Οὐδέποτε τό πνεῦμα μας δέν μπορεῖ νά ἡσυχάση,
ἐάν δέν ὑψώνουμε τόν νοῦ στόν Κύριο τῆς ζωῆς.
Ὅπως τό μωρό δέν σιωπᾶ ὅταν φεύγη ἡ μητέρα του,
Στόν Κύριο εἶναι ἡ εἰρήνη σ' Αὐτόν ἡ ἀνάπαυσίς μου,
ἡ ἀληθινή Ὁδός τώρα καί πάντοτε.
Ὅταν ὁ νοῦς θέλη νά πετάξη
στόν ἀγαθό Θεό,
τότε ὁ ἐχθρός ἐσωτερικά μέ τρελλαίνει πάντοτε.
Σκορπίζει ἡ σκέψις μου σάν τήν
σκόνη στόν ἄνεμο
καί ζητάει νά τραβήξη τήν ματιά μου στήν γῆ.
Ψεύτικα τοπία μας δείχνει ὁ πονηρός
γιά νά κατέβη ἡ σκέψις ἀπό τό «αἰώνιο λιμάνι».
Ἡ πέτρα τῆς ἀναισθησίας μου ἔγινε σάν ἕνας τάφος,
πού πάντοτε μέ πιέζει καί μέ τραβάει στήν γῆ.
εἴθε νά μετακινήσω κάποτε τήν πέτρα τῆς ψυχῆς μου
νά γίνω τόπος ἅγιος τοῦ Φωτός τοῦ Θεοῦ Πατέρα.
Τά σκοτεινά πάθη κυρίευσαν τό εἶναι μου
καί τά βλαστάρια τῶν ἀρετῶν ὅλα κιτρίνισαν.
Ἀπόσπασμα ἀπό ἐδῶ
