Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2026

Οι τουρκικές τηλεοπτικές σειρές ως εθνικό κεφάλαιο και μοχλός επιρροής στα Βαλκάνια

Κρατική επιδότηση έως 100.000 δολάρια ανά επεισόδιο για σειρές που εξάγονται στο εξωτερικό, ως μέρος μιας μεθοδικής στρατηγικής διαμόρφωσης αντιλήψεων και πολιτισμικής διείσδυσης στα Βαλκάνια.

Η τηλεοπτική μυθοπλασία στην Τουρκία δεν αντιμετωπίζεται πλέον απλώς ως προϊόν ψυχαγωγίας. Μετατρέπεται, όλο και πιο καθαρά, σε στρατηγικό εργαλείο. Η Άγκυρα επιλέγει να στηρίξει θεσμικά έναν κλάδο που ήδη λειτουργεί ως εξαγωγική «μηχανή», επενδύοντας σε σειρές που ταξιδεύουν στο εξωτερικό και ενισχύουν την εικόνα της χώρας.

Ο Υπουργός Πολιτισμού και Τουρισμού Mehmet Nuri Ersoy ανακοίνωσε νέο πλαίσιο επιδότησης για παραγωγές που προβάλλονται διεθνώς, με χρηματοδότηση που μπορεί να φτάνει έως και 100.000 δολάρια ανά επεισόδιο. Το ύψος της ενίσχυσης δεν θα είναι τυπικό, αλλά θα συνδέεται με συγκεκριμένα κριτήρια: τη στόχευση αγορών, την απήχηση και κυρίως τον τρόπο με τον οποίο προβάλλεται η Τουρκία.

Από την τηλεθέαση στη γεωπολιτική

Η τουρκική βιομηχανία σειρών αποτιμάται ήδη ως ένας από τους ισχυρότερους εξαγωγικούς πυλώνες της χώρας, με έσοδα που υπερβαίνουν το 1 δισ. δολάρια. Οι παραγωγές αυτές προβάλλονται σε δεκάδες χώρες και έχουν αποκτήσει διεθνές brand name – τόσο ώστε ο όρος dizi να χρησιμοποιείται διεθνώς για να περιγράψει το συγκεκριμένο μοντέλο αφήγησης.

Πίσω από την εμπορική επιτυχία, ωστόσο, διακρίνεται μια πιο σύνθετη στρατηγική. Η τηλεοπτική εικόνα γίνεται μέρος της λεγόμενης ήπιας ισχύος: της ικανότητας ενός κράτους να διαμορφώνει αντιλήψεις και συναισθήματα μέσω πολιτισμού και συμβολισμών, αντί μέσω πίεσης ή εξαναγκασμού.

Στο ίδιο πλέγμα εντάσσονται και άλλοι θεσμοί πολιτισμικής παρουσίας, όπως ο δημόσιος ραδιοτηλεοπτικός φορέας TRT και τα Ινστιτούτα Yunus Emre Institute, που προωθούν γλώσσα και πολιτισμό στο εξωτερικό. Οι σειρές, όμως, διαθέτουν ένα πλεονέκτημα: μπαίνουν καθημερινά στα σπίτια εκατομμυρίων θεατών, δημιουργώντας οικειότητα μέσα από πρόσωπα και ιστορίες.

Η βαλκανική «αγορά οικειότητας»

Στα Βαλκάνια, η απήχηση δεν περιορίζεται σε υψηλά νούμερα τηλεθέασης. Σε χώρες όπως η Σερβία και η Βόρεια Μακεδονία, οι τουρκικές σειρές έχουν συνδεθεί με συζητήσεις για πολιτισμική επιρροή, ταυτότητα και δημόσιο χώρο. Στη δεύτερη, μάλιστα, ήδη από το 2012 είχαν καταγραφεί πολιτικές αντιδράσεις και προτάσεις περιορισμού της μετάδοσης, στο όνομα της προστασίας της εγχώριας παραγωγής και της πολιτισμικής αυτονομίας.

Η επιτυχία τους εξηγείται εν μέρει από την εγγύτητα αξιών και αφηγηματικών μοτίβων: έμφαση στην οικογένεια, στη συλλογικότητα, στις παραδοσιακές σχέσεις, αλλά και σε έντονες κοινωνικές συγκρούσεις που θυμίζουν οικεία βιώματα της περιοχής. Έτσι, δημιουργείται μια μορφή «χαμηλής έντασης» πολιτισμικής σύνδεσης, ακόμη και όταν οι πολιτικές σχέσεις είναι περίπλοκες.

Ιστορία, μνήμη και σύγχρονα μηνύματα

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχουν οι ιστορικές παραγωγές. Ο Muhteşem Yüzyıl (γνωστός στην Ελλάδα ως «Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής») ανανέωσε το ενδιαφέρον για την οθωμανική περίοδο μέσα από μια λαϊκή, δραματοποιημένη αφήγηση.

Αντίστοιχα, η σειρά-ντοκιμαντέρ Rise of Empires: Ottoman, που διατέθηκε διεθνώς μέσω του Netflix, παρουσίασε την Άλωση της Κωνσταντινούπολης σε παγκόσμιο κοινό, επανατοποθετώντας ένα ιστορικό γεγονός υψηλού συμβολισμού μέσα από τουρκικό αφηγηματικό πρίσμα.

Παράλληλα, παραγωγές όπως το Lefter: Bir Ordinaryüs Hikayesi, που αναφέρεται στον ελληνικής καταγωγής ποδοσφαιριστή Λευτέρη Κιουτσούκη, κινούνται σε διαφορετική κατεύθυνση: προβάλλουν πρόσωπα-γέφυρες, προτείνοντας μια πιο συμφιλιωτική πολιτισμική ανάγνωση.

Ανάμεσα στην αγορά και το κράτος

Η κρατική χρηματοδότηση, πάντως, δεν είναι ουδέτερη. Από τη μία, προσφέρει σταθερότητα σε έναν ανταγωνιστικό διεθνή κλάδο που πλέον προσαρμόζεται και στις απαιτήσεις των πλατφορμών streaming, μεταβάλλοντας διάρκεια επεισοδίων και μορφή αφήγησης. Από την άλλη, εγείρει ερωτήματα για τα όρια της δημιουργικής αυτονομίας.

Αναλυτές επισημαίνουν ότι η τουρκική μυθοπλασία συχνά λειτουργεί ως πεδίο κοινωνικού σχολιασμού, αναδεικνύοντας αντιθέσεις και εντάσεις της ίδιας της τουρκικής κοινωνίας. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις – ιδίως σε έργα ιστορικού ή εθνικού χαρακτήρα – παρατηρείται μεγαλύτερη σύμπλευση με επίσημες αφηγήσεις, με τον κίνδυνο αυτολογοκρισίας να μην αποκλείεται.

Τι σημαίνει αυτό για την περιοχή

Για την Ελλάδα, τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, τη Σερβία, τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, την Αλβανία, τη Βόρεια Μακεδονία και το Κόσοβο, το φαινόμενο δεν είναι απλώς τηλεοπτικό. Αγγίζει ζητήματα μνήμης, ταυτότητας και αντίληψης ισχύος.

Η πολιτισμική κατανάλωση δεν μεταφράζεται αυτόματα σε πολιτική επιρροή. Ωστόσο, η συστηματική παρουσία αφηγημάτων, εικόνων και συμβόλων δημιουργεί ένα «απόθεμα εξοικείωσης» που επηρεάζει το πώς μια κοινωνία αντιλαμβάνεται μια άλλη. Σε μια περιοχή όπου η ιστορία παραμένει ζωντανή στον δημόσιο λόγο, το ποιος αφηγείται το παρελθόν, και με ποιο ύφος, αποκτά ιδιαίτερη σημασία.

Η τουρκική τηλεοπτική παραγωγή φαίνεται να περνά από τη φάση της αυθόρμητης διεθνούς επιτυχίας σε εκείνη της συνειδητής στρατηγικής. Και αυτό σημαίνει ότι η οθόνη, πέρα από χώρος ψυχαγωγίας, γίνεται και πεδίο ανταγωνισμού αφηγήσεων, ένας ήπιος αλλά διαρκής παράγοντας επιρροής στη βαλκανική γεωπολιτική σκακιέρα.