Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2026

Περί πένθους καί δακρύων τοῦ Ὁσίου ρουμάνου Γέροντος Κλεόπα Ἠλίε.

«Πνευματική φαρέτρα τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ»

«Μακάριοι οἱ πενθοῦντες ότι αὐτοί παρακληθήσονται» (Ματθ. 5,4).

«Δέν έρχεται τό πένθος άπό τό δάκρυ, άλλά τά δάκρυα άπό τό πένθος» (Άββας Βαρσανούφιος).

Πατέρες καί αδελφοί,

Πρίν σας ὁμιλήσω γιά τό ἀνωτέρω θέμα, ἡ σκέψις μου μέ προτρέπει νά σάς ζητήσω συγχώρησι διότι τολμώ τώρα νά άναπτύξω αύτό τό θέμα, ἐνῶ ἐγώ είμαι τελείως σκληρόκαρδος καί σκοτισμένος στόν νοῦ άπό τά πάθη. Οί Ἅγιοι Πατέρες λέγουν ότι κανείς δέν είναι πτωχότε­ρος στόν κόσμο άπό ἐκεῖνον πού σκέπτεται νά όμιλήση στούς άλλους γιά τίς άρετές, χωρίς ό ίδιος νά έχη πεῖρα άπ' αύτές στήν πράξι. Άλλά άφήνοντας τήν πνευματική μου πτώχεια καί τίς έλλείψεις μου, φέρω στόν νοῦ μου τήν παίδευσι τοῦ οκνηρού έκείνου δούλου πού έκρυψε τό τάλαντο τοῦ Δεσπότου του στήν γή (Ματθ. 25,30) καί θά προσπαθήσω νά θεραπεύσω τήν οκνηρία καί άπειρία μου άκολουθώντας τούς άγωνιστάς καί γενναίους δούλους τοῦ Κυρίου μας.

Κατά τούς Αγίους Πατέρας τό πένθος είναι ἡ χρυσή βουκέντρα τῆς θείας Χάριτος πού προκαλεί ημέρα μέ τήν ήμέρα περισσότερο πόνο στήν ψυχή μέ άποτέλεσμα νά καθαρίζεται αύτή άπό τούς ψυχικούς μολυσμούς της.

Τό πένθος είναι δύο ειδών: Τό ένα συνοδεύεται μέ δά­κρυα καί τό άλλο χωρίς αύτά. Τό πένθος χωρίς δάκρυα είναι ἡ κατά Θεόν λύπη τῆς ψυχής, ἡ όποία, κατά τόν Α­πόστολο Παύλο, «μετάνοιαν εις σωτηρίαν άμεταμέλητον κατεργάζεται» (Β' Κορ. 7,10). Έάν ἡ άμαρτία προκαλή τήν άποστροφή καί άηδία, τότε πρέπει νά καταλάβουμε οτι αύτή ἡ κατά Θεόν άποστροφή τῆς ἁμαρτίας, σώζει τόν άνθρωπο άπό τήν άμαρτία. Τό άνευ δακρύων πένθος εἶναι τό «έλθών εις εαυτόν» τοῦ άσώτου υιού (Λουκ. 15,17) καί αύτό τό πένθος όλοι μπορούν νά τό έχουν. Ένώ τό μετά δακρύων πένθος είναι ό εναγκαλισμός τοῦ Ούρανίου Πατρός σ' αύτόν πού έπιστρέφει μέ μετάνοια κοντά Του. Αύτό τό πένθος είναι ένα δώρο τοῦ Θεού, τό ὁποῖον προσφέρεται σέ μερικούς κατά τό μέγα έλεός Του. Οἱ στεναγμοί τής καρδίας καί ἡ άποστροφή τοῦ νοῦ μας γιά τίς άμαρτίες μας δημιουργοϋν τό πρώτο είδος τοῦ πέν­θους άπό τό όποιο προέρχεται τό δεύτερο είδος μέ τά πολλά δάκρυα τῆς μετανοίας. Οπως πρώτα συννεφιάζει στόν αίθριο ούρανό καί κατόπιν βρέχει μέ τήν αὔξησι καί συγκέντρωσι τών νεφών, έτσι καί ἡ ψυχή πρώτα λυπείται καί στενάζει άπό τά βάθη τῆς καρδιάς της, γιά τίς άμαρ­τίες της καί κατόπιν έρχονται τά πολλά καί καθαρτικά δάκρυα ώς βροχή, όπως μάς λέγει ό άγιος Έφραίμ ό Σύ­ρος. Καί έπειδή ό λόγος μας είναι καί περί τών δακρύων, είναι άνάγκη νά σημειώσουμε στήν συνέχεια γιά τά είδη τών δακρύων, τά όποία δέν είναι όλα ώφέλιμα γιά τήν σω­τηρία μας. Τό πρώτο είδος είναι τά δάκρυα πού προέρχονται άπό τήν άγάπη τοῦ Θεοῦ καί χαροποιούν τό πρόσωπο τοῦ άνθρώπου. Τό δεύτερο είναι αύτά πού προέρχονται άπό τόν φόβο τοῦ Θεοῦ καί ταπεινώνουν τόν άνθρωπο.

Τό τρίτο είδος δακρύων προέρχεται άπό τήν μνή­μη τοῦ θανάτου.

Τό τέταρτο είδος προέρχεται άπό τήν μνήμη τών αιωνίων βασάνων τοῦ Ἄδου.

Τό πέμπτο είδος αύτών προέρχεται άπό τήν ένθύμησι τῶν άμαρτιών τοῦ άνθρωπου. Τό έκτο είδος εἶναι αύτό πού προέρχεται στόν άν­θρωπο άπό τήν λύπη καί τόν πόνο τής καρδίας, ότι έχει λυπήσει τόν Θεό. Ὅλα αύτά τά είδη τῶν δακρύων είναι καλά καί προ­καλούν στόν άνθρωπο τήν παρηγορία τοῦ Θεοῦ, καί τήν κάθαρσι άπό τά πάθη, κατά τόν λόγο τοῦ Κυρίου πού λέ­γει στούς μακαρισμούς: «Μακάριοι οἱ πενθοῦντες ότι αύ­τοί παρακληθήσονται» (Ματθ. 5,4). Τό έβδομο είδος δακρύων είναι εκείνα πού ούτε βλάπτουν οὔτε καί ώφελοῦν τόν άνθρωπο καί αύτά είναι τά φυσικά μέ τά όποία κλαίουν οί γονείς γιά τά παιδιά ἤ τά παιδιά γιά τούς γονείς ἤ οί φίλοι γιά τούς φίλους κ.ο. κ.

Ἡ τρίτη κατηγορία δακρύων είναι έκείνη στήν όποία άνήκουν τά πονηρά δάκρυα, τά όποία καί τραυματίζουν τήν ψυχή, όπως είναι:

Τά δάκρυα τῆς άλαζονείας. Τά δάκρυα τῆς οργής.

Τά δάκρυα πού γεννώνται άπό τήν περιφρόνησι τῶν άλλων καί τίς δοκιμασίες τής ζωής. Τά δάκρυα πού προέρχονται άπό διάθεσι έκδικήσεως καί φθόνου τοῦ πλησίον, όταν δηλαδή κάποιος κλαίη άπό θλίψι διότι δέν έπέτυχε νά έκδικηθή τούς άλ­λους πού τόν άδίκησαν ἤ τοῦ έστησαν πονηρά παγίδα στήν ζωή του.

Τά δάκρυα πού προέρχονται άπό τό πνεύμα τῆς ἡδονῆς καί τῆς πορνείας.

Τά δάκρυα πού πηγάζουν άπό τό πνεῦμα τῆς κε­νοδοξίας.

Τά δάκρυα πού προξενεί ὁ διάβολος άπό τόν χορ­τασμό τῆς κοιλίας μέ πλούσια ήδονικά φαγητά καί ποτά. Μέ αύτά τά δάκρυα θέλει ό σατανάς νά μάς έξαπατήση, δήθεν ότι είναι δάκρυα ταπεινώσεως καί μετανοίας.

15) Ακόμη είναι καλό νά γνωρίζουμε ότι στόν καιρό τοῦ πένθους μπορεί ν' άρχίσουμε μέ κακά δάκρυα καί νά τελειώσουμε μέ πνευματικά. Ενα παράδειγμα: Κάποιος κλαίει άπό τήν στενοχώρια του, έπειδή δέν μπόρεσε νά έκδικηθή αύτόν πού τοῦ έκανε κακό. Άλλά σκεπτόμενος τόν Σωτήρα Χριστό, ό όποιος προσευχήθηκε στόν Θεό γι' αυτούς πού τόν έσταύρωσαν νά τούς συγχωρήση, αισθά­νεται μεταμέλεια γιά τούς λογισμούς έκδικήσεως πού έ­κανε έναντίον άλλου άνθρώπου. Τό ίδιο φαινόμενο μπο­ρεί νά συμβή καί σέ άλλες περιπτώσεις. Τά καλά δάκρυα μπορεί νά τά διατηρήση ό άνθρω­πος, όταν βέβαια τά προσφέρη ώς δώρο ό Θεός, όταν άποφεύγη τά πολλά λόγια καί ἀστεῖα, τά γέλια, τόν πολύ ύ­πνο, τήν οργή, τήν μέριμνα τών βιοτικών πραγμάτων, τό πολύ φαγητό, τήν μέθη, τήν ένθύμησι τών κακών πού τοῦ έκαναν άλλοι κ.λ.π.

Ό άγιος Έφραίμ ό Σῦρος λέγει: «Αγαπητοί άδελφοί μου, όσο έχουμε καιρό, νά κλαίμε στήν προσευχή μας γιά νά μάς λυτρώση ὁ Δυνατός Κύριος άπό τόν άτελεύτητο κλαυθμό, τό πῦρ τής γεέννης καί τόν τρυγμό τών οδόν­των». Επίσης νά έχουμε ύπ' όψιν μας ότι, όπως στήν ελεη­μοσύνη, στήν νηστεία καί στήν προσευχή άναμειγνύεται ἡ ύποκρισία καί ἡ κενοδοξία μέ τήν έξωτερική άγάπη, έ­τσι καί στό καλό έργο τών δακρύων ύπεισέρχονται τά πο­νηρά δάκρυα τής κενοδοξίας, τής οργής, τής έκδική­σεως, τής λαιμαργίας καί άλλων ειδών. Γι' αύτό χρειάζε­ται μεγάλη προσοχή νά διακρίνουμε μέσα μας τό άληθινό πένθος, άπό τό δαιμονικό, τό όποιο δηλητηριάζει τήν ψυ­χή μας, κατά τήν διδασκαλία τών Αγίων Πατέρων, ότι «τό καλό δέν εΐναι καλό, έάν δέν γίνεται μέ καλό τρόπο». Είναι καλύτερο ένα δάκρυ ἤ ένας κρυφός στεναγμός, πα­ρά ποταμοί δακρύων μέ πονηρό καί κακό σκοπό. Παρακαλώ καί πάλι όλους σας, άδελφοί, νά προσευχεσθε καί νά κλαίτε γιά μένα πού έτόλμησα νά σάς πα­ρουσιάσω τέτοια μεγάλα έργα, παρότι εἶμαι άπειρος, άμαρτωλός καί τεμπέλης γιά τά πνευματικά έργα. Αμήν.

Μετάφρασις ἀπό π. Δαμασκηνό Γρηγοριάτη.

Μέ τήν εὐλογία τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου