ΙΒΑΝ ΜΙΧΑΗΛΟΒΙΤΣ ΑΝΤΡΕΕΦΣΚΙ
ΣΤΑ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΑ ΚΑΤΕΡΓΑ
(Ἀπὸ τὶς σημειώσεις ἑνὸς πρώην κρατουμένου στὰ Σολόβκι)
Τὸν Δεκέμβριο τοῦ 1929, ἐμένα, ἕναν κρατούμενο γιατρό, οἱ ὑγειονομικὲς ἀρχὲς τοῦ στρατοπέδου συγκέντρωσης Σολόβκι μὲ κάλεσαν ἐπειγόντως στὸν διευθυντὴ τοῦ ὑγειονομικοῦ τμήματος καὶ μοῦ πρότειναν νὰ μεταβῶ μὲ ἀποστολὴ στὸ νησὶ τιμωρίας Ἄνζερ γιὰ τὴν ἐξέταση 4.000 κρατουμένων. Ἔπρεπε νὰ προσδιορίσω τὴν κατηγορία ἱκανότητας πρὸς ἐργασία καὶ νὰ δώσω γενικὲς ὑγειονομικὲς καὶ προληπτικὲς ὁδηγίες. Μετὰ τὴν ἐπιστροφή μου ἀπὸ τὴν ἀποστολὴ ἔπρεπε νὰ συντάξω ἀναφορὰ καὶ νὰ τὴν παρουσιάσω στὸν διευθυντὴ τοῦ ὑγειονομικοῦ τμήματος καὶ στὸν διευθυντὴ τοῦ τμήματος πληροφοριῶν καὶ ἐρευνῶν. Οἱ ἀναφορὲς αὐτὲς ἔπρεπε νὰ εἶναι ἐντελῶς ἀπόρρητες.
Παρουσιάστηκα στὸν διευθυντὴ τοῦ ISO (τμῆμα πληροφοριῶν καὶ ἐρευνῶν), ὁ ὁποῖος μὲ ὑποδέχθηκε μὲ τὰ ἑξῆς λόγια:
– Ἐσεῖς, γιατρέ, δὲν ἔχετε πάει ἀκόμη στὸ Ἄνζερ; Ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας ὅτι εἶναι νησὶ τιμωρίας, «φυλακὴ μέσα στὴ φυλακή», καταλαβαίνετε; Καὶ ὅσα δεῖτε ἐκεῖ – δὲν πρέπει νὰ τὰ ἀποκαλύψετε. Εἰδάλλως – καταλαβαίνετε καὶ ὁ ἴδιος τί σᾶς περιμένει.
Τὴν ἑπόμενη μέρα, νωρὶς τὸ πρωί, ἔφυγα ἀπὸ τὰ Σολόβκι γιὰ τὸ Ἄνζερ. Τὴ βάρκα ἔπρεπε νὰ τὴ σύρουμε πάνω στὸν πάγο, μετὰ πλεύσαμε στὴ Λευκὴ Θάλασσα γιὰ περίπου 15 χιλιόμετρα, καὶ μετὰ σύραμε πάλι τὴ βάρκα μας πάνω στὸν πάγο. Στὸ νησὶ Ἄνζερ παρουσιάστηκα στὸν διοικητὴ τοῦ νησιοῦ. Ἐκεῖνος κάλεσε τὸν προϊστάμενο τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας – τὸν νοσοκόμο Β., ἕναν σκυθρωπό, κλειστὸ ἄνθρωπο, ποὺ βρισκόταν ἤδη ἑπτὰ χρόνια στὴ φυλακή.
Μετὰ ἀπὸ μία ὥρα ἄρχισε ἡ ἐξέταση τῶν κρατουμένων σὲ μία μικρὴ καλύβα. Γιὰ τὴν ἐξέταση αὐτὴ οἱ κρατούμενοι ἔμπαιναν στὴν καλύβα ἀνὰ πέντε ἄτομα ἐντελῶς γυμνοί, πλησίαζαν τὸν νοσοκόμο, καταγράφονταν ἀπὸ αὐτὸν καὶ κατόπιν κατευθύνονταν πρὸς ἐμένα. Ἦταν ὅλοι ἐξαιρετικὰ ἐξαντλημένοι, ὠχροί, νωθροὶ καὶ κατά κάποιο τρόπο ἀδιάφοροι. Ἀφοῦ ἐξέτασα μερικὲς δεκάδες ἀνθρώπους χωρὶς νὰ βρῶ ἀνάμεσά τους οὔτε ἕναν ἱκανὸ πρὸς ἐργασία, ξαφνικὰ σκέφτηκα – ποῦ γδύνονται αὐτοί; Ἀνοίγοντας τὴν πόρτα πρὸς τὴν αὐλή, εἶδα γυμνοὺς ἀνθρώπους, ποὺ στέκονταν καὶ ἀναπηδοῦσαν ἐλαφρῶς γιὰ νὰ ζεσταθοῦν, κατευθείαν πάνω στὸ χιόνι. Αὐτὴ ἡ «γυμνὴ οὐρὰ» ἐκτεινόταν μακριὰ (ἦταν μερικὲς ἑκατοντάδες ἄνθρωποι). Στὶς πλευρὲς τῆς οὐρᾶς κυκλοφοροῦσαν φρουροὶ μὲ τοφέκια.
Διέκοψα τὴν ἐξέταση καὶ ἀπαίτησα ἀπὸ τὸν νοσοκόμο καλύτερη ὀργάνωση. Ἀποφασίσαμε τὴν ἑπόμενη μέρα νὰ πραγματοποιήσουμε τὴν ἐξέταση σὲ μία ἄλλη, πιὸ εὐρύχωρη καλύβα, ὅπου ὑπῆρχαν δύο δωμάτια. Στὸ ἕνα νὰ γδύνονται, στὸ ἄλλο νὰ ἐξετάζονται.
Τὸ ἴδιο ἐκεῖνο βράδυ, κατόπιν προτάσεως τοῦ νοσοκόμου, ἀποφασίσαμε νὰ ἐπιθεωρήσουμε τοὺς «θαλάμους τῶν ἀδάμ».
– Αὐτοὺς τοὺς κρατουμένους, – παρατήρησε ὁ διοικητὴς τοῦ στρατοπέδου, – δὲν ἐπιτρέπεται νὰ τοὺς βγάζουμε ἔξω, πρέπει νὰ τοὺς ἐξετάσετε φευγαλέα, στοὺς θαλάμους. Εἶναι οἱ τελειωμένοι. Τίποτα δὲν ἐπιδρᾶ πάνω τους, καμία τιμωρία. Δὲν ἔχουν καθόλου ροῦχα καὶ δὲν θέλουν νὰ κάνουν τίποτα. Πεθαίνουν κατὰ δεκάδες. – Γιατί ὀνομάζονται «ἀδάμ»; – Μὰ ἐπειδὴ εἶναι πάντα γυμνοί.
Ἕνας μακρύς, γκρίζος θάλαμος. Ἀνοίγουμε τὸ πρῶτο κελί. Ἕνα δωμάτιο, στὸ ὁποῖο ὄρθιοι θὰ μποροῦσαν μόλις νὰ χωρέσουν 30 ἄτομα, ἦταν γεμάτο μέχρις ἐσχάτων. Μέτρησα· ἀποδείχθηκαν 50-60 ἄτομα. Οἱ κρατούμενοι ὅλοι γυμνοί. Στέκονται, κείτονται – σὰν σωρός. Κινοῦνται σὰν σκουλήκια σὲ βάζο. Κάποιος γελάει δυνατά.
– Τί κάνουν; ρωτάω τὸν νοσοκόμο.
– Παίζουν «φίγκες», ἀπαντᾷ ἐκεῖνος.
– Τί;
– Παίζουν «φίγκες», ὑπάρχει τέτοιο παιχνίδι. Δείχνουν ὁ ἕνας στὸν ἄλλον τὶς γροθιές τους (μὲ τὸν ἀντίχειρα ἀνάμεσα στὸν δείκτη καὶ τὸν μέσο) ταυτόχρονα καὶ μὲ τὰ δύο χέρια καὶ μὲ διαφορετικὰ δάχτυλα… Κάποιο εἶδος μέτρησης, σὰν τὰ χαρτιά… Ὅποιος κερδίζει – παίρνει μετὰ τὴν μερίδα τοῦ ψωμιοῦ.
Μπροστά μου οἱ ὑπηρέτες ἔσυραν δύο ἀπὸ τὰ πόδια. Αὐτοὶ εἶναι νεκροί. Μέχρι νὰ φτάσουμε ἐμεῖς ἔκειντο σὲ αὐτὸν τὸν κοινὸ σωρὸ τῶν γυμνῶν ἀνθρώπων, σὲ αὐτὸ τὸ «βάζο μὲ τὰ σκουλήκια». Στὸν θάλαμο ἀντηχοῦσαν γέλια καὶ ἀπεγνωσμένες βρισιές, γεμᾶτες κυνισμὸ καὶ κάποια ἐπιτηδευμένη δεξιοτεχνία. Εἶμαι ψυχίατρος· ὡστόσο μοῦ ἦταν δύσκολο νὰ προσδιορίσω τὴν κατάσταση αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων. Κατὰ τὴ γνώμη μου, ὅλοι τους βρίσκονταν ἤδη στὰ ὅρια τῆς παραφροσύνης. Φυσικά, εἶναι ὅλοι ἀνίκανοι πρὸς ἐργασία. Εἶναι ὅλοι ἐξαντλημένοι μέχρις ἐσχάτων. Θὰ πεθάνουν ὅλοι σύντομα.
Θυμᾶμαι τὴν εἰκόνα τῆς «Κολάσεως» τοῦ Δάντη καὶ σκέφτομαι: ἐδῶ εἶναι χειρότερα. Αὐτὲς τὶς τρομερὲς εἰκόνες τοῦ «θαλάμου τῶν ἀδάμ» δὲν θὰ τὶς ξεχάσω ποτέ. Καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι ἐφιάλτης, οὔτε παραλήρημα τρελοῦ, ἀλλὰ μία ἀπὸ τὶς πολυάριθμες γωνιὲς τῆς καταραμένης σοβιετικῆς πραγματικότητας. Φυσικά, ἱκανοὺς πρὸς ἐργασία στὸ νησὶ Ἄνζερ δὲν βρῆκα. Τοὺς καθολικοὺς ἱερεῖς ποὺ βρίσκονταν ἐκεῖ (καὶ ἦταν πολλοὶ) δὲν μοῦ ἐπέτρεψαν νὰ τοὺς ἐξετάσω. Ἐργάζονταν κάπου στὶς πιὸ βαριὲς ἐργασίες καὶ πέθαιναν γρήγορα ὁ ἕνας μετὰ τὸν ἄλλον. Εἶναι ἐνδιαφέρον νὰ σημειωθεῖ ὅτι αὐτοὶ οἱ συλληφθέντες καθολικοὶ ἱερεῖς ἀπὸ τὰ Σολόβκι στάλθηκαν στὸ νησὶ Ἄνζερ τὴν ἐποχὴ ποὺ οἱ σοβιετικὲς ἐφημερίδες ἄνοιξαν ἐκστρατεία κατὰ τοῦ Πάπα τῆς Ρώμης.
Ἡ ἄφιξή μου συνέπεσε μὲ τὴν ἀπελευθέρωση, ἢ μᾶλλον – μὲ τὴν ἀποστολὴ ἀπὸ αὐτὸ τὸ στρατόπεδο τιμωρίας 12 κρατουμένων πίσω στὰ Σολόβκι. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἀπελευθερωθέντες ἦταν ἤδη ἡμιθανεῖς. Ἀνάμεσά τους ἦταν ἕνας τυφλὸς μοναχὸς 86 ἐτῶν. Κλαίει γοερὰ καὶ στὴν ἐρώτησή μου ἀπαντᾷ μόλις ἀκουστὰ ὅτι ἐξέτισε τὴν ποινή του καὶ τώρα πηγαίνει στὴν ἐξορία. – Δὲν ξέρω μὲ τί ἐξόργισα τὸν Θεό, ποὺ μὲ τιμώρησε τόσο λίγο. Δὲν εἶμαι ἄξιος, φαίνεται, τοῦ μαρτυρικοῦ στεφάνου, ὤ, δὲν εἶμαι ἄξιος.
Μεταξὺ τῶν ἀπελευθερωθέντων βρισκόταν μία ψυχικὰ ἀσθενής. Ἡ Ἰουλία Νικολάγιεβνα Ντ. – διδάκτωρ ἱστορικῶν καὶ φιλολογικῶν ἐπιστημῶν στὴ Σορβόννη, πρώην κυρία ἐπὶ τῶν τιμῶν τῆς αὐτοκράτειρας. Κάποτε ἦταν πρόεδρος τοῦ οἴκου τῶν ἐπιστημόνων στὸ Λένινγκραντ. Λίγο μετὰ τὸν τυφεκισμὸ τῶν ἀκαδημαϊκῶν Λαζαρέφσκι καὶ Ταγκάντσεφ ἐξορίστηκε στὰ Σολόβκι. Ἐδῶ ἐργαζόταν στὴ ἑταιρεία τοπικῆς ἱστορίας, στὸ μουσεῖο. Μετὰ τὴν ἐξόρισαν στὸ νησὶ Ἄνζερ καὶ τὴν ἔκαναν πλύστρα. Ἐδῶ τὴν βρῆκα στὰ ὅρια τῆς ψυχικῆς διαταραχῆς. Κατάφερα, ὡς ψυχικὰ ἀσθενῆ, νὰ τὴν βγάλω μαζί μου ἀπὸ αὐτὴ τὴν κόλαση. Αὐτὸ δὲν ἦταν τόσο εὔκολο, καθὼς στὰ Σολόβκι δὲν ὑπῆρχε ψυχίατρος, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἡ διοίκηση θεωροῦσε ὅλους τοὺς ψυχικὰ ἀσθενεῖς ὡς προσομοιωτές. Τοὺς ἔβαζαν στὸ πειθαρχεῖο ἢ τοὺς ἔστελναν στὸ Σεκίρκα (Ὄρος Σεκίρναγια – τὸ πιὸ τρομερὸ πειθαρχεῖο στὰ Σολόβκι), ὅπου καὶ πέθαιναν.
Ἐπέστρεψα πάλι στὰ Σολόβκι, ὑπέβαλα δύο ἀπόρρητες ἀναφορές, φυσικά, δὲν εὐχαρίστησα τὴ διοίκηση καὶ δὲν μὲ ξαναέστειλαν γιὰ ἐπιθεωρήσεις.
Πηγή: Андреевский И.М. Группа монахинь в Соловецком концлагере / Православная Русь. 1947. № 13. – Иван Михайлович Андреевский. Допросы в тюрьмах НКВД (из воспоминаний), Воспоминания соловецких узников. Том III – читать, скачать
Αυτό το άρθρο δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα του Ι.Ν. Αγίων Ταξιαρχών Ιστιαίας. Ευχαριστούμε για την αναδημοσίευση!