Τοῦ κ. Παντελεήμονος Τομάζου, ὑπ. διδάκτορος φιλοσοφίας
Τὸ παρὸν κείμενο ἀποτελεῖ τὴ βάση τοῦ βίντεό μου σχετικὰ μὲ τὰ 7 σφάλματα τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ στὸ νέο κανάλι μου στὸ Youtube «Θεολογία/Μεσαιωνικὴ Φιλοσοφία».
1ο Σφάλμα
Ὁ Γιανναρᾶς ἀκολουθεῖ τὸ ἁπλοποιητικὸ σχῆμα τοῦ ρωμαιοκαθολικοῦ De Regnon, τὸ ὁποῖο ἀντέγραψε ἀπ’ αὐτὸν καὶ ὁ Βλ. Λόσκυ, καὶ τὸ ὁποῖο ὑποστηρίζει ὅτι οἱ Λατῖνοι Πατέρες ξεκινοῦν ἀπὸ τὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ καὶ καταλήγουν στὶς ὑποστάσεις, ἐνῶ οἱ Ἕλληνες Πατέρες ξεκινοῦν ἀπὸ τὶς ὑποστάσεις, γιὰ νὰ καταλήξουν στὴ θεία οὐσία. Τὸ σχῆμα αὐτὸ ἀσφαλῶς δὲν ἰσχύει, καθότι δὲν ὑπάρχει οὔτε οὐσία ἀνυπόστατος, οὔτε ὑπόσταση ἀνούσιος. Οὐσία καὶ ὑπόσταση πηγαίνουν πάντοτε μαζί: ἡ οὐσία εἶναι τὸ κοινὸ ποὺ περιέχει τὶς ὁμοειδεῖς ὑποστάσεις ἑνὸς εἰδικότατου εἴδους, ἐνῶ ἡ ὑπόσταση εἶναι ἡ ἴδια ἡ οὐσία μαζὶ μὲ χαρακτηριστικὸ ἰδίωμα ἢ συμβεβηκὸς (οὐσία μετὰ τῶν ὑποστατικῶν ἰδιωμάτων). Ἔτσι, δὲν προηγεῖται οὔτε ἡ οὐσία ἔναντι τῆς ὑπόστασης οὔτε ἡ ὑπόσταση ἔναντι τῆς οὐσίας, τουλάχιστον γιὰ τὴν ἑλληνικὴ θεολογικὴ παράδοση.
2ο Σφάλμα
Ὁ Γιανναρᾶς ταυτίζει τὸν Θεὸ μὲ τὸν Πατέρα, γιὰ νὰ δικαιολογήσει τὸν περσοναλισμό του, πρᾶγμα ποὺ ὑποστηρίζει καὶ ὁ ρωμαιοκαθολικὸς Karl Rahner. Γιὰ τὸν Γιανναρᾶ, ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἡ θεία οὐσία ποὺ ὑπάρχει σὲ τρεῖς κατὰ τὸν ἀριθμὸ ὑποστάσεις, ἀλλὰ ὁ Πατὴρ ποὺ γεννᾶ τὸν Υἱὸ καὶ ἐκπορεύει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἡ ἄποψη αὐτὴ φανερώνει ἀσφαλῶς κάποιο εἶδος ἀρειανισμοῦ. Ἀκόμη, φτάνει στὸ σημεῖο νὰ ὑποστηρίζει ὅτι ὁ Πατὴρ θέλει ἐλευθέρως καὶ ἀγαπητικῶς τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ὅπως ὑποστήριζαν καὶ οἱ Ἀρειανοί. Γιὰ τὴν πατερικὴ θεολογία, ὅμως, ἡ λέξη «Θεὸς» εἶναι δηλωτικὴ οὐσίας καὶ τῆς οἰκείας της ἐνέργειας καὶ ὄχι προσώπου. Ἐὰν αὐτὴ ἦταν δηλωτικὴ προσώπου, τότε μόνο ἕνα πρόσωπο θὰ ἦταν Θεός. Δεδομένου, λοιπόν, ὅτι τὸ «Θεὸς» εἶναι οὐσιῶδες κατηγόρημα, αὐτὸ μᾶς ἐπιτρέπει νὰ τὸ ἀποδώσουμε σὲ ὅλα τὰ πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδας. Ἑπομένως, ὁ κατεξοχὴν Θεὸς δὲν εἶναι ὁ Πατήρ, ἀλλὰ ἡ Ἁγία Τριάδα. Ἀκόμη, δὲν ὑπάρχει καμία θέληση καὶ εὐδοκία μεταξὺ τῶν ὑποστάσεων τῆς Ἁγίας Τριάδας. Ἡ ὕπαρξη τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, παρότι δὲν εἶναι ἀθέλητη ἢ ἐνάντια στὴ θέληση, δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα θελήσεως. Μία εἶναι ἡ θέληση τῶν ὑποστάσεων τῆς Ἁγίας Τριάδας.
3ο Σφάλμα
Ὁ Γιανναρᾶς διαιρεῖ τὴ θεία βούληση σὲ τρεῖς, ὅπως ἔκανε ὁ προτεστάντης πολιτικὸς θεολόγος Moltmann, ὑποστηρίζοντας ὅτι ὑπάρχουν τρεῖς προσωπικὲς ἢ ὑποστατικὲς θεῖες βουλήσεις ἢ θελήσεις, οἱ ὁποῖες συμφωνοῦν καὶ συγκλίνουν μεταξύ τους. Οἱ Ἕλληνες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὅμως, διδάσκουν ὅτι ἡ Ἁγία Τριάδα ἔχει μία θέληση, ἡ ὁποία εἶναι φυσικὴ καὶ ὄχι ὑποστατικὴ ἢ προσωπική. Ἀπὸ τὴ μία θέληση καταλαβαίνουμε ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι τὴν ὕπαρξη τῆς μίας ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπὸ τὴ μία ἐνέργειά Του ὁδηγούμαστε στὴ μία φύση Του. Τὸν ὑποστατικὸ χαρακτήρα τῆς ἐνέργειας καὶ τῆς βούλησης ὑποστήριζαν καὶ οἱ μονοθελῆτες.
4ο Σφάλμα
Ὁ Γιανναρᾶς ὑπονοεῖ ὅτι τὰ πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδας μποροῦν νὰ σχετίζονται μὲ τοὺς ἀνθρώπους μὲ μία σχέση ποὺ ὑπερβαίνει τὴν κατ’ ἐνέργεια μετοχή. Στὸ βιβλίο του Ἐνθάδε Ἐπέκεινα ἀναφέρει ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ ὑπάρξει μὲ τὸν τρόπο τῆς γέννησης τοῦ Υἱοῦ καὶ τῆς ἐκπόρευσης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κάτι ποὺ παραβλέπει τὴ θεολογικὴ διδασκαλία ὅτι οἱ ὑποστατικὲς πρόοδοι εἶναι παντελῶς ἀμέθεκτες ἀπὸ τὴ λογικὴ κτίση. Συνεπῶς, μετέχουμε τῆς Ἁγίας Τριάδας κατὰ τὴν ἐνέργεια καὶ ὄχι ὡς πρόσωπα· μετέχουμε στὰ ἄκτιστα φυσικὰ ἰδιώματα τῆς θεότητας ποὺ μᾶς χορηγοῦν οἱ τριαδικὲς ὑποστάσεις ὡς ἕνας Θεός.
5ο Σφάλμα
Ὁ Γιανναρᾶς ὑποστηρίζει ὅτι ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀγάπη. Ὅμως, στὴν Καινὴ Διαθήκη ὁ Χριστὸς δὲν αὐτοορίστηκε ὡς ἀγάπη, ἀλλὰ ὡς ὁδός, ἀλήθεια καὶ ζωή. Ὡς ἀγάπη τὸν ἐκλαμβάνει ὁ ἀγαπημένος του μαθητής. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἀγάπη κατ’ οὐσίαν, ὅπως ὑποστηρίζει ἡ δυτικὴ θεολογικὴ παράδοση καὶ ὁ Χρῆστος Γιανναρᾶς, ὁ ὁποῖος τὴν πολεμᾶ ὡς δῆθεν ἀτομοκεντρικὴ καὶ οὐσιοκρατική. Ἡ θεία ἀγάπη δὲν ἀποτελεῖ ὑποστατικὴ πρόοδο ἢ οὐσία, σύμφωνα μὲ τὴν ἑλληνικὴ πατερικὴ θεολογία, ἀλλὰ φυσικὴ πρόοδο ἢ ἄκτιστη θεία ἐνέργεια.
6ο Σφάλμα
Ὁ Γιανναρᾶς ταυτίζει τὴ φύση μὲ τὴν ἀναγκαιότητα, ἐνῶ ὑποστηρίζει ὅτι ἡ ἐλευθερία εἶναι ἰδίωμα τοῦ προσώπου. Ἀντίθετα, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης διδάσκει ὅτι ἡ ἐλευθερία ἁρμόζει στὴ φύση καὶ ἔτσι δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι μία. Ἡ φύση τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἐλεύθερη· ἡ ἀναγκαιότητα ἐμφανίζεται μόνο ὅταν κάποιος δὲν ἀκολουθεῖ τὴ φύση του καὶ πλάθει ἕνα προσωπικὸ θέλημα ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ πραγματωθεῖ λόγῳ ἀντικειμενικῶν δυσκολιῶν. Μόνον ὁ ἐγκλωβισμένος στὸ προσωπικό του θέλημα αἰσθάνεται τὸ κατὰ φύσιν ὡς τύραννο καὶ δυνάστη, διότι τὸ φυσικὸ στὴν περίπτωση τοῦ ἀνθρώπου εἶναι πάντοτε ἑκούσιο. Τὸ παρὰ φύσιν μᾶς κάνει νὰ ἐχθρευόμαστε τὸ κατὰ φύσιν, τὸ ὁποῖο κατὰ φύσιν δὲν ἀντίκειται ἐπουδενὶ στὸν Θεό, διότι εἶναι δῶρο Του.
7ο Σφάλμα
Ὁ Γιανναρᾶς χρησιμοποιεῖ τὴ φράση τοῦ Σάρτρ ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι τὸ μόνο ὂν ποὺ γίνεται ὅ,τι δὲν εἶναι, ἴσως γιὰ νὰ δικαιολογήσει τὴ θέση του ὅτι ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ ὑπερβεῖ τὴν ἀναγκαιότητα τῆς φύσης του. Οἱ Πατέρες, ὅμως, οὐδέποτε μιλοῦν γιὰ ἄρνηση αὐτοῦ ποὺ κάποιος εἶναι καί, κατὰ συνέπεια, γιὰ ὑπέρβαση τῆς φύσης. Ὁ ἄνθρωπος, μέσῳ τοῦ ἀσκητικοῦ ἀγώνα, ἀρνεῖται ἐκεῖνο ποὺ δὲν εἶναι, ὥστε νὰ φανεῖ αὐθόρμητα τὸ φυσικὸ κάλλος του. Μὲ ἄλλα λόγια, διὰ τῆς μετανοίας ἀρνεῖται νὰ ἀρνεῖται τὴ φύση του. Ἡ ὑπέρβαση τῆς φύσης ὀνομάζεται ἀθέτηση καὶ δὲν συνιστᾶ μεταμόρφωση σὲ κάτι ποὺ κάποιος δὲν εἶναι, ἀλλὰ ἀπόκρυψη ἢ ἀμαύρωση, δηλαδὴ ἁμαρτία. Ἑπομένως, ἡ ὑπέρβαση τῆς φύσης καὶ ἡ κατάφαση τῆς ἑτερότητας τοῦ Γιανναρᾶ εἶναι, σὲ τελικὴ ἀνάλυση, ἡ ἴδια ἡ πτώση. Γι’ αὐτὸ ὁ Ἰωάννης Δαμασκηνός μᾶς καλεῖ νὰ μείνουμε ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς φύσεώς μας καὶ σὲ καμία περίπτωση νὰ ἐξέλθουμε αὐτῆς. Σὲ περίπτωση ἔκστασης ὁ ἄνθρωπος θέλει νὰ γίνεται ἑτερότητα, δηλαδὴ ἄλλο ἀπ’αὐτὸ ποὺ εἶναι, καὶ γι’αὐτὸ ἀστοχεῖ στὴν ἐπιτέλεση τοῦ κατὰ φύσιν. Ἡ ἐμμονὴ ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς φύσεως, κατὰ τὸν Δαμασκηνό, συνιστᾶ τὴν ἀρετή, καὶ ὅποιος τηρεῖ τὶς ἀρετὲς ἐνεργητικὰ μπορεῖ νὰ μεθέξει στὴ συνέχεια παθητικὰ στὶς ἄκτιστες ἀρετὲς τοῦ Θεοῦ.