Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2026

Περι καρναβαλου (α΄)

ΣΠΙΘΑ-1952-ΤΟ-ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ-ιντ

Τριῴδιο
Περίοδος Δ΄ – Ἔτος ΜΓ΄
Φλώρινα – ἀριθμ. φύλλου 2712

Κυριακὴ τῆς Ἀπόκρεω (Ματθ. 25,31-46)
15 Φεβρουαρίου 2026 πρωὶ
Συντάκτης Ἀρχιμ. Αὐγουστῖνος Καντιώτης

Περι καρναβαλου (α΄)

«Ὑποτάγητε οὖν τῷ Θεῷ. ἀντίστητε τῷ διαβόλῳ,
καὶ φεύξεται ἀφ᾽ ὑμῶν» (Ἰάκ. 4,7)

Ὑπάρχουν, ἀγαπητοί μου, στιγμὲς στὴ ζωὴ ποὺ ἡ γλῶσσα δὲν μπορεῖ νὰ ἐκφράσῃ αὐ­τὸ ποὺ λέει ἡ καρδιά. Εὐ­χα­ριστῶ τὸν Κύρι­ον ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό, ποὺ μὲ ἀ­ξιώνει νὰ στα­θῶ ἐνώπιόν σας καὶ νὰ μιλήσω. Ἄκουσα ὅτι γίνεται κάποια μάχη, καὶ αὐτὸ μὲ ἠλέκτρισε.

Ποιός εἶνε ὁ ἐχθρός; Ὁ μεγαλύτερος ἐ­χθρὸς τῆς φυλῆς μας καὶ κάθε ἔθνους ποιός εἶ­νε; Τὸν ἐπισημαίνω καὶ πάρτε τὰ μέτρα σας· εἶνε ἡ διαφθορά. Διεφθάρη ἕνα ἔθνος, κατέπεσαν τὰ ἤθη του; Δὲν μπορεῖ νὰ σταθῇ. Τὸ φωνάζει ἡ ἱστορία. Τί ἔγινε ἡ Νινευΐ, ἡ Βαβυλών, ἡ κοσμοκράτειρα ῾Ρώμη; διεφθάρησαν ἐσωτερικῶς καὶ κατέπεσαν. Κ᾽ ἐμᾶς λοιπὸν μᾶς ἐνδιαφέρει πῶς εἶνε ὁ λαός μας ἠθικῶς καὶ θρησκευτικῶς. Ὑπάρχει φόβος Θεοῦ, τιμι­ότης, ἁ­γνότης; εἶνε τ᾽ ἀντρόγυνα ἀγαπημέ­να, πιστὰ μέχρι θανάτου; τὰ παιδιὰ ὑπακοῦ­νε, ὑπάρχει σεβασμὸς στοὺς μεγαλυτέρους; τηροῦνται οἱ νόμοι, ἐφαρμόζονται; ὑπάρχει τάξις, ἡσυχία, ἀσφάλεια; Τότε χαῖρε, Ἑλλάδα! ἔχεις ῥίζα ποὺ δὲν μπορεῖ κανείς νὰ τὴν κλονίσῃ. Σᾶς συνιστῶ νὰ διαβάσετε ἕνα μικρὸ βιβλιαράκι, ποὺ ἔκανε κρότο – δὲν ἐξετάζω ἂν εἶνε γνήσιο ἢ ὄχι· μ᾽ ἐνδιαφέρει ἡ ἀ­λήθεια. Ὁ τίτλος του εἶνε «Τὰ μυστικὰ Πρωτόκολλα τῶν σοφῶν τῆς Σιών». Ἐκεῖ λέει, ὅτι μαζεύτηκαν κάπου οἱ μασόνοι καὶ συσκέφθηκαν μὲ ποιό τρόπο νὰ διαλύσουν τὰ χριστιανικὰ κράτη. Καὶ κατέληξαν· μὲ τὴ διαφθορά (τὴν εὐμάρεια, τὸ ἀλκοόλ, τὶς γκαγκστερικὲς ταινίες, τὰ θεάματα, τὰ ἔντυπα, τὴν ἀνηθικότητα…).
Μία λοιπὸν μορφὴ τῆς διαφθορᾶς αὐτῆς –μὴ γελάσῃ κανείς– εἶνε καὶ ὁ καρνάβαλος. Μπᾶ; ἀκοῦς ὁ ἱεροκήρυκας νὰ ἀσχολῆται τώρα μὲ τέτοια θέματα, νὰ κατεβαίνει τόσο χαμηλά… θὰ ποῦνε διάφοροι μοντερνίζοντες ποὺ θέλουν νὰ ἐκκοσμικεύσουν τὴν ὀρθόδοξη ζωὴ τοῦ λαοῦ μας. Ἐγὼ ὅμως ἔκλεισα τ᾽ αὐ­τιά μου· ἀκούω ἄλλες φωνές, ἀκούω κάτι ἄλλα ἀηδόνια, καὶ δὲν μοῦ κάνουν ἐντύπωσι αὐτοὶ ποὺ θέλουν νὰ σταματήσω τὸ κήρυγμα αὐτό. Ποιός εἶσαι λοιπὸν ἐσύ, ὁ συνήγορος καὶ κράχτης τῶν καρναβαλικῶν ὀργίων; Ἔλα ἐδῶ, ν᾽ ἀκούσω τί θέλεις νὰ μοῦ πῇς.
–Ὁ καρνάβαλος εἶνε ψυχαγωγία. Σπάει τὴν ἀνία, τὴ μελαγ­χολία, τὸ ἄγχος· κάνει τοὺς ἀν­θρώπους νὰ γελᾶνε, νὰ ζοῦν εὐ­χάριστες ὧ­ρες. Ἐπὶ πλέον μαζεύει κοσμάκη, ἔρ­χονται καὶ ξένοι τουρῖστες, ζων­τανεύει ἡ ἀ­γορά, γίνεται κίνησι στὸ ἐμπόριο.

*   *.  *

Ψυχαγωγία λές; Γιά ἄνοιξε τὸν προφή­τη Ἠ­σαΐα καὶ διάβασε στὸ 5ο κεφάλαιο. Θά ᾽ρθουν μέρες κατηραμένες, λέει, ποὺ οἱ ἄν­θρωποι τὸ κακὸ θὰ τὸ λένε καλό, τὸ σκοτάδι θὰ τὸ λένε φῶς, τὸ πικρὸ θὰ τὸ λένε γλυκό (Ἠσ. 5,20). Τέτοιες ἡμέρες εἶνε τώρα. Εἴδατε; φωνάζει τώρα καὶ ὁ ἀπόστολος γιὰ τὴν «πορνεία» (Α΄ Κορ. 6,18). Τώρα τὴν πόρνη δὲν τὴ λένε πόρνη, τὴ λένε φίλη, φιλενάδα· καὶ τὸν πόρνο δὲν τὸν λένε πόρνο, τὸν λένε φίλο. Ἔ­φτειαξε ὁ διάβολος δικό του λεξιλόγιο. Κ᾽ ἐσὺ λές, ὅτι ὁ καρνάβαλος εἶνε ψυχαγωγία; Θὰ σοῦ ἀπαντήσω λοιπὸν καὶ θὰ σοῦ ἀ­ποδείξω ὅτι δὲν εἶνε ψυχαγωγία. Θὰ ζυγίσουμε τὸν καρνάβαλο ἐπάνω σὲ 3 ζύγια. Τὸ ἕ­να εἶνε ἡ Καινὴ Διαθήκη. Τὸ ἄλλο εἶνε οἱ ἱεροὶ κανόνες τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τὸ Πηδάλιο. Καὶ τὸ τρίτο εἶνε τὸ Σύνταγμα τῆς χώρας.
Προηγουμένως θέλω νὰ δώσω δύο ἐξηγήσεις. Πρῶτον, λέγοντας καρνάβαλο θὰ ἔχουμε ὑπ᾽ ὄψιν ἰδίως τὸν καρνάβαλο τῶν Πατρῶν, ποὺ εἶνε τὸ πρότυπο τῶν ἄλλων καρναβάλων. Καὶ δεύτερον, λέγον­τας καρνάβαλο ἐννοοῦμε τὸ σύνολο τῶν ὅσων λέγονται καὶ πράττονται τὴν περίοδο τῶν ἀπόκρεων. Συν­εννοηθήκαμε; Ἐλᾶτε τώρα νὰ τὸν ζυγίσουμε.
● Μὲ τὴ φαντασία βλέπω τὸν καρνάβαλο σὰν ἕνα τέρας ποὺ γεννήθηκε ἀπὸ τὴ μεῖξι τοῦ διαβόλου μὲ πολλὲς θυγατέρες τοῦ κόσμου τούτου. Τὸν θεωρῶ σὰν ἕνα βάρβαρο Γολιάθ, σὰν ἕνα Λυαῖο ποὺ καλοῦνται νὰ νικήσουν οἱ Νέστορες· «καὶ τὸν Λυαῖον νικήσεις καὶ ὑπὲρ Χριστοῦ μαρτυρήσεις». Ἐφ᾽ ὅσον λοιπὸν ὁ καρνάβαλος εἶνε τέρας, τὸ τέρας αὐτὸ ἔχει γλῶσσα – στόμα, ἔχει πρόσωπο, ἔχει φορεσιά, ἔχει στομάχι, ἔχει πόδια, ἔχει χέρια, καὶ πάνω στὸ κεφάλι ἔχει στέμμα. Μόνο στὴν καρδιά του δὲν μπαίνω, γιατὶ ἀκόμα δὲν ἔχω τὴν ἀκτινογράφησι τῆς καρδιᾶς του.
• Ἡ γλῶσσα του. Τί λέει ἡ γλῶσσα τοῦ καρνα­βάλου, δηλα­δὴ τῶν καρναβαλιστῶν; Τί λόγια βγάζει; μαργαριτάρια, διαμάντια; Βγάζει τὸ «Ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου…» (Λουκ. 15,21); τὸ «Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μου τῷ ἁ­μαρτωλῷ» (ἔ.ἀ. 18,13); βγάζει τὸ «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (ἔ.ἀ. 23,42); Αὐτὰ τὰ λόγια βγαίνουν ἀπὸ αὐτούς; Κάθε ἄλλο· «τάφος ἀνεῳγμένος ὁ λάρυγξ αὐτῶν, ταῖς γλώσσαις αὐτῶν ἐδολιοῦσαν. κρίνον αὐτούς, ὁ Θεός» (Ψαλμ. 5,10-11). Προτιμότερο νὰ πᾷς στὸ νεκροταφεῖο, νὰ σηκώσῃς τὴν πλάκα ἑνὸς νεκροῦ ποὺ πέθανε πρὶν δυὸ μέρες – ἂν ἀντέξῃς τὴν κακοσμία, παρὰ ν᾽ ἀ­κούσῃς τοὺς καρναβαλιστάς. Τί λένε; αἴσχη, βωμολοχίες, ἀνηθικότητες…, λόγια ποὺ θά ᾽φερναν ντροπὴ στὶς παρειὲς καὶ τοῦ αἰσχρολόγου Ἀριστοφάνη.
Αὐτὰ ἐπιτρέπονται; τί λέει ἡ Καινὴ Διαθήκη; Ὁ Κύριός μας λέει, ὅτι γιὰ κάθε λόγο ἀργόν, μάταιο, ποὺ θὰ ποῦν οἱ ἄνθρωποι, θὰ δώσουν «λόγον ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως» (Ματθ. 12,36). Καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέει· «Πᾶς λόγος σαπρὸς (=σάπιος) ἐκ τοῦ στόματος ὑμῶν μὴ ἐκπορευέσθω» (Ἐφ. 4,29). «Ἀπόθεσθε, ἀ­δελ­φοί, διῶξτε μακριὰ ἀπὸ σᾶς, τὴν αἰσχρολογία· «καὶ αἰσχρότης καὶ μωρολογία ἢ εὐτραπελία, τὰ οὐκ ἀνήκοντα», ποὺ δὲν ἁρμόζουν στοὺς Χριστιανούς (Κολ. 3,8. Ἐφ. 5,4). Πάει τελείωσε, ἡ γλῶσ­σα τοῦ καρναβάλου εἶνε κομμένη σύρριζα. Δὲν μπορεῖ νὰ στα­θῇ ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ.
• Πᾶμε στὸ πρόσωπο. Ἔχει πρόσωπο ὁ καρ­νάβαλος; Δὲν ἔχει. Ἀλλὰ τί ἔχει· προσωπεῖα. Τὶς ἡμέρες αὐτὲς οἱ καρναβαλισταὶ παρουσιάζονται μὲ χίλιες δυὸ μουτσοῦνες, ὅ,τι φανταστῆτε· ὅλων τῶν ζῴων καὶ αὐτῶν τῶν δαιμόνων ἀκόμα· «ἄν­θρω­πος ἐν τιμῇ ὢν οὐ συνῆκε, παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀ­νοήτοις καὶ ὡμοιώθη αὐτοῖς» (Ψαλμ. 48,13,21). Βλέπεις ἐκεῖ κυρίες τῆς ἀριστοκρατίας μὲ οὐρές, σὰν πιθήκους καὶ τράγους, νὰ περπατοῦν μὲ τὰ τέσσερα. Ἡ Γραφὴ λέει, ὅτι ὁ πρῶτος μασκαρᾶς ἦταν – ποιός· ὁ διάβολος. Ἂν παρουσιαζόταν στὴν Εὔα ὅπως εἶνε, ἡ Εὔα θά ᾽φευγε μακριά, γι᾽ αὐτὸ παρουσιάστηκε μὲ προσωπεῖο, μὲ τὴ μορφὴ τοῦ ὡραιοτέρου ζῴου. Ὁ ὄφις δὲν ἦ­ταν ὅπως εἶνε σήμερα· ὁ ὄφις κατὰ τοὺς πατέρας ἦταν τὸ ὡραιότερο πουλὶ τοῦ παραδείσου, καὶ μὲ τὴ μορφὴ αὐτὴν ἐξαπάτησε τὴν Εὔα. Καὶ ἐν συνεχείᾳ «μετασχηματίζεται εἰς ἄγγελον φωτός» (Β΄Κορ. 11,14).
● Τί λένε, ἀγαπητοί μου, γι᾽ αὐτὰ οἱ ἱεροὶ κανόνες τῆς Ἐκ­κλησίας μας; Ὁ 62ος κανόνας τῆς Ἕκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου λέει, ὅτι ἀπαγορεύεται οἱ χριστιανοὶ νὰ φοροῦν προσωπεῖα σατυρικά, ποὺ προκαλοῦν ἢ τὸ γέλιο ἢ τὴ φρίκη.
• Ἀλλὰ γιά νὰ δοῦμε τὴ φορεσιά! τί φορεσιὰ ντύνεται ὁ καρνάβαλος; Σὲ ποιό γένος ἀ­νήκει; Ἄ, δὲν ἔχει γένος, εἶνε ἑρ­μαφρόδιτος, ἀρσενικοθήλυκος. Διατάζει λοιπόν· Ἔλα ἐδῶ, γυναῖκα· ἐσὺ θὰ ντυθῇς ἀντρικά. Διατάζει καὶ τοὺς ἄντρες· Ἐσεῖς νὰ ντυθῆτε γυναικεῖα. Καὶ γίνονται ὅλα φύρδην – μείγδην, καὶ χάνεται – ἐξαφανίζεται τὸ γένος. Καὶ βλέπεις γυναῖκα ἀλλὰ ἀπὸ κάτω εἶνε ἄντρας· καὶ βλέπεις ἄντρα καὶ ἀπὸ κάτω εἶνε γυναίκα. Αὐτὰ ἐπιτρέπονται; τί λένε οἱ ἱεροὶ κανόνες; Ὁ ἴδιος κανόνας ποὺ εἶπα προηγουμένως, ἀλλὰ καὶ ἡ Παλαιὰ Διαθήκη ἤδη στὸ Δευτερονόμιο κεφάλαιο 22 λέει· Νὰ μὴν τολμήσῃ ἄντρας νὰ φορέσῃ γυναικεῖα καὶ νὰ μὴν τολμήσῃ γυναίκα νὰ φορέσῃ ἀντρικά, γιατὶ ὅποιος τὸ κάνει αὐτὸ εἶνε «βδέλυγμα τῷ Θεῷ», βδελυκτὸς γιὰ τὸ Θεό· «ὅτι βδέλυγμα Κυρίῳ τῷ Θεῷ σού ἐστι πᾶς ποιῶν ταῦτα» (Δευτ. 22,5). Ἀκοῦτε; Αὐτὰ λένε ἐδῶ τὰ βιβλία.
• Ποῦ πᾶμε τώρα; Στὸ στομάχι. Τί ἔχει μέσα τὸ στομάχι τοῦ καρναβάλου; Νηστευτὴς εἶνε, χορταράκια ἔχει; Δὲν ἔχει χορταράκια. Τὸ στομάχι τοῦ καρναβάλου, τῶν καρναβαλιστῶν, εἶ­νε – τί· ἕνα τεπόζιτο, μιὰ πελωρία δεξαμενὴ γεμάτη ὄχι ἀπὸ νερά­­­κι ἀλλὰ ἀπὸ ἀλκοόλ, τόννους ἀλκοόλ!… Τό τί πίνουν τὶς ἡμέρες αὐτὲς οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ Ἕλληνες, εἶνε ἀπερίγραπτο. Μεθοῦν, τρικλίζουν, παραπατοῦν καὶ πέφτουν. Τοὺς εἶδα στὴν Πά­τρα καὶ ἐλεεινολόγησα τὴν κατάστασι. Ἡ πατρίδα μας ἔρχεται μεταξὺ τῶν πρώτων ἀλκοολικῶν χωρῶν. Μπράβο σας, ὡραῖα!
• Μὰ ὁ καρνάβαλος ἔχει καὶ πόδια. Ἔχει πόδια; Καρνάβαλε, ποῦ πᾷς; Σὲ βλέπω ἕτοιμο· γιὰ ποῦ τραβᾷς; σὲ καμμιὰ κηδεία; σὲ κανένα νεκροταφεῖο; σὲ κανένα σπίτι χήρας καὶ ὀρφανοῦ; Ποῦ πάει; Πάει ὁλοταχῶς στὶς αἴθουσες τῶν χοροδιδασκαλείων. Ἐκεῖ εἶνε τὸ βασίλειο, ὁ ναός, τὸ ἱερὸ τέμενός του. Ἐκεῖ μέσα χορεύουν οἱ μεταμφιεσμένοι. –Καὶ εἶνε κακό; Δηλαδή, παπούλη, θὰ μᾶς κόψῃς τώρα καὶ τὸ χορό;… Ἐμένα ῥωτᾶτε; τί ἀξία ἔχει ἡ δική μου γνώμη; ῾Ρωτῆστε τὸν βασιλέα τῶν ἱεροκηρύκων, τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸ Χρυσόστομο. Τί λέει λοιπὸν ὁ ἅ­γιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος; «Ἔνθα ὄρχησις, ἐκεῖ διάβολος (=ὅπου χορός, ἐκεῖ διάβολος)» (P.G. 58,491,493. ΕΠΕ τόμ. 10ος, ὁμιλ. ΜΗ΄ εἰς τὸ κατὰ Ματθαῖον). Σβῆσε τὸ Χρυσόστομο καὶ κατεβαίνω κ᾽ ἐγὼ κάτω. Ἐμένα ῥωτᾶτε; Ἕνας σπουδαῖος ψυχολόγος καὶ κοινωνιολόγος, τί εἶπε· ὅτι εἶνε τόσα τ᾽ ἁμαρτήματα ποὺ γίνονται μέσα στὶς πίστες, μέσα στὰ χοροδιδασκαλεῖα, ποὺ ἐὰν γιὰ κάθε ἁμάρτημα ποὺ γίνεται ἐκεῖ ἔπεφτε κ᾽ ἕνα ἀστέρι, δὲν ξέρω πόσα ἀστέρια θὰ μένανε ἐπάνω στὸ στερέωμα. Μάλιστα, κύριε.
Κι ἀκόμη τί ἄλλο βλέπω; Βλέπω ἕνα πιάτο, πιάτο αἷμα γε­μᾶτο, καὶ πάνω σ᾽ αὐτὸ ἕνα κεφάλι κομμένο. Τί ἔκανε; τίνος εἶ­νε; Εἶνε ἡ κεφαλὴ τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου. Ποιός τὴν ἔκοψε; Ὁ χορός, ποὺ παρέσυρε τὴν καρδιὰ ἑνὸς ἐκφύλου βασιλέως. Ἡ Σαλώμη ἄρεσε στὸν ἀνήθικο καὶ ἔκφυλο ἐκεῖνο βασιλιᾶ (πρβλ. Ματθ. 14, 4-10). Μέσα στὸ χορὸ κόβονται καὶ πέφτουν κεφάλια τιμῆς καὶ ὑπολήψεως οἰκογενειῶν ὁλοκλήρων.
Μὰ τί χοροὶ εἶνε αὐτοὶ ἐπὶ τέλους; Νὰ προχωρήσουμε παρακάτω. Ἔλα, καρνάβαλε, νὰ μᾶς πῇς, τί χοροὶ εἶνε αὐτοὶ ποὺ κάνεις τὶς ἀπόκριες; Μήπως εἶνε χοροὶ λεβεντιᾶς, ποὺ ἔκαναν πάνω στὰ ψηλὰ βουνὰ ἀρματολοὶ καὶ κλέφτες; Μακάρι νὰ ἦ­ταν τέτοιοι. Δὲν εἶνε οὔτε σὰν τὸ χορό, ποὺ ἐπὶ τέλους κρατοῦ­σε σὲ μιὰ ἀπόστασι μ᾽ ἕνα μεταξωτὸ μαντήλι. Πρόκειται γιὰ χο­ρὸ ποὺ οὔτε τσιγαρόχαρτο δὲν χωρίζει σήμερα τὸν ἄντρα ἀπὸ τὴ γυναῖκα ποὺ ἀγκαλιάζει. Ἂν εἶστε τίμιοι ἄνθρωποι, ἂν μέσα σας ὑπάρχῃ ἀκόμα σπινθήρας, σὲ ῥωτῶ ἐσένα τὸν ἄντρα, ἐσένα τὴ γυναῖκα, ἐσένα τὸ νέο ποὺ ἔχεις μνηστή· Δὲ μοῦ λέτε, ἐὰν δῇς ἔξω στὸ δρόμο, στὴν πλατεῖα τὴ γυναῖκα σου ἢ τὴ μνηστή σου νὰ τὴν ἀγκαλιάζῃ ὁ ἄλλος ἔτσι, τί θὰ κάνῃς; Διαζύγιο θὰ πάρῃς, πιστόλι θὰ βγάλῃς. Πῶς λοιπὸν αὐτὸ ποὺ δὲν θέλεις νὰ γίνεται ἔξω, πῶς τὸ δέχεσαι, ἠλίθιε τῶν ἠλιθίων, νὰ γίνεται μέσα στὴν αἴθουσα τοῦ χοροῦ;
• Ἄ, ξεχάσαμε ὅτι ὁ καρνάβαλος ἔχει καὶ στέμμα. Ὁ Θεὸς νὰ σᾶς φυλάῃ. Εἶνε πλέον διάβολος στεφανωμένος. Καὶ ποιό εἶνε τὸ στέμμα; Εἶνε μία λέξι ἄγνωστη ἐδῶ. Ἐὰν τὴν πῶ, μόνο ἂν εἶ­νε κανένας Πατρινὸς θὰ καταλάβῃ. Εἶνε τὸ περιβόητο μπουρμπούλι. Τί εἶνε τὸ μπουρμπούλι; Δὲν τό ᾽ξερα κ᾽ ἐγὼ ὁ ταλαίπω­ρος. Τὸ ἔμαθα. Τί ἤτανε; Ἄκου! Τὶς τελευταῖες ἡμέρες ντύνον­ται οἱ γυναῖκες καὶ οἱ ἄντρες, σκεπάζοντας ὁλόκληρο τὸ πρόσωπό τους μὲ κουκοῦλες κάτω ἀπὸ μιὰ ἐνδυμασία ποὺ φοροῦ­σαν κάποτε οἱ καπουτσῖνοι στὰ βορεινὰ μέρη. Δὲν μιλᾶνε καθό­λου, ἀγκαλιάζονται, φιλιοῦνται, συναναστρέφονται ἀναμεταξύ των καὶ κατόπιν συνεχίζεται ἡ ἁμαρτία δεξιὰ καὶ ἀριστερά. Δὲν ξέρεις ποιός εἶνε ὁ ἄντρας καὶ δὲν ξέρεις ποιά εἶνε ἡ γυναίκα. Ἐπάνω στὸ «παιχνίδι» αὐτὸ ἔγιναν φρικιαστικὰ πρά­γματα. Τ᾽ ἄκουσα ἀπὸ στόμα πνευματικοῦ πατρός, τὸν ὁποῖο ὑ­­πολήπτεται ὅλη ἡ πατρίδα. Ἕνας, χορεύοντας μπουρμπούλι μὲ μιὰ ἄλλη γυναῖκα ἀποφάσισαν νὰ πᾶνε σὲ ξενοδοχεῖο, γιὰ νὰ ὁλοκληρώσουν τὴν ἁμαρτία. Πηγαίνοντας ἐκεῖ καὶ βγάζον­τας τὰ ντόμινα τί νὰ δῇ; Ἦταν ἡ γυναίκα του! Τὴν ἑπομένη ἡμέρα αἴτησι διαζυγίου. Ἕνα ἄλλο τραγικώτερο, φρικιαστικώτερο ποὺ ἀνατριχιάζεις. Παίρνοντας ἄλλος μιὰ γυναῖκα νὰ πάῃ νὰ χο­ρέψῃ, ξεσκεπάζεται τὸ ντόμινο καὶ ἦταν ἀδέρφια. Ἔπαθε κλονισμὸ ψυχικὸ καὶ πῆγε στὸ φρενοκομεῖο.
Εἶνε λοιπὸν ὡραῖα πράγματα αὐτά, τὰ ἐπιτρέπει τὸ Εὐαγγέλιο, τὰ ἐπιτρέπουν οἱ ἱεροὶ κανόνες; Καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὰ ποιός, ἀ­γαπητέ μου, θὰ εἶνε ἐκεῖνος ποὺ θὰ τολμήσῃ νὰ πῇ, ὅτι ὁ καρνάβαλος εἶνε μία ἀθῴα ψυχαγωγία; Κάποτε λέγανε, ὅτι κάτω ἀπὸ μιὰ ἡλικία τὰ παιδιὰ εἶνε ἀθῷα, δὲν χρειάζονται ἐξομολόγησι. Τώρα; ὅπως τὸ παπί, μόλις γεννηθῇ, πέφτει μέσα στὸ νερό, ἔτσι τὰ παιδιὰ μόλις γεννηθοῦν, εἶνε μέσα στὴν ἁ­μαρτία.
Ἂν καὶ ἔχω φόβο μήπως προσκρούσω σὲ παρθενικὰ αὐτιά, θὰ τολμήσω νὰ σᾶς μιλήσω ζωηρότερα. Ἀμφιβάλλεις ἀκόμα; Μὴ ῥωτᾷς ἐμένα, οὔτε τοὺς πνευματικοὺς πατέρας. Πήγαινε στὴν Πάτρα, νὰ ῥωτήσῃς κάτι φτωχιὲς γυναῖκες, καθαρίστριες ποὺ σκουπίζουν τὰ κέντρα αὐτὰ ὄπου γίνονται οἱ χοροί· –Πάτερ μου, μοῦ εἶπε μία ἀπὸ αὐτές, τὸ τί ἀντικείμενα μάζεψα τὸ πρωί, ὅταν πῆγα νὰ σκουπίσω τὰ χοροδιδασκαλεῖα, «αἰσχρόν ἐστι καὶ λέγειν» (πρβλ. Ἐφ. 5,12).
Ἦταν μέσα στὴν Πάτρα ἕνας τίμιος διευθυντὴς βρεφοκομείου δεκαπέντε χρόνια. Καὶ μοῦ κάνει ἕνα γράμμα. Πάτερ μου, λέει, τί φωνάζεις; Νὰ σοῦ δώσω ἐγὼ στοιχεῖα, καὶ νὰ πῇς σ᾽ ὅλους αὐτοὺς τὸ ἑξῆς. Ἐννιὰ μῆνες μετὰ τὸν καρνάβαλο, τὰ ἔκθετα βρέφη, τὰ μούλικα – νό­θα παιδάκια, νά!…νά!… πλῆθος· Δὲν ἔχω ποῦ νὰ τὰ βάλουμε. Κ᾽ ἔπειτα μοῦ λέτε ἐσεῖς ὅτι ὁ καρνάβαλος εἶνε ἀθῴα ψυχαγωγία;
Ἐγὼ ἀπορῶ, ἀδέρφια μου. Δὲν θέλω νὰ μιλάω· ἂν ἦταν δυνατὸν νὰ πάω σὲ καμμιὰ σπηλιὰ στὸ Ἅγιο Ὄρος νὰ κλάψω τὶς ἁμαρτίες μου!… Ποιός ἀκούει; Ἀμφιβάλλω ἂν καὶ ἐδῶ ὑπάρχουν δέκα ζευγάρια αὐτιὰ ν᾽ ἀκούσουν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ. Ὑ­πάρχει σήμερα εἰλικρι­νὴς ἀκροατής; Γι᾽ αὐτὸ μὲ συγκινεῖ ἐκεῖ­νο ποὺ ἀκοῦμε τὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα· «Δόξα τῇ μακροθυμίᾳ σου, Κύριε…». Μεγαλοδύναμε, πῶς μᾶς ἀνέχεσαι;
Πάντως, μολονότι ἁμαρτωλὸς καὶ ἀνάξιος νὰ φιλήσω τὰ πόδια σας, βάσει τῶν πατέρων καὶ τῶν προφητῶν προειδοποιῶ ὅλους καὶ ἂς γραφῇ. Ἐὰν στὴν Πάτρα συνεχιστῇ τὸ καρνα­βάλι, μιὰ νύχτα σεισμὸς θὰ καταστρέψῃ τὴν πόλι. Καὶ οἱ σεισμοὶ ποὺ ἔγιναν τὰ τελευταῖα χρόνια δὲν εἶνε τυχαῖα γεγονότα· «ὁ ἁπτόμενος τῶν ὀρέων καὶ καπνίζονται» (Ψαλμ. 103,32). Θὰ πληρώσουμε μὲ τόκο καὶ ἐπιτόκιο ὅλα τ᾽ ἁμαρτήματα τὰ ὁποῖα διαπράττουμε.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

augoustinos-kantiotis