Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

Ἡ ἀποτέφρωση τῶν σωμάτων

Ἡ ἀποτέφρωση τῶν σωμάτων

«Γῆ εἶ καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσῃ»
(Γεν. 3, 19) 

Γράφει ο Ἀρχιμ. Παῦλος Ντανᾶς,
Ἱεροκῆρυξ Ἱερᾶς Μητροπόλεως Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας 

14 Ιανουαρίου 2026

Με θλίψη παρατηροῦμε τὴ «δαιμονικὴ ἐπιδημία», ὅπου πολλοὶ ἄνθρωποι, εἴτε «δημοφιλεῖς» εἴτε ἀπλοί, καταφεύγουν στὴν ἀποτέφρωση τῶν σωμάτων, χωρὶς νὰ γνωρίζουν τὰ ψυχοφθόρα ἀποτελέσματα ποὺ αὐτὴ ἔχει. Ἡ ἀντιχριστιανικὴ Πολιτεία φέρει μεγάλη εὐθύνη, διότι μὲ Νόμο (4277/2014, ἄρθρ. 48 καὶ 49) δίδει τὸ δικαίωμα σ’ ὅσους θέλουν νὰ προχωρήσουν στὴν πράξη αὐτή.

Ἡ Ἐκκλησία, ἀπέναντι σ’ αὐτὸ τὸ θέμα, ἐξέδωσε τὴν ἐγκύκλιο 2959/29 Ὀκτωβρίου 2014, ὡς ἀντίδραση «περὶ τῶν κανονικῶν συνεπειῶν τῆς καύσεως τῶν νεκρῶν», ἀντιτάσσοντας τὴ δική της θέση.

Ἀξίζει, λοιπόν, μὲ προσοχὴ καὶ σοβαρότητα νὰ τὴν προσεγγίσουμε.

 

Πανανθρώπινο φαινόμενο

·         Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες, μὲ ἐλάχιστες ἐξαιρέσεις, ἔθαβαν τοὺς νεκρούς, διότι πίστευαν ὅτι ἡ ψυχὴ τοῦ ἄταφου νεκροῦ δὲν μπορεῖ νὰ εἰσέλθει στὰ «Ἠλύσια Πεδία», ἀλλὰ θὰ περιπλανᾶται μέχρι νὰ ἐνταφιασθεῖ. Ἂς σκεφθοῦμε, ἐπίσης, τὰ πάμπολλα ἀρχαιοελληνικὰ νεκροταφεῖα ὅλων τῶν ἐποχῶν καὶ τοὺς πολυαρίθμους τάφους σὲ ὅλες τὶς περιοχὲς τῆς χώρας, ποὺ μᾶς ἀποδεικνύουν ἀπερίφραστα τὴ διαδεδομένη πρακτικὴ τῆς ταφῆς τῶν νεκρῶν ἀπὸ τοὺς προγόνους μας.

·         Οἱ Ἑβραῖοι ἔθαβαν τοὺς νεκρούς τους. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ὁ μὴ ἐνταφιασμὸς στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἀντιμετωπίζεται ὡς τιμωρία.

·         Στοὺς Αἰγυπτίους ἐφαρμοζόταν ἀποκλειστικῶς ἡ ταφή, καὶ μάλιστα ἡ ἐπιμελημένη, μὲ τὴν ταρίχευση τῶν σωμάτων.

·         Ἡ ταφὴ τῶν νεκρῶν, καὶ ὄχι ἡ καύση, εἶναι φαινόμενο πανανθρώπινο. Εἶναι ὁ κανόνας γιὰ τὴ σημερινὴ πλειοψηφία τῶν λαῶν καὶ τῶν θρησκειῶν, σὲ τόση ἔκταση, ὥστε οἱ ἐλάχιστες ἐξαιρέσεις, ποὺ ἔχουν ἐπισημανθεῖ ἀπὸ ἄλλους, δὲν ἀνατρέπουν αὐτὸν τὸν κανόνα, ἀλλὰ ἀντιθέτως τὸν ἐπιβεβαιώνουν. Χετταῖοι, Πέρσες καὶ λοιποὶ ἀρχαῖοι λαοί, ἀλλὰ καὶ ἀπολίτιστες καὶ πρωτόγονες φυλές, στὴ συντριπτικὴ τους πλειοψηφία, συνήθιζαν νὰ θάβουν τοὺς νεκρούς τους.

·         Ἀνάλογη πρακτικὴ γινόταν καὶ στοὺς Ρωμαίους, στοὺς ὁποίους κυριαρχοῦσε τὸ «ἔθιμον τῆς ταφῆς».

 

Ἡ Ἁγία Γραφή

Ὁ Θεὸς ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο «κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν» (Γεν. 1,14). Ὅταν ὁμιλοῦμε γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ἐννοοῦμε τὴν ἰσχυρὴ ἐνότητα ψυχῆς καὶ σώματος. Ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἐπεκτείνεται στὸν ὅλο ἄνθρωπο, ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ ψυχὴ καὶ σῶμα. Εἶναι σημαντικὰ τὰ ὅσα ὑποστηρίζει ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος ὁ Μάρτυς καὶ Φιλόσοφος, δίνοντας τὸν ὁρισμὸ τοῦ ἀνθρώπου: «Τί γάρ ἐστιν ὁ ἄνθρωπος, ἀλλ’ ἢ τὸ ἐκ ψυχῆς καὶ σώματος συνεστὸς ζῶον λογικόν;»

Ἡ ἀνυπακοὴ στὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ ἐπέφερε τὴ δίκαιη τιμωρία: «ἐν ἱδρῶτι τοῦ προσώπου σου φαγῇ τὸν ἄρτον σου, ἕως τοῦ ἀποστρέψαι σε εἰς τὴν γῆν, ἐξ ἧς ἐλήφθης· ὅτι γῆ εἶ καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσῃ» (Γεν. 3, 19). Δηλαδή: Με τὸν ἱδρῶτα τοῦ προσώπου σου θὰ κερδίζεις καὶ θὰ τρῶς τὸ ψωμί σου, μέχρις ὅτου πεθάνεις καὶ ἐπιστρέψει τὸ σῶμα σου στὴ γῆ, ἀπὸ τὴν ὁποία δημιουργήθηκε τὸ σῶμα σου, καὶ στὸ χῶμα πρέπει νὰ ἐπιστρέψεις πάλι· τὸ σῶμα σου θὰ διαλυθεῖ στὴν ὕλη ἐκείνη, ἀπὸ τὴν ὁποία πλάσθηκε.

·         Ἔτσι, στὴν Παλαιὰ Διαθήκη βλέπουμε, γιὰ παράδειγμα, τὴν ἐπιμελῆ ταφὴ τῶν Πατριαρχῶν Ἀβραὰμ καὶ Ἰσαάκ. Βλέπουμε νὰ μεταφέρεται ἡ σορός τοῦ Ἰακώβ ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο στὴ Χαναάν, προκειμένου νὰ ταφεῖ πλάι στοὺς συγγενεῖς του.

·         Στὴν Καινὴ Διαθήκη, ὁ μόνος γνωστὸς τρόπος μεταχειρίσεως τῶν νεκρῶν εἶναι ὁ ἐνταφιασμός. Εἶναι γνωστὸ ὅτι ὁ Κύριος ἐνταφιάστηκε μετὰ τὸ Πάθος Του καὶ ἡ διαδικασία τοῦ ἐνταφιασμοῦ Του ἀναφέρεται χαρακτηριστικὰ στὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Ματθαίου (27, 57-61). πλούσιος Ἰωσὴφ ἀπὸ Ἀριμαθαίας ζήτησε καὶ ἔλαβε ἀπὸ τὸν Πιλᾶτο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τὸ τύλιξε σὲ καθαρὴ σινδόνη καὶ τὸ τοποθέτησε σὲ καινούργιο «μνημεῖον», δηλαδή τάφο, ποὺ εἶχε λαξευθεῖ σὲ πέτρα, καὶ ἔκλεισε τὸν τάφο μὲ μεγάλο λίθο, ποὺ τοποθέτησε στὴ θύρα τοῦ μνημείου. Μὲ τὸ παράδειγμα τοῦ ἐνταφιασμοῦ τοῦ Χριστοῦ ἐξαγιάστηκε ἡ ταφὴ τῶν νεκρῶν ὡς σωστὴ πράξη ἀντιμετώπισης τῶν χριστιανῶν, ποὺ εἶναι μιμητὲς Χριστοῦ. Πιστεύουμε ὅτι ἀκόμη καὶ ἄψυχοι τόποι, ὅπως εἶναι ὁ φρικτὸς Γολγοθᾶς, ὁ Πανάγιος Τάφος, τὸ Σπήλαιον τῆς Γεννήσεως ἐξαγιάστηκαν ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ἀποτελοῦν μέχρι σήμερα τὰ Πανάγια Προσκυνήματα τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἔτσι καὶ μὲ τὴ ζωή καὶ δράση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸν θάνατό Του, ἐξαγιάζονται ἄμεσα ἢ ἔμμεσα καὶ πολλὰ ἄλλα μυστήρια, ὅπως ὁ Γάμος, τὸ Βάπτισμα, ἡ θεία Εὐχαριστία καὶ τὰ λοιπὰ μυστήρια, τῶν ὁποίων ἡ σύσταση ἄμεσα ἢ ἔμμεσα ἀνάγεται στὴ θεία βούληση.

Χαρακτηριστικὴ εἶναι ἀκόμη καὶ ἡ περιγραφὴ τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ματθαίου: Ἀμέσως μόλις ὁ Ἰησοῦς ἄφησε τὸ πνεῦμά Του ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ, σχίστηκε τὸ καταπέτασμα τοῦ ναοῦ, ἔγινε σεισμός, οἱ πέτρες σχίστηκαν, «καὶ τὰ μνημεῖα ἀνεῴχθησαν καὶ πολλὰ σώματα τῶν κεκοιμημένων ἁγίων ἠγέρθησαν· καὶ ἐξελθόντες ἐκ τῶν μνημείων μετὰ τὴν ἔγερσιν Αὐτοῦ εἰσῆλθον εἰς τὴν Ἁγίαν Πόλιν καὶ ἐνεφανίσθησαν πολλοῖς» (27, 52-53). Καὶ τὸ χωρίο τοῦτο ἔχει, φρονοῦμε, ἔντονο δογματικὸ χαρακτῆρα περὶ τῆς τύχης τῶν σωμάτων μετὰ τὸν θάνατο καὶ τὴν ἀνάστασή τους.

Τὸ παράδειγμα τοῦ Ἰησοῦ ἀκολούθησε καὶ ἡ πρώτη χριστιανικὴ κοινότητα τῶν Ἱεροσολύμων, ἡ ὁποία ἐνταφιάζει ὄχι μόνον τὸν Πρωτομάρτυρα τοῦ Χριστιανισμοῦ Στέφανο (Πράξ. 8, 2), ἀλλὰ ἀκόμη καὶ αὐτοὺς ποὺ πέθαναν μὲ οἰκτρὸ θάνατο, Ἀνανία καὶ Σαπφείρα (Πράξ. 5, 6 καὶ 10).

Ὅταν κάνουμε λόγο γιὰ σωτηρία, ἐννοοῦμε τὴ διατήρηση τοῦ ὅλου ἀνθρώπου. Ἡ λέξις σωτηρία προέρχεται ἀπὸ τὸ σῶον + τηρῶ. Εἶναι χαρακτηριστικὸ τὸ χωρίο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «Αὐτὸς δὲ ὁ Θεὸς τῆς εἰρήνης ἁγιάσαι ὑμᾶς ὁλοτελεῖς, καὶ ὁλόκληρον ὑμῶν τὸ πνεῦμα καὶ ἡ ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα ἀμέμπτως ἐν τῇ παρουσίᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ τηρηθείη» (Α΄ Θεσ. 5, 23).

 

Πατερικὴ Παράδοση

·        Ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἱππόλυτο πληροφορούμεθα περὶ τῆς ταφῆς πολλῶν Ἀποστόλων (Migne PG 10, 952B). Ὁ Ἅγιος Ἱερώνυμος κάνει λόγο γιὰ τὸν ἐνταφιασμὸ τῶν Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου, τοῦ Αδελφοθέου Ἰακώβου, καὶ τῶν Εὐαγγελιστῶν Λουκᾶ καὶ Μάρκου (Migne PL 23, 619 κ.ε.). Σημαντικὲς εἰδήσεις περὶ τοῦ τρόπου ἐνταφιασμοῦ τῶν Ἁγίων παρέχει καὶ ὁ Διονύσιος Ἀλεξανδρείας (Migne PG 10, 1337D).

·        Ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος προβάλλει τὴ σωστὴ δογματικὴ σημασία τῆς ταφῆς τῶν νεκρῶν, ποὺ πρέπει νὰ γίνεται πρὸς δόξαν Θεοῦ: «…κηδεύσωμεν τοὺς ἀπελθόντας ὡς καὶ ἡμῖν καὶ ἐκείνοις συμφέρει πρὸς δόξαν Θεοῦ» (Migne PG 59, 467).

·        Ὁ Ὠριγένης χαρακτηρίζει τὰ ἐνταφιαζόμενα σώματα ὡς ὄργανα ψυχῆς, τὰ ὁποῖα ἐνταφιάζονται μετὰ τιμῆς κατὰ τὰ «νενομισμένα»: «Ψυχὴν γὰρ λογικὴν τιμᾶν μόνην ἡμεῖς ἴσμεν, καὶ τὰ τοιαύτης ὄργανα μετὰ τιμῆς παραδιδόναι κατὰ τὰ νενομισμένα ταφή» (Κατὰ Κέλσου 8, 30).

·        Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἐπικρίνει ὡς ἀθλιότητα τὴ συμπεριφορὰ κάποιου Γρηγορίου, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπέτρεψε τὴν ταφὴ νεκρᾶς (Migne PG 25, 708B).

·        Ὁ ἱστορικὸς Εὐσέβιος παραδίδει ὅτι οἱ διῶκτες τῶν Χριστιανῶν ἦσαν «ἐπιμελῶς παραφυλάσσοντες νυκτὸς καὶ μεθ’ ἡμέραν, μὴ κηδευθῇ τις ὑφ’ ἡμῶν» (Ἐκκλ. Ἱστ. 3, 2, 59), καὶ γι’ αὐτὸ «τὰ δὲ καθ’ ἡμᾶς ἐν μεγάλῳ καθειστήκει πένθει διὰ τὸ μὴ δύνασθαι τὰ σώματα κρύψαι τῇ γῇ» (Ἐκκλ. Ἱστ. 5, 2, 61), ἀλλὰ οἱ νεκροὶ Χριστιανοὶ «ἀντὶ γῆς καὶ τάφων θαλαττείοις παρεδίδοντο κύμασι» (Ἐκκλ. Ἱστ. 8, 7, 6).

·        Ὁ Ἅγιος Ἱερώνυμος διηγεῖται ὅτι ὁ Ἅγιος Ἱλαρίων παρακαλοῦσε, ἐξορκίζοντας τὴν Ἁγία Κωνσταντία, νὰ μὴν τὸν ἀφήσει οὔτε μία ὥρα ἄταφο, ἀλλὰ νὰ τὸν θάψει ἀμέσως μόλις πεθάνει, καλύπτοντάς τον μὲ χῶμα, μὲ τὰ ροῦχα ποὺ φοροῦσε, ἀκόμη καὶ μὲ τὸ χοντρὸ παλτό του (Migne, PL 23, 52).

·        Ὁ Αἰδεσιμολογιώτατος Πρωτοπρεσβύτερος Στυλιανὸς Καρπαθίου, Θεολόγος – Ψυχίατρος, σημειώνει: «Ἡ ταφή δὲν εἶναι μόνο ἔθιμο ἢ παράδοση, ἀλλὰ πρωτογενὲς ἀρχετυπικὸ στοιχεῖο στὴ ζωή τοῦ ἀνθρώπου, ἕνα ἀκαταγώνιστο σύμβολο πίστεως στὴν Ἀνάσταση. Ἡ καύση ἀποτελεῖ κορυφαῖο σύμβολο μηδενισμοῦ, πράξη εἰκονοκλαστική, ποὺ θρυμματίζει τὴν πίστη στὴν Ἀνάσταση».

 

Οἱ ἀντιρρήσεις…

Οἱ ὀπαδοὶ τῆς καύσης τῶν νεκρῶν ισχυρίζονται:

·        Την ἀνάγκη νὰ ἐξοικονομηθεῖ χῶρος ἐν ὄψει τοῦ ὑπερπληθυσμοῦ.

·        Λόγω τῆς μόλυνσης τοῦ περιβάλλοντος καὶ τοῦ τυχὸν ὑπάρχοντος ὑδροφόρου ὁρίζοντος τῆς περιοχῆς, κινδυνεύει ἡ ὑγεία τῶν ἀνθρώπων.

·        Δὲν εἶναι εὐχάριστη ἡ ἀτμόσφαιρα ἡ ὁποία δημιουργεῖται γιὰ τοὺς οἰκείους τοῦ νεκροῦ κατὰ τὸν χρόνο τῆς ἐκταφῆς, ὅταν μάλιστα ὁ νεκρὸς δὲν ἔχει ἀποσυντεθεῖ.

 

Ἡ ἀπάντηση

Οἱ λόγοι αὐτοὶ ἐπιδέχονται σοβαρὸ καὶ σταθερὸ ἀντίλογο. Δὲν εἴμαστε κυρίαρχοι τῆς ὕπαρξής μας. Δὲν φέραμε τίποτε στὸν κόσμο καὶ δὲν θὰ πάρουμε τίποτε. Εἶναι φοβερὸς ἐγωισμὸς τὸ νὰ ἰσχυριζόμαστε ὅτι «τὸ σῶμα εἶναι δικό μου καὶ τὸ κάνω ὅ,τι θέλω». Σύμφωνα μὲ τὴ διδαχὴ τῆς Ἐκκλησίας μας, τὸ σῶμά μας δὲν εἶναι κτῆμα μας. Ἔχουμε τὸ δικαίωμα νὰ τὸ χρησιμοποιοῦμε, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἰδιοκτησία μας. Γράφει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, «ἠγοράσθητε γὰρ τιμῆς· δοξάσατε δὴ τὸν Θεὸν ἐν τῷ σώματι ὑμῶν καὶ ἐν τῷ πνεύματι ὑμῶν ἅτινά ἐστι τοῦ Θεοῦ.» (Α’ Κορ.6,20). Ἑρμηνεία: Διότι ἔχετε ἐξαγορασθῆ μὲ πολύτιμο τίμημα, δηλαδὴ μὲ τὸ ἀνεκτίμητο αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Ἀποφεύγετε, λοιπόν, κάθε σαρκικὴ ἐκτροπή, ποὺ μολύνει τὸ σῶμα, καὶ δοξάσατε τὸν Θεὸ μὲ ὅλη σας τὴν προσωπικότητα, μὲ τὸ σῶμά σας καὶ μὲ τὸ πνεῦμά σας, τὰ ὁποῖα εἶναι τοῦ Θεοῦ.

Καὶ: «Εἴ τις τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ φθείρει, φθερεῖ τοῦτον ὁ Θεός ·  ὁ γὰρ ναὸς τοῦ Θεοῦ ἅγιός ἐστιν, οἵτινές ἐστε ὑμεῖς.» (Α΄ Κορ. 3, 17), λόγος ποὺ στρέφεται ἐναντίον κάθε κακοποιήσεως τοῦ σώματος. Ἑρμηνεία: Ἐὰν, λοιπόν, κανείς μὲ τὴν πλανεμένη διδασκαλία του καὶ τοὺς φατριασμοὺς του καταστρέφει τὸν ναὸ τοῦ Θεοῦ, θὰ τὸν καταστρέψει αὐτὸν ὁ Θεός, διότι ὁ ναὸς τοῦ Θεοῦ εἶναι ἅγιος, εἶναι ἀφιερωμένος στὸν Θεό καὶ εἶναι δικό του κτῆμα. Εἶναι ἱερὸς καὶ ἀπαραβίαστος. Καὶ τέτοιος ναός, ναὸς τοῦ Θεοῦ ἅγιος, εἶστε ἐσεῖς.

Ἀποστροφὴ πρὸς τὸ σῶμα παρατηρεῖται στὶς ἀνατολικὲς θρησκεῖες καὶ στὴν εἰδωλολατρία. Γιὰ τὴν Ἐκκλησία, τὸ ἀνθρώπινο σῶμα εἶναι ναὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Α΄ Κορ. 6, 19), εἶναι ἡ ζωντανὴ Ἐκκλησία, μέσα στὴν ὁποία καλεῖται νὰ λατρεύσει ὁ ἄνθρωπος τὸν Θεό. Τὸ σῶμά μας εἶναι «μέλος Χριστοῦ» (Α΄ Κορ. 6, 15).

 

Τὰ ἅγια λείψανα

Οἱ Ἅγιοι, ποὺ λάτρευσαν ἀληθινὰ τὸν Θεό, μὲ τὰ ἱερὰ λείψανά τους μεταδίδουν τὴν ἁγιαστικὴ χάρη, ἐνισχύουν τοὺς πιστούς, ἐκβάλλουν δαιμόνια, θεμελιώνουν τὴν Ἐκκλησία, φωτίζουν τὴν πορεία τῶν ἀγωνιζομένων χριστιανῶν στὸν κόσμο. Χωρὶς τὰ λείψανα τῶν Ἁγίων, ὁ κόσμος θὰ ἦταν φτωχός. Ἡ Ἐκκλησία τιμᾷ τὰ λείψανα τῶν Ἁγίων καὶ τὰ διατηρεῖ ὡς πολύτιμους θησαυρούς.

«Ὁ Δεσπότης Χριστὸς μᾶς ἔδωσε πηγὲς σωτήριες τὰ λείψανα τῶν Ἁγίων, ποὺ μὲ πολλοὺς τρόπους παρέχουν τὶς εὐεργεσίες, ἀναδίδοντας εὐωδιαστὸ μύρο», τονίζει ὁ ἱερὸς Δαμασκηνός. Ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος παραμένει στὰ σώματα τῶν Ἁγίων· γι’ αὐτὸ καὶ διατηρεῖται μετὰ τὸν θάνατό τους στὰ ἱερὰ λείψανά τους, ποὺ διασώζονται μερικὲς φορὲς ἄφθαρτα (Ἁγίου Σπυρίδωνος, Ἁγίου Διονυσίου, Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Ρώσου, Ἁγίου Γερασίμου κ.ο.κ.). Οἱ Ἅγιοι ἔγιναν ναοὶ τοῦ Θεοῦ καὶ καθαρὰ καταλύματα: «Ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω καὶ ἔσομαι αὐτῶν Θεός» (Λευιτ. 26, 11-12). Καὶ: «Ψυχαὶ δικαίων ἐν χειρὶ Θεοῦ, καὶ οὐ μὴ ἅψηται αὐτῶν βάσανος» (Σοφ. Σολ. 3, 1).

Ὁ θάνατος τῶν Ἁγίων εἶναι μᾶλλον ὕπνος παρὰ θάνατος. Τὰ ἱερὰ λείψανα εἶναι τὰ ἔμψυχα σκηνώματα τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος θεωρεῖ ὅτι οἱ τάφοι τῶν Ἁγίων καὶ τῶν Μαρτύρων, ποὺ περιέχουν λείψανά τους, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ «λιμάνια ἀσφαλισμένα, πηγὲς πνευματικῶν διδαγμάτων, ἀνεξάντλητοι θησαυροί, πνευματικὰ πλούτη, τὰ ὁποῖα κανείς δὲν μπορεῖ νὰ τὰ ἀχρηστέψει… Οἱ τάφοι τῶν Μαρτύρων δροσίζουν τὶς ψυχές, διεγείρουν τὸ ζῆλο, σβήνουν τὶς παράλογες ἐπιθυμίες».

Δὲν εἶναι τυχαῖο τὸ γεγονὸς ὅτι τὴν ἡμέρα ποὺ ψήφισε ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων τὸν νόμο γιὰ τὴν ἀποτέφρωση τῶν σωμάτων, ὁ Θεὸς μίλησε μὲ τὴν εὕρεση τοῦ ἱεροῦ λειψάνου τοῦ Οσίου Βησσαρίωνος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγάθωνος. Τὸ ἄφθαρτο σκήνωμα τοῦ Γέροντος Βησσαρίωνος εἶναι εἰκόνα τοῦ ἐπουρανίου ἀνθρώπου, γιὰ τὸν ὁποῖο λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Καθὼς ἐφορέσαμεν τὴν εἰκόνα τοῦ χοϊκοῦ, φορέσομεν καὶ τὴν εἰκόνα τοῦ ἐπουρανίου» (Α΄ Κορ. 15, 49).

Ὁ Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης, Καθηγητὴς Πανεπιστημίου ΑΠΘ, ὁμολογεῖ: «Ἡ εὕρεση τοῦ σεπτοῦ σώματος τοῦ π. Βησσαρίωνος σὲ κατάσταση ἀφθαρσίας, μετὰ ἀπὸ δεκαπέντε χρόνια, ἀφ’ ὅτου ἔγινε ἡ ταφή του (1991), δικαιολογημένα ὤθησε τοὺς πιστοὺς στὴν ἐκτίμηση ὅτι πρόκειται περὶ θαύματος, περὶ σημείου, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ Θεὸς θέλησε νὰ ἐνισχύσει τὴν πίστη τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ζοῦν μέσα σὲ περιβάλλον σχεδὸν γενικευμένης ἀθεΐας καὶ ἀπιστίας, ἡ ὁποία πολλές φορές εἶναι στρατευμένη καὶ ἐπιθετική, καθοδηγούμενη ἀπὸ ἀντίθετα κέντρα χριστομάχων καὶ ἐκκλησιομάχων».

Τὸ συμπέρασμά μας εἶναι ὅτι ἡ Ἐκκλησία μας ἀρνεῖται τὴν καύση τῶν νεκρῶν γιὰ θεολογικοὺς, ἱεροκανονικούς, παραδοσιακούς, ἀνθρωπολογικοὺς καὶ ἐσχατολογικοὺς λόγους.
Ὁ Ἅγιος Παΐσιος ἐπιγραμματικὰ λέγει: «Τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἱερό· δὲν μπορεῖς νὰ τὸ καῖς, ὅπως καῖς τὰ ἄχρηστα».

 

Ὁ Διδάχος τοῦ Γένους μᾶς ἀφυπνίζει

Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς ὑπογραμμίζει: «Ὁ ὕπνος τί εἶνε; Μικρὸς θάνατος, καὶ ὁ θάνατος μεγάλος ὕπνος. Καὶ καθὼς τὸ σιτάρι ὁποὺ πίπτει εἰς τὴν γῆν, ἀνίσως καὶ δὲν βρέχῃ νὰ σαπηθῇ νὰ γίνῃ ὡσὰν χυλός, δὲν φυτρώνει, ἔτσι καὶ ἡμεῖς ὁποὺ ἀποθνήσκομεν καὶ θαπτόμεθα εἰς τὴν γῆν. Ἀνίσως καὶ δὲν ἀθάπτετο πρῶτον εἰς τὸν τάφον ὁ Χριστός μας, δὲν μᾶς ἐπότιζε τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον καὶ τὴν ἀνάστασιν. Δὲν βλέπετε φανερὰ τὰ χόρτα πῶς τὰ ἀνασταίνει ὁ Θεὸς ἀπὸ τὴν γῆν κατ’ ἔτος; Γνῶσιν δὲν ἔχομεν, χριστιανοί μου, νὰ στοχασθῶμεν τὰ πάντα. Ὅλα μᾶς τὰ ἐχάρισεν ὁ Θεός. Ὅθεν διὰ τὸ παρόν, ἀδελφοί μου, σᾶς παρακαλῶ νὰ εἴπητε καὶ δι’ ὅλους τοὺς ἀποθαμένους τρεῖς φοράς· ὁ Θεὸς συγχωρήσοι καὶ ἐλεήσοι αὐτούς».

 

Ἡ Ἁγία Δόμνα

(28 Δεκεμβρίου)

Ἡ Ἁγία Δόμνα ἦταν ἱέρεια τῶν εἰδώλων ἐπὶ Μαξιμιανοῦ στὴ Νικομήδεια, καὶ συγκεκριμένα στὸν ναὸ τοῦ Δωδεκαθέου. Οἱ ἐπιστολὲς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ἄνοιξαν τὰ πνευματικὰ της μάτια καὶ βαπτίστηκε χριστιανή, μαζί μὲ τὸν ὑπηρέτη της Ἴνδη, ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Νικομηδείας Κύριλλο. Ἀπὸ τότε ἔκανε συνειδητὴ χριστιανικὴ ζωή, μοιράζοντας στοὺς φτωχοὺς ὅ,τι εἶχε ἀπὸ τὴν περιουσία της, ἀλλὰ καὶ ὅ,τι ἔπαιρνε ἀπὸ τὸ παλάτι. Ὅταν ὅμως τὸ ἔμαθε αὐτὸ ὁ ἀρχιυπηρέτης τοῦ παλατιοῦ καὶ ἦταν νὰ τιμωρήσει τὴ Δόμνα, ἐκείνη προσποιήθηκε τὴν τρελή καὶ στάλθηκε στὸν ἐπίσκοπο γιὰ θεραπεία. Ἔπειτα, γιὰ νὰ μὴ συλληφθεῖ, ντύθηκε ἀνδρικὰ καὶ ἔθαβε τὰ λείψανα τῶν Μαρτύρων. Ὅταν ὅμως ἐπέστρεψε ὁ Μαξιμιανὸς στὴ Νικομήδεια καὶ πληροφορήθηκε ὅτι ἡ Δόμνα εἶχε γίνει χριστιανή, διέταξε νὰ συλληφθεῖ. Ἐπειδὴ δὲν τὴν βρῆκε, διέταξε γενικὸ φόνο τῶν χριστιανῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἀναγνωρίστηκε καὶ ἡ Δόμνα, καὶ ἔτσι τὴν ἀποκεφάλισαν.Αρχή φόρμας