Τοῦ κ. Παντελεήμονος Τομάζου
Τὸ παρὸν κείμενο εἶναι αὐτὸ ποὺ χρησιμοποίησα στὸ βίντεό μου «7 ἀκόμη σφάλματα τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ» στὸ κανάλι μου στὸ Youtube «Θεῖος Γνόφος». Ὅποιος ἀναγνώστης ἐπιθυμεῖ μπορεῖ νὰ πάει νὰ ρίξει μία ματιὰ στὰ διάφορα θεολογικὰ καὶ φιλοσοφικὰ βίντεο ποὺ ἔχω ἀναρτήσει ἐκεῖ.
Ἐπίσης, ἀποφάσισα, ἔπειτα ἀπὸ παρότρυνση ἀρκετῶν θεατῶν τοῦ παρόντος ἐπίμαχου βίντεο, νὰ προσθέσω βιβλιογραφία ποὺ νὰ ἀποδεικνύει ὅτι ὁ Γιανναρᾶς πράγματι εἶπε ὅλα ὅσα τοῦ καταλογίζω. Ἀρκετοὶ ἀπὸ τοὺς ἀκροατὲς τοῦ βίντεο φαίνεται ὅτι δυσκολεύονται νὰ πιστέψουν ὅτι πράγματι γράφτηκαν τέτοια πράγματα ἀπὸ ἕνα κορυφαῖο ὀρθόδοξο διανοητή, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν πρέπει νὰ γραφτεῖ τίποτε τὸ ἀρνητικό.
Πρῶτον σφάλμα: Στὸ Ἀλφαβητάρι τῆς Πίστης, ὁ Γιανναρᾶς μιλάει γιὰ κτιστὲς ἐνέργειες στὸν Θεό, πρᾶγμα ποὺ ἔχει καταδικαστεῖ ἀπὸ τὶς παλαμικὲς συνόδους (Βλ. Χρ. Γιανναρᾶς, Ἀλφαβητάρι τῆς πίστης, ἐκδόσεις Δόμος, Ἀθήνα 19865, σελ. 76: «Γνωρίζουμε ἔμμεσα τὸ Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ σπουδάζοντας τὴν κοσμικὴ πραγματικότητα, τὴν ἑτερότητα τοῦ λόγου τῶν κτιστῶν θείων ἐνεργειῶν πού συνιστοῦν καὶ συγκροτοῦν τὸ φυσικὸ σύμπαν»). Οἱ ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄκτιστοι πρόοδοι καὶ κινήσεις τῆς θείας βουλήσεως πρὸς παραγωγὴ τῶν κτιστῶν ὄντων. Αὐτὸ ποὺ δημιουργεῖ ἢ παράγει εἶναι ἄκτιστο, ἐνῶ αὐτὸ ποὺ δημιουργεῖται εἶναι κτιστὸ (Βλ. Γρηγόριος Παλαμᾶς, Περὶ ἑνώσεως καὶ διακρίσεως, 11, Π. Χρήστου Β΄, σελ. 77: «Προσέθηκε δὲ τὸ ἀσχέτους εἶναι ταύτας, ἵνα μὴ τις νομίσῃ ταύτας εἶναι τὰ ἀποτελέσματα, οἶον τὴν ἑκάστου τῶν ὄντων οὐσίαν ἢ τὴν ἐν τοῖς ζῶσιν αἰσθητὴν ζωὴν ἢ τὸν τοῖς λογικοῖς καὶ νοεροῖς ἐνόντα λόγον τε καὶ νοῦν). Ἄρα, ἡ ἐνέργεια εἶναι ἄκτιστη καὶ τὸ ἀποτέλεσμά της εἶναι αὐτὸ ποὺ εἶναι κτιστό. Στὴν περίπτωση τῆς θέωσης τῶν ἁγίων, ὅμως, τὸ ἀποτέλεσμα τῆς θείας ἐνέργειας εἶναι ἄκτιστο, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι ὁ τεθεωμένος μετέχει τῆς ἴδιας τῆς ἀκτίστου θείας ἐνεργείας καὶ ὄχι ἁπλῶς τῆς δημιουργικῆς θείας ἐνεργείας μέσῳ τῶν κτιστῶν ἀποτελεσμάτων ποὺ αὐτὴ παράγει.
Δεύτερον σφάλμα: Ὁ Γιανναρᾶς κάνει λόγο γιὰ κτιστοὺς λόγους τῶν ὄντων στὸ βιβλίο του Χάιντεγκερ καὶ Ἀρεοπαγίτης (Βλ. Χρ. Γιανναρᾶς, Χάιντεγκερ καὶ Ἀρεοπαγίτης, ἢ περὶ ἀπουσίας καὶ ἀγνωσίας τοῦ Θεοῦ, ἐκδόσεις Δόμος, Ἀθήνα 2006, σελ. 78). Ὡστόσο, οἱ λόγοι τῶν ὄντων εἶναι ἄκτιστοι γιὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ (Βλ. Γρηγόριος Παλαμᾶς, Ἑκατὸν Πεντήκοντα Κεφάλαια, 87, Π. Χρήστου Ε΄, σελ. 85: «Προϊὼν ὁ μέγας οὗτος, τὰς τοιαύτας προόδους καὶ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ ἑτέροις τε ὀνόμασι θεοπρεπέσιν ἀνυμνεῖ καὶ μετοχὰς καὶ αὐτομετοχὰς καλεῖ καὶ ὑπὲρ τὰ ὄντα εἶναι πολλαχοῦ τῶν λόγων δείκνυσι καὶ παραδείγματα τῶν ὄντων εἶναι ταύτας προϋφεστηκυίας ἐν Θεῷ καθ’ ὑπερούσιον ἕνωσιν. Πῶς οὖν ἂν εἶεν αὗται κτίσματα; Ἐφεξῆς δὲ καὶ τί ταῦτα τὰ παραδείγματα διδάσκων ἐπιφέρει «παραδείγματα δὲ φαμέν εἶναι τοὺς ἐν Θεῷ τῶν ὄντων οὐσιοποιοὺς καὶ ἑνιαίως προϋφεστῶτας λόγους, οὕς ἡ θεολογία προορισμοὺς καλεῖ καὶ θεῖα καὶ ἀγαθὰ θελήματα, τῶν ὄντων ἀφοριστικὰ καὶ ποιητικά, καθ’ οὗς ὁ ὑπερούσιος τὰ ὄντα πάντα καὶ προώρισε καὶ παρήγαγε». Πῶς οὖν οἱ προορισμοὶ καὶ τὰ ποιητικὰ τῶν ὄντων θεῖα θελήματα κτιστά; Πῶς δ’ οὐ φανεροὶ τυγχάνουσιν ὄντες τὴν τοῦ Θεοῦ πρόνοιαν εἰς κτίσμα κατασπῶντες οἱ τὰς προόδους ταύτας καὶ ἐνεργείας τιθέμενοι κτιστάς; Ἡ γὰρ οὐσιοποιὸς καὶ ζωοποιὸς καὶ σοφοποιός, καὶ ἁπλῶς ἡ ποιητικὴ καὶ συνεκτικὴ τῶν κτιστῶς ὄντων ἐνέργεια, ἔστι τὰ θεῖα θελήματα καὶ αἱ θεῖαι αὖται μετοχαὶ καὶ δωρεαὶ τῆς πάντων αἰτίας ἀγαθότητος). Οἱ λόγοι τῶν ὄντων εἶναι ἡ ἴδια ἡ θέληση τοῦ Θεοῦ ποὺ πολλαπλασιάζεται μὲ τρόπο ἀπολλαπλασίαστο πρὸς παραγωγὴ τῶν κτιστῶν ὄντων. Οἱ λόγοι τῶν ὄντων εἶναι ἡ θέληση τοῦ Θεοῦ ποὺ θέλει τὰ κτιστὰ ὄντα, ὅπως ἀκριβῶς τὰ δημιουργεῖ, καὶ γι’ αὐτὸ ὁ Παλαμᾶς τοὺς ὀνομάζει ἄκτιστα θεῖα θελήματα καὶ θείους προορισμούς. Ἀκόμη, θὰ πρέπει νὰ γνωρίζουμε ὅτι ἄλλο εἶναι οἱ λόγοι τῶν ὄντων καὶ ἄλλο οἱ σπερματικοὶ λόγοι. Οἱ δεύτεροι εἶναι κτιστοί, διότι ἀποτελοῦν τὴ δημιουργία ἐν ἀκαρεῖ, δηλαδὴ τὴ δημιουργία σὲ μία μορφὴ μὴ ἀκόμη ἐκδιπλωμένη, ἡ ὁποία ἐνέχει μέσα της ὅλες τὶς ἀπαραίτητες φυσικὲς δυνάμεις, ὥστε νὰ ἐκδιπλωθεῖ στὴ μορφὴ, μὲ τὴν ὁποία 5η γνωρίζουμε. Ἀκόμη, ὑπάρχει καὶ ὁ τεχνικὸς λόγος, ποὺ εἶναι ἡ ἁρμονικὴ συνάρθρωση τῶν ἀντιθετικῶν στοιχείων τῆς φύσεως. Οἱ ἄκτιστοι λόγοι τῶν ὄντων προκαλοῦν αἰτιωδῶς τόσο τοὺς σπερματικοὺς λόγους ὅσο καὶ τὴ λογικὴ συνάρθρωση τῶν στοιχείων τῆς κτίσεως. Τέλος, οἱ ἀντιησυχαστὲς Νικηφόρος Γρηγορᾶς καὶ Μανουὴλ Καλέκας ἦταν ἐκεῖνοι ποὺ ὑποστήριζαν τὴν κτιστότητα τῶν μετοχῶν ἢ τῶν λόγων τῶν ὄντων.
Τρίτον σφάλμα: Στὸ ἄρθρο του στὰ ἀγγλικὰ The Distinction Between Essence and Energies and Its Importance for Theology, ὁ Γιανναρᾶς ὑποστηρίζει ὅτι τὰ θεῖα πρόσωπα καὶ οἱ ἐνέργειες εἶναι τρόποι ὕπαρξης τῆς θείας φύσεως (Chr. Yannaras, «The Distinction between Essence and Energies and Its importance for Theology», στὸ: St. Vladimir’s Theological Quarterly 19 (1975), σελ. 236: «The persons and the energies are neither “parts” nor “components” nor “passions” nor “accidents” of nature, but the mode of being of nature). Ἐὰν αὐτὸ ἴσχυε, ἡ Ἁγία Τριάδα θὰ ἦταν μυριοϋπόστατη καὶ ὄχι τρισυπόστατη. Μόνο οἱ ὑποστάσεις εἶναι τρόποι ὕπαρξης, ἐνῶ οἱ ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ εἶναι βουλητικὲς καὶ ἐνεργειακὲς πρόοδοι πρὸς ὅ,τι δὲν εἶναι Θεὸς καὶ ὄχι τρόποι τῆς θείας φύσεως. Κάποιος θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ ὅτι οἱ ἐνέργειες εἶναι τρόποι τῆς θείας παρουσίας στὴν κτίση, διότι ἄλλα ὄντα τὰ ζωοποιεῖ, ἄλλα τὰ λογοποιεῖ καὶ ἄλλα τὰ θεοποιεῖ, ἀλλὰ ὄχι τρόποι τῆς θείας φύσεως, ὅπως θὰ ἤθελε ὁ Ἰωάννης Σκότος τοῦ Ντούνς.
Τέταρτον σφάλμα: Στὸ βιβλίο Χάιντεγκερ καὶ Ἀρεοπαγίτης, ὁ Γιανναρᾶς προσπαθεῖ νὰ ἑρμηνεύσει τὰ ἀρεοπαγιτικὰ συγγράμματα περσοναλιστικὰ (Βλ. Χρ. Γιανναρᾶς, Χάιντεγκερ καὶ Ἀρεοπαγίτης, ἢ περὶ ἀπουσίας καὶ ἀγνωσίας τοῦ Θεοῦ, ἐκδόσεις Δόμος, Ἀθήνα 2006). Κάτι τέτοιο εἶναι παντελῶς ἀδύνατο, διότι στὸ Περὶ Θείων Ὀνομάτων ἡ ἑτερότητα ἔχει ἀρνητικὸ χαρακτήρα, καθὼς δηλώνει τὴν ἔκπτωση ἀπὸ τὴ θεία εἰρήνη καὶ τὴν ἑκούσια ἀδυναμία τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἐπιτελέσει τὰ ἀγαθὰ τῆς φύσεώς του λόγῳ τῆς ἁμαρτητικῆς του διαστροφῆς. Καμία θεολογία τῆς ἑτερότητας καὶ τοῦ ἄλλου δὲν μπορεῖ νὰ οἰκοδομηθεῖ μὲ βάση τὰ πατερικὰ κείμενα. Ὁ Ἀρεοπαγίτης ἀναφέρει ὅτι ὁ Θεὸς συμπτύσσει τελειωτικὰ τὶς ὑποστατικὲς ἑτερότητες τῶν λογικῶν κτισμάτων σὲ μία ἐνοειδῆ θεία ζωή, ἕξη καὶ ἐνέργεια (Βλ. Διονύσιος Ἀρεοπαγίτης, Περὶ Ἐκκλησιαστικῆς Ἱεραρχίας, Ι, 1, PTS 36, σελ. 64). Ὁ ἅγ. Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, σχολιάζοντας τὸν Ἀρεοπαγίτη, ἀναφέρεται στὴν ἐλευθερία τῶν κατὰ σύνθεσιν ἑτεροτήτων, πρᾶγμα ποὺ σημαίνει ὅτι ὅλοι θὰ ἔχουν μία μορφὴ στὴν πέραν τοῦ τάφου ζωή, αὐτὴ τοῦ Χριστοῦ (Βλ. Μάξιμος Ὁμολογητής, Σχόλια εἰς τὸ Περὶ θείων ὀνομάτων, PG 04, 197D). Ἡ διαφορὰ τῶν ἀνθρώπων δὲν θὰ ἔγκειται σὲ καμία γιανναρικὴ ὑποστατικὴ ἑτερότητα, ἀλλὰ στὸ βαθμὸ δεκτικότητας τοῦ κάθε ἀνθρώπου νὰ χωρέσει τὴ θεία βούληση, ἡ ὁποία ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν ἐπίγειο ἀγώνα του ἐνάντια στὸ γνωμικὸ ἢ προσωπικό του θέλημα. Αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ ἔννοια τοῦ καινοδιαθηκικοῦ χωρίου ὅτι στὸν οἶκο τοῦ Πατρὸς τοῦ Χριστοῦ ὑπάρχουν πολλὲς μονές.
Πέμπτον σφάλμα: Στὸ ὀντολογικὸ περιεχόμενο τῆς φύσεως τοῦ προσώπου, ὁ Γιανναρᾶς ὑποστηρίζει ὅτι γνωρίζουμε τὴ φύση μόνο ὡς περιεχόμενο τοῦ προσώπου (Χρ. Γιανναρᾶς, Τὸ ὀντολογικὸ περιεχόμενο τῆς θεολογικῆς ἔννοιας τοῦ προσώπου, Ἀθῆναι 1970). Κάτι τέτοιο εἶναι ἐσφαλμένο, καθώς, κατὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη Δαμασκηνό, τὸ περιεχόμενο εἶναι τὸ ἄτομο, ὑπόσταση ἢ πρόσωπο. Ἡ φύση εἶναι περιέχουσα, τὸ περιέχον τὶς ὁμοειδεῖς ὑποστάσεις, καὶ τὸ πρόσωπο εἶναι τὸ περιεχόμενο τῆς φύσεως (Βλ. Ἰωάννης Δαμασκηνός, Περὶ τῆς Ἁγίας Τριάδος, Λόγος Α’, PG 77, 1149A: «Τὰ δὲ περιεχόμενα λέγονται καὶ ἄτομα καὶ ὑποστάσεις καὶ πρόσωπα»). Ἡ περσοναλιστικὴ ὀντολογία ἔχει διαστρέψει αὐτὴ τὴ σχέση, ὥστε νὰ προσεγγίσει κάποιες σύγχρονες τάσεις τῆς φιλοσοφίας.
Ἕκτον σφάλμα: Στὸ βιβλίο του «Τὸ ὀντολογικὸ περιεχόμενο τῆς θεολογικῆς ἔννοιας τοῦ προσώπου», ὁ Γιανναρᾶς ἀναφέρει ὅτι ὑπάρχει ἐνδοτριαδικὴ κένωση, ὅπως ὁ ρωμαιοκαθολικὸς Balthasar. Κατὰ τὸν Γιανναρᾶ, ἡ κένωση εἶναι τρόπος ὕπαρξης τῶν θείων προσώπων (Χρ. Γιανναρᾶς, Τὸ ὀντολογικὸ περιεχόμενο τῆς θεολογικῆς ἔννοιας τοῦ προσώπου, Ἀθῆναι 1970, σσ. 75-76). Ὡστόσο, ἡ κένωση δὲν εἶναι τρόπος ὕπαρξης τῶν τριαδικῶν ὑποστάσεων· δὲν ἀναφέρεται στὴ θεολογία, ἀλλὰ στὴν ἐν Χριστῷ οἰκονομία. Ἡ κένωση ἀναφέρεται ἀποκλειστικὰ στὴν πρόσληψη τῆς ἀνθρωπότητας στὸ πρόσωπο τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν δηλώνει καμία ἀγαπητικὴ ἀΐδια σχέση ἐντός τῆς Ἁγίας Τριάδας (Βλ. Ἄγ. Ἰωάννης Δαμασκηνός, De fide contra haeresim Nestorianorum, PG 95, 231A).
Ἕβδομον σφάλμα: Στὸ βιβλίο του “Ὀντολογία τοῦ προσώπου”, ὁ Γιανναρᾶς ὑποστηρίζει ὅτι ὁ Πατὴρ ὑπάρχει, ἐπειδὴ ἐλεύθερα θέλει νὰ ὑπάρχει καὶ θέλει νὰ ὑπάρχει ἐπειδὴ ἀγαπᾶ (Βλ. Χρ. Γιανναρᾶς, Ὀντολογία τοῦ προσώπου (προσωποκεντρική ὀντολογία), ἐκδόσεις Ἴκαρος, Ἀθήνα 2016: «Ἡ λέξη Πατήρ, ὡς σημαντικὴ ἀπόλυτης ὑπαρκτικῆς ἐλευθερίας τῆς Αἰτιώδους Ἀρχῆς τοῦ ὑπάρχειν, παραπέμπει σὲ ὕπαρξη προσωπικὴ (λογική, αὐτεξούσια, ἐνεργὸ) πού ὑπάρχει, ἐπειδὴ ἐλεύθερα θέλει νὰ ὑπάρχει, καὶ θέλει νὰ ὑπάρχει ἐπειδὴ ἀγαπάει»). Ἀκόμη, στὸ βιβλίο του «Γιὰ τὸ νόημα τῆς Πολιτικῆς», ὑποστηρίζει ὅτι ἡ Ἀγάπη ὑποστασιάζει, κάνοντας πραγματικὴ ὕπαρξη τὸ Θεὸ ὡς Πατέρα ποὺ γεννᾶ τὸν Υἱὸ καὶ ἐκπορεύει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα (Χρ. Γιανναρᾶς, Γιὰ τὸ «νόημα» τῆς πολιτικῆς, ἐκδόσεις Ἴκαρος, Ἀθήνα 2019, σελ. 73: «Ὁ Θεὸς ὑπάρχει, ἐπειδὴ εἶναι τριαδικός, δηλαδὴ ἐπειδὴ εἶναι ἀγάπη: ἡ ἐλευθερία τῆς ἀγάπης ὑποστασιάζει, κάνει πραγματικὴ ὕπαρξη τὸν Θεὸ ὡς Πατέρα πού γεννᾶ τὸν Υἱὸ καὶ ἐκπορεύει τὸ Πνεῦμα»). Ἂν ὅμως ὁ Πατὴρ ὑπάρχει, ἐπειδὴ θέλει νὰ ὑπάρχει, τότε θὰ ἦταν αὐτοπάτωρ, ἤτοι Πατέρας τοῦ ἑαυτοῦ του, ὅπως θὰ ἔλεγε ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς (Βλ. Γρηγόριος Παλαμᾶς, Κατὰ Γρηγορᾶ, Λόγος B’, 34, Π. Χρήστου Δ΄, σελ. 290: «Τοιγαροῦν, εἰ κατὰ τὸν Γρηγορᾶν αἱ τοιαῦται τῶν ὄντων ἀρχαὶ καὶ ἅπερ ὁ Θεὸς εἴρηται νοεῖν ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ ἐστι, ταῦτα δὲ κατὰ τὸν μέγαν Διονύσιον καὶ τὸν θεοφόρον Μάξιμον ἐξ αὐτῆς τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ εἰσιν, αὐτοπάρακτος ἔσται ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ καὶ αὐτοπάτωρ ὁ Θεός, ὡς καὶ ὁ τῶν δοκούντων ἐν Ἕλλησιν ὕθλος προϋπηγόρευσε κακῶς»). Ὁ Πατὴρ εἶναι ἀναίτιος καὶ καμία βούληση, ἐλευθερία ἢ ἀγάπη δὲν προηγεῖται αὐτοῦ. Ἐὰν ἡ ἀγάπη κάνει τὸν Πατέρα νὰ εἶναι Πατέρας, τότε ἡ Τριάδα θὰ ἦταν Τετράδα, καθότι θὰ ὑπῆρχαν τὰ τρία πρόσωπα τῆς θεότητας καὶ μία ὑπερκείμενη ἀγάπη, βούληση ἢ ἐλευθερία, ἡ ὁποία θὰ ὑποστασίαζε καὶ τὰ τρία. Ἔτσι, ἡ φράση τοῦ Γιανναρᾶ ὅτι ὁ Πατὴρ ὑπάρχει, ἐπειδὴ θέλει νὰ ὑπάρχει καὶ ὑπάρχει ἐπειδὴ ἀγαπᾶ, στερεῖται νοήματος.