Ἑορτάζει στὶς 25 Ἰανουαρίου
Ο ΟΣΙΟΣ ΑΠΟΛΛΩΣ
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ ὁ Ὅσιος ΑΠΟΛΛΩΣ ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.
Χρηστὸν βιώσας μέχρι καὶ τέλους βίον, θραύει πονηροῦ πᾶν Ἀπολλὼς τὸ θράσος.
Ὁ ἀοίδιμος Ἀπολλώς, ἀπὸ βρέφος ἀκόμη, ἀρνήθηκε τὸν κόσμο καὶ ὅταν ἔγινε δεκαπέντε ἐτῶν πῆγε στὴν ἔρημο. Ἐκεῖ συγκέντρωνε μεγάλες ἀρετές· γι’ αὐτὸ κάποια ἡμέρα ἀκούει φωνὴ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ νὰ λέει: «Ἀπολλώ, Ἀπολλώ, γιὰ τὴ μεγάλη σου ἀρετὴ θὰ σὲ ἀναδείξω θαυμαστὸ στὰ ἔργα καὶ στοὺς λόγους, ὥστε μὲ τὴ δύναμη ποὺ θὰ σοῦ δώσω, νὰ μπορέσεις νὰ ἐξαφανίσεις τὴν εἰδωλολατρία». Ἐκεῖνος δὲ ἀποκρίθηκε: «Ἐξάλειψε ἀπὸ μένα τὴν ἔπαρση, γιὰ νὰ μὴν ὑπερηφανευθῶ ἔναντι τῶν ἀδελφῶν μου καὶ στερηθῶ τὴ χάρη Σου ὡς ἀχάριστος». Λέει πρὸς αὐτὸν ἡ φωνή: «Βάλε τὸ χέρι σου στὸ κεφάλι σου, καὶ ὅ,τι βρεῖς ρίξε το στὴν ἄμμο, καὶ ἔτσι θὰ λυτρωθεῖς ἀπὸ αὐτήν». Βάζοντας τὸ χέρι στὸ κεφάλι του ὁ Ἅγιος, βρῆκε ἕνα μικρὸ ἀραπάκι, τὸ ὁποῖο ἔριξε στὴ γῆ· ἐκεῖνο δὲ γελώντας εἶπε: «Ἐγὼ εἶμαι ὁ δαίμονας τῆς ὑπερηφάνειας». Μετὰ ἀπὸ αὐτό, γιὰ τρίτη φορὰ ὁ Ἅγιος ἀκούει φωνὴ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ νὰ τοῦ λέει: «Πήγαινε λοιπὸν καὶ μὴ φοβᾶσαι· διότι ὅ,τι καὶ ἂν ζητήσεις ἀπὸ τὸν Θεό, θὰ τὸ λαμβάνεις».
Ἔτσι λοιπὸν ἀναχώρησε, ὢν σαράντα ἐτῶν, πρὸς τὰ ἐσωτερικὰ χωριά, ὅπου βρῆκε ἕνα σπήλαιο καὶ κατοίκησε. Κοντὰ στὴν κατοικία του ὑπῆρχε παλαιὸς ναὸς τῶν εἰδώλων, στὸν ὁποῖο εἶχαν καταλύσει ἡ Παναγία Θεοτόκος μὲ τὸν Ἰωσήφ· μόλις δὲ εἰσῆλθε ἡ Θεοτόκος μὲ τὸ βρέφος, ἔπεσαν ὅλα τὰ εἴδωλα καὶ συνετρίβησαν. Ἐκεῖ λοιπὸν ἔζησε ὁ Ὅσιος χωρὶς τροφή, ὑψώνοντας τὴν ψυχή του στὰ οὐράνια· τὸ δὲ ἔνδυμα ποὺ εἶχε, τὸ φοροῦσε ἐπὶ σαράντα ἔτη χωρὶς νὰ φθαρεῖ ἐντελῶς. Ὅταν ὁ Ὅσιος ἔγινε γνωστός, ἔρχονταν ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη γιὰ νὰ ἀκούσουν τὴ διδασκαλία του. Πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ἀποφάσιζαν νὰ μείνουν κοντά του, τοὺς ὁποίους συμβούλευε νὰ τηροῦν τὶς ὑποχρεώσεις τῆς μοναχικῆς ζωῆς καὶ νὰ νηστεύουν ὅσο μποροῦν, ἐνῶ ὁ ἴδιος ἔτρωγε μόνο χόρτα χωρὶς ψωμί.
Ἐκείνη τὴν ἐποχὴ βασίλευε ὁ Ἰουλιανὸς ὁ Παραβάτης, ὁ ὁποῖος βασάνιζε τοὺς Χριστιανούς. Ἔτυχε ἐκεῖνες τὶς ἡμέρες νὰ ἔχουν στὶς φυλακὲς ἕναν μοναχό, τὸν ὁποῖο βασάνιζαν γιὰ νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό. Πῆγε λοιπὸν ὁ Ὅσιος στὴ φυλακή, συμβουλεύοντάς τον νὰ μὴ δειλιάσει μπροστὰ στὰ πρόσκαιρα βασανιστήρια, ἀλλὰ νὰ ὑπομένει καρτερικὰ γιὰ νὰ λάβει τὸν στέφανο. Ὅταν ἦλθε ὁ ἑκατόνταρχος καὶ εἶδε τὸν Ὅσιο, θύμωσε λέγοντας: «Πῶς τόλμησες νὰ παρουσιαστεῖς;». Ἀμέσως διέταξε νὰ κλείσουν καὶ αὐτὸν μαζί μὲ τοὺς ὑπόλοιπους στὸ δεσμωτήριο· ἔπειτα ἔβαλε πολλοὺς φύλακες νὰ τοὺς φυλᾶνε ἐπιμελῶς καὶ ἔφυγε. Ὅμως τὸ μεσονύκτιο ἦλθε Ἄγγελος Κυρίου ἀστραπόμορφος καὶ ἄνοιξε τὴ φυλακή· οἱ δὲ φύλακες, ἀπὸ τὸν φόβο τους, ἔπεσαν στὴ γῆ παρακαλώντας τοὺς δέσμιους νὰ φύγουν. Ὁ Ὅσιος ὅμως δὲν θέλησε, λέγοντας: «Νὰ περιμένουμε μέχρι νὰ ἔρθει ἐκεῖνος ποὺ μᾶς ἔκλεισε». Καὶ ἰδοὺ ἔφθασε βιαστικὰ ὁ ἑκατόνταρχος, λέγοντας στοὺς φύλακες: «Ἀφῆστε τοὺς δέσμιους νὰ φύγουν, διότι αὐτὴ τὴ νύχτα ἔγινε σεισμὸς μεγάλος, ὁ ὁποῖος γκρέμισε τὸ σπίτι μου καὶ θανάτωσε τοὺς δικούς μου». Ἔτσι λοιπὸν ἀναχώρησαν χαίροντες, ὁ δὲ Ὅσιος πῆγε στὴ Σκήτη του, ἀγωνιζόμενος καθημερινὰ καὶ νουθετώντας τοὺς ἀδελφούς.
Ἐκεῖνες τὶς ἡμέρες ἀναπαύθηκε ἕνας ἐνάρετος καὶ παλαιὸς ἀσκητής, τὸν ὁποῖο εἶδε ὁ Ὅσιος σὲ ὅραμα νὰ κάθεται στὸν Παράδεισο ἀνάμεσα στοὺς Ἁγίους. Βλέποντας αὐτά, ὁ Ὅσιος παρακαλοῦσε τὸν Θεὸ νὰ ἀναπαύσει καὶ αὐτὸν σὲ ἐκείνη τὴν ἄρρητη ἀγαλλίαση. Ὁ δὲ Χριστὸς ἀποκρίθηκε: «Ἐπειδὴ εἶναι ἀνάγκη νὰ μείνεις γιὰ πολὺ καιρὸ στὸν κόσμο πρὸς ὠφέλεια πολλῶν, διότι πολλοὶ θὰ ἔρθουν νὰ ὑποταχθοῦν σὲ σένα, γι’ αὐτὸ δὲν σὲ ἀναπαύω ἀκόμη· ὅταν ὅμως ἔρθεις μαζί μὲ ἐκείνους, θὰ σᾶς ἀνταμείψω πολλαπλάσια γιὰ τοὺς κόπους σας». Καὶ ἔτσι ἔγινε.
Γύρω ἀπὸ τὸ μοναστήρι ὑπῆρχαν δέκα χωριὰ ποὺ κατοικοῦνταν ἀπὸ εἰδωλολάτρες. Αὐτοί, ὅταν ὑπέφεραν ἀπὸ ἀνομβρία, ἔκαναν λιτανεία περιφέροντας ἕνα εἴδωλο, τὸ ὁποῖο παρακαλοῦσαν οἱ τυφλοὶ νὰ φέρει δροσιά καὶ βροχὲς στὴ γῆ. Βλέποντας ὁ Ὅσιος κάποια ἡμέρα τὸ εἴδωλο νὰ ἀκολουθεῖται ἀπὸ χιλιάδες ἀνθρώπους, παρακάλεσε τὸν Θεὸ νὰ μείνουν ἀκίνητοι· καὶ εὐθύς, ὦ τοῦ θαύματος! ἔμειναν ἀκίνητοι καὶ καίγονταν ὑπὸ τὸν καυστικὸ ἥλιο. Οἱ δὲ μιαροὶ κατάλαβαν τὴν αἰτία καὶ εἶπαν: «Ὁ Ἀπολλώς, περνώντας ἀπὸ ἐδῶ, μᾶς ἔδεσε». Μὴ ἔχοντας ἄλλη βοήθεια, εἰδοποίησαν τὸν Ἅγιο νὰ τοὺς λυτρώσει, ὑποσχόμενοι νὰ προσέλθουν στὴν εὐσέβεια. Ἀκούγοντας αὐτὰ ὁ Ὅσιος πῆγε, προσευχήθηκε καὶ ἔτσι λύθηκαν τὰ δεσμά· γνωρίζοντας λοιπὸν τὴν προηγούμενη πλάνη τους, ἔκαψαν τὸ εἴδωλο καὶ βαπτίστηκαν ὅλοι. Μάλιστα, κάποιοι ἀπὸ αὐτοὺς ἀρνήθηκαν τὸν κόσμο καὶ ἔγιναν μοναχοί.
Ἄλλοτε πάλι συγκρούστηκαν δύο χωριά, τὸ ἕνα χριστιανικὸ καὶ τὸ ἄλλο εἰδωλολατρικό. Μπῆκε ὁ Ὅσιος ἀνάμεσά τους ζητώντας νὰ εἰρηνεύσουν, ἀλλὰ ὁ ἀρχηγὸς τῶν ἀπίστων δὲν πειθόταν ἀπὸ ὑπερηφάνεια, λέγοντας: «Ὅσο ἐγὼ ζῶ, ποτὲ δὲν θὰ γίνει ἀγάπη». Ὁ δὲ Ὅσιος τοῦ λέει: «Ἔτσι νὰ γίνει ὅπως εἶπες· νὰ πεθάνεις λοιπὸν μόνο ἐσύ, γιὰ νὰ γίνει ἀγάπη· τὸ δὲ σῶμά σου νὰ τὸ βγάλει ἔξω ἡ γῆ καὶ νὰ τὸ φᾶνε τὰ θηρία». Ἔτσι καὶ ἔγινε· οἱ δὲ εἰδωλολάτρες, βλέποντας τὴν πρόρρηση τοῦ Ὁσίου νὰ πραγματοποιεῖται, πίστεψαν καὶ βαπτίστηκαν ὅλοι.
Κάποτε πάλι, ἐνῶ γιόρταζε τὸ Πάσχα μὲ τοὺς μαθητές του καὶ δὲν εἶχαν παρὰ μόνο ξηρὸ ψωμὶ καὶ χόρτα, εἶπε ὁ Ὅσιος: «Ἀδελφοί, ἂν ἔχουμε πίστη στὸν Θεό, ἂς ζητήσει ὁ καθένας ὅ,τι ἐπιθυμεῖ γιὰ νὰ μᾶς τὸ στείλει ὁ πλουσιόδωρος Κύριος». Ἐκεῖνοι ἀποκρίθηκαν ὅτι δὲν ἦσαν ἄξιοι νὰ ζητήσουν κάτι τέτοιο, ἀλλὰ ἐκεῖνος μποροῦσε νὰ ζητήσει καὶ κάτι ἀκόμη μεγαλύτερο. Τότε ὁ Ὅσιος προσευχήθηκε καὶ βλέπουν, ὦ τοῦ θαύματος! στὴ θύρα τοῦ σπηλαίου πολλοὺς ἀνθρώπους νὰ φέρνουν φαγητὰ κάθε εἴδους, καθὼς καὶ διάφορα φροῦτα ποὺ σπανίως βρίσκονταν ἐκείνη τὴν ἐποχή, δηλαδὴ σταφύλια, ρόδια καὶ ἄλλα ποὺ ὡριμάζουν τὸν Αὔγουστο· μόλις δὲ τὰ παρέδωσαν, ἔγιναν ἄφαντοι. Ὁ Ἀπολλὼς μὲ τοὺς μαθητές του εὐχαρίστησε τὸν Κύριο καὶ χόρτασαν ἀπὸ κάθε ἀγαθό. Ἦσαν δὲ τόσα πολλὰ τὰ ἀγαθὰ αὐτά, ὥστε τοὺς ἔφθασαν μέχρι τὴν Ἁγία Πεντηκοστή.
Ἄλλη φορὰ ὑπῆρχε στὴ Θηβαΐδα μεγάλη ἔλλειψη τῶν ἀναγκαίων· ἔτρεξαν οἱ κάτοικοι μὲ τὶς γυναῖκες καὶ τὰ παιδιά τους στὸν Ὅσιο, ζητώντας τὴν εὐλογία καὶ τὴν τροφή του. Ὁ Ὅσιος τοὺς ὑποδέχθηκε ὅλους μὲ εὐσπλαχνία καὶ τοὺς ἔδωσε ὅσα φαγητὰ βρέθηκαν· ἐπειδὴ ὅμως ἦσαν πολλοὶ καὶ δὲν χόρτασαν, διέταξε νὰ φέρουν τὰ λίγα ψωμιὰ ποὺ εἶχαν ἀπομείνει γιὰ τοὺς γέροντες. Ὁ Ὅσιος πρῶτα προσευχήθηκε μυστικά, ἔπειτα στράφηκε στὸν λαὸ καὶ εἶπε: «Δὲν πιστεύετε ὅτι τὸ χέρι τοῦ Δεσπότου μπορεῖ νὰ πολλαπλασιάσει αὐτὰ τὰ ψωμιά; Ἔτσι λέει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο: αὐτὰ τὰ ψωμιὰ νὰ μὴν τελειώσουν μέχρι τὸ θέρος, ὅταν θὰ γίνει ἡ σοδειά». Καὶ ἔτσι ἔγινε, διότι τρέφονταν καθημερινὰ ἐπὶ τέσσερις μῆνες. Αὐτὸ συνέβη πολλὲς φορές· ὅταν ὑπῆρχε ἔλλειψη σίτου ἢ λαδιοῦ, ἔρχονταν στὸν Ὅσιο καὶ μὲ τὴν προσευχή του τὰ πλήθαινε.
Ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὴ τὴ χάρη, ὁ Ὅσιος εἶχε καὶ τὸ προορατικὸ χάρισμα. Ὅταν ὁ Ἅγιος Ἱερώνυμος (ὁ ὁποῖος συνέγραψε καὶ τὸν Βίο του) πήγαινε πρὸς αὐτὸν μὲ ἄλλους δύο Πατέρες, πρὶν φθάσουν στὸ Μοναστήρι τοὺς προϋπάντησαν οἱ μαθηταὶ τοῦ Ὁσίου. Μόλις τοὺς εἶδαν, ἔπεσαν στὴ γῆ καὶ τοὺς προσκύνησαν μὲ μεγάλη ταπείνωση, λέγοντας μεταξύ τους: «Βεβαίως ὁ διδάσκαλός μας γνωρίζει αὐτοὺς τοὺς τρεῖς Πατέρες ποὺ ἔρχονται ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα». Τοὺς συνόδευσαν λοιπὸν μέχρι τὸ κελλί τοῦ Ὁσίου, ὁ ὁποῖος μόλις τοὺς εἶδε τοὺς προσκύνησε, τοὺς ἔπλυνε τὰ πόδια καὶ προσευχήθηκε μαζί τους.
Στὴ συνέχεια κοινώνησαν μὲ τοὺς μαθητές του τὰ θεῖα Μυστήρια. Μετὰ τοὺς φιλοξένησε καὶ δίδασκε αὐτοὺς καὶ τοὺς μαθητές του, ποὺ ἦσαν πέντε χιλιάδες τὸν ἀριθμό, νὰ τηροῦν τὶς Τετάρτες καὶ τὶς Παρασκευές, λέγοντας ὅτι «τὴν μὲν Τετάρτη ὁ Ἰούδας πρόδωσε τὸν Χριστό, τὴν δὲ Παρασκευὴ Τὸν σταύρωσαν». Τοὺς δίδασκε ἐπίσης νὰ εἶναι καθαροί, ἑρμηνεύοντας τὸ ρητὸ τῆς Γραφῆς: «Ὁ καθένας θὰ δοξασθεῖ ἢ θὰ ντροπιαστεῖ ὄχι ἀπὸ τοὺς λόγους του, ἀλλὰ ἀπὸ τὰ δικά του ἔργα».
Τέτοια λοιπὸν ἦταν ἡ πολιτεία τοῦ μεγίστου τῶν διδασκάλων Ἀπολλώ, ὁ ὁποῖος εἶχε τόση παρρησία πρὸς τὸν Θεό, ὥστε διὰ τῶν μεγάλων θαυμάτων του πίστεψε ὁλόκληρη ἡ Αἴγυπτος στὸν Χριστό. Ἔτσι λοιπὸν ἀφοῦ ἀγωνίστηκε καλὰ ἀπῆλθε πρὸς τὸν Κύριο.
Ο ΜΕΓΑΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, ΕΚΔΙΔΕΤΑΙ ΑΝΑΛΩΜΑΣΙ ΚΑΙ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΥΠΟ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΟΙΝΟΗΣ ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΛΑΓΓΗ – ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ: Ι.Ν.ΑΓΙΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΩΝ ΙΣΤΙΑΙΑΣ
Αυτό το άρθρο δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα του Ι.Ν. Αγίων Ταξιαρχών Ιστιαίας. Ευχαριστούμε για την αναδημοσίευση!