Νέα Εποχή - Αποκρυφισμός

Αρχιμ. Θεοφίλου Λεμοντζή Δρ. Θ.

Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

ΚΑΙ Η ΠΛΑΝΗ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΠΟΧΗΣ

ΑΝΑΒΙΩΣΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΜΕ ΝΕΟ ΠΡΟΣΩΠΕΙΟ

   H αίρεση του Γνωστικισμού υποστήριζε ότι ο Χριστός δεν είναι σωτήρας και λυτρωτής αλλά ο μύστης μιας υπερφυσικής γνώσης. Υποστήριζαν ότι μέσα στον υλικό σώμα του ανθρώπου έχει εγκλωβιστεί ένα  θεϊκό στοιχείο και σκοπός της ανθρώπινης  ύπαρξης είναι να συνειδητοποιήσει την ύπαρξη αυτού  του θεϊκού στοιχείου και να ελευθερωθεί από τα δεσμά της ύλης. Η γνώση αυτής της  εξόδου από τον υλικό κόσμο δίνεται από τον μύστη  Ιησού  Χριστό.

   Εφόσον έργο του Ιησού  είναι η μετάδοση αυτής της μυστικής και υπερφυσικής γνώσης κατά συνέπεια το γεγονός της ιστορικής παρουσίας Του υποτιμάται. Εφόσον αποστολή Του είναι η απελευθέρωση του ανθρώπου από τα δεσμά της ύλης δεν είναι δυνατόν ο ίδιος να ήταν εγκλωβισμένος μέσα σε υλικό σώμα. Κατά συνέπεια, δεν είχε υλικό σώμα  αλλά φαινομενικό και η ενσάρκωσή του δεν ήταν πραγματική.

Παρόμοιες αντιλήψεις  ανευρίσκουμε και στις σύγχρονες αιρέσεις της Νέας Εποχής. Για όλα αυτά τα νεοεποχίτικα θρησκευτικά συστήματα ο Ιησούς δεν είναι ο λυτρωτής Θεάνθρωπος, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος που ενηνθρώπησε εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου, αλλά εξισώνεται με τους διαφόρους διδασκάλους και φιλοσόφους που γνώρισε κατά καιρούς η ανθρωπότητα.

Όλες όμως αυτές οι αντιλήψεις, τόσο της αρχαίας αίρεσης του Γνωστικισμού όσο και της «Νέας Εποχής», είναι αγιογραφικώς αστήρικτες, και αυτό διότι ο Υιός του Θεού, ο Ιησούς Χριστός, πραγματικώς γεννήθηκε εκ της αειπαρθένου και Θεοτόκου Μαρίας στο φτωχικό σπήλαιο της Βηθλεέμ (Λουκ. 2,7). Ο Χριστός ως πλήρης και τέλειος άνθρωπος είχε σώμα πραγματικό όπως το δικό μας, περιετμήθη (Λουκ. 2,21), υπήρξε παιδί (Λουκ. 2,22∙40), μεγάλωσε όπως όλοι οι άνθρωποι, και πέρασε από όλες τις ηλικίες. Το σώμα Του ήταν παθητό και έφερε όλα τα αδιάβλητα πάθη της ανθρώπινης φύσεως (πείνα, δίψα, κλπ). Έτσι, ως άνθρωπος εκουσίως εκοπίασε (Ιω.4,6),  ίδρωσε από την αγωνία (Λουκ.22.44)  και υπέμεινε τον επονείδιστο θάνατο επί του φρικτού Γολγοθά (Ματθ.27,33). Ως  πραγματικός άνθρωπος είχε όλα τα μέλη που έχει ένας άνθρωπος (Λουκ. 24,39). Επειδή ήταν πραγματικός άνθρωπος  η αιμορροούσα  γυναίκα  μπόρεσε και τον άγγιξε και θεραπεύθηκε (Λουκ. 8,45).

Ο  Υιός και Λόγος του Θεού, ο Ιησούς Χριστός  κατά την  ενσάρκωσή Του προσέλαβε ολόκληρη την ανθρώπινη φύση εκτός από την αμαρτία (Α΄Πέτρ.2,22) διότι η αμαρτία δεν αποτελεί εγγενές στοιχείο της ανθρώπινης φύσεως, αλλά είναι μια πάρα φύση κατάσταση που επέλεξε να ακολουθήσει ο άνθρωπος με την προτροπή του Διαβόλου.

 Οι άνθρωποι που τον   συναναστράφηκαν  κατά την επίγεια ζωή του, γνώρισαν  έναν   πραγματικό και όχι  φαινομενικό άνθρωπο  όπως μαρτυρεί και ο ευαγγελιστής Ιωάννης: «ὃ ἀκηκόαμεν, ὃ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὃ ἐθεασάμεθα καὶ αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν»(Α΄Ιω.1,1).

Ο σκοπός του ερχομού του Υιού του Θεού στον κόσμο δεν ήταν να δώσει μια απόκρυφη γνώση, αλλά είναι η ανακαίνιση και η θεραπεία της όλης ανθρώπινης ύπαρξης, σώματος και ψυχής. Ο  Θεός έγινε άνθρωπος για να καταλύσει τα έργα του διαβόλου και να καταπατήσει τον θάνατο (Εβρ.2,14-15). Το απολυτρωτικό του έργο  ο Σωτήρας το επιτέλεσε στη γη ως Θεάνθρωπος, δηλαδή ως αληθινός Θεός και ως αληθινός άνθρωπος.

Αυτήν την αλήθεια διατύπωσε η Δ΄ Οικουμενική  Σύνοδος στη Χαλκηδόνα (451 μ.Χ.). Η Σύνοδος της Χαλκηδόνας διατράνωσε  ότι ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός έχει  δύο φύσεις, την Θεία και την ανθρώπινη,  δηλαδή  ο Χριστός είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, ομοούσιος με τον Θεό Πατέρα και ομοούσιος με  εμάς, τους ανθρώπους, «εν δύο φύσεσιν ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως γνωριζόμενον», όπως χαρακτηριστικά τόνισε. Αυτές οι  δύο φύσεις, η  Θεία και η ανθρώπινη,  είναι ασύγχυτα, αδιαίρετα και αχώριστα ενωμένες, δηλαδή δεν συγχωνεύονται μεταξύ τους, ούτε αποχωρίζονται αλλά συνυπάρχουν στην μία και μοναδική Υπόσταση του Υιού και Λόγου του Θεού.

Ο  Λυτρωτής Ιησού Χριστός, όχι μόνο  είναι τέλειος  Θεός αλλά είναι και τέλειος και ομοούσιος με τους ανθρώπους άνθρωπος. Με αυτόν τον τρόπο απέκτησε την δυνατότητα  οικείωσης των ανθρωπίνων καταστάσεων ώστε να διενεργηθεί η απολύτρωση κα η σωτηρία διότι αληθώς ο Χριστός εσταυρώθη, απέθανε, ετάφη και ανέστη εκ των νεκρών (Φιλ.2,6-9.

Στη Θεία  Ευχαριστία εσθίουμε την ζωοποιό σάρκα  και το αίμα του ενανθρωπήσαντος Θεού και όχι ενός απλού  ανθρώπου. Κοινωνούμε το πραγματικό, και όχι  φαινομενικό, όπως θέλουν οι νεοεποχίτικες αιρέσεις,  Σώμα και Αίμα του ενανθρωπήσαντος Υιού και Λόγου του Θεού το οποίο κατακλύζεται από τη θεϊκή και Ζωοποιό Του δύναμή και γίνεται πηγή Ζωής και αθανασίας.