Απολογητικά

π. Θεόκλητος Διονυσιάτης

ΟΡΘΟΔΟΞΑ

ΚΑΙ ΑΝΤΟΡΘΟΔΟΞΑ ΒΙΒΛΙΑ

«Ἔσται γὰρ καιρὸς ὅτε τῆς ὑγιαινούσης διδασκαλίας οὐκ ἀνέξονται, ἀλλὰ κατὰ τὰς ἐπιθυμίας τὰς ἰδίας ἑαυτοῖς ἐπισωρεύσουσι διδασκάλους κνηθόμενοι τὴν ἀκοήν…» Ἀπ. Παῦλος Πηγή: Ι.Ν.ΑΓΙΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΩΝ ΙΣΤΙΑΙΑΣ www.entaksis.gr

Ἀπὸ πολλοῦ γίνεται θόρυβος διὰ κάποιο βιβλίον ἑνὸς Καθολικοῦ συγγραφέως. Εἶναι τὸ βιβλίον τοῦ Φοῦλτον, ὑπὸ τὸν τίτλον «Τὸ πιὸ μεγάλο γεγονός». Ἠμφεσβητήθησαν ὡρισμένα σημεῖα τοῦ βιβλίου, ἀναφερόμενα εἰς τὸ πάνσεπτον πρόσωπον τῆς Κυρίας ἡμῶν Θεοτόκου, κατὰ πόσον ἐναρμονίζονται πρὸς τὴν ὀρθόδοξον παράδοσιν. Καὶ ἀπεδείχθη, κατόπιν σχετικῶν καταγγελιῶν, ὅτι εἰς τὸ ἐν λόγω βιβλίον παρεισέφρησαν, ὑπὸ μορφὴν λογοτεχνικήν, φράσεις καθαπτόμεναι τῆς γνησιότητος τῆς παραδόσεως καὶ προσβάλλουσαι τὴν Ὀρθόδοξον συνείδησιν. Τὸ πρᾶγμα ἐστοίχισε τὴν προαγωγὴν καλοῦ κληρικοῦ, ὡς ὑπευθύνου, ἀπαλλαγέντος ἀπὸ τοῦ βάρους τοῦ ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος, ὅπερ μετ’ ὀλίγον θὰ ἐπωμίζετο.

Εἶναι βέβαιον, ὅτι δὲν ὑπῆρχε πρόθεσις ἀλλοιώσεως τῶν ἱερῶν κειμένων, ἐκ μέρους τοῦ κριθέντος ὡς ὑπευθύνου κληρικοῦ. Μάλιστα, ἀπολογούμενος, ἐβεβαίωσεν, ὅτι διὰ τοῦ λογοτεχνήματος ἀπέβλεπεν εἰς τὴν ὠφέλειαν τῶν Χριστιανῶν. Δὲν φρονοῦμεν, ὅτι πρέπει νὰ ἀμφισβητήσωμεν τὰς ἀγαθὰς προθέσεις ἑνὸς τόσον εὐλαβοῦς τέκνου τῆς Ἐκκλησίας, ἀγωνιζομένου ὑπὲρ τῆς κατισχύσεως τοῦ λόγου τῆς πίστεως. Ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ δὲν δυσκολευόμεθα καὶ νὰ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι, προκειμένου νὰ ἑλκυσθοῦν Χριστιανοί, ἀδιαφόρως διακείμενοι πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν, ἢ νὰ ἀποσπασθοῦν ἀπὸ προδήλως φθοροποιὰ ἀναγνώσματα, ἔδωκεν εἰς τὴν δημοσιότητα τὸ ὑπ’ ὄψιν βιβλίον. Ἄλλωστε δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ἂν καὶ ἀπευθύνεται εἰς ὅλους τοὺς μέλλοντας πιστεῦσαι, ἐν τούτοις δὲν προσφέρεται πρὸς ὅλους μὲ ἕνα τρόπον. Ἡ χριστιανικὴ διδασκαλία, ὅσον ἀφορᾶ εἰς τὴν ἠθικὴν καὶ τὴν πνευματικότητα αὐτῆς, παρουσιάζει μίαν διαβάθμισιν «βάθους καὶ ὕψους καὶ μήκους καὶ πλάτους». Δὲν δύνανται ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, εἴτε κατηχούμενοι εἶναι, εἴτε πιστοὶ νὰ δεχθοῦν τὸν λόγον τοῦ Κυρίου, ὅπως ἐξῆλθεν ἀπὸ τὸ «σεπτὸν καὶ σεβάσμιον στόμα», ἢ ἀπὸ τὴν γραφίδα τῶν ἁγίων μαθητῶν καὶ Ἀποστόλων. Ἐκτὸς τῶν δογμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν συζητοῦμεν, ἀλλὰ ἀποδεχόμεθα ὡς ὑπὲρ λόγον καὶ ἔννοιαν ἀληθείας, ἡ ἠθικὴ τοῦ Εὐαγγελίου, τὴν ὁποίαν καλούμεθα νὰ κάμωμεν ζωήν, οὔτε νὰ κατανοηθῇ ἐξ ἴσου ὑπὸ πάντων δύναται, οὔτε νὰ βιωθῇ εἰς τὸν ἴδιον βαθμόν. Τὸ Εὐαγγέλιον τῆς χάριτος ἐδόθη, βεβαίως, εἰς ὅλην τὴν πληρότητά του καὶ πρὸς ὅλους, ἀλλ’ ἕκαστος ἀντλεῖ ἐξ αὐτοῦ ἀναλόγως τοῦ ἀντλήματος, ὅπερ ἔχει. Λόγοι φυσικῆς ἱκανότητος, κληρονομικότητος, ἀνατροφῆς, παιδείας, περιβάλλοντος, καθορίζουν τὴν χωρητικότητα ἑκάστου. Ὁ θεῖος Ἀπόστολος Παῦλος, ἄλλοτε «ποτίζει γάλα», ἄλλοτε χορηγεῖ «τροφὴν στερεάν», ἄλλοτε συνιστᾷ «λάχανα», ἄλλοτε ἐπιτρέπει «πάντα» καὶ πολλάκις ἀποκρύπτει βαθύτεραν διδασκαλίαν, διότι, λέγει, «σοφίαν λαλοῦμεν τοῖς τελείοις».

Εἶναι ὡς ἐκ τούτου πρόδηλον, ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ μετάδοσις τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας διὰ ποικίλων μέσων πρὸς τοὺς νηπίους ἐν Χριστῷ ἀδελφούς, ὅπως «δόλω λάβωμεν αὐτούς», κατὰ τὸν «τὰ πάντα τοῖς πᾶσι» γενόμενον Ἀπόστολον. Καὶ διὰ μυθιστοριῶν; Μάλιστα. Καὶ διὰ λογοτεχνημάτων; Ναί. Διὰ παντὸς μέσου, προκειμένου νὰ προσφέρωμεν εἰς τὸν Χριστὸν ἀδελφούς, «ὑπὲρ ὧν, κατὰ καιρὸν ἀπέθανε».

Ἀλλὰ ἀπὸ τοῦ σημείου τῆς οἰκονομίας καὶ συγκαταβάσεως, χάριν «τῶν ἀσθενῶν τῇ πίστει», μέχρι τῆς νοθεύσεως τῆς διδασκαλίας τοῦ Εὐαγγελίου ἐν τῷ κλίματι τῆς Ὀρθοδόξου ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας μας, «μέγα χάσμα ἐστήρικται». Καὶ ναὶ μὲν δὲν ἀποδίδομεν πρόθεσιν κακὴν εἰς τὸν καλὸν Ἀρχιμανδρίτην κ. Ἱερώνυμον, δι’ ὅσα μὴ στοιχοῦντα τῇ παραδόσει καὶ τῇ «ὑγιαινούσῃ διδασκαλίᾳ» περιέχονται εἰς τὸ βιβλίον τοῦ Καθολικοῦ. Ἀλλὰ μαζὶ μὲ τὴν ἀστοχίαν, ἣν τῷ καταλογίζομεν, δικαίως διερωτώμεθα ἂν ταῦτα πρεσβεύῃ ἢ οὐ ὁ ἴδιος. Δὲν γνωρίζομεν ἂν εἰς τὰς συγγραφάς του ἔχῃ διατυπώσει τὰ ἑαυτοῦ φρονήματα περὶ τοῦ θέματος τούτου, ἅτινα φρόνιμον εἶναι νὰ ἐπικαλεσθῇ πρὸς ἀνατροπὴν τῆς κατηγορίας. Πάντως εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἐπιβάλλεται, ὅπως προβῇ εἰς σχετικὴν ὁμολογίαν τῆς ἑαυτοῦ πίστεως, ὡς ἔπραττον καὶ οἱ ἅγιοι ἡμῶν Πατέρες, δεδομένου, ὅτι καὶ δι’ ἄλλα τινά, ἀναγόμενα εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Παράδοσιν, κατηγορήθη κατὰ τὸ παρελθόν. Αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη ὀρθὴ ὁδὸς πρὸς κατασίγασιν τῆς δικαίως ἐξεγερθείσης ὀρθοδόξου συνειδήσεως, ἀντὶ τῶν «κοσμικῶν κριτηρίων» καὶ τῶν ἀδίκων ἐπιθέσεων ὑπό τινων «οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν» συνηγορούντων ἐντύπων, ὡς ἐάν, οἱ εὐθαρσεῖς ἐκεῖνοι θεολόγοι, οἵτινες διηρμήνευσαν τὸ κοινὸν εὐσεβὲς αἴσθημα, καταγγείλαντες ἁρμοδίως τὸ πρᾶγμα, δὲν εἶναι ἄξιοι παντὸς ἐπαίνου.

Τὸ θέμα τοῦ σκανδαλώδους σημείου τοῦ βιβλίου τοῦ Φοῦλτον, γεννᾷ καὶ ἄλλα τινὰ προβλήματα συναφῆ πρὸς τὴν ὀρθόδοξον εὐσέβειαν καὶ παράδοσιν. Ἀνεγνωρίσαμεν τὴν ἀναγκαιότητα τῆς διὰ μυθιστοριῶν καὶ λογοτεχνημάτων οἰκοδομῆς τῶν πιστῶν ἢ προσελεύσεως τῶν «δυνάμει» ἢ κατ’ ὄνομα χριστιανῶν. Τοῦτο ὅμως, δὲν σημαίνει ὅτι πρέπει νὰ καταφεύγωμεν εἰς ἀναζήτησιν βιβλίων εἰς τὴν Δύσιν. Ἐξ ὅσων γνωρίζομεν, μακρὰν ὄντες τοῦ κόσμου, ἡ Ἑλλὰς ἡ Ὀρθόδοξος, ὑπερεπληρώθη ξενικῶν βιβλίων Καθολικῶν καὶ Προτεσταντῶν συγγραφέων καὶ μάλιστα κοσμικῶν, ὡς ἐὰν ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐστερεῖτο συγγραμμάτων Πατερικῶν, ἅλατι ἠρτυμένων. Δικαίως ὑποπτευόμεθα, ὅτι ἐνεργεῖται τοιουτοτρόπως λανθάνουσα διάβρωσις τῆς ὀρθοδόξου πνευματικότητος, ὑπὸ ὀρθοδόξων ἀδελφῶν, εἴτε ἐν γνώσει, οὐκ οἶδα, εἴτε ἐν ἀγνοίᾳ, ὁ Θεὸς οἶδεν, ἀπογυμνουμένων τῶν πιστῶν ἐκ τῆς ὡραίας καὶ πνευματικῆς στολῆς τοῦ ὀρθοδόξου, τῆς ἄνωθεν καὶ ἐν ἁγίῳ Πνεύματι ὑφανθείσης. Τί θὰ εἴπῃ ὁ κοσμικὸς Καθολικὸς ἢ Προτεστάντης, ἔστω καὶ κληρικός, εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ Ὀρθοδόξου πιστοῦ; Ἐὰν οἱ ἅγιοι ἡμῶν Πατέρες ἐλάλησαν ἐν Πνεύματι ἁγίῳ καὶ ᾠκοδόμησαν τὴν Ὀρθόδοξον ἡμῶν Ἐκκλησίαν ἐπὶ τὴν πέτραν τῆς ἀληθείας, πῶς οἱ ἀπορρίπτοντες αὐτοὺς Προτεστάνται θὰ διδάξουν τὸν Χριστιανισμὸν ἀπλανῶς; Ἤ, πῶς οἱ Καθολικοί, μὲ τοὺς ὁποίους διαφέρομεν, ὄχι μόνον κατὰ τὰ δόγματα (λόγω τῶν καινοτομιῶν των), ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν διανοητικότητα, καὶ εἰς τὴν ψυχολογίαν, καὶ εἰς τὴν πνευματικότητα, δὲν θὰ μᾶς νοθεύσουν καὶ τὰ δόγματα καὶ τὴν ὀρθόδοξον ζωήν, ὅταν τόσην σπουδὴν ἐπιδεικνύωμεν διὰ νὰ τοὺς μεταφράσωμεν;

Ἀπὸ ἐτῶν διαπιστοῦμεν, μὲ βαθυτάτην θλίψιν, ὅτι ἐντὸς τοῦ κλίματος τῆς Ὀρθοδοξίας γίνεται ἀληθὴς θραῦσις ἐκ μέρους τῶν ἑτεροδόξων, καὶ πολὺ ἠλγήσαμεν ὅταν, κατ’ ἐπανάληψιν ἀνεγνώσαμεν εἰς τὸ ἐπίσημον ὄργανον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, νὰ προσαγορεύεται ὁ Πάπας, ὡς «ἅγιος πατήρ». Ἀφοῦ λέγομεν «ἅγιος πατήρ», τότε ὁ ἁπλοῦς λαός μας διατί νὰ μὴ γίνεται εὔκολος λεία τῆς φιλοτίμου δράσεως τῶν Οὐνιτῶν; Καὶ ὑπάρχουν ἀφελεῖς Καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου, οἱ ὁποῖοι κόπτονται ὑπὲρ τῆς συνεργασίας τῶν Ἐκκλησιῶν, καθ’ ἣν στιγμήν, οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν καταλείπουν εἰς ἡμᾶς οἱ Οὐνῖται ἐν Ἑλλάδι, ὅτι ἀγωνίζονται σατανικῶς, ὅπως ὑποτάξουν τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ὑπὸ τοὺς «ἁγίους πόδας» τοῦ «ἁγίου πατρός», O Tempora! O Mores! Φοβούμεθα μήπως, ἀπολέσαντες τὴν στοιχειώδη εὐθιξίαν τῆς ὀρθοδόξου ἡμῶν συνειδήσεως — ἂν ἔχωμεν τοιαύτην — καταντήσωμεν ὡς φυλὴ τὸ σκύβαλον τοῦ κόσμου, μὲ τὰ ποικίλα πλήγματα, ἅτινα ὑφιστάμεθα, ὡς Ἔθνος καὶ ὡς Ἐκκλησία.

Ἡ πληθὺς τῶν ξενικῆς προελεύσεως λογοτεχνημάτων, μὲ τὴν μορφὴν τῆς εὐσεβείας, διὰ τὴν χρῆσιν τῶν «γάλακτι ποτιζομένων», δὲν ἐμφανίζει μόνον τὴν ἀπὸ ἀρνητικῆς πλευρᾶς παραπλάνησιν τῆς συνειδήσεως τῶν Ὀρθοδόξων. Προδίδει καὶ ἀσυγχώρητον ἄγνοιαν ἢ παραθεώρησιν τῶν θησαυρῶν τῆς φιλολογίας τῆς ὀρθοδόξου πνευματικότητος, διὰ τῆς ὁποίας οἰκοδομοῦνται θετικῶς αἱ ψυχαὶ πρὸς μίαν βίωσιν συνεπῆ πρὸς τὸ ἰδιάζον ἡμῖν ὀρθόδοξον πνεῦμα. Θὰ ἠθέλαμεν νὰ ἐρωτήσωμεν, ἐὰν ὑπάρχῃ παράλληλος προοπτικὴ δι’ ἐκδόσεις πατερικὰς ἐκ μέρους ἐκείνων, οἵτινες ἀναλαμβάνουν νὰ τροφοδοτοῦν τὸν ὀρθόδοξον λαόν μας, διὰ λογοτεχνικῶν μεταφράσεων, πρὸς χρῆσιν, ὅπως λέγουν, τῶν «ἀσθενῶν τῇ πίστει». Ἐὰν διαδίδωμεν, μετὰ τοσούτου ζήλου καὶ κατὰ ἕνα εἶδος ἀποκλειστικότητος εὐσεβείας τὰ λογοτεχνήματα τῶν ξένων, μεθ’ ὅλων τῶν ἀμφιβόλων ὀρθοδόξως ἢ καὶ ἀσεβῶν διανοημάτων των, δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι ἡ ὀρθόδοξος διδασκαλία πρὸς βίωσιν τοῦ Χριστιανισμοῦ ἐνετοπίσθη εἰς πλαίσια αἰσθητικῶν συγκινήσεων, τὰς ὁποίας παράγουν εἰς τοὺς ἀναγνώστας τὰ ζαχαρώδη λογοτεχνήματα; Αὐτὸς εἶναι, λοιπόν, ὁ Χριστιανισμός, ὃν ἐκήρυξεν ὁ Κύριος, ὁ μέγας Παῦλος, καὶ διηρμήνευσαν ἀπλανῶς οἱ εὑρόντες τὴν «πρᾶξιν εἰς θεωρίας ἐπίβασιν» ἅγιοι Πατέρες; Καὶ ἂν ἡ μὴ βίωσις τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, ὡς τὴν παρέδωκαν ἡμῖν οἱ ὑπηρέται τοῦ Λόγου, δημιουργῇ κινδύνους διὰ τὴν σωτηρίαν τῆς ψυχῆς, δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἐμβάλῃ εἰς ἀνησυχίας διὰ τὴν ἐν τῇ αἰωνιότητι μοῖραν τῶν ἐν Χριστῷ ἀγαπητῶν ἡμῶν ἀδελφῶν;

Ἡ ἀνάγνωσις ἑνός, ἔστω, εὐσεβοῦς λογοτεχνήματος, ἐὰν δὲν ἀποτελῇ ἀπώλειαν χρόνου, εἶναι πάντως «γάλα». Ἡ ἐπιτυχία τῶν τοιούτων ἀναγνωσμάτων, στηρίζεται εἰς τὴν τέχνην τοῦ συγγραφέως νὰ προκαλῇ ἐνδιαφέρον, «ἀδιάπτωτον τὴν προσοχήν», ὅπως λέγουν, νὰ γεννᾷ ποικίλα συναισθήματα, πολλάκις συγκρουόμενα, νὰ προκαλῇ θαυμασμὸν ἀπὸ τὰς περιγραφὰς τῆς φύσεως, οἶκτον, χαράν, ἀγανάκτησιν, λύπην, ἀγάπην. Ὅ,τι ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὀνομάζομεν αἰσθητικὴν ἀπόλαυσιν. Ἀλλὰ ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι κάτι πέραν ἀπὸ τὰς αἰσθητικὰς ἀπολαύσεις. Εἶναι διὰ βίου ἠθικὸς καὶ πνευματικὸς ἀγών, οὗτινος, τὴν μὲν τραγικότητα δίδει ἡ φράσις τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «ταλαίπωρος ἄνθρωπος ἐγώ, τίς με ῥύσεται ἐκ τοῦ σώματος τοῦ θανάτου…», ὡς ἐπίσης καὶ ἡ διατύπωσίς του περὶ τοῦ ἐν ἡμῖν «ἀντιστρατευομένου νόμου ἐν τοῖς μέλεσι τῆς σαρκός»· τὸ δὲ μεγαλεῖον τοῦ Χριστιανισμοῦ περικλείεται εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Ἀποστόλου, διὰ τὰς «ἐν Κυρίῳ θλίψεις καὶ παθήματά του». Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν ἑνὸς γεγυμνωμένου βαθυτέρας Χριστιανικῆς θεωρήσεως λογοτεχνήματος, ὁ ἀναγνώστης, ἀφοῦ ἐξατμισθοῦν αἱ ἀναθυμιάσεις ἀπὸ τὰ συναισθήματα ἐκεῖνα, τὰ «σκιᾶς ἀσθενέστερα καὶ ὀνείρου ἀπατηλότερα», μένει ὡς καὶ πρότερον κενός. Ἐνῷ μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν ἑνὸς πατερικοῦ βιβλίου, τὸ ὁποῖον παρήχθη ὡς πλήρωμα τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς καὶ διδάσκει ἀπλανῶς καὶ μὲ τὴν ἐν ἁγίῳ Πνεύματι γνῶσιν, διὰ τὴν κατάκτησιν τῆς θείας ζωῆς καὶ οἰκείωσιν τοῦ ἀκροτάτου ἐφετοῦ, ποὺ εἶναι ὁ Χριστός, ὁ Χριστιανὸς κατανύσσεται. Φιλοσοφεῖ ἐπὶ τῆς ζωῆς αὐτῆς καὶ τῆς ἄλλης, μετανοεῖ ἐπὶ ταῖς ἁμαρτίαις του, λαμβάνει ἀπόφασιν νὰ ζήσῃ ἁγιώτερα, ἐξάπτεται εἰς ἀγάπην τοῦ Θεοῦ καὶ εὐχαρίστως ἀκολουθεῖ τὸν Χριστὸν ὄχι μόνον πρὸς τὴν Θαβώριον κορυφὴν ἀναβαίνοντα, ἀλλά καὶ πρὸς τὴν προφητοκτόνον πόλιν Ἱερουσαλὴμ πορευόμενον, ὁπόθεν θὰ ἄρῃ τὸν σταυρόν του, ἀφοῦ πρῶτον πάθῃ πολλά. Ἡ ἐν Χριστῷ ζωὴ δὲν εἶναι συναισθηματικαὶ καὶ αἰσθητικαὶ συγκινήσεις, ἀλλὰ ἐνυπόστατος εὐσέβεια, γνωριζομένη ἀπὸ τὴν κατ’ αἴσθησιν τῆς ψυχῆς ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ, ἀπὸ τὰ δάκρυα τοῦ ἱεροῦ πένθους, ἀπὸ τοὺς «ἀλαλήτους στεναγμούς», διὰ τὸ πάγκαλον ἐκεῖνο τοῦ Κυρίου κάλλος, διὰ «τὸν δριμὺν καὶ ἀφόρητον ἔρωτα», διὰ τὰ ἄφραστα ἀγαθὰ τῆς πόλεως ἐκείνης, «ἧς τεχνίτης καὶ δημιουργὸς ὁ Θεός», διὰ τὴν ἀγάπην καὶ σωτηρίαν τῶν ὁμοψύχων καὶ ὁμοπίστων ἐν Χριστῷ ἀδελφῶν.

Εἰς αὐτὸ τὸ πνευματικὸν κλῖμα, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἡ ψυχὴ αἰσθάνεται ἑαυτὴν ὡς ξένην καὶ πάροικον, «μὴ ἔχουσαν ὧδε μένουσαν πόλιν», εἰσάγουν μόνον τὰ ἱερὰ συγγράμματα τῶν Πατέρων, τὰ ὁποῖα ἔγραψαν ἐν Πνεύματι ἁγίῳ. Δόξα τῷ καλῷ καὶ ἁγίῳ Θεῷ, ὅτι εἰς τὴν ἡμετέραν γλῶσσαν ἐγράφησαν τὰ θεοπαράδοτα λόγια καὶ οἱ Ἕλληνες Πατέρες κατέλιπον εἰς ἡμᾶς ἀμύθητον πλοῦτον διδασκαλίας, δι’ ἧς ἀναγόμεθα «ἀπὸ γῆς πρὸς οὐράνια». Ὑπάρχουν εὐτυχῶς μεταφράσεις τοῦ ἁγίου Χρυσοστόμου εἰς τὴν ἁπλουστέραν γλῶσσαν, διὰ τοὺς ὀλιγογραμμάτους, ποὺ εἶναι «παγὰ λαλέουσα» τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἐφ’ ὅσον, δυστυχῶς, ὁ πολὺς λαὸς δὲν δύναται νὰ ἀναγνώσῃ ἀπ’ εὐθείας τὰ ἱερὰ κείμενα, ἐξ ἀφορμῆς τῆς διαφθαρείσης ὡραιότητος καὶ πνευματικωτάτης γλώσσης μας, ὑπὸ τῆς «ἐκπαιδευτικῆς μεταρρυθμίσεως» ἡ ὁποία ἐξακολουθεῖ εἰσέτι τὸ ὀλέθριον ἔργον της. Ἐκδόται εὐσεβεῖς ἀνέλαβον νὰ προσφέρουν ἐκλεκτὰ βιβλία, πεπληρωμένα Πνεύματος ἁγίου. Ὁ ἐν Ἀθήναις Ἐκδοτικὸς Οἶκος τῶν κ. Ἀλ. καὶ Ε. Παπαδημητρίου δίδει εἰς πολυτελῆ ἔκδοσιν τὴν «Φιλοκαλίαν», ἕνα βιβλίον, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν βαθυτέραν ἐκδήλωσιν τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, ὁδηγοῦν τὸν ἀναγνώστην εἰς ἁγιωτάτας περιοχὰς πράξεως καὶ θεωρίας, πρὸς αὐτὴν τὴν ἀκρώρειαν τοῦ θεϊκοῦ ἔρωτος καὶ τοῦ γνόφου τῶν ἀλαλήτων μυστηρίων. Βεβαίως, λόγῳ τοῦ γλωσσικοῦ ἰδιώματος καὶ τοῦ βάθους τῶν νοημάτων, δὲν εἶναι προσιτὸν τὸ βιβλίον τοῦτο εἰς τὸν ἁπλοῦν Χριστιανόν. Ἐλπίζομεν ὅμως, ὅτι θὰ καταστῇ δυνατόν, διὰ τῆς ἁπλουστεύσεως τῆς γλώσσης καὶ τῶν δυσνοήτων, νὰ γίνῃ κτῆμα τοῦ εὐσεβοῦς λαοῦ μας ὅλων τῶν τάξεων, ὡς ἐπίσης ὁ «Εὐεργετινὸς» καὶ Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος. Παρὰ τὰς ἐκδόσεις τοῦ ἀνωτέρω Ἐκδοτικοῦ Οἴκου, ὀρθοδόξων συγγραμμάτων, συμπορεύεται φιλοτίμως καὶ ὁ ἐν Βόλῳ εὐλαβέστατος ἐκδότης καὶ διευθυντὴς τοῦ παρόντος περιοδικοῦ κ. Σωτήριος Σ., προσφέρων ὡς ἥδυσμα πνευματικὸν ἀπὸ τετραετίας, τὰ πνευματικώτατα βιβλία τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, ὡς εἶναι τὰ «Πνευματικὰ γυμνάσματα», ἡ «Ν. Κλῖμαξ», ἡ «Χρηστοήθεια», ὁ «Κῆπος Χαρίτων», ὅστις ἐκυκλοφόρησεν ἤδη, μὲ προοπτικὴν νὰ ἀκολουθήσῃ εἰς τὴν σειρὰν τῶν ὡραίων τούτων ἐκδόσεων καὶ τὸ «Συμβουλευτικὸν Ἐγχειρίδιον». Αὐτὰ τὰ βιβλία εἶναι κατὰ κυριολεξίαν ὀρθόδοξα, ὡς παραχθέντα ἀπὸ γνησίως ὀρθόδοξον ζωὴν καὶ διδάσκοντα τὴν μίμησιν Χριστοῦ, καὶ βοηθοῦντα εἰς τὴν εὕρεσιν τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν μετὰ τοῦ Χριστοῦ «ἐκτυπωτέραν» συμβίωσιν «μέχρι τερμάτων αἰώνων».

Τὸ σκάνδαλον ὅπερ ἐξέσπασεν εἰς βάρος τοῦ Ἀρχιμ. κ. Ἱερωνύμου Κοτσώνη, ὡς ἀντορθοδόξως φρονοῦντος περὶ τὸ πάνσεπτον πρόσωπον τῆς ἁγιωτάτης Μητρὸς τοῦ Κυρίου, εἶναι καὶ σκάνδαλον ἐν τῷ χώρῳ τῆς Ὀρθοδοξίας, διὰ τὴν ἀδόκιμον καὶ μετὰ σπουδῆς διαπόρθμευσιν σαρκικῶν ἀναγνωσμάτων λογοτεχνῶν τῆς Δύσεως, τῆς Καθολικῆς ἢ Προτεσταντικῆς, πρὸς τὸν ὀρθόδοξον λαόν μας. Θὰ ηὐχόμεθα θερμῶς ὅπως ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἐξ ἀφορμῆς τῆς συζητήσεως περὶ ἃ κατηγορεῖται ὁ καλὸς ἐκεῖνος κληρικός, — ὅστις ἐν τῷ ζήλω του, ὅπως ὠφεληθῇ διὰ παντὸς μέσου ὁ ἀτυχὴς λαός μας, ἔσφαλεν εἰς τὰ καίρια καὶ ὅστις δέον νὰ θρηνήσῃ ἐνώπιον τῆς Θεομήτορος, «εἰ ἄρα ἀφεθήσεται ἡ ἐπίνοια τῆς καρδίας του», — μελετήσῃ τὸ θέμα τῶν ξενικῶν ἐκδόσεων, αἵτινες κατέκλυσαν τὴν Ὀρθόδοξον Ἑλλάδα, διαστρέφουσαι τὰς ὀρθοδόξους συνειδήσεις. Τὸ σκάνδαλον τῶν ἀσεβῶν σημείων θὰ ἀρθῇ ἐκ μέσου διότι ὑποπίπτει εὐκόλως εἰς τὴν ἀντίληψιν. Τὸ σκάνδαλον ὅμως τῆς ἀντορθοδόξου πνευματικότητος, δι’ ἧς οἰκοδομοῦνται αἱ ψυχαὶ πεπλανημένως, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀπόλλυνται, ὡς μὴ αἰσθητὸν τοῖς πολλοῖς, θὰ ἐξακολουθήσῃ, ἂν μὴ ληφθοῦν τὰ κατάλληλα μέτρα πρὸς ἀπώθησιν τοῦ ἀγγελοειδοῦς τούτου Δυτικοῦ Σατανᾶ εἰς τὴν φωλεάν του. Πηγή: Ι.Ν.ΑΓΙΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΩΝ ΙΣΤΙΑΙΑΣ www.entaksis.gr

 

ΑΘΩΝΙΚΑ ΑΝΘΗ – ΑΡΘΡΑ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ (Απόσπασμα)

Επί τη χιλιετηρίδι του Αγίου Όρους

ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ “ΑΣΤΗΡ – ΑΛ. & Ε. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ – ΑΘΗΝΑΙ 1962

ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ: Ι.Ν.ΑΓΙΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΩΝ ΙΣΤΙΑΙΑΣ

Διαβάστε και άλλα κείμενα του μακαριστού π.Θεοκλήτου Διονυσιάτου εδώ