Ψυχοφελή

«Πρὸς τὴν ἄνω πόλιν ἀεὶ τὸν νοῦν ἔχωμεν» Ἱερὸς Χρυσόστομος

ΦΟΒΑΣΑΙ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ;

   Ὑπάρχει μία εἰκόνα ποὺ δὲν ξεχνᾶ κανείς, ὅταν τὴν ἀκούσει. Ὁ ἱερὸς Νικόλαος Καβάσιλας παρομοιάζει τὴν ἐπίγεια ζωή μας μὲ ἔμβρυο ποὺ βρίσκεται στὴν κοιλία τῆς μητέρας του. Ὅταν ἔρθει ὁ θάνατος, λέγει, αὐτὸ δὲν εἶναι τέλος· εἶναι ἡ στιγμὴ τῆς γεννήσεως. Ἐξερχόμαστε ἀπὸ αὐτὴ τὴν μήτρα καὶ εἰσερχόμαστε στὴν πραγματικὴ ζωή. Γι’ αὐτό, ἐπισημαίνει ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ἰερόθεος, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν ἑορτάζει τὴν ἡμέρα σωματικῆς γεννήσεως τῶν ἁγίων, ἀλλὰ τὴν ἡμέρα τῆς κοιμήσεώς τους· ἐκείνη εἶναι ἡ ἀληθινὴ «γενέθλιος ἡμέρα» στὴν αἰώνια ζωή.

Αὐτὴ ἡ θεολογικὴ τοποθέτηση ἀλλάζει τελείως τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἀντιμετωπίζουμε τὸν θάνατο. Ὁ θάνατος δὲν εἶναι τὸ τέλος τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ πύλη ποὺ ἀνοίγει στὴν ἀπεραντοσύνη τῆς αἰωνιότητος.

Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, ἑρμηνεύοντας τὴν Α’ πρὸς Θεσσαλονικεῖς ἐπιστολή, κάνει μία παρατήρηση ποὺ ἀξίζει νὰ σταθοῦμε. Γιατί, λέγει, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὅταν μιλᾷ γιὰ τὸν θάνατο τοῦ Χριστοῦ χρησιμοποιεῖ τὴ λέξη «θάνατο», ἐνῶ γιὰ τὸν θάνατο τῶν ἀνθρώπων χρησιμοποιεῖ τὴ λέξη «κοίμηση»; Ἡ διάκριση δὲν εἶναι τυχαία. Ὁ Ἀπόστολος χρησιμοποίησε τὸν «θάνατο» γιὰ τὸν Χριστό, γιὰ νὰ βεβαιώσει τὸ πάθος Του· γιὰ τὸν ἄνθρωπο ὅμως χρησιμοποίησε τὴν «κοίμηση», γιὰ νὰ παρηγορήσει τὸν πόνο μας. «Γιατί, ὅποιος ἔχει κοιμηθεῖ», σημειώνει ὁ Χρυσόστομος, «σίγουρα θὰ ἀναστηθεῖ· ἐφόσον ὁ θάνατος δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ὕπνος βαθὺς καὶ παρατεταμένος».

Καὶ συνεχίζει μὲ μία εἰκόνα ποὺ συγκινεῖ: ὅπως ὁ τεχνίτης ποὺ θέλει νὰ ἀνακαινίσει ἕνα παλιὸ σπίτι βγάζει πρῶτα τοὺς ἐνοίκους, γκρεμίζει τὴν παλιὰ οἰκοδομὴ καὶ χτίζει καινούργια καὶ ὀμορφότερη, ἔτσι καὶ ὁ Θεός: «Ἐπειδὴ θέλει νὰ μᾶς ἀνακαινίσει, διαλύει τὸ σῶμα μας, ἀφοῦ πρῶτα βγάλει τὴν ψυχή. Θὰ τὸ ἀνακαινίσει καὶ θὰ ἐγκαταστήσει πάλι μέσα τὴν ψυχή, καὶ μάλιστα, μὲ περισσότερη λαμπρότητα καὶ δόξα».

Τὸ ἴδιο κάνει καὶ ὁ μεταλλουργός: λιώνει τὸ σκουριασμένο μέταλλο στὸ καμίνι καὶ τὸ ξαναχύνει σὲ καινούργιο σχῆμα. «Ὅπως ἡ διάλυση τοῦ μετάλλου δὲν εἶναι ἀφανισμός, ἀλλὰ ἀνάπλαση», λέγει ὁ Χρυσόστομος, «ἔτσι καὶ ὁ θάνατος τοῦ σώματος δὲν εἶναι καταστροφή, ἀλλὰ ἀνακαίνιση. Δέχεται ἡ γῆ φθαρτὸ καὶ θνητὸ σῶμα καὶ σοῦ ἐπιστρέφει ἄφθαρτο καὶ ἀθάνατο».

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφει ὅτι οἱ χριστιανοὶ δὲν πενθοῦν ὅπως «οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα». Ὁ Χρυσόστομος τονίζει ὅτι αὐτὴ ἡ φράση δὲν σημαίνει πὼς ἀπαγορεύεται ἡ λύπη. «Ὁ Ἀπόστολος δὲν εἶπε νὰ μὴ λυπᾶσθε καθόλου· εἶπε νὰ μὴ λυπᾶσθε ὅπως οἱ ἄπιστοι». Δάκρυσε κι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος γιὰ τὸν Λάζαρο· καὶ μὲ αὐτὸ θέτει μέτρα καὶ ὅρια στὴν θλίψη μας. Τὸ νὰ λυπᾶσαι εἶναι φυσικό· τὸ νὰ ἀπελπίζεσαι εἶναι δεῖγμα ἀδυναμίας πίστεως.

Μάλιστα, ὁ Χρυσόστομος δὲν διστάζει νὰ εἶναι αὐστηρός: «Ντρέπομαι καὶ κοκκινίζω ὅταν βλέπω χριστιανοὺς νὰ κλαῖνε γοερά, νὰ χτυπιοῦνται, νὰ τραβοῦν τὰ μαλλιά τους μπροστὰ στοὺς ἀπίστους. Θὰ ποῦν ἐκεῖνοι: αὐτοὶ πιστεύουν στὴν ἀνάσταση; Μὲ τὰ λόγια ναί, μὰ στὴν πράξη συμπεριφέρονται σὰν νὰ μὴν ἔχουν καμία ἐλπίδα».

Ἡ παρηγοριὰ ποὺ προσφέρει ὁ Χρυσόστομος εἶναι συγκεκριμένη: «Σκέψου ὅτι αὐτὸς τώρα βρίσκεται μαζὶ μὲ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, μὲ τὸν Ἀπόστολο Πέτρο, μὲ τὸν χορὸ ὅλων τῶν ἁγίων. Σκέψου ὅτι θὰ ἀναστηθεῖ μὲ μεγάλη δόξα καὶ λαμπρότητα». Ἡ νεκρώσιμη ἀκολουθία δὲν εἶναι ἄλλωστε θρῆνος ἀλλὰ προπομπή: «Ὅπως προπέμπουν ὅλοι ἐκεῖνον ποὺ πρόκειται νὰ τιμηθεῖ μὲ ἕνα σπουδαῖο ἀξίωμα, ἔτσι καὶ στὴν κηδεία προπέμπουμε τὸν πιστὸ ποὺ φεύγει κοντὰ στὸν Θεό, γιὰ νὰ λάβει τὴν ἐπουράνια κληρονομιά».

Μία ἀπὸ τὶς παρεξηγημένες ἀλήθειες τῆς πίστεώς μας εἶναι ὅτι ἡ ἀνάσταση εἶναι μόνον τῆς ψυχῆς. Ὁ π. Ἀθανάσιος Μυτιληναῖος τονίζει: «Πολλοὶ θεωροῦν τὸ σῶμα κάτι βδελυκτό, κάτι ποὺ πρέπει νὰ ἀπορριφθεῖ. Ὅμως ὁ Χριστὸς ὁ ἴδιος τὸ φόρεσε, τὸ φορεῖ καὶ θὰ τὸ φορεῖ γιὰ πάντα. Πῶς νὰ εἶναι βδελυκτὸ αὐτὸ ποὺ ἐνδύθηκε ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ;».

Ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε μὲ τὸ ἴδιο σῶμα: ἔδειξε τὶς πληγές Του, κάλεσε τοὺς μαθητὲς νὰ ψηλαφίσουν· «πνεῦμα σάρκα καὶ ὀστέα οὐκ ἔχει, καθὼς ἐμὲ θεωρεῖτε ἔχοντα». Καὶ ἔφαγε μπροστά τους ψάρι καὶ κηρήθρα — ὄχι ἐπειδὴ εἶχε ἀνάγκη, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἀποδείξει τὴν πραγματικότητα τῆς ἀναστάσεώς Του.

Αὐτὸ εἶναι ὑπόσχεση καὶ γιὰ μᾶς. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς βεβαιώνει: «Αὐτὸ τὸ σῶμα τὸ φθειρόμενο καὶ διαλυόμενο, αὐτὸ θὰ ἀναστηθεῖ ἄφθαρτο». Δὲν εἶναι ἕνα ἄλλο, καινούργιο σῶμα ποὺ θὰ λάβουμε· εἶναι τὸ ἴδιο ποὺ ἔχουμε τώρα, ἀνακαινισμένο, ἄφθαρτο, αἰώνιο. Ὅπως ὁ κόκκος τοῦ σίτου ποὺ σπείρεται στὴ γῆ, σαπίζει, καὶ βγαίνει ὁλόκληρο στάχυ — ἀπὸ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν σπόρο, ἀλλὰ ἀνανεωμένος καὶ πληθυντικός. Γι’ αὐτὸ ἄλλωστε τοποθετοῦμε τὸ κόλλυβο στὰ μνημόσυνα: εἶναι σύμβολο τῆς ἀναστάσεως τοῦ σώματος.

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τὸ διακηρύσσει μὲ ἐνθουσιασμό: «Ἰδοὺ μυστήριον ὑμῖν λέγω· πάντες μὲν οὐ κοιμηθησόμεθα, πάντες δὲ ἀλλαγησόμεθα, ἐν ἀτόμῳ, ἐν ῥιπῇ ὀφθαλμοῦ, ἐν τῇ ἐσχάτῃ σάλπιγγι». Σὲ μία στιγμή, ὅσο χρειάζεται νὰ ἀνοιγοκλείσει κανεὶς τὸ βλέφαρό του, θὰ μεταμορφωθοῦμε. Τὸ φθαρτὸ θὰ ἐνδυθεῖ ἀφθαρσία, τὸ θνητὸ ἀθανασία.

Ὁ Μακαριστὸς Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, συνοψίζοντας τὴ διδασκαλία τῶν Πατέρων, ἀναφέρει ὅτι τὸ ἀναστημένο σῶμα θὰ ἔχει νέες ἰδιότητες: θὰ εἶναι ἄφθαρτο, ἀθάνατο, πνευματικό. Δὲν θὰ ὑπάρχει ἀρρώστια, πόνος, γήρανση, κούραση. Οἱ Πατέρες χρησιμοποιοῦν μία ὡραία εἰκόνα γιὰ τὴν ἰσότητα τῆς χαρᾶς στὸν Παράδεισο: ὁ καθένας θὰ κρατεῖ ἕνα δοχεῖο — ἄλλου μεγαλύτερο, ἄλλου μικρότερο — ἀλλὰ ὅλων τὰ δοχεῖα θὰ εἶναι γεμάτα ἕως τὸ χεῖλος. Τελεία εὐτυχία, ἀνάλογα μὲ τὴν πνευματικὴ χωρητικότητα ποὺ ἀπέκτησε κανεὶς στὴν ἐπίγεια ζωή.

Ὁ π. Ἀθανάσιος Μυτιληναῖος εἰκονίζει τὸ ἀναστημένο σῶμα μὲ τὸ νερό: «Μπορεῖ νὰ γίνει ἀπὸ ὑγρὴ μορφὴ πάγος ἢ ὑδρατμός· ἀλλάζει ἡ μορφή, ὄχι ἡ οὐσία καὶ ἡ ὑπόστασή του». Τὸ ἴδιο σῶμα, ἀνακαινισμένο. Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων ἐπισημαίνει ὅτι αὐτὴ ἡ ἀλήθεια ἔχει καὶ πρακτικὴ συνέπεια: «Αὐτὸς ποὺ πιστεύει ὅτι τὸ σῶμα του θὰ κληρονομήσει τὴν αἰωνιότητα, φροντίζει νὰ μὴν τὸ μολύνει, ἀλλὰ νὰ τὸ ἐξαγνίζει».

Καὶ ὁ ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς συνοψίζει μὲ παράδοξο τρόπο: «Οἱ ἄνθρωποι κατεδίκασαν τὸν Θεὸ σὲ θάνατο. Ὁ Θεὸς ὅμως μὲ τὴν Ἀνάστασή Του καταδικάζει τοὺς ἀνθρώπους σὲ ἀθανασία». Εἴτε τὸ θέλουμε εἴτε ὄχι, εἴμαστε ἀθάνατοι. Ἡ μόνη ἐπιλογή μας δὲν εἶναι τὸ ἂν θὰ ζήσουμε αἰώνια, ἀλλὰ τὸ πῶς.

Ἡ Ἄνω Ἱερουσαλήμ

Ἡ ἄλλη ζωὴ δὲν εἶναι μιὰ ἀόριστη κατάσταση. Εἶναι ζωή, εἶναι πόλη, εἶναι κοινωνία. Ὁ μακαριστός ἀρχιμανδρίτης Δανιὴλ Γούβαλης περιγράφει μὲ ζωντανὸ τρόπο τὴν «Ἄνω Ἱερουσαλήμ»: εἶναι ἡ πόλη τοῦ Θεοῦ, τὴν ὁποία σχεδίασε καὶ οἰκοδόμησε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, ποὺ δὲν ἔχει ἀνάγκη ἡλίου οὔτε σελήνης γιὰ νὰ φωτίζεται, γιατὶ ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ φῶς της. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, ἑρμηνεύοντας τὸν 47ο ψαλμό, προτρέπει: «Συνεχῶς καὶ πάντοτε νὰ στρέφουμε τὸν νοῦ μας πρὸς τὴν πόλη μας, τὴν Ἱερουσαλήμ, καὶ νὰ φανταζόμαστε πάντα τὶς ὀμορφιές της».

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ἀναφερόμενος στοὺς Πατριάρχες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, γράφει ὅτι αὐτοὶ «ὁμολόγησαν ὅτι εἶναι ξένοι καὶ παρεπίδημοι πάνω στὴ γῆ», ἐπιζητοῦντες «καλύτερη πατρίδα, δηλαδὴ ἐπουράνια». Ὁ Ἀβραάμ, ὅταν ἔλεγε «πάροικος καὶ παρεπίδημός εἰμι», δὲν θρηνοῦσε γιὰ τὴν ἐπίγεια πατρίδα· εἶχε θέα τῆς ἄνω πατρίδος καὶ ἐκεῖ ἦταν στραμμένος ὁ πόθος του. Αὐτὸ εἶναι καὶ τὸ σχῆμα τῆς χριστιανικῆς ζωῆς: εἴμαστε ἐδῶ ὡς ὁδοιπόροι. Ἡ πραγματική μας πατρίδα εἶναι ἀλλοῦ.

Δὲν θὰ Εἴμαστε Μόνοι

Ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ παρηγορητικὰ στοιχεῖα τῆς ὀρθοδόξου ἐλπίδος εἶναι ὅτι ἡ αἰώνια ζωὴ δὲν εἶναι μοναξιά. Ὁ Ἐπίσκοπος Θεοφάνης ὁ Ἔγκλειστος, σὲ ἐπιστολή του πρὸς μία ἑτοιμοθάνατη γυναίκα, γράφει: «Δὲν θὰ πεθάνεις. Τὸ σῶμα σου θὰ πεθάνει, ἀλλὰ ἐσὺ θὰ μεταφερθεῖς σὲ ἕνα διαφορετικὸ κόσμο, θὰ εἶσαι ζωντανή, θὰ ἔχεις μνήμη τοῦ ἑαυτοῦ σου καὶ θὰ ἀναγνωρίζεις ὅλο τὸν κόσμο ποὺ σὲ περιβάλλει. Ἐκεῖ θὰ σὲ συναντήσουν οἱ γονεῖς σου, οἱ ἀδελφοί σου».

Ὁ π. Ἀθανάσιος Μυτιληναῖος τονίζει ὅτι στὴν αἰώνια ζωὴ θὰ διατηρεῖται ἡ ἰδιαίτερη προσωπικότητα κάθε ἀνθρώπου. «Ἐκεῖ θὰ γνωρίζουμε τοὺς ἀνθρώπους μὲ τοὺς ὁποίους συμπορευθήκαμε στὴν ἐφήμερη ζωή, ἀλλὰ καὶ ὅσους γεννήθηκαν σὲ ἄλλες ἐποχές. Ὅπως οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι στὸ ὄρος Θαβὼρ ἀνεγνώρισαν τοὺς προφῆτες Μωυσῆ καὶ Ἠλία, παρόλο ποὺ δὲν τοὺς εἶχαν συναντήσει ποτέ, ἔτσι καὶ ἐμεῖς, μὲ τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, θὰ ἀναγνωρίζουμε ὅλα τὰ πρόσωπα».

Ὁ ἀββᾶς Ἰσαὰκ ὁ Σύρος διδάσκει ὅτι στὸν μέλλοντα αἰώνα ὅλοι οἱ δίκαιοι θὰ βρίσκονται μαζὶ σὲ ἕνα τόπο, ἀλλὰ ὁ καθένας θὰ φωτίζεται ἀπὸ τὸν νοητὸ Ἥλιο — τὸν Χριστό — ἀνάλογα μὲ τὴν ἀξία καὶ τὴ διάθεση τῆς καθάρσεώς του.

Διαρκὴς Κίνηση

Μιὰ ἀπὸ τὶς ὡραιότερες διδασκαλίες τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας εἶναι ὅτι στὴ μέλλουσα ζωὴ δὲν ὑπάρχει στασιμότητα. Ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ἰερόθεος, συνθέτοντας τὴ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, ἐξηγεῖ ὅτι οἱ ἅγιοι στὸν μέλλοντα αἰώνα θὰ προκόπτουν συνεχῶς στὴν μέθεξη τῆς ἀκτίστου δόξης τοῦ Θεοῦ. Δὲν θὰ ὑπάρξει ποτὲ τέλος τῆς τελειώσεώς τους. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης βεβαιώνει: «Ἐν τῷ μέλλοντι αἰῶνι οἱ Ἄγγελοι καὶ οἱ ἅγιοι, προκόπτοντες ἐν τῇ τῶν χαρισμάτων προσθήκῃ, οὐδέποτε λήξουσιν».

Αὐτὸ εἶναι ἡ ὑπέρτατη εὐτυχία. Κάθε στιγμὴ μεγαλύτερη μέθεξη, κάθε στιγμὴ βαθύτερη γνώση τοῦ Θεοῦ, κάθε στιγμὴ περισσότερος πόθος. Κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης, ἡ τελειότητα δὲν ἔχει ὅριο, «τῆς δὲ ἀρετῆς εἷς ὅρος ἐστί, τὸ ἀόριστον».

Ἀπὸ Τώρα Ἀρχίζει

Ἡ κεντρικὴ ἀλήθεια τῆς ὀρθοδόξου πνευματικότητος, ὅπως τὴν ἐκθέτει ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου, εἶναι ὅτι ὁ Παράδεισος δὲν εἶναι μόνον μεταθανάτια κατάσταση· ἀρχίζει ἐδῶ. Ὁ ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης τὸ λέγει μὲ τὴν ἁπλότητά του: «Ἔχεις ἀγάπη, καλωσύνη; Εἶσαι ἄγγελος καὶ ὅπου πᾶς μεταφέρεις τὸν Παράδεισο. Ἔχεις πάθη, κακία; Ὅπου πᾶς μεταφέρεις τὴν κόλαση».

Ὁ Μητροπολίτης Σουρόζ Ἀντώνιος (Bloom) ἀναφέρει μία ἀξιοσημείωτη ἐμπειρία: ὅταν ἐπέστρεψε ἀπὸ τὸ νοσοκομεῖο καὶ τοῦ εἶπαν ὅτι ὁ πατέρας του εἶχε πεθάνει, μπῆκε στὸ δωμάτιό του καὶ «αὐτὸ ποὺ ἀντιλήφθηκα ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ἦταν ἡ ποιότητα καὶ τὸ βάθος τῆς σιωπῆς — μιὰ σιωπὴ ποὺ ἦταν παρουσία». Καὶ ἔπιασε τὸν ἑαυτό του νὰ λέγει: «Τί ψέμα νὰ λένε ὅτι ὑπάρχει θάνατος».

Ἡ Ὑπομονὴ

Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος προβάλλει τὰ παραδείγματα τοῦ Ἰὼβ καὶ τοῦ Ἀβραὰμ ὡς πρότυπα ἀνδρείας. Ὁ Ἰὼβ εἶδε νὰ φεύγουν ὅλα τὰ παιδιά του μαζί, σὲ μία στιγμή, νέα, ἐνάρετα, μὲ βίαιο θάνατο. Κι ὅμως εἶπε: «Ὁ Κύριος μοῦ τὰ ἔδωσε, ὁ Κύριος καὶ τὰ πῆρε. Ἂς εἶναι τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου εὐλογημένο». Ὁ Ἀβραάμ, μὲ τὴν ἐντολὴ νὰ θυσιάσει τὸν Ἰσαάκ, ὑπάκουσε χωρὶς νὰ ἐρωτήσει τὸν λόγο, χωρὶς νὰ ἀντιμιλήσει. Αὐτὴ ἡ ἀνδρεία εἶναι πίστη ποὺ βλέπει πέρα ἀπὸ τὸ παρόν. «Ἂν κάποτε σὲ βρεῖ τέτοια συμφορά», λέγει ὁ Χρυσόστομος, «νὰ ξαναφέρεις στὸν νοῦ σου αὐτοὺς τοὺς μεγάλους ἄνδρες καὶ νὰ ἀντλεῖς ἀπὸ αὐτοὺς παρηγοριά». Καὶ προσθέτει μὲ χαρακτηριστικὴ γλυκύτητα: «Ὁ θάνατος εἶναι ἀνάπαυση, εἶναι ἀπαλλαγὴ ἀπὸ κόπους καὶ μέριμνες βιοτικές».

Ὁ π. Ἀθανάσιος Μυτιληναῖος ἐπισημαίνει μὲ ἀπλότητα: «Δὲν μπορεῖς νὰ λέγεσαι χριστιανὸς καὶ νὰ μὴν πιστεύεις στὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. Δὲν γίνεται νὰ λέμε ὅτι πιστεύουμε στὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἐὰν δὲν πιστεύουμε ὅτι καὶ οἱ νεκροὶ θὰ ἀναστηθοῦν». Τὸ Εὐαγγέλιο, τονίζει, «δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνας τρόπος γιὰ νὰ ζήσουμε μιὰ ὡραία καὶ ἠθικὴ ζωή, ἀλλὰ προετοιμασία γιὰ νὰ ἀναστηθοῦμε ψυχὴ καὶ σώματι στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ».

Αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ κλήση κάθε χριστιανοῦ: νὰ ἀγωνίζεται νὰ ζῆ ἔτσι, ὥστε κατὰ τὴν ὥρα τοῦ θανάτου νὰ αἰσθανθεῖ ὅτι δὲν χάνει, ἀλλὰ κερδίζει· ὅτι δὲν ἀποχωρίζεται, ἀλλὰ συναντᾷ· ὅτι δὲν τελειώνει ὁ βίος του, ἀλλὰ τελειοῦται. «Ὅταν δεῖς τὸν νεκρό», λέγει ὁ Χρυσόστομος, «μὴ σταθεῖς σὲ ἐκεῖνον ποὺ ἔχει κλείσει τὰ μάτια του. Σκέψου ἐκεῖνον ποὺ θὰ ἀναστηθεῖ· ἐκεῖνον ποὺ θὰ ἀπολαύσει δόξα ἀνέκφραστη, θαυμαστὴ καὶ ἐξαίσια».

Ἡ Ἐκκλησία μας δὲν κηρύσσει ἀφηρημένες παρηγοριὲς γιὰ «κάτι καλύτερο». Κηρύσσει συγκεκριμένη ζωή: τὴν αἰώνια κοινωνία μὲ τὸν Τριαδικὸ Θεό, τὴν Θεοτόκο, τοὺς ἀγγέλους καὶ ὅλους τοὺς ἁγίους ποὺ ἀγωνίσθηκαν πρὸ ἡμῶν — μὲ τὰ ἴδια μας τὰ σώματα, ἀνακαινισμένα καὶ δοξασμένα. Ἡ προσδοκία αὐτὴ δὲν μᾶς ἀποσπᾷ ἀπὸ τὴν παρούσα ζωή· τὴν νοηματοδοτεῖ. Κάθε πράξη ἀγάπης, κάθε βῆμα μετανοίας, κάθε στιγμὴ προσευχῆς εἶναι ἤδη κοινωνία μὲ τὴν αἰωνιότητα. «Ζητεῖτε πρῶτον τὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ», εἶπε ὁ Κύριος. Αὐτὴ δὲν εἶναι ἄλλοθι ἀπὸ τὴ ζωή· εἶναι ὁ πυρήνας της.

  

Πηγές

¹ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, Λόγος εἰς τὸ «Ἵνα μὴ λυπῆσθε», P.G. 48, 1018-1026

² Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ἰερόθεος, Ἡ Ζωὴ μετὰ τὸν Θάνατο, Η΄ ἔκδοση, Ἱ. Μονὴ Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου

³ π. Ἀθανάσιος Μυτιληναῖος, Ἀνάστασις τῶν Νεκρῶν, ἐπιμ. π. Διονυσίου Ταμπάκη

⁴ Ἀρχιμ. Δανιὴλ Γούβαλης, Ἄνω Ἱερουσαλήμ

⁵ Μητροπολίτης Σουρόζ Ἀντώνιος (Bloom), Θάνατος καὶ Ἀπώλεια

⁶ Ἐπίσκοπος Θεοφάνης ὁ Ἔγκλειστος, Ἐπιστολαί

⁷ Μακ. Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν Χριστόδουλος, Ἀνάστασις Νεκρῶν

⁸ Γέρων Παΐσιος Ἁγιορείτης, Λόγοι, τ. Ε΄, Ἱ. Ἡσυχαστήριο «Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος», Σουρωτή