Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026

ΜΟΝΑΧΟΣ ΓΕΛΑΣΙΟΣ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΗΣ

Πρώην Γρηγοριάτης  (+ 1902 - 1987)

Γιά νά γνωρίσῃ κάποιος ἕνα Μοναχό καί μάλιστα τόν ῾Αγιορείτη, πρέπει νά γίνῃ Μοναχός, καί νά ζῇ σάν Μοναχός, διαφορετικά κινδυνεύει νά τόν παρεξηγήσῃ, ἄν τόν ἰδῇ μόνο ἐξωτερικά. Γιά τούς ἀμυήτους, εἶναι ἴσως πρόκλησις ὅταν βλέπουν ἕνα ῾Αγιορείτη, νά εἶναι βαρκάρης, κηπουρός, μικροπωλητής, μηχανικός, τσαγκάρης, ράφτης κλπ.

῾Ο μακαριστός Γέρο Γελάσιος, ἦτο ἀπό τόν κόσμο μεγαλωμένος στήν θάλασσα. Ἐθελοντής στό Ναυτικό ἀπό 15 ἐτῶν, ἐπαγγελματίας ψαρᾶς καί καπετάνιος, μά καί σάν Μοναχός ἔτσι θά τελειώσῃ τήν ζωή του, ζῶντας ἁπλά καί ταπεινά στόν Ἀρσανᾶ τῆς Σιμωνόπετρας, ὡς φύλαξ Δάφνης καί πάσης παραλίας. Αὐτό ἦτο τό διακόνημά του.

῞Ενα πρωῒ λοιπόν, πηγαίνοντας ἀπό Γρηγορίου στήν Δάφνη, εἶδα τόν Παπποῦ μέ τήν βάρκα στήν θάλασσα. Κοντά του εἶχε μερικές γάτες, φοροῦσε ψάθινο καπέλλο, καί κρατῶντας στό χέρι πετονιές ἀγωνιζόταν νά βγάλῃ ψάρια. ῎Επρεπε νά φροντίζῃ γιά τό κοινόβιό του, τίς 60 ἤ 70 γάτες του. Τίς ἀγαποῦσε, γιατί μία ἀπ᾿ αὐτές τόν ἔσωσε δαγκώνοντας μπροστά του ἕνα φίδι. Ἐκοιμῶντο μαζί του. Συνέτρωγαν καί συμπανηγύριζον μέ τό ἀφεντικό τους. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι τόν κατέκρινα μέ τόν λογισμό μου. ῾Ορίστε, εἶπα: "Καλόγερος μέ ψάθα στό κεφάλι, νά ψαρεύῃ πρωϊνές ὧρες, ἐνῶ αὐτή τήν ὥρα οἱ Κοινοβιᾶτες, διαβάζουν τήν ἀκολουθία τους.

Δέν ἄργησα νά μάθω, ὅτι αὐτός ἦτο κάποτε Μεγαλόσχημος Μοναχός Γρηγοριάτης, ὅτι εἶδε τήν Παναγία καί τήν ῾Αγία 'Αναστασία μέσα στήν Λιτή τοῦ Καθολικοῦ τῆς Μονῆς μας, ὅτι ἄκουσε ἀγγέλους νά ψάλλουν τήν Καταβασία· «Ἐξέστη τά σύμπαντα», ὅτι... ὅτι... ὅτι...

Καί νά λοιπόν μία ἡμέρα, μετανοημένος γιά τίς κατακρίσεις μου, ἦλθα κοντά του, στό Σιμωνοπετρίτικο Ἀρσανᾶ νά διδαχθ μοναχική ζωή καί... Κοινοβιακές ἀκολουθίες.

-Εὐλογεῖτε, πάτερ, Γελάσιε.

-῾Ο Κύριος, ποιός εἶσαι δέν σέ γνωρίζω.

-Εἶμαι Γρηγοριάτης Μοναχός.

-῎Α, κι ἐγώ Γρηγοριάτης εἶμαι. ῎Εκαμα ἐκεῖ 7 χρόνια. Εἶχα Γέροντα τόν ἀείμνηστο Παπᾶ Θανάση. Ζῶ μέ τίς ἀναμνήσεις τῶν καλῶν Πατέρων καί τοῦ Γέροντός μου.

-Πάτερ, Γελάσιε, ἐάν ἔχῃ εὐλογία, πέστε μου πότε καί γιατί ἀποφασίσατε νά γίνετε Μοναχός;

῎Αχ, παιδάκι μου, ἦταν θέλημα Θεοῦ, ἀλλά κι ἐγώ τό ἐζήτησα. ῾Ο Θεός περιμένει νά τό ζητήσωμε καί ἄν εἶναι γιά τό συμφέρον μας, θά μᾶς τό δώσῃ. ῎Εβλεπα ἀπό χρόνια τά μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ, καί τόν ἐδόξαζα. Ἀλλά γράμματα δέν ἤξερα. Δέν ἤξερα ποιός εἶναι ὁ Χριστός, ποῦ γεννήθηκε, γιατί σταυρώθηκε. Ἀφοῦ, ὅταν πηγαίναμε μέ τήν μητέρα μου στά ἐξωκκλήσια, τήν ἐρωτοῦσα, ποία εἶναι αὐτή ἡ Γυναῖκα πού εἶναι στό τέμπλο μέ τό παιδάκι στά χέρια της; Τί νά σοῦ πῶ; Δέν ἤξερα ἀπό Ἱερά Ἱστορία.

Γεννήθηκα, ἡ μάννα μου βέβαια μοῦ τό εἶπε, τό 1902 στίς Παλαιές Φωκαιές τῆς Σμύρνης τῆς Μ. Ἀσίας. ῾Ο πατέρας μου εἶχε μεγάλη περιουσία, κτήματα καί ἁλυκές, ἀπό τίς ὁποῖες ἔβγαζε 5000 τόνους ἁλάτι τόν χρόνο. Μποροῦσε νά βγάλῃ καί περισσότερο, ἀλλά δέν τοῦ ἐπέτρεπε τό Τουρκικό κράτος. Εἶχε 60 ῞Ελληνες ἐργάτες, τούς ὁποίους καί ἔτρεφε. Ἐγώ, ἐπῆγα μέχρι τήν 4η τάξι τοῦ Δημοτικοῦ Σχολείου. Στίς 19 Μαῒου τοῦ 1913, μᾶς ἔδιωξαν οἱ Τοῦρκοι, καί δέν μᾶς ἄφησαν νά πάρουμε τίποτε κοντά μας. Μπήκαμε στήν δική μας βάρκα, πού χωροῦσε μόνον ἐμᾶς καί βγήκαμε στήν Μυτιλήνη. ῏Ηταν τόσα λίγα τά ροῦχα πού πήραμε μαζί μας, ὥστε ἡ μητέρα μας, ὅταν ἤθελε νά μᾶς ἀλλάξῃ, μᾶς ἐτύλιγε μέ ἕνα σεντόνι, καί μᾶς ἔπλενε τό παντελόνι καί τό πουκάμισο. ῾Ο πατέρας μου ἄρχισε τό ψάρεμα καί φτιάξαμε πάλι ἄλλο νοικοκυριό. Εἴμασταν 4 ἀγόρια καί 4 κορίτσια.

Κάποια συγγενής μας, ὀνόματι κυρία Ντεληγιάννη, μ᾿ ἐκάλεσε στήν Ἀθήνα καί μέ ἔβαλε νά ὑπηρετῶ ἕνα ἰατρό ἐπί ἕνα σχεδόν χρόνο. Αὐτός στό σπίτι του εἶχε μία ὑπηρέτρια, ἡ ὁποία συνεχῶς μέ φώναζε, παπᾶ, παπᾶ. Ἐγώ δέν ἤθελα νά ἀκούω αὐτή τήν λέξι καί τήν ἐμάλωνα. Ἐκείνη μοῦ ἔλεγε, ὅτι ἔτσι μέ  βλέπει, μέ ράσα σάν παπᾶ.

῞Οταν ἄρχισε ὁ Πρῶτος Παγκόσμιος Πόλεμος, ἕνας θεῖος μου, μοῦ ἐπρότεινε νά  μέ πάρῃ λαθραίως γιά τήν Ἀμερική. Πράγματι ἐμπήκαμε στό ῾Ελληνικό πλοῖο "Μιαούλης", ἕτοιμοι τό πρωῒ ν᾿ ἀναχωρήσουμε. Ἐκεῖνο τό πρωῒ, Νοέμβριος τοῦ 1916 ἤ 17, δέν θυμᾶμαι καλά, ἔγιναν γεγονότα στήν ῾Ελλάδα, μέ τήν ἀναχώρησι τοῦ Βασιλέως Κωνσταντίνου, καί τόν ἀποκλεισμό τῶν Γάλλων, κι ἐμεῖς ταξιδεύσαμε μέ προορισμό τήν Ἀλεξάνδρεια. Ἐκεῖ καθυστερήσαμε 52 ἡμέρες, διότι τό πλοῖο ἔπρεπε νά φορτώσῃ βαμβακόσπορο, νά τό μεταφέρῃ στήν Ἀγγλία καί μετά νά προχωρήσῃ γιά τήν Ἀμερική. Φύγαμε ἀπ᾿ ἐκεῖ στίς 6 Φεβρουαρίου 1917 καί μετά ἀπό ταξίδι τριῶν ἡμερῶν, παρουσιάσθηκε ἕνα αὐστριακό ὑποβρύχιο καί μᾶς τορπίλλισε. Τότε ἐμεῖς ρίξαμε κάτω τίς βάρκες καί μπήκαμε μέσα γιά νά φύγουμε. Τό ὑποβρύχιο ἐπλεύρισε τήν μία βάρκα μας καί τήν ἐκτύπησε μέ ἀποτέλεσμα νά μπαίνουν νερά. ῾Ο καπετάνιος τοῦ ὑποβρυχίου μᾶς ἐζήτησε τά χαρτιά τοῦ πλοίου. Τοῦ τά δώσαμε. Μπῆκε αὐτός στό πλοῖο μέ τούς συντρόφους του, ξεσήκωσε ὅλα τά τρόφιμα, καί ὅ,τι ἄλλο ἐχρειάζετο, ἔβαλε δύο βόμβες καί τό ἀνατίναξε. Ἐμεῖς ἀπομακρυνθήκαμε μέσα στό σκοτεινό πέλαγος φοβούμενοι μήπως μᾶς σκοτώσουν. Ἐπί τρία ἡμερόνυκτα μέσα στό πέλαγος ἐπλέαμε, χωρίς νά ξέρουμε πού βρισκόμαστε. Ἐγώ παρακαλοῦσα μετά δακρύων τόν ῞Αγιο Νικόλαο νά μᾶς σώσῃ καί νά τόν ὑπηρετήσω σ᾿ ὅλη μου τήν ζωή. Δέν γνωρίζω ἄλλον ῞Αγιον, ἐκτός ἀπό τόν ῞Αγιο Νικόλαο.

Μετά ἀπό τρεῖς ἡμέρες, μᾶς βρῆκε ἕνα ἰταλικό περιπολικό. Μᾶς μετέφερε στήν Βεγκάζη καί μᾶς ἔβαλαν σέ στρατιωτικό νοσοκομεῖο. Ἀφοῦ συνήλθαμε ἀπό τήν νηστεία καί τήν ταλαιπωρία, μᾶς μετέφεραν στίς Συρακοῦσες, ἐν συνεχείᾳ στήν Νεάπολι τῆς Ἰταλίας, καί ἀπό ἐκεῖ τό ῾Ελληνικό Προξενεῖο μᾶς ἔστειλε στόν Πειραιᾶ. Ἐγώ ἐπῆγα στήν Μυτιλήνη καί βοήθησα τόν πατέρα μου στήν ἁλιεία μέχρι τό 1919. Κατόπιν ἐπήγαμε στήν πατρίδα μου, τίς Φωκαιές καί ἐξακολουθήσαμε τό ψάρεμα μέχρι τό 1922, πού ἔγινε ὁ διωγμός.

Μόλις ἄρχισε ὁ διωγμός, ὁ καπετάν Γιάννης Ἀνανίδας, ἐκάλεσε ὅλους τούς ῞Ελληνες στό σχολεῖο μας, καί μᾶς εἶπε: «Νά βάλουμε φωτιά στά σπίτια τῶν Τούρκων, νά σφάξουμε ὅσους ἠμποροῦμε καί νά φύγουμε». Οἱ μισοί μέ ἐπικεφαλῆς τόν Δήμαρχο, ὁ ὁποῖος τούς ὑπεσχέθη, ὅτι ἄν μείνουν, θά περάσουν καλά, ἀρνήθηκαν τήν πρότασι τοῦ καπετάν Γιάννη. Τότε ἐκεῖνος τούς εἶπε, ὅτι οἱ Τοῦρκοι δέν ἔχουν μπέσα καί θά μετανοιώσουν πολύ.

Ἀπό τούς κατοίκους τῆς πόλεως, οἱ μισοί ἔφυγαν γιά τήν ῾Ελλάδα μέ ὅ,τι μέσον ἠμποροῦσαν. Ἐμεῖς μέ τήν βάρκα μας ἦλθαμε πάλι στήν Μυτιλήνη καί δουλεύαμε στό ψάρεμα. Μετά ἀπό δύο ἡμέρες, οἱ Τοῦρκοι τσέτες, ἐπῆγαν στίς Φωκαιές. Ἐμάζεψαν ὅλους τούς Χριστιανούς, τούς ἄνδρες, γυναῖκες καί παιδιά σέ χωριστές ὁμάδες, καί τούς ἔβαλαν στήν γραμμή, μέ σκοπό νά τούς σκοτώσουν. ῎Εφθασαν στό μεγάλο ποταμό ῎Ερμος. Μερικοί ἀπό τούς δυστυχισμένους ἑτοιμοθανάτους, ἔπεφταν μέσα καί ἐπνίγοντο, γιά νά μή βασινισθοῦν ἀπό τούς Τούρκους. Μετά τό ποτάμι τούς ἐπερίμεναν ἀγριεμένες τουρκάλες, οἱ ὁποῖες ἔδιναν κάτι στούς τσέτες καί ἔπαιρναν ὅσους ἤθελαν καί τούς ἐσκότωναν μέ τά τσεκούρια. ῞Οσοι ἀπέμειναν τούς ὁδήγησαν σέ μιά χαράδρα, τούς κατέβρεξαν μέ πετρέλαιο καί τούς ἔκαυσαν. Τρεῖς ἀπ᾿ αὐτούς ἐγλύτωσαν, καί μετά ἀπό πολλές περιπέτειες ἦλθαν στήν Μυτιλήνη καί μᾶς ἐδιηγήθηκαν τό οἰκτρό τέλος τῶν συμπατριωτῶν τους.

Ἐπειδή καί στήν Μυτιλήνη εἴχαμε φόβο, ἐγώ μέ τόν ἀδελφό μου, ἀγοράσαμε μεγάλο φορτηγό πλοῖο καί ἤλθαμε νά ἐγκατασταθοῦμε στόν Βόλο. ῾Η δουλειά μας ἐπήγαινε καλά.

Ἀγοράσαμε σπίτι καί παντρέψαμε τίς δύο ἀδελφές μας. Στό διάστημα αὐτό τῆς ἐργασίας μας, δέν σταματοῦσα νά λέγῳ στό Θεό, «Θεέ δεῖξε μου τόν δρόμο σου».

Τό Σαββατόβραδο τῆς 3ης Μαῒου τοῦ 1930, κοιμήθηκα μέσα στό πλοῖο. Τό εἴχαμε  φορτώσει γρανίτη, καί τό πρωῒ ἔπρεπε νά τό μεταφέρωμε στόν Πειραιᾶ. Ἐκείνη τήν νύκτα εἶδα στόν ὕπνο μου, ἕνα ζωντανό ὄνειρο.

Εἶδα, ὅτι μία ἅμαξα στολισμένη μέ βελούδινα ροῦχα ἔτρεχε. Ξαφνικά βλέπω ἕνα χέρι νά βγαίνῃ ἀπό μπροστά.. Μέ πιάνει καί μέ ἀνεβάζει ἐπάνω στήν καρότσα. ῾Η ἅμαξα ἔτρεχε συνεχῶς. Μπήκαμε σ᾿ ἕνα δάσος. Μετά εἶδα μιά μεγάλη πεδιάδα καί στό μέσον αὐτῆς, ἕνα φρούριο ὁλόλαμπρο. ῾Η ἅμαξα σταμάτησε ἔξω ἀπό τήν πόρτα τοῦ φρουρίου. Κατεβαίνει μιά γυναῖκα καί μπαίνει μέσα. Ἐγώ καθόμουν στήν καρότσα καί ἐκύτταζα μέσα. Τί νά ἰδῶ; Ἦταν γεμᾶτο κόσμο. Οἱ ἄνθρωποι ὅμως μοῦ ἐφαίνοντο ἀλλοιώτικοι. Φοροῦσαν λαμπρά καινούργια ροῦχα καί κρατοῦσαν ἀναμμένες λαμπάδες. Στό μέσον τοῦ φρουρίου, ὑπῆρχε ἕνα μεγαλοπρεπές καί φωτοστόλιστο παλάτι, πρός τό ὁποῖο κατευθύνετο ἡ σεμνοτάτη ἐκείνη Γυναῖκα. Ἐμένα μοῦ ἔλεγε ὁ ἁμαξηλάτης: «Κατέβα καί πήγαινε καί ἐσύ μέσα...». Πράγματι, κατέβηκα, μπῆκα μέσα καί ἄκουγα τόν κόσμο πού ἔλεγε: «Ἡ Βασίλισσα, ἡ Βασίλισσα...». ῾Η Βασίλισσα πλησίασε στό παλάτι καί ἀνέβαινε τίς σκάλες. Τότε ἀξιώθηκα καί ἐγώ καί εἶδα τά ὀπίσθιά της καί πλάγια τό πρόσωπό της, καθώς ἀνέβαινε τήν σκάλα, διότι ἦταν σκεπασμένη.

-Πῶς ἦταν ἡ Βασίλισσα, Γέροντα;

῎Ααα! Τί νά σοῦ π!! (κλαίει ὁ Γέροντας) ῏Ηταν ἴδια μέ τήν εἰκόνα της, πού εἶναι στό τέμπλο τῆς Μονῆς Γρηγορίου, τῆς Μετανοίας μας. Τότε ἐγώ ἐξύπνησα καί ἀποροῦσα. Τί εἶναι ἄραγε αὐτό τό ζωντανό ὄνειρο;

῞Οταν ξημέρωσε, σηκώθηκα καί πῆγα στό λιμάνι νά ἰδῶ μήπως εἴχαμε κανένα γράμμα ἀπό τό σπίτι μας. Πράγματι βρῆκα γράμμα. Κάθισα στό καφενεῖο καί τό διάβαζα. Ξαφνικά βλέπω ἕνα Παπᾶ. ῏Ηλθε στήν πόρτα τοῦ καφενείου καί μοῦ εἶπε: ῎Εχω θυμίαμα ἀπό τό ῞Αγιον ῎Ορος, ποιός θά ἀγοράσῃ; Τότε ἐγώ θυμήθηκα τό ὄνειρο τῆς νυκτός, καί εἶπα μέσα μου. ῎Ας ρωτήσω τόν Παπᾶ μήπως ξέρει νά μοῦ τό ἐξηγήσῃ. Ἀγόρασα τρία χωνάκια θυμίαμα. ῞Οταν ἔφυγε, ἐπῆγα κοντά του καί τοῦ εἶπα: "Πάτερ, χρόνια τώρα παρακαλοῦσα τόν Θεό νά μοῦ δείξῃ τόν δρόμο του, ἀλλά δέν ξέρω ποῦ νά πάω. Εἶμαι ἀγράμματος. Κανένας δέν μοῦ εἶπε τίποτε". Τοῦ ἐξιστόρησα καί τό ὄνειρό μου. Ἐκεῖνος μοῦ εἶπε:

-Παιδί μου εὑρῆκες Χάρι ἀπό τόν Θεό. Νά πᾶς ἐκεῖ πού σέ στέλνει ὁ Θεός.

-Ποῦ μέ στέλνει, πάτερ;

-Θά πᾶς στό ῞Αγιον ῎Ορος.

-Δέν ξέρω κανέναν ἐκεῖ. Τί εἶναι ἐκεῖ πέρα;

-Ἐκεῖ ἔχει πολλά Μοναστήρια καί θά σέ στείλω ἐγώ. Αὐτός εἶναι ὁ δρόμος τοῦ Θεοῦ. Εἶσαι μήπως ἀρραβωνιασμένος ἤ παντρεμμένος;

-῎Οχι δέν εἶμαι τίποτε ἀπό αὐτά.

-῾Ωραῖα. ῞Ομως θά φύγῃς σήμερα!  Σήμερα θά φύγῃς!

῞Οταν μοῦ τό εἶπε αὐτό, μοῦ φάνηκε δύσκολο καί ἔλεγα: Βρέ ἀδελφέ, πῶς ν᾿ ἀφήσω ἀδέλφια, καῒκι καί νά πάω σέ ξένο τόπο; Συλλογίσθηκα ὅμως ὅτι πρέπει νά πάω ἐκεῖ πού μέ στέλνει ὁ Θεός. Τοῦ λέγω:

-Παππούλη θά πάω.

-Σήμερα ὅμως.!

-Ἐν τάξει, σήμερα.

Μοῦ γράφει σέ ἕνα χαρτί: ῾Ιερά Μονή ῾Οσίου Γρηγορίου, Δάφνη ῾Αγίου ῎Ορους. Καί μοῦ εἶπε: «ἄϊντε καί θά ἀνταμώσουμε στό ῞Αγιον ῎Ορος. Ἐγώ τότε ἐπῆγα στό Πρακτορεῖο. Βλέπω ἕνα ἀτμόπλοιο «Κρόνος» θυμᾶμαι ἦταν τό ὄνομά του. Γράφω γράμμα στόν ἀδελφόν μου, ὅτι "πηγαίνω κάπου μή μέ ζητήσῃς. Ἀργότερα θά σοῦ γράψω ποῦ πάω".

Στίς 4,30 τό ἀτμόπλοιο ξεκίνησε. Ἔεε τότε ἐμένα τί μέ θέλεις; ῞Οταν εἶδα τό καῒκι μας ἀραγμένο ἐκεῖ στήν ἀμμουδιά, καί ἐγώ νά πηγαίνω στό δρόμο τοῦ Θεοῦ, πού ἀκόμη δέν ἤξερα, πῆγα νά τρελλαθῶ. Λέγω: «Παναγία μου, τί ἔκανα; τρελλάθηκα"; Τώρα ὅμως τό καῒκι ἔφυγε. Σκέφθηκα νά κατεβῶ στήν πρώτη σκάλα-σταθμό πού ἦταν ἡ Χίος. Μετά σκέφθηκα καί εἶπα: Ἄ, νά κατέβω στήν Μυτιλήνη, ὅπου εἶναι ἐκεῖ καί τά πρῶτα μου ξαδέλφια.

῞Οταν φθάσαμε ἐκεῖ, ἑτοιμάσθηκα καί ἐγώ καί κατέβαινα τήν σκάλα τοῦ πλοίου. Πράγματα, βαλίτσες δέν εἶχα, διότι μοῦ εἶχε εἰπεῖ ἐκεῖνος ὁ Παπᾶς, νά μή πάρω τίποτα μαζί μου. ῞Οταν εἶχα φθάσει στό τελευταῖο σκαλί καί ἐπρόκειτο νά μπῶ στήν βάρκα, ἀκούω πίσω μου μία δυνατή φωνή:

-Ποῦ πᾶς βρέ Γιώργη, ἔλα πίσω».

 Γυρίζω πίσω καί βλέπω ὅτι ἦταν ἕνας φίλος μου παλιός ἀπό τήν Μυτιλήνη, Παναγιώτης τό ὄνομά του.

-Γειά σου βρέ Παναγιώτη, πάω ἔξω νά ψωνίσω. Τοῦ εἶπα ψέμματα, γιατί ἤθελα νά ματαιώσω τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιά μένα.

-῎Ελα ἐδῶ, μοῦ λέγει αὐτός, ἔχω ἀπ᾿ ὅλα μέσα στό πλοῖο. Τί θέλεις νά ψωνίσῃς ἔξω.

-῎Αν τοῦ ἔλεγα, ὅτι ἐδῶ εἶναι ὁ προορισμός νά κατέβω, δέν θά μοῦ ἔλεγε  ἔλα πίσω.

-῎Ελα ἐπάνω, ἔχω ἀπ᾿ ὅλα μοῦ εἶπε ξανά.

-῎Ασε, βρέ Παναγῆ, τοῦ λέγω, θά ψωνίσω ἀπ᾿ ἔξω τσιγάρα καί ἄλλα πράγματα.

῏Ηταν καλός ἄνθρωπος, μέ ἀνάγκασε νά γυρίσω πίσω ἀφοῦ μέ τραβοῦσε ἀπό τό σακκάκι.

-῎Αν θέλῃ ὁ Θεός, γιά ποῦ βγαίνεις; μέ ρωτᾶ.

-῎Αν θέλῃ ὁ Θεός, γιά τήν Ἀλεξανδρούπολι τοῦ εἶπα. Εἶχα τόν σκοπό μου, βλέπεις. Θά τοῦ πῶ πώς ἔχω δουλειά, ν᾿ ἀγοράσω βρώμη καί χόρτα γιά σκοῦπες. Τό βαπόρι ἔφθασε ἐκεῖ. ῾Ετοιμάσθηκα νά βγῶ. «Θά βγῶ καί ἐγώ μαζί σου» μοῦ λέγει ὁ Παναγιώτης. Φάγαμε σ᾿ ἕνα ἑστιατόριο καί ἐπιστρέψαμε στό πλοῖο. ῎Επρεπε ὁ Παναγιώτης νά πάρῃ τά πράγματά του καί νά φύγῃ. Χαιρετηθήκαμε, ὥρα καλή, καλό ταξίδι καί ἄν θέλῃ ὁ Θεός θά ἀνταμώσουμε. Προχώρησε ὁ Παναγῆς δύο βήματα. Ἐγώ ἔμεινα σκεφτικός. Τόν φωνάζω.

-Τί εἶναι μωρέ Γιώργη;

-Αὐτό κι αὐτό εἶδα στόν ὕπνο μου. Τοῦ διηγήθηκα ὅλη τήν ἱστορία. Ἐκεῖνος δάκρυσε καί μοῦ εἶπε: Βρέ Γιώργη, ἄν δέν ἤμουν ἀρραβωνιασμένος, θά ἐρχόμουν κι ἐγώ μαζί σου. Λοιπόν νά πᾶς ἐκεῖ πού σέ ὁδηγεῖ ὁ Θεός.

-Τοῦ λέγω, καί ἐσύ τό λές, μωρέ παιδάκι μου; Πῶς νά ἀφήσω τόσους συγγενεῖς, φίλους καί περιουσία;

-Πήγαινε ἐκεῖ πού σέ πηγαίνει ὁ Θεός μοῦ ξαναεῖπε.

Τό πιστεύω τοῦ λέγω, ὅτι ἐδῶ πού πηγαίνω τό θέλει ὁ Θεός, ἀλλά εἶναι πολύ δύσκολο καί οἱ ἄλλοι θά στενοχωρηθοῦν.

Τελικά ἀνεβήκαμε στό πλοῖο, καί τήν νύκτα φθάσαμε στήν Καβάλα καί τό ἄλλο πρωῒ εἴμασταν στήν Δάφνη τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους. Μπήκαμε μέ τόν Παναγιώτη ἐκεῖ σέ ἕνα καφενεῖο.

῎Εξω στεκόταν ἕνα Καλόγερος. Τό ἐρωτᾶ ὁ Παναγῆς.

-Ἀπό ποῦ εἶσαι, Πάτερ;

-Εἶμαι ἀπό τήν Μονή Γρηγορίου. ῏Ηταν ὁ μακαρίτης ὁ Ἰάκωβος.

Τοῦτο τό παιδί ἔρχεται γιά τό Μοναστήρι σας. Μέ εὐχήθηκε ὁ Παναγιώτης, μέ ἐφίλησε κλαίγοντας καί μοῦ εἶπε: «Ἄϊντε Γιώργη, στό καλό καί μπορεῖ κάποια φορά ν᾿ ἀνταμώσουμε.

Ἐγώ εὐχαρίστησα τόν Παναγιώτη πού μέ συνώδευσε μέχρι τό ῞Αγιον ῎Ορος, καί ἔφυγε πάλι μέ τό πλοῖο γιά τήν πατρίδα του.

῾Ο π. Ἰάκωβος μοῦ λέγει, ξέρεις ἀπό κουπιά;

-Ξέρω.

-Πάρε τό ἕνα ἐσύ καί τό ἄλλο ἐγώ.

-Δῶσε μου καί τά δυό. Κάτσε ἐκεῖ πίσω ἐσύ. Τοῦ εἶπα ἐγώ.

- Μωρέ ἐσύ εἶσαι καπετάνιος, μοῦ εἶπε.

Τότε ἐγώ κάπνιζα καί τοῦ προσέφερα ἕνα τσιγάρο.

-Δέν καπνίζω. Οἱ Καλόγεροι δέν καπνίζουν.

-Καί ἐγώ θέλω νά γίνω, ὅπως ἐσεῖς, ὁπότε δέν πρέπει νά καπνίζω;

- ῎Οχι δέν πρέπει.

Εἶχα μαζί μου ἕνα πακέτο. Τό πέταξα ἀμέσως στήν θάλασσα.

Φθάσαμε στό Μοναστήρι τοῦ Γρηγορίου. Ἐκείνη τήν ὥρα κτυποῦσαν οἱ καμπάνες. ῏Ηταν ἡ ἑορτή τοῦ ῾Αγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, στίς 8 Μαῒου.

-Μοῦ λέγει ὁ Ἀρχοντάρης: Γιά ποῦ παλληκάρι μου;

-Νά, λέγω, ἦλθα κι ἐγώ νά γίνω σάν καί ἐσᾶς.

-῎Α ἐν τάξει. Πᾶμε στήν ἐκκλησία.

Πᾶμε μέσα καί τί νά ἰδῶ! ῞Ολοι μέ τά ράσα τους, τά κουκούλια, γενειάδες. ῎Εψαλλαν ἐκείνη τήν ὥρα τό «Εὐλόγει ἡ ψυχή μου τόν Κύριον...» Εἶχε ἀρχίσει ἡ Θεία Λειτουργία. Μπῆκα στήν Λιτή. Στόν κυρίως ναό ἡ ματιά μου ἔπεσε ἐπάνω στήν εἰκόνα τῆς Παναγίας τοῦ τέμπλου. Εἶπα μέ τόν νοῦ μου: «Νά, αὐτή εἶναι ἡ Γυναῖκα πού ἀνέβαινε ἐπάνω στό παλάτι μέ τήν ὁλόφωτη στολή. Ἐπῆγα γρήγορα νά τήν χαιρετίσω. Τότε μοῦ λέγει ὁ Διᾶκο-Θεόδωρος, πού ἐκείνη τήν στιγμή ἦταν μπροστά γιά τά Εἰρηνικά:

-Βρέ παιδάκι μου, τόσες εἰκόνες συνάντησες μπροστά σου, κι αὐτή ἦλθες νά προσκυνήσῃς αὐτή τήν στιγμή;

Τέλος πάντων τήν χαιρέτισα. Ἐπῆρα στασίδι στό Καθολικό καί ἀπ᾿ ἐκεῖ ἐκύτταζα συνεχῶς τήν Εἰκόνα αὐτή καί τήν καμάρωνα. 

Ἐτελείωσε ἡ Λειτουργία. ῾Ο Ἀρχοντάρης μίλησε μέ τόν ῾Ηγούμενο, τόν παπᾶ Θανάση γιά μένα, ὁ ὁποῖος μέ ἐπῆρε στό ἡγουμενεῖο καί ἄρχισε νά μέ ἐξομολογῇ ἀπό μικρό παιδί καί πῶς ἦλθα ἐδῶ.

-Βρέ παιδί μου, ζήτησες μέ τήν καρδιά σου τόν δρόμον του Θεοῦ, καί νά! Σοῦ τόν ἔδωσε, ἀλλά νά ξέρῃς ὅτι δέν εἶναι εὔκολος. Προπαντός ἐσεῖς οἱ θαλασσινοί, εἶσθε ἄνθρωποι ἐλεύθεροι, γι᾿ αὐτό θά δυσκολευθῇς.

Τά λόγια του μέ στενοχώρησαν, καί τοῦ εἶπα:

-Γιατί Γέροντα, μοῦ τά λέτε αὐτά; Ἐσεῖς ἠμπορέσατε κ ἐγώ δέν θά ἠμπορέσω; Δάκρυα τότε κυλοῦσαν ἀπό τά μάτια μου.

Ἐκεῖνος μέ ἐκύτταξε καλά καί μοῦ εἶπε:

-Θά ἠμπορέσῃς νά γίνῃς Καλόγερος καί καλός Καλόγερος. ῎Αϊντε τώρα ἀνέβα στό ἀρχονταρίκι καί ἐγώ θά σέ τακτοποιήσω.

Σέ δυό ἡμέρες μ᾿ ἔντυσε μ᾿ ἕνα παλιό ζωστικό, καί μ᾿ ἔβαλε παραμάγειρα. Μάγειρας ἦτο τότε ὁ Μοναχός Βασίλειος. Μ᾿ ἐρωτοῦσε ὁ Γέροντας, ἐάν εἶμαι εχαριστημένος, κι ἐγώ τοῦ ἔλεγα:

_Εἶμαι πολύ εὐχαριστημένος, Γέροντα. Τί εἶναι ἐτούτη ἡ ζωή! ἀληθινός παράδεισος, δρόμος ἀληθινά τοῦ Θεοῦ.

-῾Υπομονή νά κάνῃς, παιδάκι μου.

Στίς Ἀκολουθίες, καθόμουν συνήθως στό ἀναλόγιο τῆς Λιτῆς, ἐκεῖ πού διαβάζουμε τό Μικρό Ἀπόδειπνο καί τό Μεσονυκτικό. Σέ κάποια πρωϊνή Ἀκολουθία, ἐκεῖ πού στεκόμουν, βλέπω νά ἔρχωνται ἀπό τό ῾Ιερό δύο Γυναῖκες. ῾Η μία ἔμοιαζε μ᾿ Ἐκείνη τοῦ τέμπλου. ῾Η ἄλλη ἦταν μικρόσωμη, λιγνή, φοροῦσε μπλέ ροῦχα καί ἀκολουθοῦσε τήν πρώτη, ποία φοροῦσε κόκκινα ροῦχα. Περνοῦσαν ἀπό τούς Πατέρες, ἀρχίζοντας ἀπό τόν ῾Ηγούμενο. ῾Η δεύτερη κρατοῦσε ἕνα μανδήλι μέ νομίσματα, καί ἡ πρώτη τς ἔκανε νεῦμα σέ ποιούς Μοναχούς νά δίνῃ. ῎Ετσι, ἄλλοῦ ἔδινε καί ἀλλοῦ δέν ἔδινε. Ἐγώ τίς ἐκύτταζα καί ἐνόμιζα ὅτι ἤμουν ξύπνιος. Πῶς νά στό πῶ, βρέ παιδάκι μου, τίς ἔβλεπα πολύ καθαρά.

Μετά τό Καθολικό, βγῆκαν στήν Λιτή. Πέρασαν καί ἀπό μπροστά μου. Λέγει ἡ πρώτη τῆς δευτέρας: «Δῶσε καί σ᾿ αὐτόν». Ἀνοίγει τό μανδήλι της ἡ μικρή Κόρη, βγάζει ἕνα νόμισμα καί μοῦ τό δίνει. Ἐγώ τό πῆρα καί τό ἔσφιγγα στήν παλάμη μου.

Ἀφοῦ ἐπροχώρησαν καί οἱ δυό μέσα ἀπό τό δεξιό πορτάκι, ἄκουσα τόν Διᾶκο-Παχώμιο, νά λέγῃ: «Τήν Θεοτόκο καί Μητέρα τοῦ Φωτός, ἐν ὕμνοις τιμῶντες μεγαλύνομεν». ῏Ηταν ἡ Ἐννάτη  Ὠδή.

Σηκώθηκα ἐγώ καί ἀναρωτιόμουν, ποιές νά ἦσαν σέ ὥρα ἀκολουθίας αὐτές οἱ Γυναῖκες; ῎Εψαχνα νά βρῶ τό νόμισμα πού μοῦ ἔδωσαν καί ἔλεγα: «Παναγία μου, τί εἶναι αὐτό πού μοῦ συνέβη ἀπόψε; ῞Οταν ἐτελείωσε ἡ Ἀκολουθία, ἐπῆγα ἀμέσως στόν παπᾶ Θανάση, τόν ῾Ηγούμενο.

-Γέροντα, σήμερα τό πρωῒ  ἦσαν δύο Γυναῖκες μέσα στήν ἐκκλησία.

-Πῶς τίς εἶδες;

-Βγῆκαν μέσα ἀπό τό ῾Ιερό, πῆραν βόλτα τούς Πατέρες καί μοίραζαν νομίσματα. Μοῦ ἔδωσαν καί ἐμένα, ἀλλά τώρα δέν τό ἔχω.

-Μοῦ εἶπε: «Γυναῖκες ἐδῶ δέν ἔχουμε, παιδί μου. Μόνο τήν Παναγία ἔχουμε καί τήν ῾Αγία Ἀναστασία. Πήγαινε καί ἀσχολήσου μέ τό διακόνημά σου. Καί ἐδῶ πού ἦλθες, ἡ Παναγία σ᾿ ἔφερε γιατί τό ἐζήτησες.

Τόν Γενάρη τοῦ νέου ἔτους, ἄλλαξαν τά διακονήματα, καί ἐμένα μ᾿ ἔστειλαν  Κοναξῆ στό Ἀντιπροσωπεῖο τῶν Καρυῶν, τόν π. ῾Ησύχιο, ὡς κηπουρό καί τόν π. Γεδεών ὡς ἀμπελικόν.

Τόν Σεπτέμβριο τοῦ 1932, ἔγινε σεισμός καί ὅλη ἡ ῾Ιερισσός καταστράφηκε. Καί ἐμεῖς τότε ἐφοβόμασταν νά κοιμηθοῦμε μέσα στό σπίτι. ῾Ο ἀντιπρόσωπος Γέρο Ἀνανίας, κοιμόταν στό κιόσκι πού εἶναι τό Διονυσιάτικο πηγάδι, ὁ π. Γεδεών μέσα στό ἀμπέλι, ὁ π. ῾Ησύχιος στούς κήπους καί ἐγώ ἔβαλα δύο σανίδες ἐπάνω σέ μιά ἐλιά καί ἐκεῖ τά βράδυα ἐκοιμώμουν.

Ἐκείνη τήν νύκτα βλέπω καί ἔρχονται δύο νέα Καλογέρια, ἀπό τό σπίτι μας, πού ἐδιάβαζαν ἀκολουθία στό ἐκκλησάκι. Ἐγώ τά παρακαλουθοῦσα. Ἦλθε ἡ ὥρα νά ψάλλουν τίς Καταβασίες: «Ἀνοίξω τό στόμα μου...», καί, ὅταν ἔφθασαν στήν πέμπτην Ὠδή: «Ἐξέστη τά σύμπαντα...», τί ψαλμωδία ἦταν αὐτή! Ἐγώ ἀπό τήν χαρά μου σηκώθηκα καί βλέπω ὅτι ἤμουν ἐπάνω στήν ἐλιά. Τά δύο Καλογέρια ἔγιναν δύο φαναράκια, καί ἀνέβαιναν συνεχῶς στόν Οὐρανό ψάλλοντας. Τά τελευταῖα τους λόγια ἦσαν: «Σύ γάρ ἀπειρόγαμε Παρθένε..» ῎Εβλεπα τά φαναράκια πού ἀνέβαιναν καί σέ λίγο ἐξαφανίσθηκαν. Τί Καλογέρια ἦταν αὐτά καί πῶς εὑρέθησαν ἐκεῖ, δέν ξέρω. Μέ ὅλα αὐτά ὅμως δυνάμωνε ἡ πίστις μου.

Μιά ἄλλη φορά εἶχα ἀρρωστήσει πολύ. ῾Ο Ἀντιπρόσωπος ἐκάλεσε τόν Ἰβηρίτη Μοναχό π. Παγκράτιο, πού ἦταν ἰατρός. Ἐκεῖνος μοῦ εἶπε:

-Θά σοῦ βάλω μία ἔνεσι καί ἀμέσως θά σηκωθς ἐπάνω.

-Γιατρέ μου, δέν θέλω οὔτε ἔνεσι, οὔτε τίποτε. ῎Αφησέ με.

-Πάτερ μου, λέγει ὁ Ἀντιπρόσωπος στόν ἰατρό, εἴμεθα καί Καλόγεροι. Πάρε τίς ἐνέσες σου καί πήγαινε στό καλό, ἀφοῦ δέν θέλει τό Καλογέρι.

Ἐκεῖ λοιπόν πού ἤμουν ξαπλωμένος, βλέπω νά κατεβαίνῃ ἕνας νέος ντυμένος στά ἄσπρα πού κρατοῦσε ἀνθοδέσμη, μία ἀγκαλιά δενδρολίβανο. ῏Ηλθε δίπλα μου καί μοῦ λέγει: -Σήκω ἐπάνω, δέν ἔχεις τίποτα, εἶσαι καλά. Τότε ἐγώ ἔλεγα μέ τόν νοῦ μου:

-Τί ἄνθρωπος εἶναι αὐτός πού μέ διατάζει νά σηκωθῶ;. ῞Εως ὅτου ὅμως νά σηκωθῶ, τόν ἔχασα ἀπό μπροστά μου. ῞Οταν σηκώθηκα, αἰσθανόμουν τόν ἑαυτόν μου τελείως καλά. Μ᾿ ἔπιασε κρύος ἰδρῶτας. ῾Η φανέλλα μου κόλλησε ἐπάνω μου καί βρωμοῦσε φοβερά. ῎Εβγαλα τήν φανέλλα, σκουπίσθηκα καί πῆγα στό Γέρο Γεδεών ζητῶντας φαγητό.

-Βρέ ἐσύ ἐπέθαινες καί τώρα γυρεύεις φαγητό;

-Ναί, ἐπέθαινα, τοῦ εἶπα, ἀλλά ἦλθε ἕνας νέος καί μοῦ εἶπε: «Σήκω ἐπάνω, εἶσαι καλά», καί ἐγώ ἀμέσως σηκώθηκα.

-῾Ο ῞Αγιος Τρύφων θά σέ ἔκανε καλά, νά τόν δοξάζῃς καί νά τόν εὐχαριστῇς.

Δόξα σοι ὁ Θεός. ῞Οταν ἔβλεπα ἐγώ τέτοια πράγματα, ἐδυνάμωνε ἡ πίστις μου καί ἔβλεπα τό χέρι τοῦ Θεοῦ νά μέ σκεπάζῃ.

῾Ο Ἀντιπρόσωπος, κάποτε μέ ρώτησε:

- Βρέ Γιώργη, πότε θά γίνῃς Καλόγερος;

-Γιατί πάτερ Στέφανε, δέν εἶμαι Καλόγερος τώρα;

-῎Οχι, εἶσαι Δόκιμος. Πρέπει νά τό ζητήσῃς ἀπό τόν Γέροντα, διαφορετικά θά μείνῃς ὅπως εἶσαι.    

-Γράψε, τοῦ εἶπα ἕνα γράμμα, καί πές στόν Γέροντα, ὅτι θέλω νά γίνω Καλόγερος.

-κεῖνος ἔστειλε, καί ἔλαβε τήν ἑξῆς ἀπάντησι ἀπό τόν ῾Ηγούμενο:

Τόν Δεκέμβριον πού θά ἔλθῃς, πάρε καί τόν Γεώργιο μαζί σου νά τόν κάνουμε Καλόγερο.

Πράγματι, στίς 18 τοῦ μηνός, φύγαμε ἀπό τίς Καρυές, καί στίς 23 μ᾿ ἔκανε Καλόγερο.

Κάθε χρόνο ἀλλάζαμε διακονήματα. Ἐκείνη τήν χρονιά, μ᾿ ἔβαλαν βοηθό στόν ἀρχοντάρη παπᾶ Θεόδωρο. Τήν ἑπομένη βοηθό στήν ἐκκλησία. Τί χαρά ἔνοιωσα, ὅταν κρατοῦσα τό εἰσοδικό μέ τήν λαμπάδα γιά νά προπέμψουμε τούς ἱερεῖς  μέ τά ῞Αγια Δῶρα στήν Μεγάλη Εἴσοδο, δέν περιγράφεται. Κάτι φτερούγιζε μέσα μου, νόμιζα, ὅτι δέν περπατοῦσα στήν γῆ. Τελείωνε ἡ Εἴσοδος καί ἐγώ ἤμουν πλημμυρισμένος ἀπό χαρά. Δέν ἤξερα τί θά πῇ κούρασις στίς ἀγρυπνίες. Δέν αἰσθανόμουν καμιά κόπωσι, νόμιζα ὅτι δέν ἔχω σῶμα. ῎Ετσι πέρασα σάν δεύτερος ἐκκλησιαστικός τρία χρόνια.

Μιά χειμωνιάτικη βραδυά τοῦ 1934-35, ἤμουν θυμᾶμαι ἐκκλησιαστικός.

Ἀφοῦ ἄναψα τά καντήλια στήν ἐκκλησία, ἐβγῆκα ἔξω νά σημάνω τό πρῶτο τάλαντο. Πάντοτε τίς νύκτες, ἔπαιρνα μαζί μου καί ἕνα φαναράκι. Κάποια φωνή πέρασε ἀπό τά αὐτιά μου σάν ἀέρας καί μοῦ εἶπε: «Ἄφησε τό  φαναράκι σου στήν θυρίδα». Πράγματι τό ἄφησα καί κτυποῦσα τό τάλαντο στά σκοτεινά.῞Οταν ἔφθασα στό παρεκκλήσιον τῆς ῾Αγίας Ἀναστασίας, εἶδα ἀπό ἕνα διπλανό κελλί, νά ἐξέρχεται λάμψις δυνατῆς φωτιᾶς. Ἐκεῖ ἔμενε ὁ παπᾶ Φίλιππος, ὁ ὁποῖος ἔκαμε πολλά χρόνια στά ῾Ιεροσόλυμα, καί κατόπιν ἐπέστρεψε στήν Μονή.

Πετάω κάτω τό τάλαντο καί τρέχω πρός τό δωμάτιο. Μά τί νά ἰδῶ; ῾Ο παπᾶ-Φίλιππος καιγότανε ὁλόκληρος, τά ροῦχα του γεμᾶτα ἀπό λαδιές καί λίγδες, εἶχαν πάρει φωτιά. Τόν ἔπιασα ἀπό τίς μασχάλες καί τόν τραβοῦσα πρός τά ἔξω. Τρέχω καί κτυπῶ τήν καμπάνα. Πετάγεται ὁ παπᾶ-Θεόδωρος, ὁ παπᾶ-Ἠλίας καί ἄλλοι. Τοῦ ρίξαμε ἄφθονο νερό, ἀλλά τά ροῦχα του εἶχαν καεῖ. Τό σῶμα του εἶχε ὑποστεῖ σοβαρά ἐγκαύματα. Ἐκεῖνος ὁ καϋμένος ἐφώναζε: «Παναγία μου, σῶσε με, Παναγία μου σῶσε με». Τόν ἔβαλαν οἱ Πατέρες σέ μιά κουβέρτα καί τόν μετέφεραν στό νοσοκομεῖο. Δέν ἔζησε παρά 15 ἡμέρες. Τελειώθηκε μαρτυρικῶς, ὅπως ὁ ἅγιος Λαυρέντιος.

῾Ο Γέρο Βαρλαάμ, μέ σήκωσε ψηλά, μέ ἐφίλησε καί μοῦ εἶπε:

-Πάτερ Γελάσιε, ἔσωσες καί ἐμᾶς καί τό Μοναστήρι ἀπό τήν πυρκαϊά. Τοῦ εἶπα:

-Ὁ ἅγιος Νικόλαος μ᾿ ἐφώτισε ν᾿ ἀφήσω τό φαναράκι, διότι ἄν τό ἔπαιρνα μαζί μου, δέν θά ἔβλεπα τήν φωτιά.

Μία ἄλλη φορά, ὡς δόκιμος, ἀνέβηκα στόν ῎Αθωνα γιά τήν πανήγυρι τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Χριστοῦ. Μπροστά μου ἐπήγαινε μέ ζῶα ὁ ἰατρός τῆς Λαύρας π. Ἀθανάσιος Παυλίδης, μέ τόν μοναχό Γεδεών κι ἐγώ τούς ἀκολουθοῦσα ξυπόλυτος. Θέλεις ἀπό εὐλάβεια; Δέν ξέρω τί νά εἰπῶ. Αὐτοί ὄντας μακρυά ἀπό ἐμένα περί τά 200 μέτρα, στάθηκαν νά ξεκουρασθοῦν κάτω ἀπό ἕνα πεῦκο. Ἐγώ καθώς ἀνέβαινα κοντά σέ ἕνα ρεματάκι, αἰσθάνθηκα μία πολύ δυνατή εὐωδία. Λέγω μέ τόν νοῦ μου: Θά εἶχε στόν ντορβᾶ του κολώνια ὁ ἰατρός καί θά τοῦ χύθηκε.῎Ας πάω νά τόν εἰδοποιήσω:

-Γιατρέ, κοίταξε μέσα στόν ντορβᾶ σου, μήπως σοῦ χύθηκε τό μπουκαλάκι μέ τήν κολώνια, διότι στό τάδε μέρος μυρίζει κολώνια.

-Ἐγώ δέν ἔχω, παιδάκι μου, στό δισάκι μου κολώνιες. Ἐκεῖ πού αἰσθάνθηκες εὐωδία, ἔχω ἀκούσει, ὅτι ὑπάρχουν Λείψανα ῾Αγίων Πατέρων.

-Τέτοια εὐωδία, Γέροντα, δέν αἰσθάνθηκα πάλι. Στό γυρισμό, ἐπῆγα πάλι ἐκεῖ, ἀλλά δέν αἰσθάνθηκα τίποτε.

-Ἀνάλογα μέ τήν ψυχική κατάστασι πού εὑρίσκεται κανείς, τά αἰσθανεται αὐτά, μοῦ εἶπε ὁ π. Ἀθανάσιος.

-Τί ἄλλο θυμᾶσαι γιά ἄλλους Πατέρες τῆς Μονῆς μας, Γέρο Γελάσιε;

Κάποτε ὡς παραμάγειρας μέ μάγειρα τόν π. Αὐξέντιο, καθαρίζαμε κρεμμύδια. Ἐγώ πετοῦσα πολύ ἀπό τό ἐξωτερικό φλοιό τους, ὁπότε ὁ π. Αὐξέντιος μοῦ εἶπε: «Μή τά πετᾶς, οἰκονομία. Εἶναι σπατάλη εἰς βάρος τῆς περιουσίας τῆς Μονῆς».

῏Ηταν πολύ οἰκονομολόγος, ἀκτήμων, καλογερικός στό ἔπακρο. ῞Οταν ἐτελείωνα τήν δουλειά μου στό μαγειρεῖο, μοῦ ἔλεγε: «Μήν ἀργολογῇς ἐδῶ καί ἐκεῖ. Πήγαινε στήν ἐκκλησία».

῞Οταν ἤμουν ἐκκλησιαστικός καί κατέβαινα πρῶτος γιά νά ἀνάψῳ τά καντήλια, εὕρισκα τόν Γέρο Ἀρτέμιο στό μέσον τῆς αὐλῆς, ἄν ἦτο καλοκαίρι ἤ μέσα στόν ἐξωνάρθηκα ἄν ἦτο χειμῶνας, νά προσεύχεται μέ τά χέρια ὑψωμένα. Δέν τόν ἐνωχλοῦσα. ῎Ανοιγα τήν πόρτα, ἔμπαινε κι αὐτός μέσα, προσκυνοῦσε ὅλες τίς εἰκόνες μέ τήν σειρά. Μετά ἔπαιρνε τό στασίδι του καί προσευχόταν συνεχῶς.

-Ποιό εἶναι τά καταστάλγμα ἀπό τήν μοναχική σας ζωή π. Γελάσιε;

῎Αχ, παιδάκι μου, ν᾿ ἀγαπᾶτε τόν Θεό μέ ὅλη σας τήν καρδιά. ῾Ο Θεός θέλει καρδιά καί ἐκεῖ πάει καί κατοικεῖ. Δέν θέλει οὔτε γράμματα πολλά, οὔτε φαντασίες, οὔτε τίποτε. Τήν καρδιά καί τό διακόνημα πού σοῦ δίνει τό Μοναστήρι, αὐτά τά δυό νά προσέξῃς.

Εἶπα κάποτε στόν Γέροντά μου παπᾶ Ἀθανάσιο:

-Γέροντα, λόγῳ τοῦ διακονήματος, δέν προλαβαίνω νά εἶμαι σέ ὅλες τίς Ἀκολουθίες.

-Πάτερ Γελάσιε, μοῦ εἶπε, τό διακόνημά σου εἶναι ἱερώτερο ἀπό τήν 'Εκκλησία. Ἐάν ἀφήσουν ὅλοι τά διακονήματά τους, τότε τί θά γίνῃ; Λοιπόν νά κυττάζῃς πρῶτα τό διακόνημά σου, καί ἐκεῖ νά λέγῃς τούς Χαιρετισμούς τῆς Θεοτόκου.

-Πῶς θά ἀγαπήσουμε τόν Θεό, Γέροντα;

῞Αμα ἔλθῃ ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ, ὅλα νομίζω ὅτι τά ἔχω. Τήν χαρά πού αἰσθάνομαι δέν ἠμπορῶ νά τήν μεταφέρω σέ ἄλλον. ῎Οχι πάντοτε ὅμως. Τότε δέν ἐργάζεται ὁ νοῦς, ἀλλά ἡ καρδιά. Μόνο ἡ καρδιά. ῞Οταν κλείσω τά μάτια μου, τότε τά βλέπω καθαρώτερα ἐγώ ὅλα αὐτά τά μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ, μέσα σέ φῶς πνευματικό. Χαρά Θεοῦ. Δόξα νἄχῃ ὁ Πανάγαθος Θεός. Εἶμαι εὐχαριστημένος καί δέν εἶμαι ἄξιος αὐτῶν πού μοῦ ἔδωσε ὁ Θεός.

-Πρέπει νά καθώμαστε στήν ἐκκλησία καί σέ ποιές στιγμές, Γέροντα;

Νά μή κουράζῃς τό σῶμα σου. ῎Αν κουράσθηκες κάθισε λιγάκι γιά νά ἔχῃς κουράγιο νά κάνῃς ὕστερα καί τό διακόνημά σου. Προσοχή ὅμως νά μή σέ πάρῃ ὁ ὕπνος. 'Ἐμεῖς συνηθίζαμε νά καθώμαστε στά Ψαλτήρια καί τίς ῟Ωρες, ὅπως δηλαδή μᾶς εἶχε μάθει ὁ Γέροντάς μας.

-Ποιούς ῾Αγίους εὐλαβεῖσθε περισσότερο, π. Γελάσιε;

Τώρα τούς εὐλαβοῦμαι ὅλους. Μιά φορά τί ἔπαθα. ῏Ηλθε ὁ οἰκονόμος, Γέρο Εὐθύμιος στό ἀρχονταρίκι νά φάῃ, διότι δέν πρόλαβε στήν τράπεζα. Τοῦ ἔβαλα νά τρώγῃ καί ἐγώ ἐπῆγα στήν αἴθουσα ἀναμονῆς, γιά νά κάνω κομβοσχοίνι. ῎Ελεγα: «῞Αγιε Νικόλαε, βοήθησέ μας, ῞Αγιε Γρηγόριε βοήθησέ μας..» ῞Οταν εἶπα: «῞Αγιε Ἀθανάσιε Χριστιανουπόλεως (σημερινή Γορτυνία Ἀρκαδίας), πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν», τί τά θέλες παιδάκι μου, ἔσπασαν τά τζάμια τοῦ ντουλαπιοῦ, ὅπου εἴχαμε ἐκεῖ μέσα τήν εἰκόνα τοῦ ῾Αγίου. Τό γιατί, ἄκουσέ το:

Ἐκείνη τήν ἡμέρα ἦταν ἡ μνήμη του καί ἦλθε ὁ Ἐκκλησιαστικός νά πάρῃ τήν εἰκόνα του γιά νά τήν βάλῃ στό προσκυνητάρι τῆς ἐκκλησίας. Ἐγώ τότε τοῦ εἶπα: «῎Εε βέβαια, Μωραῒτης αὐτός, Μωραῒτες καί ἐσεῖς, γι᾿ αὐτό τοῦ κάνετε ἐπίσημη Ἀκολουθία μέ εἰκόνα καί κόλλυβα. Ἐνῶ τόσοι ῞Αγιοι Μικρασιᾶτες ὑπάρχουν καί δέν τούς τιμᾶτε, ὅπως τόν ῞Αγιο Ἀθανάσιο».

-Σιῶπα, μωρέ Γελάσιε, μοῦ εἶπε ὁ π. Δαβίδ· αὐτός ἦταν ῞Αγιος ἀπό κοσμικός.

Βλέπεις γιά νά μιλήσω περιφρονητικά γιά τόν Ἅγιο αὐτῆς τῆς εἰκόνας ἔγινε θρύψαλα τό τζάμι τοῦ ντουλαπιοῦ μπροστά μου γιά νά διορθώσω τήν γλῶσσα μου. Γι᾿ αὐτό στούς ῾Αγίους νά μή λέμε μεγάλες κουβέντες, διότι μᾶς ἀκοῦνε.

Παρόμοιο εἶναι καί τό παρακάτω περιστατικό. Μία χρονιά, ἦταν κλησιαστικός ὁ π. Δαβίδ. Κάθε βράδυ ἄναβε τά καντήλια στήν ὥρα τοῦ Ἀποδείπνου. Τό πρωῒ πάλι τά ἄναβε ὅσα εἶχαν σβήσει. Τό καντήλι τοῦ ῾Αγίου Σπυρίδωνος, τό εὕρισκε πάντα νά καίῃ ἀπό τό βράδυ μέ δυνατή φλόγα. ῞Ενα πρωῒ, εἶπε στόν ῞Αγιο: «Ἄαα ἐσύ ὡς τσοπάνης, ἤσουν ξελιγομένος (πεινασμένος καί διψασμένος)  καί τώρα πού  βρῆκες λάδι κυττάζεις νά τό κάψῃς ὅλο». Στενοχωρήθηκε πολύ ὁ ῞Αγιος. Ἀπό τήν ἑπομένη βραδυά ἔπαυσε πλέον νά καίῃ τό καντήλι του. Προσπαθοῦσε ὁ καϋμένος ὁ Γέρο Δαβίδ νά τό ἀνάψῃ καί αὐτό ἔσβηνε ἀμέσως.  ῞Υστερα ἀπό πολλά παρακάλια, μετάνοιες καί ἱκεσίες, κατένευσε ὁ ῞Αγιος καί τόν συνεχώρησε. ῎Εκτοτε τό καντήλι του ἔκαιγε ὅπως καί πρῶτα.

-Καί γιατί ἔφυγες ἀπό τήν Μονή τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου Γέροντα, ὅπου ἔγινες καί Καλόγερος;

Στήν Μονή τοῦ ῾Οσίου Γρηγορίου, ἔμεινα ἑπτά χρόνια, καί μετά ἐπεθύμησα νά πάω στούς ῾Αγίους Τόπους. ῾Ο Γέροντάς μου Παπᾶ Θανάσης δέν μοῦ ἔδινε εὐλογία νά πάω. Ἐγώ ἐζήτησα εὐλογία νά πάω σάν ἐπισκέπτης στήν Σιμωνόπετρα, νά παρακαλέσω τόν ἡγούμενον αὐτῆς ἀρχιμ. π. Καισάριο, νά μέ βοηθήσῃ νά ἐκπληρώσω τόν σκοπόν μου. Ἐκεῖνος μοῦ ὑποσχέθηκε ὅτι θά μέ στείλη. Τότε ἐζήτησα ἀπό τόν Γέροντά μου ἀπολυτήριο γιά τήν Σιμωνόπετρα καί εὐχαρίστως μοῦ ἔδωσε. Μά δέν ἦταν ὅμως θέλημα τῆς Παναγίας καί ἔτσι ἔμεινα πλέον στήν Σιμωνόπετρα.

῞Οταν ἦλθε ἡ νέα συνοδεία τῶν Πατέρων ἀπό τά Μετέωρα, ἐγώ τούς ἔδωσα τά κλειδιά, διότι μέ εἶχαν τοποτηρητή τῆς Μονῆς. Τότε ἐζήτησα ἀπό τόν νέον ῾Ηγούμενο, νά ἡσυχάσω στόν Ἀρσανᾶ τῆς Μονῆς πλησίον τῆς Δάφνης. Ἐκεῖ ἔμεινα 11 χρόνια. Κάθε χρόνο ἔπαιρνα τόν διορισμό τοῦ διακονήματος, "ὡς φύλαξ  Δάφνης καί πάσης παραλίας".

Πολλές φορές μέ παρακαλοῦσε ὁ ἡγούμενος π. Αἰμιλιανός νά ἀνεβαίνω τοὐλάχιστον στίς πανηγύρεις τῆς Μονῆς. Ἐγώ ὅμως τοῦ ἔλεγα: "Ἄκουσε Γέροντα, ἐγώ ἄν δέν ἀκούσω τό καλό ὄνομα γιά τήν Σιμωνόπετρα καί τήν πρόοδόν της, δέν θά ἔλθω μέσα".

῞Ολη αὐτή τήν περίοδο εἶχα μαζί μου συνοδεία δεκάδες γάτες. Κάποτε ἔφθασαν τίς 70. Τό διακόνημά μου ἦταν ψαρᾶς. ῞Ο,τι ἔβγαζα τά ἔτρωγα ἐγώ καί ἡ συνοδεία μου. Εἶναι καί αὐτά τά γατάκια πλάσματα τοῦ Θεοῦ. Μ᾿ ἀγαποῦν καί τά ἀγαπῶ. Κοιμῶνται ἐπάνω μου, στό κρεβάτι μου. Εἶναι καθαρά καί ὅπου πηγαίνω ἐγώ, ἔρχονται καί αὐτά μαζί μου.

Μετά ἀπό 11 χρόνια ἔχασα σέ μεγάλο βαθμό τήν ὄρασί μου. Κατόπιν κτύπησα στήν μέση μου. πί πλέον ἄκουσα καλά λόγια γιά τήν Μονή ἀπ᾿  ὅλους τούς ἀνθρώπους, καί ἀπεφάσισα πλέον νά ἐπιστρέψω.

῞Οταν ἐπέστρεψα, οἱ Πατέρες ἐκείνη τήν στιγμή ἔψαλλαν τόν ῾Εσπερινό. Μπῆκα μέσα, προσκύνησα τίς εἰκόνες τοῦ τέμπλου καί στεκόμενος κάτω ἀπό τό κεντρικό πολυέλεο, εἶπα τά ἑξῆς: «Νῦν ἀπολύεις τόν δοῦλον σου, Δέσποτα..» Οἱ Πατέρες ἔκλαιγαν ἀπό συγκίνησι καί χαρά. Μοῦ ἔδωσαν κελλί, μοῦ ἔπλυναν τά ροῦχα καί ἐγώ βλέποντας αὐτούς συγκινημένους ἔλεγα: «Αὐτά εἶναι τά μυρίπνοα ἄνθη τοῦ Παραδείσου».

-Τί θυμᾶσθε νά μοῦ πῆτε γιά τόν Γέροντά σας, τόν παπᾶ Θανάση;

Τί νά σοῦ πῶ, παιδάκι μου. Τόν βλέπω πολλές φορές στόν ὕπνο μου, νά εὑρίσκεται ζωντανός δίπλα μου. Τήν τελευταία φορά, ἐρχόμουν δῆθεν ἀπό τόν Πολύγυρο, καί ἐκεῖνος μέ εἶδε ἀπό μακρυά καί μοῦ εἶπε: «Πάτερ Γελάσιε, σοῦ ἔβγαλα εἰσιτήριο, θά πᾶς μέ τό λεωφορεῖο τώρα». Αὐτό τό εἰσιτήριο, εἶναι ἡ πρεσβεία καί ἡ εὐλογία τοῦ Γέροντός μου, πού μοῦ ἑτοιμάζει γιά ν᾿ ἀναχωρήσω.

Πρό ἡμερῶν, εἶδα ὅτι εὑρισκόμουν σέ μιά λαμπρή πανήγυρι, ὅπου ἦσαν καί πολλοί Γρηγοριάτες Πατέρες. Σ᾿ ὅλους αὐτούς ἐγώ ἤμουν ἐπικεφαλῆς. ῎Ερχεται ὁ Γέρο Βαρλαάμ καί μέ ἐρωτᾶ:

-Βρέ Γελάσιε, εἶναι ἕτοιμα καί στρωμένα τά φαγητά;

-Ναί Γέρο Βαρλαάμ, τά ἔχω ὅλα ἕτοιμα. Κατόπιν πλησίασε ἐμένα μία γυναῖκα καί μοῦ εἶπε: «ἑτοίμασε στό τάδε δωμάτιο, γιά νά φᾶνε τρεῖς Γυναῖκες».

Τῆς εἶπα: «δέν μοῦ τό λέγατε ἐνωρίτερα νά ἑτοιμάσω;».

-Μή στενοχωριέσαι, μόνο ἑτοίμασε γι᾿ αὐτές τίς Γυναῖκες.

῏Ηλθαν λοιπόν καί κάθισαν. Μά ξέρεις ποιές ἤτανε; ῾Η Παναγία μας, ἡ ῾Αγία Μαγδαληνή καί ἡ ῾Αγία Ἀναστασία μας. Αὐτές ἦταν. Τίς ἐγνώρισα ἐγώ. Καθώς ἐκάθισαν, ἔτρεξα ἐγώ νά πάρω τήν κουτάλα νά τούς βάλω σοῦπα. Μά ὅταν ἐτελείωσα τό σερβίρισμα, ξύπνησα καί σηκώθηκα. Ἀναρρωτιόμουν, μά τί εἶναι αὐτό τό ὄνειρο, τί σημαίνει ἄραγε;

Πρίν ἀπό δύο χρόνια, 1948, βλέπω στόν ὕπνο μου, ὅτι ἤμουν σ᾿ ἕνα σιδηροδρομικό σταθμό γιά νά ταξιδεύσω. ῞Ενας ἀξιωματικός ἐκεῖ μοῦ λέγει:

-Ποῦ πηγαίνεις;

-Πάω μέσα.

-῎Εχεις εἰσιτήριο; 

-῎Εχω, νᾶτο.

-Δέν εἶναι αὐτό τό εἰσιτήριο γι᾿ αὐτό τό τραῖνο. Νά περιμένῃς νά ἔλθῃ τό ἄλλο.

-Μετά ἀπό ἕνα χρόνο, τήν ἴδια ἡμέρα, εἶδα τό ἴδιο ὄνειρο μέ τόν ἴδιο ἀξιωματικό καί τόν διάλογο. Μοῦ λέγει:

-Νά περιμένῃς, θά φύγῃς μέ τό ἄλλο τραῖνο.

Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ Θεός μοῦ ἑτοιμάζει τό εἰσιτήριο νά ἀναχωρήσω γιά τήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, ἀλλά λίγο ἀργότερα.

-Γέροντα, πέστε μας τό θαῦμα μέ τόν ῞Αγιο Κασσιανό τόν Ρωμαῖο;

῎Ακουσε, παιδί μου, τό καλοκαίρι τοῦ 1987, αἰσθανόμουν γιά ἀρκετό διάστημα πόνους στά χέρια καί στά πόδια. Παρεκάλεσα πολλές φορές τόν Κύριο, τήν Θεοτόκο καί ἄλλους ῾Αγίους, ἀλλά καμμία ἀπάντησις. Θυμήθηκα τότε ἕνα ξεχασμένο σέ πολλούς ῞Αγιο, τόν ῞Οσιο Κασσιανό τόν Ρωμαῖο, τοῦ ὁποίου ἡ μνήμη τελεῖται μία φορά κάθε 4 χρόνια, δηλαδή τήν 29ην Φεβρουαρίου.

῞Οταν ὑπηρετοῦσα ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Μονῆς στήν Κοινότητα, τιμοῦσα αὐτόν τόν ῞Αγιο, καί ὅταν ἀκόμη δέν ὑπῆρχε ἡμέρα τῆς μνήμης του. Μοίραζα γλυκά στούς ἄλλους Ἀντιπροσώπους τήν τελευταία ἡμέρα τοῦ Φεβρουαρίου, λέγοντας: «Ὁρῖστε Πατέρες, γλυκά γιά νά τιμήσουμε τόν ἅγιο Κασσιανό, γιά νά μή παραπονιέται, διότι ἡ Ἐκκλησία μας δέν θά τόν τιμήσῃ αὐτή τήν χρονιά». Αὐτόν λοιπόν παρεκάλεσα νά μέ ἀπαλλάξῃ ἀπό τούς πόνους. Καί πράγματι, τό βράδυ, πρίν κοιμηθῶ, κάποιος ἐκτύπησε τήν πόρτα τοῦ κελλιοῦ μου.

-Ποῖος εἶναι;  Περᾶστε μέσα.

-Τί κάνεις, πάτερ Γελάσιε;

-Τί θέλεις νά κάνω, Γέροντα, δέν ξέρεις ὅτι πονῶ στά χέρια καί στά πόδια;

-Μή στενοχωριέσαι. Θά γίνῃς καλά. Πάρε σβησμένο ἀσβέστι, ἐπάλειψε τά μέρη πού πονᾶς, καί θά γίνῃς καλά.

῏Ηταν ὁ ῞Αγιος, λευκογένειος, ταπεινός, εὐσυμπάθητος. Φώναξα τόν διακονητή μου, τόν π. Π. νά μοῦ φέρῃ ἀσβεστόνερο. Ἐκεῖνος μέ ἐμάλωνε λέγοντας:

-Τί θέλεις τέτοια ὥρα αὐτό τό νερό;

-Ἐσύ δέν ξέρεις. Κάνε ὅμως ὑπακοή νά μοῦ τό φέρῃς.

Πράγματι, ἐπάλειψα τά πονεμένα μου μέλη, καί σέ πέντε λεπτά ἤμουν καλά. Τότε κατάλαβα, ὅτι μέ εἶχε ἐπισκεφθῆ ὁ ἅγιος Κασσιανός.

-Γέρο Γελάσιε, εἴχατε ἀγαθές σχέσεις μέ τόν ὅσιο Σίμωνα, τόν Κτίτορα τῆς Μονῆς;

Ἀλλοίμονο, τί μέ ρωτᾶς, πάτερ; Τσακωμένος θά εἶμαι μέ τόν ῞Αγιο; Καί ἐπειδή μέ ρωτᾶς, θά σοῦ πῶ τώρα κι ἐγώ μία ἐπίσκψι πού εἶχα τοῦ ῾Αγίου αὐτοῦ στό κελλί μου.

῏Ηταν ἡ μνήμη του, 28 Δεκεμβρίου 1986. ῞Ολοι οἱ Πατέρες καί οἱ προσκυνητές, εὑρίσκοντο στήν ἀγρυπνία, Ἐγώ, ὅπως ξέρῃς, ἔμενα στό κελλί μου καί ἀπό ἐκεῖ μέ εἰδική συσκευή, ἄκουγα τήν Ἀκολουθία τοῦ ῾Αγίου. Ξαφνικά, βλέπω τόν ῞Αγιο Σίμωνα νά μπαίνῃ στό κελλί μου, περιβεβλημένος ἀπό ἄπλετο φῶς. Μέ ρώτησε τί κάνω. ῎Επειτα ἔκατσε μαζί μου καί μιλήσαμε ἀρκετά πράγματα. ῞Ο,τι μιλήσαμε τά εἶπα στόν ῾Ηγούμενο τῆς Μονῆς, τόν π. Αἰμιλιανό. Κατόπιν μέ εὐλόγησε καί ἀνέβηκε στούς Οὐρανούς. Δοξασμένο τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ καί τοῦ Κτίτορος, τοῦ ἁγίου Σίμωνος.

Τό μακάριο τέλος τοῦ π. Γελασίου.

Τό βραδάκι τῆς 23 Αὐγούστου τοῦ 1987, ἕνα τηλεφώνημα ἀπό τήν γείτονα ἀδελφή Μονή τῆς Σίμωνος Πέτρας, μᾶς ἔφερε τό μήνυμα τῆς ὁσιακῆς τελευτῆς τοῦ πολυαγαπητοῦ καί πολυσεβαστοῦ μας π. Γελασίου.῾Ο ἡγούμενος τῆς Μονῆς τοῦ ῾Οσίου Γρηγορίου π. Γεώργιος, ἐπειδή ὁ μακαριστός π. Γελάσιος ἦταν Γρηγοριάτης Μοναχός, ἀπέστειλε γιά τήν κηδεία του, τέσσαρας Μοναχούς μεταξύ τῶν ὁποίων καί τόν γράφοντα τά παρόντα. ῞Οταν ἐφθάσαμε ἐκεῖ, τήν ἑπομένη τό μεσημέρι διαβάσθηκε στό Καθολικό τῆς Μονῆς ἡ εἰδική γιά Μοναχούς ἀκολουθία. Στήν συνέχεια μεταφέρθηκε τό σκήνωμά του στό κοιμητήρι τῆς Μονῆς, ὅπου παρουσίᾳ ὅλων τῶν Ἀδελφῶν ἐνταφιάσθηκε. ῾Η χαρά ἦτο ἔκδηλη στά πρόσωπα ὅλων. Εἴχαμε τήν αἴσθησι, ὅτι προπέμψαμε ἕνα σύγχρονο ῞Οσιο Πατέρα, ὁ ὁποῖος θά προσεύχεται πλέον ἀενάως στήν Παναγία Τριάδα ὑπέρ ἡμῶν καί ὅλου τοῦ κόσμου.

῞Οταν ἐπιστρέψαμε στό Συνοδικό γιά νά πάρουμε τό συνηθισμένο κέρασμα, ἀκούσαμε μιά ἄλλη ἔκπληξι γιά τόν μακαριστό Παπποῦ. ῾Ο ἱερομόναχος π. Δ. μᾶς διηγήθηκε τό τελευταῖο περιστατικό πρό τοῦ θανάτου του:

Χθές τό ἀπόγευμα, πλησιάζοντας ἡ ὥρα τοῦ ῾Εσπερινοῦ, ὁ ὑπεύθυνος τῆς ἐκκλησίας ἀδελφός, κτύπησε τό πρῶτο τάλαντο καί μπῆκε μέσα νά ἀνάψῃ τά καντήλια. Τότε πετάχθηκε ἔξω ἀπό τό κελλί του ὁ Γέρο-Γελάσιος. Περίμενε στήν αὐλή νά περάσῃ ἕνα τέταρτο, γιά νά κτυπήσῃ αὐτός τό δεύτερο τάλαντο. ῞Ενας ἀδελφός, περνῶντας ἀπ᾿ ἐκεῖ, τόν πλησίασε καί μέ ἀγάπη τοῦ φίλησε τό χέρι. Καί τό πρόσωπό του εἶχε πόθο νά ἀσπασθῇ, ἄν δέν τόν ἠμπόδιζε πρός τοῦτο ἡ καλογερική σεμνότης καί ὁ σεβασμός του πρός τόν μακαριστό Γέροντα. Τόν ρώτησε λοιπόν:

-Γιατί κάθεσαι ἐδῶ Γέροντα; Μοῦ κάνει ἐντύπωσι αὐτή ἡ ἔξοδός σου καί ἡ παραμονή σου σ᾿ αὐτόν τόν τόπο.

-῏Ηλθα νά πάρω εὐλογία ἀπό τόν ἐκκλησιαστικό, νά κτυπήσω ἐγώ τό δεύτερο τάλαντο.

-Μά γιατί; Αὐτό πρώτη φορά τό κάνεις.

῾Ο Γέροντας τοῦ ἔκανε νόημα μέ τό χέρι νά μή ἐπιμένῃ καί ἥσυχα τοῦ εἶπε:

-Σσστ· σέ λίγο θά ἰδῇς.

῾Ο Ἀδελφός, χωρίς νά ὑποψιασθῆ τίποτε, ἔτρεξε νά φωνάξῃ ἕνα Ἀδελφό πού εἶχε μαγνητόφωνο καί φωτογραφική μηχανή, ἐπειδή τοῦ ἔκανε ἐντύπωσι αὐτή ἡ ἐπίμονη ἐπιθυμία τοῦ Γέροντος Γελασίου.

῞Οταν ἦλθε ἡ ὥρα γιά τό δεύτερο  τάλαντο, ὁ μακαριστός Παπποῦς ἐπῆρε ὡσάν νά ἦτο νέος Μοναχός τό τάλαντο καί τό κτυποῦσε μέ ἁπλότητα περιφερόμενος πέριξ τῆς ἐκκλησίας. Πολλοί Πατέρες εἶχαν σχηματίσει πομπή καί τόν ἀκολουθοῦσαν, κυριολεκτικά συγκινημένοι καί ἀποροῦντες. Κατόπιν ὁ διακονητής του, τόν ἐσυνώδευσε μέχρι τό κελλί του.

-῾Ο παπποῦς τοῦ εἶπε: «Ἐσύ τώρα πήγαινε στήν ἐκκλησία, κι ἐγώ θά ἀκούσω τόν Ἑσπερινό ἀπό τό ράδιο».

Αὐτά ἦταν καί τά τελευταῖα λόγια του. ῎Αρχισε ὁ ῾Εσπερινός. ῎Εφθασε στήν ἀνάγνωσι τοῦ Ψαλτηρίου. ῾Ο διακονητής του πῆγε στόν Παπποῦ νά ἰδῇ τί κάνει. Τόν εὑρῆκε καθισμένον στό κρεββάτι του μέ γερμένο τό κεφάλι του ἀριστερά. Ἐνόμισε ὅτι κοιμᾶται. Τοῦ μίλησε, τόν σκούντηξε, καμμιά ἀπάντησις. ῾Ο Γέρο-Γελάσιος εἶχε φύγει γιά τίς αἰώνιες Μονές.

῏Ηταν ἡ ζωή του ἕνα τραγούδι τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ πού τό συνώδευαν τά ἄφθονα δάκρυά του. Ἐξῆλθε νικητής ἐκ τῆς παρούσης ζωῆς καί ὄντως ἐδοξάσθη.

Αἰωνία σου ἡ μνήμη ἀξιομακάριστε ἀδελφέ μας π. Γελάσιε.         

Μον. Δαμασκηνός Γρηγοριάτης

Μέ τήν εὐλογία τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου