Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026

Ἡ ἀγάπη πρὸς τὴν Πατρίδα

Γράφει ὁ κ. Ἀνδρέας Κεφαλληνιάδης, Δάσκαλος

  Ὅπως τὸ θρησκευτικὸ συναίσθημα ἔτσι καὶ τὸ πατριωτικὸ εἶναι συνυφασμένα στενὰ μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση. Ἐκ φύσεως ὁ κάθε λογικὸς ἄνθρωπος δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἀγαπᾶ τὸν τόπο, στὸν ὁποῖο γεννήθηκε καὶ μεγάλωσε. Ἑπομένως ἡ ἀγάπη πρὸς τὴν πατρίδα εἶναι κάτι τὸ ἀπολύτως φυσιολογικό. Φυσιολογικὸ παύει νὰ εἶναι ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἐκτρέπεται σὲ ἀκραῖο σοβινισμὸ καὶ σὲ μῖσος κατὰ τῶν ἄλλων πατρίδων. Αὐτὸ συνιστᾶ ἐκτροπὴ τοῦ γνήσιου πατριωτικοῦ συναισθήματος, ὅπως ἐκτροπὴ συνιστᾶ καὶ τὸ ἄλλο ἄκρο, τοῦ ἀναρχισμοῦ καὶ τοῦ ἐθνομηδενισμοῦ, τῆς ἀπόρριψης δηλαδὴ τῆς ἀξίας τῆς πατρίδας καὶ τῆς θεώρησής της ὡς ἀπαξίας.

  Εἰδικότερα, ἡ ἀγάπη τῶν Ἑλλήνων πρὸς τὸ γενέθλιο τόπο ξεκινάει ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα χρόνια. Οἱ ἀρχαῖοι πρόγονοί μας ἔλεγαν: «Οὐκ ἔστι κτῆμα (ἀπόκτημα) γλυκύτερον πατρίδος» καὶ ὁ σοφὸς Πλάτων συμπλήρωνε: «μητρός τε καὶ πατρὸς καὶ ἄλλων προγόνων τιμιώτερόν ἐστιν ἡ πατρίς». Ὅταν ὁ ἔντιμος καὶ φιλόπατρις στρατηγὸς Φωκίων (4ος αἰώνας π.Χ.) καταδικάστηκε ἐπιπόλαια ἀπὸ τοὺς συμπολίτες του νὰ πιεῖ τὸ κώνειο, κάλεσε τὸ γιό του, γιὰ νὰ τὸν συμβουλεύσει νὰ ξεχάσει τὸν ἄδικο θάνατο, μὲ τὸν ὁποῖο τὸν “ἀντάμειψε” ἡ πατρίδα του καὶ νὰ τὴν ὑπηρετεῖ πάντα μὲ ζῆλο καὶ πιστότητα. Ἡ ἀγάπη λοιπὸν πρὸς τὴν πατρίδα, ἔκανε τὸν Φωκίωνα νὰ συγχωρέσει τοὺς Ἀθηναίους καὶ γι’ αὐτὸν ἀκόμα τὸν ἄδικο θάνατό του.

  Στὴν Ἁγία Γραφὴ ἔχουμε ἄφθονα δείγματα ἀγάπης πρὸς τὴν πατρίδα. Ξεκινώντας ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, βλέπουμε τὸ Μωυσῆ νὰ ὁδηγεῖ τοὺς συμπατριῶτες του στὴν ἐλευθερία ἀπὸ τὴν αἰγυπτιακὴ σκλαβιὰ καὶ τὴν Ἐσθὴρ νὰ ὑπερασπίζεται τὸ ἔθνος της ἀπὸ τὶς διαβολὲς τοῦ Πέρση Ἀμάν. Ὁ Ἡσαΐας θρηνεῖ γιὰ τῆς ἐξορία τῶν Ἰουδαίων στὴ Βαβυλώνα κι ὁ πατριάρχης Ἰακὼβ παρακαλεῖ τὸν γιό του Ἰωσήφ, ὅταν πεθάνει, νὰ μεταφέρει τὴ σορό του στὴ γῆ τῶν πατέρων του γιὰ νὰ θαφτεῖ στὴν πατρίδα του κι ὄχι σὲ ξένο τόπο. Στὴν Καινὴ Διαθήκη βλέπουμε τὸν Κύριό μας λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ Πάθος Του νὰ κλαίει γιὰ τὴν Ἱερουσαλήμ, ἀναλογιζόμενος τὴν ἐπικείμενη καταστροφή της ἀπὸ τοὺς Ρωμαίους. (Ματθ. κγ΄37 – 38 ). Ζωηρὸ πατριωτικὸ συναίσθημα ξεχείλιζε κι ἀπὸ τὴν ψυχὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ Ἰουδαῖοι τὸν καταδίωκαν, ἐκεῖνος δὲν ἔπαψε νὰ ἀγαπᾶ τὸ ἔθνος του καὶ νὰ ὑπερηφανεύεται γιὰ τὴν καταγωγή του. Σὲ μία ἀπὸ τὶς ἐπιστολές του μάλιστα, φτάνει στὸ σημεῖο νὰ γράφει ὅτι θὰ ἦταν διατεθειμένος νὰ θυσιάσει ἀκόμα καὶ τὴν αἰωνιότητα, προκειμένου νὰ σωθοῦν οἱ συμπατριῶτες του! (Ρωμ. θ΄ 2 – 5). Τὸ ἴδιο ἔπαινο γιὰ τὴν πατρίδα ἀπευθύνουν καὶ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἀναφωνεῖ: «Οὐδὲν πατρίδος γλυκύτερον», ἐνῷ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος προτρέπει τοὺς Χριστιανοὺς στὴν ἀγάπη πρὸς τὴν πατρίδα λέγοντάς τους: «Τὴν πατρίδα τίμησον καὶ βοήθησον αὐτήν».

  Ἡ ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι βαθιὰ ζυμωμένη μὲ ὅλους τοὺς ἀγῶνες τοῦ ἔθνους γιὰ ἐλευθερία καὶ ἀνεξαρτησία. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Κολοκοτρώνης εἶπε ὅτι, ὅταν οἱ Ἕλληνες σηκώσανε τὰ ἅρματα εἴπανε «πρῶτα ὑπὲρ πίστεως καὶ ἔπειτα ὑπὲρ πατρίδος». Ἰδιαίτερα οἱ Νεομάρτυρες τῆς τουρκοκρατίας, τοὺς ὁποίους ἀνέδειξε μέσα ἀπὸ τοὺς κόλπους της ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἦταν παράλληλα θυσιαστικὰ πρότυπα καὶ τῆς πίστης καὶ τῆς πατρίδας.

  Κι ἂν ὅλοι οἱ λαοὶ ἔχουν κάθε λόγο νὰ ἀγαποῦν ὁ καθένας τὴ δική του πατρίδα, πολὺ περισσότερο ἔχουμε λόγους νὰ τὴν ἀγαποῦμε ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες. Κι αὐτὸ βέβαια, διότι δύσκολα ἄλλος λαὸς βρίσκεται ποὺ νὰ ἔχει τέτοια μακρόχρονη καὶ σπουδαία Ἱστορία, ἀλλὰ καὶ τέτοια προσφορὰ στὸν πολιτισμὸ ὅλης τῆς ἀνθρωπότητας. Γι’ αὐτὸ καὶ ὄχι τυχαῖα εἰπώθηκε ἀπὸ τοὺς ξένους ἡ τιμητικὴ φράση: «Ὁ κάθε ἄνθρωπος ἔχει δύο πατρίδες. Ἡ μία εἶναι ἡ πατρίδα του, ἡ ἄλλη εἶναι ἡ Ἑλλάδα», ἐννοώντας βέβαια ὅτι οἱ ἄλλοι λαοὶ χρωστοῦν στὴν Ἑλλάδα μεγάλο μέρος ἀπὸ τὸν πνευματικό τους πολιτισμό. Κι ὁ μεγάλος ποιητὴς Γκαῖτε συμπλήρωσε: «Ὅ,τι εἶναι ὁ νοῦς καὶ ἡ καρδιὰ γιὰ τὸν ἄνθρωπο εἶναι καὶ ἡ Ἑλλὰς γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα».

  Γι’ αὐτὸ καὶ στὴ ζωὴ κάθε ἀληθινοῦ ἀνθρώπου ἡ ἰδέα τῆς πατρίδας παίζει ὕψιστο ρόλο. Ἀμέσως μετὰ τὴν πίστη στὸ Θεό, ἡ ἀγάπη πρὸς τὴν πατρίδα κατέχει ἐξέχουσα θέση στὴν ἀξιολόγηση τῶν μεγάλων ἰδανικῶν. Οἱ γραικύλοι καὶ οἱ ἀπάτριδες ἀποτελοῦν ξένο σῶμα γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία καὶ τὸν Ἑλληνισμό. Ὅπως ἔλεγε καὶ ὁ Μακρυγιάννης: «Ὅσο ἀγαπῶ τὴν πατρίδα μου δὲν ἀγαπῶ ἄλλο τίποτας». Χρέος λοιπὸν ὅλων μας εἶναι νὰ συνεχίσουμε νὰ ἐπιτελοῦμε στὸ ἀκέραιο τὴν ἀποστολή μας πρὸς τὴν Πίστη καὶ τὴν Πατρίδα, τιμώντας τὴ διπλῆ μας ἰδιότητα καὶ ὡς Ἕλληνες καὶ ὡς Χριστιανοί.

https://orthodoxostypos.gr