Ἑορτάζει στὶς 26 Ἰανουαρίου
Ο ΟΣΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΠΑΛΑΙΟΣ
Τὸν χοῦν, παλαιὲ Συμεών, ἀπεξύσω,
Ἐχθροῦ παλαιοῦ λεπτύνας εἰς χοῦν κάραν.
Ο Όσιος πατέρας μας Συμεών αγάπησε την ερημική ζωή από την παιδική του ηλικία. Κατοίκησε λοιπόν μέσα σε ένα σπήλαιο στο βουνό που ονομάζεται Αμανός και δεν γεύτηκε καμία ανθρώπινη τροφή. Δεν έτρωγε ψωμί ούτε κάτι άλλο, παρά μόνο τα χόρτα του αγρού. Επειδή επιθύμησε να δει το όρος Σινά και να προσκυνήσει τα ιερά σεβάσματα, πήγε εκεί και έφτασε στο σπήλαιο όπου κρύφτηκε ο προφήτης Μωυσής πριν αξιωθεί να δει τον Θεό. Μπήκε μέσα, έπεσε στο έδαφος και παρέμεινε νηστικός για επτά ημέρες, προσευχόμενος με δάκρυα για τη χάρη του Θεού. Δεν σηκώθηκε από εκεί μέχρι που άκουσε θεϊκή φωνή, η οποία τον πρόσταξε να εγερθεί και να φάει τρία μήλα που βρέθηκαν μπροστά του.
Κάποιοι Ιουδαίοι που περιπατούσαν στην περιοχή έχασαν τον δρόμο τους λόγω βροχής και ανεμοστρόβιλου. Μην ξέροντας πού να πάνε, έτρεχαν από εδώ και από εκεί και τελικά έφτασαν στο σπήλαιο του Οσίου. Όταν τον είδαν, τον ρώτησαν πώς θα βρουν τον δρόμο τους. Ο Όσιος υποσχέθηκε να τους δώσει δύο οδηγούς. Ενώ εκείνοι περίμεναν, έφτασαν δύο λιοντάρια και έγλειφαν τον Όσιο σαν να ήταν το αφεντικό τους. Ο Όσιος διέταξε τα θηρία με ένα νεύμα να συνοδεύσουν τους Ιουδαίους μέχρι να βρουν τον δρόμο τους, όπως και έγινε.
Κάποτε, κατά την περίοδο του θέρους, ένας άδικος γεωργός έκλεψε μερικά δεμάτια από το γειτονικό χωράφι και τα έβαλε στο δικό του αλώνι. Αμέσως η θεία δίκη τον τιμώρησε, καθώς έπεσε κεραυνός από τον ουρανό και άναψε φωτιά στο αλώνι του. Βλέποντας αυτό ο γεωργός, έτρεξε στον Όσιο με δάκρυα και διηγήθηκε τη συμφορά του, κρύβοντας όμως την κλοπή. Όταν ο Όσιος τον πρόσταξε να πει την αλήθεια, εκείνος ομολόγησε. Τότε ο Συμεών του είπε ότι η φωτιά θα σβήσει μόνο αν επιστρέψει τα κλοπιμαία στον ιδιοκτήτη τους. Μόλις ο γεωργός υπάκουσε και έτρεξε να τα επιστρέψει, η φωτιά έσβησε αμέσως χωρίς νερό.
Όταν ο Όσιος Συμεών πήγαινε στο όρος Σινά και έφτασε στην έρημο κοντά στα Σόδομα, είδε από μακριά χέρια ανθρώπου να βγαίνουν από το βάθος της γης. Πλησίασε και είδε έναν λάκκο που έμοιαζε με φωλιά αλεπούς. Ο άνθρωπος που ήταν μέσα, ακούγοντας τον θόρυβο των ποδιών, κρύφτηκε πιο βαθιά. Ο Όσιος έσκυψε και τον παρακαλούσε επίμονα να φανερωθεί, πράγμα που έγινε μετά από πολλές παρακλήσεις. Η εμφάνισή του ήταν άγρια, είχε βρώμικα μαλλιά, ρυτιδιασμένο πρόσωπο και ξεραμένα μέλη. Φορούσε σχισμένα ρούχα ραμμένα με φύλλα φοίνικα. Όταν ο Όσιος τον ρώτησε πώς βρέθηκε εκεί, εκείνος απάντησε: «Και εγώ ήθελα να πάω στο Σινά και συμφωνήσαμε με έναν αδελφό να μην χωριστούμε μέχρι θανάτου. Επειδή εκείνος πέθανε στον δρόμο, εγώ τηρώντας τον όρκο μου τον έθαψα εδώ, έσκαψα αυτόν τον λάκκο και περιμένω το τέλος της ζωής μου. Για τροφή έχω τους καρπούς των φοινίκων που μου φέρνει ένας αδελφός κατ’ εντολή του Θεού». Καθώς τα έλεγε αυτά, ήρθε ένα λιοντάρι κρατώντας στο στόμα του ένα τσαμπί χουρμάδες. Οι σύντροφοι του Οσίου φοβήθηκαν, αλλά ο Συμεών σηκώθηκε και έκανε νεύμα στο λιοντάρι, το οποίο παραμέρισε. Έπειτα, το θηρίο πήγε μακριά και κοιμήθηκε σαν να ήταν λογικός άνθρωπος. Έτσι η αρετή υποτάσσει ακόμη και τα άγρια θηρία. Επιστρέφοντας ο Όσιος από το Σινά, έχτισε δύο μοναστήρια και ολοκλήρωσε την επίπονη ζωή του, αφού έκανε πολλά θαύματα για τη δόξα του Θεού.
Ο ΜΕΓΑΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, ΕΚΔΙΔΕΤΑΙ ΑΝΑΛΩΜΑΣΙ ΚΑΙ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΥΠΟ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΟΙΝΟΗΣ ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΛΑΓΓΗ – ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ: Ι.Ν.ΑΓΙΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΩΝ ΙΣΤΙΑΙΑΣ
Αυτό το άρθρο δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα του Ι.Ν. Αγίων Ταξιαρχών Ιστιαίας. Ευχαριστούμε για την αναδημοσίευση!