Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026

ΟΙ ΠΛΟΥΣΙΟΙ ΚΑΡΠΟΙ ΤΗΣ ΝΗΣΤΕΙΑΣ ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ

«Πνευματική φαρέτρα τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ»

Σήμερα εἶναι ἡ Κυριακή τῆς Τυροφάγου. Εἶναι ἡ τελευταία ἡμέρα καταλύσεως ὀψαρίου, τυροῦ καί αὐγῶν. Καί ἀπό αὔριο μπαίνουμε στό στάδιο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς μέ τριήμερον ἀσιτίαν.

Εἶναι μία ἐκκλησιαστική παράδοσις τήν ὁποίαν εὑρήκαμεν ἐδῶ στό Ἅγιον Ὄρος. Τηρεῖται σχεδόν ἀπό ὅλους τούς μοναχούς ἡ τριήμερος αὐτή ἀσιτία, ἀλλά μόνον μέ τήν Χάρι τοῦ Θεοῦ. Ἔχει βέβαια κάποιο μήνυμα νά μᾶς μεταδώσει. Κι αὐτό εἶναι ὁ πόθος καί ἡ εὐλάβεια διά τῶν ὁποίων ὀφείλουμε νά εἰσέλθουμε στό στάδιο τῆς νηστείας. Μόνη της ἡ νηστεία, ἐάν ἀποκοπῆ ἀπό τό ὅλον πλαίσιο τῆς ἐν Χριστῶ ζωῆς δέν ἔχει κάποιο θετικό ἀποτέλεσμα. Ἴσως για κάποιον πού εἶναι εὐτραφής νά τοῦ μειώσει τό σωματικόν βάρος καί νά τόν διευκολύνει στό περπάτημά του καί γενικά στήν καθημερινή του ζωή.

Πάντως νηστεύω σημαίνει στεροῦμαι μέ τό θέλημά μου μερικές τροφές, οἱ ὁποῖες εἶναι περισσότερον δυναμωτικές καί μοῦ προκαλοῦν δυσκολία στόν πνευματικό μου ἀγῶνα. Τίς ἀποκόπτω γιά ἕνα διάστημα, χωρίς νά τίς μισῶ, διότι ὄχι μόνον εἶναι αὐτό ἐντολή καί παράδοσις τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀλλά καί ὁ ἴδιος ὁ ὀργανισμός μας ἀπαιτεῖ ἀποτοξίνωσι καί ἀποκάθαρσι.

Εἶναι ὡραία ἀπό πνευματικῆς πλευρᾶς ἡ νηστεία. Ὁ ἄνθρωπος αἰσθάνεται ἀνάλαφρος νοερά καί σωματικά. Προσεύχεται εὐκολώτερα καί ἀποδοτικά. Δηλαδή στέλλει τά μηνύματά του στόν Θεό καί στούς Ἁγίους μέ μία καθαρώτερη διάνοια καί ταπεινή καρδία. Ὁ νοῦς του φωτίζεται καί ἐκλάμπεται ἀπό τήν Θεία Χάρι. Ἔφυγε ἀπό ἐπάνω του ἕνα περιττό βάρος, τό ὁποῖον ἐπίεζε τήν ψυχή του. Καί τό βάρος αὐτό δημουργεῖται ἀπό τήν ἀκατάσχετη πολυφαγία, ἀπό τήν ἔλλειψι ἐγκρατείας τροφῶν, γλώσσης, λογισμῶν καί παραστάσεων.

Γι᾿ αὐτό ὁ νηστευτής μοναχός εἶναι σχεδόν ἀποπνευματικοποιημένος ἄνθρωπος. Ζεῖ ἐπί τῆς γῆς καί εἶναι ταυτόχρονα τοῦ Θεοῦ καί τοῦ οὐρανοῦ ἐραστής! Ἐπειδή ἡ νηστεία τοῦ ἀναπτερώνει τό φρόνημα γιά ἀέναη προσευχή, ὁ νοῦς του ἁρπάζεται σέ θεῖες πνευματικές ἀναβάσεις. Καί ἡ πνευματική ἡδονή, πού μέσα μας φυτεύεται ἀοράτως νικᾶ καί ἐκδιώκει κάθε τί τό ἐμπαθές καί χαρίζει στήν ψυχή ἀπ᾿ αὐτή τήν ζωή τήν θεία μακαριότητα.

Γι᾿ αὐτό τόσον πολύ οἱ σοφοί κατά Θεόν Πατέρες ἠγάπησαν στήν ζωήν τους τήν νηστεία, διότι διεπίστωσαν ὅτι ἡ παρουσία της στήν ζωή τους, ἦτο μία συνεχής ἀνάβασις στήν κλίμακα τῶν ἀρετῶν τοῦ Χριστοῦ καί μία ἀνείπωτη ἀπόλαυσις τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν.

Ἐάν ἀπομονωθῆ ἡ νηστεία ἀπό τήν λοιπήν πνευματικήν ἐργασίαν, τότε δέν ὁμιλοῦμε για πνευματικά ἀγωνίσματα ἀλλά διά περίοδον διαίτης καί ἐκλεκτικῆς διατροφῆς. Τότε δέν ἀπολαμβάνομε τά ἀγαθά τῆς νηστείας, τά ὁποῖα εἶναι μόνον βιολογικά καί ἀνθρώπινα.

Μέ τήν νηστεία ὁ ἐπιμελής χριστιανός καί μοναχός, ὅταν κοπιάζει καί στήν νοερά προσευχή, αἰσθάνεται σάν νά βγάζει πτερά για νά πετάξει ὑψηλά. Ἐπειδή ὁ περιορισμός παχέων τροφῶν, χαλυβδώνει καί τίς ἄλογες ἐπιθυμίες τοῦ σώματος τότε τό πέταγμα αὐτό εἶναι σχεδόν μόνιμη κατάστασις τῆς ψυχῆς καί μία γλυκεῖα ἀπόλαυσις τῆς ἐσωτερικῆς εἰρήνης.

Νηστεύω ὄχι για νά σκοτώσω τό σῶμα μου, ἀλλά για νά ὑποδουλώσω τά παράλογα πάθη πού μέ ἐνοχλοῦν καί ἀποτελοῦν τροχοπέδη στόν μοναχικό μου ἀγῶνα τῆς ἀρετῆς. Καί ἔχει ἀποδειχθῆ περιτράνως, ὅτι χωρίς τήν νηστεία ἀπό μερικές  τροφές, δέν προχωρεῖ καί τό ἔργον τῆς προσευχῆς.

Βέβαια χρειάζεται προσοχή ἀκόμη καί στά νηστήσιμα φαγητά μας. Εἶναι δυνατόν νά τρώγουμε νηστήσιμα φαγητά καί νά εἶναι τόσον δυναμωτικά, ὥστε νά προσθέτουμε καί σωματικό βάρος τήν περίοδο αὐτή. Διατηροῦμε μέ χαρά καί δικαιοσύνη τόν λογισμόν μας ὅτι νηστεύουμε, ἀλλά δέν ἠμποροῦμε νά πιστεύουμε ὅτι καί προχωροῦμε στήν ἀρετή καί στήν κάθαρσι τῶν παθῶν μας.

Ἡ ἀληθινή νηστεία δέν εἶναι μόνον ἡ ἀποκοπή ἀπό λιπαρές τροφές καί καρυκεύματα, ἀλλά καί ἡ μείωσις τῶν τροφῶν σέ ποσότητα. Τό τό ὄφελος νά νηστεύουμε ποιοτικῶς καί νά εὐφραινόμεθα ποσοτικῶς; Μάλιστα, ἐπειδή καί οἱ νηστήσιμες τροφές εἶναι ἀπολαυστικές λόγῳ τῆς ποικιλίας τους καί τῆς νοστιμάδας τους, γίνονται πρόξενες πειρασμῶν. Ὁπότε, δέν μπαίνουμε σέ στάδιον νηστείας καί καθάρσεως παθῶν, ἀλλά σέ στάδιον πολυφαγίας καί ἡδονῆς μέ νηστήσιμες τροφές.

Μία τέτοια νηστεία δέν εἶναι εὐάρεστη στόν Θεόν. Δέν μᾶς κοστίζει τίποτε. Μάλιστα τήν περιμένουμε καί μέ χαρά, διότι θά ἀπολαμβάνουμε ἄλλου εἴδους τροφές μέ ἰδιαίτερες γαστρονομικές προτιμήσεις. Οὔτε πνευματικό ἀγῶνα ἠμποροῦμε νά ἐφαρμόσουμε, ἀφοῦ ὁ σκελετός τοῦ ἀγῶνος μας εἶναι ὀλίγη τροφή καί πολλή προσευχή για τήν ἀνάβασι τοῦ νοῦ στοῦ Χριστοῦ τήν ἐντολή, πού εἶναι ἡ ἀγάπη.

Ἡ νηστεία αὐτή καθ᾿ ἑαυτή δέν ἔχει κάποια μεγάλη ὠφέλεια, ἐάν δέν ἀποβλέπει στήν νηστεία καί τήν ἀποβολή τῶν παθῶν μας. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἡ νηστεία ταπεινώνει τό σῶμα καί κατευνάζει τά πάθη, ἀλλά ὄχι πάντοτε. Ὅταν μαζί μέ τήν νηστεία συνδιάζουμε καί τούς ταπεινούς στοχασμούς, διά τῶν ὁποίων ἐπιτυγχάνεται ἡ ἐκροή τῶν δακρύων τῆς μετανοίας, τότε εἰσερχόμεθα στήν τροχιά τῆς ἁγιότητος τῆς ψυχῆς μας.

Ὅταν νηστεύω καί ἀγαπῶ νά κάνω τό θέλημά μου, δέν περικόπτω τά πάθη μου, ἀφοῦ μέσα στά θελήματά μου κρύβεται ὁ ἐγωϊσμός καί ἡ ὑπερηφάνειά μου. Εἶναι λοιπόν μεγάλη ἡ πλάνη νά ξεχωρίζουμε τήν νηστεία ἀπό τά ἄλλα δύο ἀγωνίσματα πού εἶναι ἡ ἐκκοπή τοῦ θελήματός μας καί ἡ κατά δύναμι προσευχή μας.

Τά πάθη μέ τήν νηστεία ἁπλῶς κἄπως κατευνάζονται. Ἐξουδετερώνονται μόνον ὅταν ταυτόχρονα μάθουμε τήν ψυχή μας νά ἐκχέει καί δάκρυα μετανοίας. Λέγουν οἱ Ἅγιοι Πατέρες, ὅτι οἱ προσπάθειές μας στόν κόσμο διά τήν ἀντιμετώπισι τῆς κοσμικῆς ἡδονῆς, θά συνεχίζονται μέσα στόν ἐκκλησιαστικό μας στίβο, ἀλλά μέ σκοπό τήν ἀποβολή αὐτῆς τῆς ἡδονῆς μέ τήν ὀδύνη τῆς ψυχῆς. Δηλαδή, στόν κόσμο ἐδώσαμε τά πάντα διά νά γνωρίζουμε τήν πολυποίκιλη καί παροδική κοσμική χαρά. Τώρα μέσα στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ὀφείλουμε νά διώξουμε ὅλη αὐτή τήν συσσώρευσι τῆς ψεύτικης χαρᾶς μέ τόν πόνον καί τό δάκρυο τῆς καρδιᾶς μας. Διότι εἶναι ἀλήθεια ὅτι δέν ὑπάρχει ἄλλο ἰσχυρώτερο καί ἀποτελεσματικώτερο ὅπλο ἀπ᾿ αὐτό, δηλ. τῆς ἐκκροῆς δακρύων τῆς μετανοίας.

Καί πῶς θά κατορθώσουμε νά κλαίγουμε διά τίς ἁμαρτίες μας; Ὁ πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Θεόφιλος ὅταν ἐπῆγε κάποτε στήν ἔρημο τῆς Θηβαΐδος καί συνάντησε κάποιον μοναχόν, τόν ἐρώτησε ποιό ἦταν τό βασικό του ἔργο ἐκεῖ στήν ἔρημο. Καί ὁ μοναχός τοῦ ἀπήντησε ὅτι εἶναι ἡ αὐτομεμψία. Καί πάλι ὁ πατριάρχης τόν ἐρώτησε καί τό δεύτερο ἔργο ποιό εἶναι;  Καί πάλιν ὁ μοναχός τοῦ ἀπήντησε ὅτι εἶναι αὐτομεμψία. Καί στήν τρίτη ἐρώτησι τοῦ πατριάρχου για τό τρίτο βασικό του ἔργον ἀπήντησε ὁμοίως ὁ μοναχός ὅτι εἶναι ἡ αὐτομεμψία.

Αὐτό τό ἔργο λοιπόν θά πρέπει νά κάνουμε καί ἐμεῖς οἱ ὀγδοῆτες μοναχοί, ἐάν θέλουμε νά ἀπαλλαγοῦμε ἀπό τήν δυναστεία τῶν παθῶν μας. Νά κατακρίνουμε μόνον τόν ἑαυτόν μας, ἀκόμη καί μέ τίς χειρότερες καί χυδαῖες ἐκφράσεις, ἔστω κι ἄν ἀπό τήν ἀρχή δέν εἶναι εὔκολο νά πιστεύσουμε ὅτι εἴμεθα τόσο μεγάλοι ἁμαρτωλοί.  Διότι εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὅλοι μας ἔχουμε κάποια μεγάλη ἰδέα για τόν ἑαυτό μας. Ἀπαιτοῦμε οἱ ἄλλοι νά μᾶς χαιρετοῦν πρῶτοι. Νά μή δεχόμεθα ὄχι μόνον παρατηρήσεις ἀλλά οὔτε καί συστάσεις ἀπό τούς νεωτέρους μας! Ἐνίοτε οὔτε καί ἀπό μεγαλυτέρους μας δεχόμεθα κάποια συμβουλή ἤ εὐγενική παρατήρησι. Δέν ἔχουμε τήν διάθεσι νά προσφέρουμε κάποια βοήθεια στόν ὁποιονδήποτε, καί ὅταν μάλιστα μᾶς τήν ζητήσει.

Ὁ προφήτης Δαβίδ μετά τό διπλοῦν ἁμάρτημά του ἑπτά φορές τήν ἡμέρα ἔλουε τήν κλίνην του μέ τά δάκρυα τῆς μετανοίας του. Καί σ᾿ ἕνα ψαλμό του εἶναι τά ἑξῆς γραμμένα λόγια, πού τά ἀναφέρει βέβαια στόν ἑαυτόν του: «Ἐγώ εἰμί σκώληξ καί οὐκ ἄνθρωπος, βδέλυγμα ἀνθρώπων καί ἐξουθένημα λαοῦ». Ἐνῶ ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ἔγραφε γιά τόν ἑαυτόν του ὅτι εἶναι «τεθνηκώς κύων». Ἔτσι καί ἐμεῖς μέ τά ἑξῆς περίπου κοσμητικά ἐπίθετα θά πρέπει νά κατηγοροῦμε τόν ἑαυτόν μας, μέ τά ὁποῖα σάν βέλος θά κτυπᾶμε τήν Λερναία Ὕδρα τῆς ἁμαρτωλῆς μας ζωῆς καί ἐμπαθείας:

Δέν εἶμαι ἄξιος, Χριστέ, τό θεῖο Ὄνομά Σου

νά πιάσω μέ τήν γλῶσσα μου, τήν ὄντως μολυσμένη.

Δέν εἶμαι ἄξιος νά ᾿ δῶ τήν ἄχραντη Μορφή Σου

γιατί πολλάκις ἔβλεπα τά σκάνδαλα τοῦ κόσμου.

Δέν εἶμαι ἄξιος ποτέ γιά νά σταθῶ μπροστά σου

γιατί προσκύνησα κακῶς τοῦ σατανᾶ τά ἔργα.

Δέν εἶμαι ἄξιος νά δῶ τῆς φύσεως τά κάλλη,

τούς ποταμούς τίς θάλασσες καί ὅλα τά πελάγη,

τά δένδρα καί τά λούλουδα, τό πράσινο χορτάρι,

τά ζῶα, τά πετούμενα κι ὅλα τά κτίσματά Σου,

γιατί μέ τίς κακίες μου, τ᾿ ἀνθρώπινά μου πάθη

ἐμόλυνα, ἐρρύπωσα παντοῦ τήν φύσι ὅλη.

Κανένα ζῶο ἤ πτηνό δέν πάτησε τούς Νόμους,

οὔτε σέ κατεπλήγωσε ὅπως ἐγώ, Χριστέ μου.

Ὅλα ὑμνοῦν καί τραγουδοῦν τήν ἄπειρή Σου δόξα

τήν πρόνοια πού χορηγεῖς καί κάθε ἁρμονία.

Δέν εἶμαι ἄξιος ποτέ τά χέρια νά ὑψώσω

πρός Σένα τόν Παράκλητον, τοῦ κόσμου τόν Δοτῆρα,

γιατί κι αὐτά ἐμόλυνα μέ κάθε ἁμαρτία.

Δέν εἶμαι ἄξιος ποτέ κάτι νά σοῦ ζητήσω

εἴτε τό χάρισμα εὐχῆς, εἴτε τό φῶς Σου, Πάτερ,

διότι κατηνάλωσα ὡς ἄσωτος στόν κόσμο

ὅλα τοῦ πλούτου τ᾿ ἀγαθά, πού μοὔδωσες, Οἰκτῖρμον,

ὅταν μέ περιέβαλες στό θεῖο Βάπτισμά μου

μ᾿ ἐκείνη τήν φεγγόφωτη στολή τῆς ἀφθαρσίας.

Δέν εἶμαι ἄξιος νά μπῶ στόν ἅγιο ναό Σου

γιατί δέν ἔχω δυστυχῶς μετάνοια τοῦ Τελώνου.

Ἐφόρεσα καί περπατῶ μέ τόση ἀλαζονεία

τό ἔνδυμα πού μοὔδωσε ὁ δράκων τῆς κακίας.

Δέν εἶμαι ἄξιος, Χριστέ, νά ζῶ σ᾿ αὐτόν τόν κόσμο

νά βλέπω ἅγιες μορφές ἀγγελικά πλασμένες

νά γονατίζω νοερά, μετάνοια νά τούς βάζω

καί νά ζητῶ συγχώρησι ὅλων τῶν πεπραγμένων.

ὅταν ἀκούω τούς χορούς τῶν μοναχῶν νά ψάλλουν

συντρίβεται τό πνεῦμα μου καί ἀπορῶ ποῦ εἶμαι;

Δέν ἤμουν ἄξιος ἐδῶ νά ζῶ μετά ἀγγέλων

πού τόσο σέ ἀγάπησαν, Χριστέ μου, καί σέ ψάλλουν.

ὅλοι τους μέ ξεπέρασαν στίς ἀρετές, στήν Χάρι,

στίς προσευχές καί στίς δουλειές καί στήν πρός Σέ ἀγάπη.

Καμάρωσε, ὦ Δέσποτα, τοῦτα τά πλάσματά Σου

πού ἀρνήθηκαν καί μίσησαν ὅλα γιά τ᾿ Ὄνομά Σου.

Κοντά τους ἴσως καί ἐγώ, χάρις στίς προσευχές τους

θά εὕρω ἀνάπαυσι, τί λέγεις, ὦ Χριστέ μου;

Μέ δέχεσαι καί μ᾿ εὐλογεῖς ἤ θά μέ ἀποδιώξης;

ὅμως Σοῦ λέγω εἰλικρινά, σκέψου πρίν ἐλεήσης

ἐμένα τόν παμπόνηρο, ὅπως πολλοί μέ εἶπαν.

Λόγῳ ἀχαριστίας μου καί τῆς ἀναισθησίας

ἴσως πετάξω μακριά τά ἀκριβά Σου δῶρα,

νικώμενος κι ἑλκόμενος ἀπό τό κοσμικό μου πνεῦμα.

Καί τότε σύ ἀπ᾿ τήν ἀρχή ἔχεις νά κοπιάσης

μέ στεναγμούς τήν ἄθλια ψυχήν μου ν᾿ ἀναπαύσης.

Δέν εἶμαι ἄξιος ποτέ τόν ἥλιο νά βλέπω,

γιατί θυμᾶμαι Ἐσένα ναί, τό Φῶς τῆς ἀφθαρσίας,

π᾿ ἀκόμη δέν ἐφώτισε τά σκότει τῆς ψυχῆς μου.

Δέν εἶμαι ἄξιος νά ζῶ σέ τούτη μου τήν κέλλα

π᾿ ἁγίασαν προκάτοχοι μέ καθαρά καρδία

καί πότισαν τό πάτωμα μέ δάκρυα μετανοίας,

εὐγνωμοσύνης καί στοργῆς, ἀγάπης οὐρανίας.

Δέν εἶμαι ἄξιος, Χριστέ, νά συναντῶ ἀνθρώπους,

νομίζω ὅτι ἔνοχος εἶμαι γιά τήν ζωήν τους.

Ἀλλοίμονο τήν Χάριν Σου ἐμπόδισα νά ἔλθη

καί ἐξαγνίση τήν ψυχή ἐμοῦ τοῦ παναθλίου.

Γι᾿ αὐτό δέν ἔχω, Δέσποτα, δέν ἔχω παρρησία

ἁμαρτωλήν μου προσευχή πρός Σένα νά ὑψώσω

ὑπέρ ἀνθρώπων εὐσεβῶν, ἀρρώστων καί πενήτων

ζητώντας τήν βοήθειαν, τήν σκέπην Σου τήν θείαν.

Πολλοί μοῦ λέγουν "πέστε μας, Γέροντα, κάποιο λόγο"

καί ἀπαντῶ ὁ δυστυχής μέσα εἰς τήν καρδιά μου:

"Χάσου βρωμιάρη, ἄχρηστε, πόρνε καί κολασμένε,

δέν βρέθηκαν οἱ Ἅγιοι αὐτούς νά συμβουλεύσουν;

Τί ὄφελος ἀπέκτησες μέ τόση  ραθυμία

πού ἔζησες σ᾿ αὐτήν ἐδῶ τήν γῆ τῆς Παρθενίας;

Ντρέπομαι γιά τοῦ λόγου σου πού ἔχεις παρρησία;

νά κάμης τόν διδάσκαλο σ᾿ ἀνθρώπους μορφωμένους.

Ἔννοια σου καί φρικτότατα ἔχεις νά μετανοιώσης

τό βράδυ πού θά κάτσουμε μαζί γιά νά τά ποῦμε!

Δἐν εἶμαι ἄξιος ἐγώ νά τρώγω τό φαΐ μου

κι ἑκατομμύρια ἄνθρωποι σ᾿ ὅλο μας τόν πλανήτη

νά πάσχουν ἀπ᾿ ἀρρώστειες, πεῖνες, δοκιμασίες

καί κακουχίες πολλαπλές χωρίς καμμιά ἐλπίδα.

Βουρκώνουνε τά μάτια μου σάν νἄχω ᾿ γώ μπροστά μου

χόρτα καί φροῦτα καί γλυκά καί γεμιστά καί ψάρια,

ἐνῶ ἀλλοῦ στήν ξενητειά παιδάκια πεινασμένα

ξυπνοῦν κοιμοῦνται νηστικά καί στή κοιλιά πρησμένα.

Αὐτά θά μέ δικάσουνε στήν Μέλλουσα τήν Κρίσι

πού μέ κυττοῦν προσμένοντας κάτι νά ἐπιζήσουν.

Πῶς νά βοηθήσω ὁ δυστυχής, ὁ ἔσχατος τῶν πάντων

δέν ἔχω δύναμι ψυχῆς, δέν ἔχω παρρησία

νά μεταβάλλω τίς βουλές τοῦ Παναγάθου Κτίστου

ἤ νά ἀλλάξω τά μυαλά τῶν ἰσχυρῶν τοῦ κόσμου.

Ἄς ἴδη ὁ Φιλάνθρωπος τόν πόνον τῆς ψυχῆς μου,

τά πονεμένα δάκρυα πού τρέχουν ἀπ᾿ τά μάτια

καί ἄς φροντίση, ὡς Δυνατός, τόν πόνον ν᾿ ἀπαλύνη

καί στῶν ἀνθρώπων τίς καρδιές νά φέρη τήν γαλήνη.

Δέν εἶμαι ἄξιος ποτέ τό στόμα μου ν᾿ ἀνοίξω

καί νά ὑμνήσω εὐκλεῶς τά πλήθη τῶν Ἁγίων

καί τῶν Ἀγγέλων τούς χορούς καί Ἀποστόλων δήμους.

Ἐλέγχομαι, πικραίνομαι, κινῶ τήν κεφαλήν μου

κι ἀναρρωτιέμαι πῶς αὐτοί ἁγίασαν στόν κόσμο;

Δέν ἦταν ἄνθρωποι αὐτοί, δέν εἶχαν ἁμαρτίες,

ἴσως καί περισσότερες κι ἀπό τίς ἰδικές μου;

Ἐσεῖς, Πατέρες ὅσιοι, πτηνά τά τῆς Ἐρήμου,

ὄντως θά κατακρίνετε τήν δόλια τήν ψυχή μου.

Θά μ᾿ ἐρωτήσετε λοιπόν, μέ αὐστηρόν τό ὕφος:

"Γέροντα, τί σ᾿ ἐμπόδισε νά μᾶς ἀκολουθήσης;

Ἐσύ δέν ἐβαπτίσθηκες, δέν πῆρες τ᾿ Ἅγιο Μῦρο,

δέν πῆρες τό Ἀγγελικό Σχῆμα τῆς Μετανοίας;

Ἡ φιλαυτία, Ἅγιοι, μ᾿ ἐνίκησε τελείως

κι ἀρνήθηκα νά ἐκτελῶ Κανόνες ἐπαξίως.

Χριστέ μου, εἶμαι ἄξιος μόνο ν᾿ ἁμαρτάνω,

ἀλλά βοήθει μοι, θαρρῶ, τήν ἔναρξι νά κάμω

καί μετανοίας τούς καρπούς νά δρέψω πρίν πεθάνω. Ἀμήν.

Μ.Δ.Γ.

Μέ τήν εὐλογία τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου