονισμένο καί κωφό (Ματθ. 9,32). Χάρις στήν πίστι τῆς Χαναναίας θεράπευσε τήν θυγατέρα της, ἀπό τό δαιμόνιο (Ματθ. 15, 21). Χάρις στήν πίστι τοῦ πατέρα θεράπευσε ὁ Κύριος τό σεληνιαζόμενο παιδί του (Ματθ.17,14). Κάτι παρόμοιο λέγει καί ὁ Παῦλος: «Ἡγίασται γάρ ὁ ἀνήρ ὁ ἄπιστος ἐν τῆ γυναικί καί ἡγίασται ἡ γυνή ἡ ἄπιστος ἐν τῶ ἀνδρί» (Α. Κοριν.7,14).
Μᾶς λέγουν οἱ Προτεστάντες: Γιατί ὁ Χριστός βαπτίσθηκε 30 ἐτῶν; Δέν θά πρέπει καί ἐμεῖς νά βαπτιζώμεθα σέ ὥριμη ἡλικία;
Τούς ἀπαντοῦμε: Τό βάπτισμα πού ἔλαβε ὁ Χριστός, ἀπό τόν Ἰωάννη ἦταν βάπτισμα ἐν ὕδατι, ἐνῶ τό χριστιανικό Βάπτισμα πού ἐγκαινιάσθηκε ἀπό τόν Χριστό εἶναι «ἐξ ὕδατος καί Πνεύματος». Ὁ Χριστός δέν βαπτίσθηκε γιά νά μετανοήση καί καθαρισθῆ, διότι ἦταν ἀναμάρτητος. Τό ἔκανε ὅμως γιά νά ἐκπληρώση «πᾶσαν δικαιοσύνην» καί νά δώση σ᾿ ἐμᾶς ὑπόδειγμα νά βαπτιζώμεθα καί ἐμεῖς πρός καθαρισμόν τῶν παθῶν μας. Ὁ Ἱερός Χρυσόστομος λέγει ὅτι ὁ Ἰωάννης ἐβάπτισε τόν Χριστό γιά νά Τόν φανερώση στόν κόσμο. «Ἴδε ὁ Ἀμνός τοῦ Θεοῦ...οὗτος ἐστι περί οὗ ἐγώ εἶπον..» (Ἰωάν.Ι, 29-30). Ἀλλά καί ὁ Θεός Πατήρ τόν μαρτύρησε μέ τήν ἐμφάνισι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δηλαδή ὅλης τῆς Τριάδος.
Ὁ Χριστός δέν καθώρισε σέ ποιά ἡλικία νά βαπτιζώμεθα. Ἀλλά καί οἱ ἴδιοι οἱ Προτεστάντες, ὅσοι βαπτίζονται, δέν τό λαμβάνουν στά 30 τους χρόνια,ἀλλά ὅποτε θέλουν.
Στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μία φορά τελεῖται τό βάπτισμα στό Ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Αὐτό λέγει καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Εἷς Κύριος, μία πίστις, ἕν βάπτισμα»(Ἐφεσ.4,5). Μόνον ἐάν βαπτίσθηκαν ἀπό αἱρετικούς, τούς βαπτίζουμε πάλι, ἐνῶ στούς προτεστάντες δέν ἀπαγορεύεται νά τό ἐπαναλάβουν καί δεύτερη φορά.
Ὅλοι οἱ ἄνθρώποι ἔχουν ἀνάγκη τοῦ βαπτίσματος γιά νά καθαρισθοῦν ἀπό τήν ἁμαρτία. Τί κρίμα ὅταν σκεπτώμαστε ὅτι ἑκατομμύρια προτεστάντες εἶναι οὐσιαστικά ἀβάπτιστοι καί ἀποκλεισμένοι ἀπό τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Μᾶς λέγουν ἀκόμη οἱ Προτεστάντες ὅτι τά μικρά παιδιά εἶναι ἅγια καί μποροῦν νά σωθοῦν καί χωρίς τό βάπτισμα. Ἐπικαλοῦνται τό χωρίο τοῦ Παύλου (Α'Κοριν.7, 14) «ἡγίασται γάρ ὁ ἀνήρ ὁ ἄπιστος...ἐπεί ἄρα τά τέκνα ὑμῶν ἀκάθαρτα ἐστι, νῦν δέ ἅγιά ἐστιν». Δηλαδή, λέγουν, ἐάν οἱ γονεῖς εἶναι ἅγιοι (βαπτισμένοι) τότε καί τά παιδιά τους εἶναι ἅγια.
Τούς ἀπαντοῦμε δέν εἶναι σωστός αὐτός ὁ συλλογισμός τους, διότι «τό γεγεννημένον ἐκ τῆς σαρκός σάρξ ἐστι. (Ἰωάν.3,6). Ὁπότε τά ἀβάπτιστα παιδιά εἶναι μόνο σάρκα καί ὄχι καί Πνεῦμα, διότι δέν ἀναγεννήθηκαν «ἐξ ὕδατος καί Πνεύματος». Φέρουν ἐπάνω τους τήν ἐνοχή τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος, τό ὁποῖον σάν μολυσματική νόσος ἔχει προσβάλει ὅλο τό ἀνθρώπινο γένος. «Δι᾿ ἑνός ἀνθρώπου ἡ ἁμαρτία εἰς τόν κόσμον εἰσῆλθε καί διά τῆς ἁμαρτίας ὁ θάνατος». (Ρωμ.5,Ι2). Οἱ βαπτιζόμενοι ὁποιασδήποτε ἡλικίας, ἐνδύονται τόν Χριστό.
Τά παιδιά εἶναι ἁμαρτωλά, ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, πού ἦλθαν στόν κόσμο καί ἔχουν ἀνάγκη τοῦ καθαρτικοῦ καί φωτιστικοῦ βαπτίσματος. Ἰδού μερικές μαρτυρίες: Ἰωάν. 3,6 Ρωμ.3,10 Α. Ἰωάν.1,8 Ἡσαΐου 48,8 Ψαλμ.50,5 καί ἄλλες.
ΠΕΡΙ ΧΡΙΣΜΑΤΟΣ
Τό μυστήριο τοῦ ἁγίου Χρίσματος εἶναι ἡ θεοσύστατη ἐκείνη τελετή μέ τήν ὁποία ὁ ἱερεύς χρίει μέ ἁγιασμένο μῦρο σέ διάφορα μέλη τοῦ σώματός του τόν νεοβάπτιστον ἐπιλέγοντας τήν προσευχή: «Σφραγίς δωρεᾶς Πνεύματος Ἁγίου Ἀμήν». Ὁ χρισμένος, μέ τήν βάπτισί του μπαίνει στήν ἐν Χριστῶ καινούργια ζωή καί μέ τό Χρῖσμα λαμβάνει τήν τελειωτική Χάρι καί κατόπιν μέ τήν θεία Εὐχαριστία ἁγιάζεται. Τό Βάπτισμα ἀφαιρεῖ ἁμαρτίες, ἐνῶ τό Χρῖσμα πλουτίζει μέ θεῖες δωρεές γιά νά ἀναπτυχθῆ ἡ νέα πνευματική ζωή.
Οἱ Προτεστάντες δέν δέχονται τό Χρῖσμα ὄχι μόνο σάν Μυστήριο, ἀλλά οὔτε σάν ἁπλῆ ἱεροπραξία ἤ συμβολική πρᾶξι. Γράφουν στά βιβλία τους ὅτι «οὐδεμίαν θέσιν ἤ βάσιν εὑρίσκομεν ἐν τῶ Εὐαγγελίῳ οὐ μόνον ὡς μυστηρίου, ἀλλά καί ὡς διατάξεως ἤ ἁπλῆς τελετῆς».
Τούς ἀπαντοῦμε: Στίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων ἀναφέρονται δύο σαφέστατα γεγονότα, στά ὁποῖα φαίνεται ὅτι, μετά τό Βάπτισμα, οἱ Ἀπόστολοι τελοῦσαν καί μία ἄλλη τελετή, ἕνα ἄλλο μυστήριο, πού μετέδιδε τίς δωρεές τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γράφει Ὁ Λουκᾶς: «Ἀκούσαντες δέ οἱ ἐν Ἱεροσολύμοις Ἀπόστολοι, ὅτι δέδεκται ἡ Σαμάρεια τόν λόγον τοῦ Θεοῦ, ἀπέστειλαν πρός αὐτούς Πέτρον καί Ἰωάννην, οἵτινες καταβάντες προσηύξαντο περί αὐτόν, ὅπως λάβωσι Πνεῦμα Ἅγιον. Οὐδέπω γάρ ἦν ἐπ᾿ οὐδενί πεπτωκός, μόνον δέ βεβαπτισμένοι ὑπῆρχον εἰς τό ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησου. Τότε ἐπετίθεσαν τάς χεῖρας ἐπ᾿ αὐτούς καί ἐλάμβανον Πνεῦμα Ἅγιον» (Πράξ·8,Ι4-Ι7). Ἀπό τό χωρίο αὐτό μαθαίνουμε ὅτι ἄλλο πρᾶγμα ἦταν τό βάπτισμα καί ἄλλο ἡ χορήγησις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέ τήν ἐπίθεσι τῶν χειρῶν τῶν Ἀποστόλων. Ἐπίσης στό χωρίο (Πράξ.16,2-6) ἀναφέρονται τά ἑξῆς: «Ἀκούσαντες δέ ἐβαπτίσθησαν εἰς τό ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ καί ἐπιθέντος τοῦ Παύλου τάς χεῖρας ἦλθεν τό Πνεῦμα τό Ἅγιον ἐπ᾿ αὐτούς». Καί ἐδῶ βλέπουμε δύο διαφορετικά μυστήρια, τοῦ βαπτίσματος καί τοῦ Χρίσματος. Καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς ἐπιβεβαιώνει ὅτι τό Μυστήριο αὐτό δινόταν ἀμέσως μετά τό ἅγιο Βάπτισμα: «Καί μή λυπῆτε τό Πνεῦμα τό Ἅγιον τοῦ Θεοῦ, ἐν ὧ ἐσφραγίσθητε εἰς ἡμέραν ἀπολυτρώσεως (Ἐφες.4,30).
Πολύ ἐνωρίς, ἀπ'αὐτούς ἀκόμη τούς Ἀποστολικούς χρόνους τό Μυστήριο αὐτό έτελεῖτο καί μέ χρίσι. Αὐτό ὀφείλεται στό πλῆθος τῶν χριστιανῶν στούς ὁποίους δέν ἦταν δυνατόν οἱ λίγοι Ἀπόστολοι νά βάζουν ἐπάνω στά κεφάλια τους τά χέρια τους δίνοντάς τους τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ἔτσι οἱ Ἀπόστολοι εὐλογοῦσαν τό ἁγιασμένο αὐτό μῦρο μέ τό ὁποῖο ἐν συνεχείᾳ οἱ ἱερεῖς τελοῦσαν τό Μυστήριο τοῦ Χρίσματος στίς ἐνορίες τους. Στά χωρία (Β' Κοριν.1,21-22, Α' Ἰωάν.2,20 καί 27) γίνεται λόγος γιά «χρίσμα καί χρίσι». Παρότι ἀναφέρονται στήν ἐσωτερική ἐνίσχυσι διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, προϋποθέτουν ὅμως καί τήν ἐξωτερική χρίσι, μέ τήν ὁποία συμμετέχει κάποιος τῆς Χάριτος.
Ἐπίθεσις τῶν χειρῶν γιά τούς βαπτισμένους καί χρίσις μέ ἅγιο Μύρο εἶναι ἕνα καί τό αὐτό Μυστήριο, ὅπως ἐπιβεβαιώνεται ἀπό τήν παλαιά ἐποχή μέ τά συγγράμματα τῶν ἁγίων Πατέρων.
Ἡ οὐσία σ᾿ αὐτό τό Μυστήριο εἶναι ἡ ἔκχυσις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐνῶ ἡ χρίσις, ὡς ἐξωτερική πρᾶξις εἶναι κάτι τό δευτερεῦον. Τελεῖται μία φορά στόν βαπτιζόμενον καί ἐπαναλαμβάνεται σ᾿ ἐκείνους πού περιέπεσαν σέ αἱρετικές «ἐκκλησίες» καί ἐπιθυμοῦν νά ἐπιστρέψουν στήν Ὀρθόδοξη, ἀπ᾿ ὅπου ἀπεσκίρτησαν .
Ἐκτός τῆς Ἁγίας Γραφῆς μαρτυροῦν γιά τήν ἀναγκαιότητα αὐτοῦ τοῦ Μυστηρίου καί οἱ ἐκκλησιαστικοί Πατέρες τῶν πρώτων αἰώνων.
1) Ὁ Θεόφιλος Ἀντιοχείας (169-Ι80) γράφει: «Τοιγαροῦν ἡμεῖς τούτου ἕνεκεν καλούμεθα χριστιανοί ὅτι χριόμεθα ἐλαίῳ».
2) Ὁ Τερτυλλιανός (155-240) γράφει: «Ἐξελθόντες ἐκ τοῦ λουτροῦ τοῦ βαπτίσματος ἐχρίσθημεν ἁγίῳ ἐλαίῳ ἑπόμενοι τῆ ἀρχαίᾳ τελεσιουργίᾳ. Σωματικῶς τελεῖται ἐφ᾿ ἡμᾶς τό χρίσμα....ἔπειτα ἐπιτίθεται ἡ χείρ, ἥτις διά τῆς εὐλογίας ἐπικαλεῖται καί καταβιβάζει τό Ἅγιον Πνεῦμα».
3) Ἡ ἐν Καρχηδόνι Σύνοδος τό 258, στήν ὁποία συμμετεῖχε ὁ ἅγιος Κυπριανός καί 84 ἄλλοι ἐπίσκοποι, ἀπεφάσισε τά ἑξῆς: «Ἀνάγκη χρίεσθαι τόν βεβαπτισμένον, ἵνα λαβών χρίσμα μέτοχος γένηται Χριστοῦ. Ἁγιάσαι ἔλαιον οὐ δύνανται αἱρετικοί».
4)Ὁ Κύριλλος Ἰεροσολύμων (312-386)γράφει: «Καί ὑμῖν ὁμοίως ἀναβε-βηκόσι ἐκ τῆς κολυμβήθρας τῶν ἱερῶν ναμάτων ἐδόθη χρίσμα. Καί τῶ μέν φαινομένῳ μύρῳ τό σῶμα χρίεται, τῶ δέ ἁγίῳ καί ζωοποιῶ πνεύματι ἡ ψυχή ἁγιάζεται».
5) Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Θεολόγος (329-390) γράφει: «Τό Βάπτισμα (ὀνομάζεται οὕτω) διότι ἡ ἁμαρτία ἐν τῶ ὕδατι θάπτεται τό χρίσμα (ὀνομάζεται οὕτω) διότι εἶναι ἱερόν καί βασιλικόν (δι᾿ αὐτοῦ ἐχρίοντο ἱερεῖς καί βασιλεῖς) φῶς, διότι εἶναι στιλπνότης καί λαμπρότης (ψυχῆς).
6) Ἡ ἐν Λαοδικείᾳ Σύνοδος τοῦ 364 λέγει τά ἑξῆς στόν 7ον Κανόνα της: «περί τοῦ τούς ἐκ τῶν αἱρέσεων ἐπιστρεφομένους...χρισθέντας τῶ ἁγίω χρίσματι οὕτω κοινωνεῖν τῶν ἁγίων Μυστηρίων», ἐνῶ ὁ 48ος γράφει: «τούς πιστούς, χρίεσθαι χρίσματι ἐπουρανίῳ».
7) Ὁ Ἱερός Χρυσόστομος γράφει: «Ὁσοι τοίνυν κατηξιώθημεν τῆς σφραγίδος, ὅσοι τῆς , θυσίας ἀπηλαύσαμεν, ὅσοι τῆς ἀθανάτου τραπέζης μετέσχομεν, μένωμεν, φυλάττωμεν τήν εὐγένειαν καί τήν τιμήν».
Συμπερασματικά λέγομεν ὅτι τό Ἱερό Χρίσμα ἔχει Ἀποστολική προέλευσι. Στήν ἀρχή ἐτελεῖτο μέ τήν ἐπίθεσι τῶν χειρῶν τῶν Ἀποστόλων καί κατόπιν μέ τήν χρίσι διά ἁγιασμένου ἐλαίου. Μέ αὐτό παρέχονται στόν νεοβάπτιστο οἱ δωρεές τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Σήμερα τό Μῦρο αὐτό παρασκευάζεται στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, τό ἑσπέρας τῆς Μεγάλης Τετάρτης καί χορηγεῖται στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καί σ᾿ ὅλες τίς Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες. Ἀποτελεῖται ἀπό 40 ἀρωματώδεις οὐσίες πού συμβολίζουν τό πλῆθος τῶν χαρισμάτῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Μον. Δαμασκηνός Γρηγοριάτης
Μέ τήν εὐλογία τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου