π. Θεόκλητος Διονυσιάτης
Η ΔΥΝΑΜΙΣ ΚΑΙ Η ΑΔΥΝΑΜΙΑ
ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
«Καλὸν τὸ ἅλας· ἐὰν δὲ καὶ τὸ ἅλας μωρανθῇ, ἐν τίνι ἀρτυθήσεται;…» – Ο ΚΥΡΙΟΣ.
Ἀναμφιβόλως διερχόμεθα μίαν ἀπὸ τὰς κρισιμωτέρας, ἴσως, περιόδους τῆς θρησκευτικῆς, ἐκκλησιαστικῆς καὶ ἐθνικῆς ζωῆς τῆς ἑλληνικῆς ἡμῶν Πατρίδος. Σπανίως ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἐκλήθη ν’ ἀντιμετωπίσῃ τοιαῦτα καὶ τοσαῦτα προβλήματα, οἷα ἀνέκυψαν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας.
Εἰς ἀνάγκας, οὐ τὰς τυχούσας, περιεπλάκημεν ὡς Ἔθνος καὶ Ἐκκλησία. Ἔσωθεν ταραχαί, ἔριδες, αἱρέσεις, μάχαι. Ἔξωθεν κίνδυνοι, ἀπειλαί, ταπεινώσεις. Πανταχόθεν ἀκαταστασία καὶ «συνοχὴ ἐθνῶν ἐν ἀπορίᾳ», ἐκ τοῦ φόβου τῶν ἐπερχομένων δεινῶν. Ὁ εὐσεβὴς λαός μας τιτρώσκεται τὴν φιλοτιμίαν ἐκ τῶν ἀλλεπαλλήλων ἐθνικῶν ταπεινώσεων καὶ τῶν προσγινομένων ὕβρεων κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Ἡμεῖς, ὡς ταπεινοὶ Μοναχοί, συμπάσχομεν καὶ «ἐν στεναγμοῖς ἀλαλήτοις» ἀναφέρομεν τὰς ἱκετηρίας ἡμῶν πρὸς τὸν «δυνάμενον σώζειν» ἡμᾶς καὶ τὸν κόσμον. Γνωρίζομεν ὅτι ὑφίστανται προβλήματα, ἀλλά, κατ’ οὐσίαν, δὲν ὑπάρχουν προβλήματα, ἀλλὰ μορφαὶ κακοῦ, τὰς ὁποίας πολεμεῖ ἡ Ἐκκλησία, καὶ μορφαὶ ἀγαθοῦ, τὰς ὁποίας ἐπιδιώκει νὰ κατακτήσῃ.
Ὅ,τι ἀποτελεῖ τιμὴν καὶ καύχησιν τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ ἀγών, ὃν διεξάγει μὲ πλήρη γνῶσιν τῆς φύσεώς της ὡς Στρατευομένης. Οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει ὅτι πασῶν τῶν μορφῶν τοῦ κακοῦ αἴτιος μὲν εἶναι ὁ διάβολος, φορεῖς δὲ οἱ ἄνθρωποι. Οἱ μὲν διάβολος ὑποβάλλει ἀφανῶς τὸ κακόν, οἱ δὲ ἄνθρωποι καθίστανται, ἐν ἀγνοίᾳ των, ὑπηρέται αὐτοῦ.
Θὰ ἠδυνάμεθα νὰ διακρίνωμεν δύο εἴδη κακοῦ: ἐκεῖνο ὅπερ ἀπεργάζεται ὁ Σατανᾶς διὰ τῶν ὀργάνων του, καὶ ἐκεῖνο οὗτινος φορεῖς καθίστανται τὰ «φωτόμορφα τέκνα τῆς Ἐκκλησίας», ὁ λαὸς καὶ ὁ ἱερὸς κλῆρος. Ἐὰν ὁ κλῆρος, ὡς ἡ ἐπίσημος ἔκφρασις τῆς Ἐκκλησίας, ἁμαρτάνῃ δημοσίως, αἱ συνέπειαι εἶναι πολὺ μεγαλύτεραι.
Ἄλλο εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἄλλο ὁ κλῆρος καὶ ἄλλο ὁ λαός. Δὲν πρέπει νὰ γίνεται συσχέτισις τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὸν κλῆρον. Ἐν τούτοις, ἡ ἰδιάζουσα θέσις τοῦ κλήρου καὶ ἡ πνευματικὴ ἐξουσία τὴν ὁποίαν κέκτηται, βαρύνουν ἀπείρως τοῦτον ἔναντι τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν πιστῶν.
ΔΕΔΟΜΕΝΟΥ ΔΕ ΟΤΙ, «φιλεῖ τὸ ὑπήκοον ἐξομοιοῦσθαι τοῖς ἄρχουσι» καὶ ὅτι ὁ ἁπλοῦς λαὸς δὲν δύναται νὰ διαστείλῃ τὸν κλῆρον ἀπὸ τῆς Ἐκκλησίας, καθίσταται προφανὲς πόσον μέγα κακὸν δύναται νὰ προκαλέσῃ εἰς βάρος τῆς Ἐκκλησίας ὁ κληρικός, ὅταν δὲν παρέχῃ ἑαυτὸν πρὸς μίμησιν, ὡς ὑπερτέρου τινὸς ὑποδείγματος χριστιανικῆς τελειότητος, ἀλλ’ ἀντιθέτως καθίσταται αἴτιος σκανδάλων.
ΕΠΟΜΕΝΩΣ Η ΑΓΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΜΑΣ δὲν ἔχει προβλήματα, εἰμὴ ἐκεῖνα μόνον, τὰ ὁποῖα δημιουργοῦν οἱ διάκονοι αὐτῆς, ὅταν ἀπομακρύνωνται ἀπὸ τοῦ γνησίου πνεύματός της. Τότε σχηματίζονται ἀδιέξοδοι, κοσμικαὶ ἀγωνίαι, αἰτίαι σκανδάλων, ἡ πίστις ψύχεται, οἱ πιστοὶ μεθίστανται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν, ὁ Ἐπίσκοπος ἐγκαταλείπεται, διαβολῶν ἄκανθαι ὑποφύονται καὶ παρέπεται ἐξασθένησις τῆς δυνάμεως τῆς Ἐκκλησίας.
ΑΠΑΝΤΑ ΣΧΕΔΟΝ ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ συμπυκνοῦνται εἰς τὸ πρόσωπον τῶν διακόνων αὐτῆς. Πρὸς αὐτοὺς πρέπει νὰ στραφῇ τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Ἐκκλησίας. Πρὸς αὐτούς, οἵτινες θὰ ἀποβοῦν φορεῖς δόξης ἢ καταισχύνης, χαρᾶς ἢ λύπης, σωτηρίας ἢ ἀπωλείας, διότι ὁ κόσμος προσβλέπει εἰς αὐτούς, ὡς πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν, πρὸς αὐτὸν τὸν Χριστόν.
ΤΟ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ καὶ τῆς δράσεως καὶ τῆς ἁγίας ἀναστροφῆς τῶν ἐν Κυρίῳ διακόνων τῆς Ἐκκλησίας, ἔδωκαν ἡμῖν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι· ὧν τὸ ἔργον ἐμεγάλυναν οἱ ἅγιοι Πατέρες μὴ καταλείψαντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, ὅταν παρέστη ἀνάγκη νὰ διακονήσουν τραπέζαις. Ἀλλ’ ἀντιθέτως, ἀναθέσαντες τὴν κατωτέραν ταύτην διακονίαν εἰς ὑποδεεστέρους ἐν τῇ ἱεραρχίᾳ τῆς Ἐκκλησίας, αὐτοὶ προσεκαρτέρουν τῇ προσευχῇ καὶ τῇ διακονίᾳ τοῦ λόγου.
Η ΑΓΙΩΤΑΤΗ ΗΜΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ τότε μόνον θὰ δυνηθῇ νὰ δικαιώσῃ τὴν ἀποστολὴν αὐτῆς, ὅταν ἐξαρθῇ εἰς τὴν περιωπὴν τῆς Ἀποστολικῆς αὐτῆς φύσεως. Ὅταν ἐν αὐτῇ ἀναζήσῃ τὸ πνεῦμα τῆς θυσίας. Ὅταν λαλῇ πρὸς τὸν οὐρανὸν καὶ «ἀκούωνται φωναί, ἀστραπαὶ καὶ βρονταί». Ὅταν ἐν ταῖς θλίψεσιν αὐτῆς ἐπαναλαμβάνῃ, «Κύριος ἐμοὶ βοηθὸς καὶ οὐ φοβηθήσομαι τί ποιήσει μοι ἄνθρωπος». Ὅταν λέγῃ μὲ θείαν ἐπιθυμίαν, «ἐγὼ τῷ νυμφίῳ μου καὶ ὁ νυμφίος μου ἐμοί». Ὅταν ἐν τῷ προσώπῳ τῶν Ἁγιωτάτων Ἀρχιερέων καὶ Πατέρων ἡμῶν δύναταί τις νὰ διακρίνῃ τὸν Πέτρον, τὸν Παῦλον, τὸν «υἱὸν τῆς Παρακλήσεως», τοῦ «υἱοὺς τῆς βροντῆς», τοὺς θείους Πατέρας τοῦ ἁγίου Βυζαντίου μας, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν μιμηταὶ τοῦ Χριστοῦ ἐν ὅλῃ τῇ ταπεινώσει αὐτοῦ.
ΤΟΤΕ ΔΕΝ ΘΑ ΕΣΚΑΝΔΑΛΙΖΟΝΤΟ εἰς τὴν πίστιν οἱ ἀσθενεῖς ἀδελφοί, δὲν θὰ ἐδυσχέραινον ἐν τῇ πτωχείᾳ, δὲν θὰ ἐβλασφήμουν ἐπὶ τῇ δυστυχίᾳ, δὲν θὰ ἠγάπων τὰ ἡδέα τοῦ βίου, δὲν θὰ ἔχανον τὰς ψυχάς των, «ὑπὲρ ὧν Χριστὸς ἀπέθανε».
ΔΕΝ ΘΑ ΕΙΧΟΜΕΝ ΣΑΤΑΝΙΚΑ ΣΧΙΣΜΑΤΑ, δὲν θὰ ἤνθουν αἱ παρασυναγωγικαὶ συναθροίσεις, αἱ διασπῶσαι τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, δὲν θὰ «ἐμερίζετο ὁ Χριστός». Δὲν θὰ ἐθεωρεῖτο ἡ πτωχεία δυστύχημα, ἀλλ’ εὐλογία. Δὲν θὰ ὠρχεῖτο ἡ κενόδοξος σπουδὴ διὰ κατάληψιν ἀξιωμάτων, ἀλλὰ θὰ ἐνεπολιτεύετο ἡ τὰ ταπεινὰ φρονοῦσα ἀφανὴς ζωή.
ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ, ὡς ἀπὸ ζώσας εἰκόνας, θὰ ἐδιδάσκοντο τὴν πτωχείαν, τὴν ταπείνωσιν τοῦ Χριστοῦ, τὴν ἄφατον καὶ ἀπερίγραπτον κένωσίν του. Πάντα θὰ ἐγίνοντο διὰ τῆς Ἐκκλησίας, πάντα θὰ ἐρρυθμίζοντο· οἱ γήϊνοι θὰ ἐγίνοντο οὐράνιοι.
ΕΦ’ ΟΣΟΝ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ θὰ ἐκπροσωπεῖται ἀπὸ διακόνους κομῶντας πλούτῳ καὶ ἐγκοσμίᾳ δόξῃ, καμμία προσπάθεια δὲν δύναται νὰ ἀποβῇ λυσιτελὴς παρὰ τῷ λαῷ τοῦ Θεοῦ, κανὲν κήρυγμα δὲν ἱκανοῦται νὰ καρποφορήσῃ περὶ Χριστοῦ καὶ ἀγάπης καὶ πτωχείας καὶ ταπεινώσεως καὶ αἰωνιότητος καὶ θυσίας ἐν Κυρίῳ. Περὶ ποίου πράγματος μᾶς ὁμιλεῖτε; θὰ ἐρωτήσῃ ὁ πιστὸς τοῦ Κυρίου λαός. Ἡμεῖς δὲν πιστεύομεν τοῖς κενοῖς λόγοις, τοῦ παραδείγματος πείθοντος πλεῖον τούτων.
Η ΑΓΙΩΤΑΤΗ ΗΜΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ δέον ὅπως ἀσχοληθῇ ἐμπόνως μὲ τὸ θέμα τῆς κατὰ Χριστὸν συγκροτήσεως τῶν στελεχῶν της, τῶν ἐργατῶν της, τῶν ἐκπροσώπων της, ἐκείνων, ποὺ κατὰ διαδοχὴν φέρουν τὸ θεῖον ἐκεῖνο ἐμφύσημα, ὅπερ ἔδωκεν ὡς ἐξουσίαν τοῖς ἁγίοις Αὐτοῦ μαθηταῖς καὶ Ἀποστόλοις ὁ ἀναστὰς Κύριος.
ΕΙΝΑΙ ΚΑΙΡΟΣ ΟΠΩΣ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τοὺς κοσμικοὺς ἐπηρεασμοὺς τῶν κοσμικῶν διδασκάλων της, διότι εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο γίνονται τὰ ἄνω κάτω. Ἡ Ἐκκλησία κατευθυνομένη ὑπὸ ἐπιδράσεων λαϊκῶν στοιχείων ἐκκοσμικεύεται, δὲν προάγεται ἀπὸ δυνάμεως εἰς δύναμιν, πλανᾶται ἐκ τῆς εὐθείας πρὸς τὰ ἄνω πορείας της, κατέρχεται εἰς ἐπίπεδα ἐγκοσμίου διανοητικότητος. Ἢ ὁ ἱερὸς κλῆρος ἔχει ἰδιάζουσαν ἀπὸ Θεοῦ χάριν πρὸς διδασκαλίαν, πρὸς ἁγιασμὸν καὶ διαποίμανσιν, ἢ ὄχι. Ἢ τὸ πιστεύομεν ἢ δὲν τὸ πιστεύομεν.
ΕΧΟΜΕΝ ΑΝΑΓΚΗΝ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑΣ ἁγιότητος καὶ ὀλιγωτέρας ἐπιστήμης. Δέον νὰ τιμήσωμεν τὴν καθαρὰν καρδίαν, τὸν νοῦν τὸν ἄνωθεν ἐλλαμπόμενον καὶ τὴν μετρίαν παιδείαν ὑπὲρ τὴν πολυμάθειαν καὶ ἐμβρίθειαν τοῦ ἀπεσκληρυμμένου ἐν ταῖς ματαίαις ἐρεύναις ἐπιστήμονος. Ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι ὑπὲρ πᾶν ἄλλο καρδία. Τὸ φῶς τῆς πίστεως καὶ γνώσεως εἶναι ὑπόθεσις τῆς καθαρότητος τῆς καρδίας. Ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου ἐκπέμπει μείζονα σοφίαν ἀπὸ ὅλας τὰς σοφίας τοῦ κόσμου. Καὶ ἡ Ἀνάστασις τοῦ Θεανθρώπου ἐπισκιάζει ὅλα τὰ φῶτα τῶν περὶ Θεοῦ ἀσχολουμένων ἐπιστημόνων. Ἡ σκέψις μόνη εἶναι ἀδύνατον νὰ συλλάβῃ τὸν ὑπὲρ τὴν σκέψιν κείμενον χριστιανισμόν.
Θὰ ἔλθῃ ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀποκαλυφθῇ ἡ ἔκτασις τοῦ κακοῦ, ὅπερ ἐξειργάσθη ἡ παροῦσα ἀφελὴς γενεὰ εἰς βάρος τῆς Ἐκκλησίας, ἀνεχθείσης τὴν ἐπιστημοσύνην εἰς τοσοῦτον βαθμὸν ἐν τοῖς κόλποις αὐτῆς, ὥστε νὰ ἐξορισθοῦν ἡ ἁπλότης τῆς πίστεως, ἡ χαρά, ἡ ἀγάπη καὶ τὸ ἐν Κυρίῳ πένθος, οἱ χαρακτῆρες αὐτοὶ τῆς Ὀρθοδόξου ζωῆς καὶ θεωρίας.
ΠΙΣΤΕΥΟΜΕΝ ΟΤΙ ΓΝΩΡΙΖΕΙ πᾶς τις, ὅτι διερχόμεθα αὐτόχρημα τραγικὰς στιγμάς, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ Ἐκκλησία ἀπομένει ὡς μοναδικὴ ἐλπὶς σωτηρίας. Τοῦτο ὀφείλομεν νὰ κάμωμεν συνείδησιν, ὅτι ἡ ἁγία Ἐκκλησία μας δύναται διὰ τῶν προσευχῶν της νὰ ἀνοίξῃ τοὺς οὐρανοὺς καὶ νὰ καταγάγῃ τὸν ὑετὸν τοῦ θείου ἐλέους. Ὤ, ἐὰν ἐγνωρίζομεν τὰς ἀσταθμήτους δυνατότητας, ἃς κατέχομεν ὡς Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία Χριστοῦ! Ἡ ἄγνοια αὐτὴ μᾶς κατέστησεν ἀδυνάτους καὶ περιδεεῖς, ὡς ἐκείνους τοὺς βασιλεῖς τῆς Ἀποκαλύψεως πρὸ τοῦ φοβεροῦ ἑπτακεφάλου θηρίου ἐκείνου.
ΚΑΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΘΗΡΙΟΝ ὑπάρχει σήμερον, καὶ ἡ Ἐκκλησία — θὰ τὸ εἴπωμεν — τὸ προσβλέπει ἔντρομος, διότι ἀγνοεῖ τὴν δύναμίν της. Ἀπόδειξις τούτου εἶναι αἱ ἔνοχοι συγκαταβάσεις πρὸς τοὺς αἱρετικοὺς διὰ νὰ λάβωμεν τρόφιμα. Παίρνομεν τρόφιμα ἀπὸ τοὺς Προτεστάντας, τοὺς ἀρνουμένους τὸν Τριαδικὸν Θεόν, τοὺς ἀρνουμένους τὴν θεότητα τοῦ Χριστοῦ καὶ δίδομεν οἱονεὶ τὴν πίστιν. Τὴν πίστιν; Ναί. Διότι ἐπειδὴ μᾶς διατρέφουν, ἀποσιωπῶμεν τὰς ἀντιθέους αἱρέσεις των. Δὲν τοὺς ἐλέγχομεν, δὲν τοὺς ἀποκόπτομεν ἐκ τῆς μεθ’ ἡμῶν κοινωνίας, κατὰ σχετικὸν χωρίον τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Εὐαγγελιστοῦ. Δὲν καθιστῶμεν τὸν κίνδυνον τῶν αἱρέσεων αἰσθητόν.
ΤΙ ΝΑ ΕΝΘΥΜΗΘΩΜΕΝ διὰ νὰ πεισθῶμεν περὶ τοῦ μίσους, ὅπερ τρέφουν πρὸς ἡμᾶς αἱ Προτεσταντικαὶ Ἐκκλησίαι; Τὴν διείσδυσιν εἰς τὸ κλίμα τῆς Ἑλληνικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἢ τὴν παθητικὴν καὶ χαιρέκακον στάσιν των κατὰ τὴν περίοδον τῶν πληγμάτων, τὰ ὁποῖα ὑφίστατο τὸ Πατριαρχεῖον μας, ἢ τὴν κακεντρεχῆ ἐκτόξευσιν τοῦ ἀηδοῦς σιέλου κατὰ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Μακαρίου, ὑπὸ τοῦ γηραιού ἐκείνου ἀπὸ Κανταβρυγίας κ. Φίσσερ;
Ἡ Ἐκκλησία μας εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξαρθῇ εἰς περιωπὴν μαρτυρίου, νὰ οἰκειωθῇ τὸ πνεῦμα τῶν Μαρτύρων, χάριν αὐτῆς τῆς Ὀρθοδόξου ἀξιοπρεπείας της. Ἱκανῶς ἐθλίβημεν διὰ τὴν ὀλιγοπιστίαν μας πρὸς τὸν Κύριον καὶ Θεόν μας, διὰ τὰς κολακείας μας πρὸς τοὺς αἱρετικούς, ὑλικοῦ κέρδους χάριν.
Δὲν φοβούμεθα τὰς θλίψεις ἐν Κυρίῳ. Τὰς θέλομεν, τὰς ἐπιζητοῦμεν, ἐγκαυχώμεθα δι’ αὐτάς. Λυπούμεθα ὅμως σφόδρα, ὅταν αἱ θλίψεις δὲν προέρχωνται ἀπὸ τὴν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ, δὲν στέλλωνται ὡς «ἀναπλήρωσις τῶν ὑστερημάτων τοῦ Χριστοῦ», ἀλλὰ παραχωροῦνται πρὸς παιδαγωγίαν, πρὸς μετάνοιαν, πρὸς ἐπιστροφὴν ἐκ τῶν κακιῶν ἡμῶν.
Χαίρομεν διότι ἐκλήθημεν νὰ πάσχωμεν δι’ ἀγάπην Χριστοῦ. Τοῦτο ἡμετέρα χαρά, τοῦτο τιμή, τοῦτο «κατεργάζεται βάρος δόξης», ὅτι «ἡμῖν ἐχαρίσθη ὄχι μόνον τὸ εἰς Χριστὸν πιστεύειν, ἀλλὰ καὶ τὸ ὑπὲρ αὐτοῦ πάσχειν». Τοιοῦτος ὁ θεῖος ἡμῶν κλῆρος. Ἀλλὰ νὰ πάσχωμεν διὰ Χριστόν, ὄχι διὰ τὰς θυσίας ἡμῶν ἐν τῇ πίστει, ὄχι διὰ τὸν κακὸν ἡμῶν βίον, διὰ τὰς παραβάσεις καὶ παρανομίας ἡμῶν ὡς Ἐκκλησίας. «Ποῖον γὰρ κλέος — λέγει ὁ Ἀπόστολος Πέτρος — εἰ ἁμαρτάνοντες καὶ κολαφιζόμενοι ὑπομενεῖτε; Ἀλλ’ εἰ ἀγαθοποιοῦντες καὶ πάσχοντες ὑπομενεῖτε, τοῦτο χάρις παρὰ Θεῷ».
Ὀφείλομεν νὰ βιώσωμεν, ὡς Ἐκκλησία, τὴν ἀγωνίαν Χριστοῦ τοῦ Ἐσταυρωμένου, ὅστις λέγει «ἕτοιμός εἰμι θυσιασθῆναι καὶ διὰ δευτέραν φορὰν διὰ τὸν ἄνθρωπον, ὃν ἠγάπησα». Αὐτὴν τὴν ἀγωνίαν ἀναμένει νὰ ἴδῃ βιουμένην ὁ εὐσεβὴς λαός μας πρὸς παραδειγματισμὸν καὶ μίμησιν ἀπὸ τοὺς ἱερωτάτους Ἐπισκόπους καὶ Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας. Ἐγκρατευομένους ὡς ὁ Μέγας Βασίλειος, κλαίοντας ὡς ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, νουθετοῦντας ὡς ὁ Χρυσόστομος, πτωχεύοντας ὡς ὁ Μέγας Ἀθανάσιος. Μὲ τρίχινον ράσον, μὲ ὄψιν κατεσκληκυῖαν, μὲ ὀφθαλμοὺς λευκοὺς ἀπὸ τὰς ἀγρυπνίας. Ἀποστολικούς, πῦρ πνέοντας, τοῖς ταπεινοῖς συνεπαγομένους, ἀγάλματα πάσης ἀρετῆς.
Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ὀφείλει νὰ γνωρίσῃ αὐτὴ ἑαυτήν· ἡ Ἐκκλησία τῶν Ἐπισκόπων δέον νὰ γνωρίσῃ τὸν πλοῦτον τῆς πνευματικῆς δόξης της· ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ πρέπει νὰ λάβῃ πεῖραν τῆς ἀπείρου δυνάμεώς της. Νὰ συνειδητοποιήσῃ τὴν φρικαλέως τεραστίαν εὐθύνην της ἔναντι Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων. Νὰ βιώσῃ τὸ γεγονός, ὅτι εἶναι φορεὺς τῆς ὑπερφυοῦς Ἀποστολικῆς ἐξουσίας καί, τὸ ὅτι εἶναι «οἰκονόμος τῶν μυστηρίων τοῦ Χριστοῦ».
Μόνον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ Ἐκκλησία θὰ ἀποβάλῃ τὸ πνεῦμα τῆς δουλείας καὶ δειλίας, τὸ αἴσθημα τῆς ἀδυναμίας καὶ θὰ οἰκειωθῇ τὴν ἀκαταμάχητον δύναμιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἐν τῇ Ἁγίᾳ Πεντηκοστῇ, ὥστε εἰς τὰ πρόσωπα τῶν ἁγίων Ἀρχιερέων νὰ ἐνσαρκοῦται ἡ πνευματικὴ ἐκείνη δύναμις, ἣν προϋποθέτει τὸ Ἐπισκοπικὸν ἀξίωμα, καὶ νὰ ἐκφαίνεται ὁ Ποιμὴν ὁ καλός, ὅστις «θύει τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ὑπὲρ τῶν προβάτων», διώκων τοὺς λύκους καὶ ἅρπαγας ἐκ τῆς θείας του αὐλῆς.
Θάρρος, ἀδελφοί. Ἡμεῖς «οὐκ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν». Τὸ πολίτευμα ἡμῶν ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει. Ἀνάγκη νὰ νικήσωμεν τὸν κόσμον.

ΑΘΩΝΙΚΑ ΑΝΘΗ – ΑΡΘΡΑ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ
Επί τη χιλιετηρίδι του Αγίου Όρους
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ “ΑΣΤΗΡ – ΑΛ. & Ε. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ – ΑΘΗΝΑΙ 1962
ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ: Ι.Ν.ΑΓΙΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΩΝ ΙΣΤΙΑΙΑΣ
Αυτό το άρθρο δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα του Ι.Ν. Αγίων Ταξιαρχών Ιστιαίας. Ευχαριστούμε για την αναδημοσίευση!