Αγιολόγιον - Πρόσωπα

Ἑορτάζουν στὶς 29 Ἰανουαρίου

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ

ΣΑΡΒΗΛΟΣ, ΒΕΒΑΙΑ,

ΑΦΡΑΑΤΗΣ & ΤΡΥΦΑΙΝΑ

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΣΑΡΒΗΛΟΣ, ΒΕΒΑΙΑ

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων ΣΑΡΒΗΛΟΥ καὶ ΒΕΒΑΙΑΣ τῆς ἀδελφῆς αὐτοῦ, τῶν ἐν Ἐδέσσῃ μαρτυρησάντων.

Λιπὼν Σάρβηλος τὰς μυσαρὰς θυσίας,

Χριστῷ προσήχθη, σὺν ἀδελφῇ, θυσία.

Ὁ Σάρβηλος καὶ ἡ Βεβαία, οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες, ἔζησαν κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως Τραϊανοῦ, τὸ ἔτος 110, καὶ κατάγονταν ἀπὸ τὴν πόλη τῆς Ἐδέσσης. Ὁ Ἅγιος Σάρβηλος ἦταν ἱερέας τῶν εἰδώλων καὶ ὑπηρέτης τῶν μιαρῶν θυσιῶν τῶν δαιμόνων. Ἦταν πολὺ ὡραῖος καὶ ἔνδοξος, φοροῦσε πολυτελῆ ἐνδύματα καὶ εἶχε χρυσὴ μίτρα στὸ κεφάλι του. Οἱ εἰδωλολάτρες τὸν θεωροῦσαν σὰν ἕναν μικρὸ βασιλέα καὶ τὸν τίμησαν σὰν θεό, διότι αὐτὸς διέταζε νὰ προσκυνοῦν καὶ νὰ θυσιάζουν στὰ εἴδωλα. Πολλὲς φορὲς ὁ Ἅγιος Βαρσιμαῖος, ὁ Ἐπίσκοπος τῆς Ἐδέσσης, τὸν εἶχε ἐλέγξει καὶ κατηχήσει, ἀλλὰ ἐκεῖνος δὲν ἐπέστρεφε ἀπὸ τὴν πλάνη. Μία φορά, ὅμως, σὲ μία γιορτὴ τῶν δαιμόνων ὅπου ὁ Σάρβηλος ἐπιστατοῦσε στὶς θυσίες, ὁ Ἅγιος τὸν ἤλεγξε πάλι, λέγοντας ὅτι γίνεται αἴτιος ἀπωλείας γιὰ πολλούς.

Ἀκούγοντας αὐτά, ὁ Ἅγιος Σάρβηλος συγκλονίστηκε ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Χριστοῦ καὶ πίστεψε στὰ λόγια τοῦ Ἐπισκόπου. Μαζὶ μὲ τὴν ἀδελφή του, τὴ Βεβαία, πίστεψαν στὸν Χριστὸ καὶ βαπτίστηκαν ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Ἐπίσκοπο. Στὴ συνέχεια, ὁ Σάρβηλος μοίρασε ὅλα του τὰ ὑπάρχοντα στοὺς πτωχοὺς καὶ ἔμενε πλέον μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Βαρσιμαῖο. Μαθαίνοντας τοῦτο ὁ ἡγεμόνας Λυσίας, κάλεσε τὸν Ἅγιο Σάρβηλο καὶ τὸν ἐξέτασε. Βρίσκοντάς τον νὰ ὁμολογεῖ τὸν Χριστό, διέταξε νὰ τὸν δείρουν μὲ ράβδους. Ἐπειδὴ ὁ Μάρτυρας κατηγοροῦσε ἔντονα τὸν ἡγεμόνα, τὰ εἴδωλα καὶ τὸν βασιλέα, ὁ Λυσίας ὀργίστηκε ὑπερβολικά. Διέταξε τότε νὰ δείρουν τὸν Ἅγιο μὲ βούνευρα ἑπτὰ φορὲς καὶ νὰ τὸν ξεσκίσουν μὲ σιδερένια ἐργαλεῖα, ἐνῶ παράλληλα τὸν ἔκαιγαν μὲ λαμπάδες. Ὁ Μάρτυρας ὑπέμενε τὰ πάντα προσευχόμενος στὸν Θεό, ὁ Ὁποῖος ἐλάφρυνε τοὺς πόνους του. Βλέποντας ὁ Λυσίας τὴν ὑπομονή του, διέταξε νὰ καρφώσουν καρφιὰ στὸ κεφάλι του καὶ ἔπειτα νὰ τὸν πριονίσουν μὲ μηχανικὸ ὄργανο. Ὁ Ἅγιος ὅμως διαφυλάχθηκε ἀβλαβής, γεγονὸς ποὺ ἐξέπληξε τοὺς πάντες.

Βλέποντας αὐτὰ ἡ ἀδελφὴ τοῦ Ἁγίου, ἡ Βεβαία, παρουσιάστηκε μόνη της στὸν ἡγεμόνα καὶ ὁμολόγησε ὅτι εἶναι Χριστιανή. Ὁ ἡγεμόνας, ἀφοῦ τὴν ἔδειρε ἀρκετά, τὴν ἔριξε στὴ φυλακή. Τὸν δὲ ἀδελφό της Σάρβηλο διέταξε νὰ τὸν χτυπήσουν μὲ ξύλινες σπάθες, νὰ ξεσκίσουν τὸ πρόσωπό του καὶ νὰ τὸν δείρουν στὴν κοιλιά. Ἔπειτα τὸν κρέμασαν ἀπὸ τὸ ἕνα χέρι καὶ ἔκαψαν διάφορα μέλη τοῦ σώματός του. Βλέποντας ὁ ἡγεμόνας ὅτι ὁ Ἅγιος ἀκόμη ἀνέπνεε, διέταξε νὰ κόψουν τὰ κεφάλια καὶ τῶν δύο ἀδελφῶν. Ἔτσι, ἔλαβαν καὶ οἱ δύο τοὺς στεφάνους τοῦ μαρτυρίου. Τὰ τίμια λείψανά τους παρέλαβαν κρυφὰ κάποιοι Χριστιανοὶ καὶ τὰ ἐνταφίασαν μὲ τιμή, δοξάζοντας τὸν Θεό.

Ο ΟΣΙΟΣ ΑΦΡΑΑΤΗΣ

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ ὁ Ὅσιος πατὴρ ἡμῶν ΑΦΡΑΑΤΗΣ ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.

Ὁ σάρκα καὶ ζῶν νεκρὸς ὢν Ἀφραάτης,

Αἰωνίως ζῇ καὶ νεκρὸς φανεὶς ἄπνους.

 

Ὁ Ὅσιος πατέρας μας Ἀφραάτης ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως Οὐάλεντος, περὶ τὸ ἔτος 370. Γεννήθηκε καὶ ἀνατράφηκε στὴν Περσία, ὅπου διδάχθηκε τὰ περσικὰ ἔθη. Ἐπειδὴ ὅμως ἀποστράφηκε καὶ μίσησε τὴν ἀσέβεια ἐκείνων, ἀναχώρησε ἀπὸ τὴν Περσία καὶ πῆγε στὴν πόλη Ἔδεσσα. Ἐκεῖ βαπτίστηκε Χριστιανὸς καὶ κλείστηκε σὲ ἕνα κελλὶ ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη τῆς πόλεως. Ἔπειτα μετέβη στὴν Ἀντιόχεια καὶ ἔμεινε σὲ ἕνα μοναστήρι ποὺ βρισκόταν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη, φροντίζοντας μόνο γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς του. Δὲν θέλησε νὰ ἔχει συγκάτοικο ἀδελφό, ἀλλὰ οὔτε δεχόταν ψωμί, φαγητὸ ἢ ἔνδυμα ἀπὸ κανέναν, παρὰ μόνο ἀπὸ ἕναν γνώριμό του. Μία φορά, ὁ ὕπατος Ἀνθέμιος ἐπέστρεφε ἀπὸ τὴν Περσία καὶ ἔφερε στὸν Ὅσιο ἕνα περσικὸ ἔνδυμα, ἀλλὰ ὁ Ὅσιος ὄχι μόνο δὲν τὸ δέχθηκε, ἀλλὰ τὸν ἤλεγξε μὲ φρόνηση.

Βλέποντας ὁ Ὅσιος ὅτι ὁ Ἀρειανὸς βασιλεὺς Οὐάλης εἶχε ἐξορίσει τοὺς Ἀρχιερεῖς καὶ ποιμένες, μὲ ἀποτέλεσμα τὰ ποίμνια τοῦ Χριστοῦ νὰ μείνουν χωρὶς πνευματικὴ προστασία, σπλαχνίστηκε τὴν ἐρημία τους. Ἄφησε λοιπὸν τὴν ἡσυχία του καὶ κατέβηκε στὴν Ἀντιόχεια, διδάσκοντας τοὺς Χριστιανοὺς καὶ στηρίζοντάς τους στὴν Ὀρθοδοξία. Κάποια φορὰ ποὺ τὸν συνάντησε ὁ βασιλεὺς στὴν ἀγορά, τὸν ρώτησε: «Γιατί ἄφησες τὴν ἡσυχία σου καὶ περιφέρεσαι στὴν πόλη;». Ὁ Ὅσιος ἀποκρίθηκε: «Πές μου, βασιλιά, ἂν ἤμουν μία παρθένος κλεισμένη στὸ δωμάτιό μου καὶ ἔβλεπα κάποιον νὰ βάζει φωτιὰ στὸ σπίτι τοῦ πατέρα μου, τί θὰ μὲ συμβούλευες νὰ κάνω; Σίγουρα θὰ μοῦ ἔλεγες νὰ τρέξω νὰ σβήσω τὴ φωτιά. Αὐτὸ συμβούλευσέ με καὶ τώρα, διότι βλέπω ὅτι καίγεται ὁ οἶκος τοῦ Πατρός μου Θεοῦ καὶ γι’ αὐτὸ ἀγωνίζομαι νὰ σβήσω τὴ φλόγα. Ἂν δὲ μὲ κατηγορεῖς ποὺ ἄφησα τὴν ἡσυχία μου, κατηγόρησε καλύτερα τὸν ἑαυτό σου ποὺ ἔβαλες τὴ φωτιὰ στὸν οἶκο τοῦ Θεοῦ».

Ἀκούγοντας αὐτά, ἕνας εὐνοῦχος τοῦ βασιλέως τὸν ἀπείλησε μὲ θάνατο. Σύντομα ὅμως τιμωρήθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ τὴ θρασύτητά του, διότι ἐνῶ βρισκόταν σὲ ἕνα λουτρό, ἔπεσε μέσα στὴ λεκάνη μὲ τὸ ζεστὸ νερὸ καὶ ἔχασε τὴ ζωή του. Μαθαίνοντας τοῦτο ὁ βασιλεὺς φοβήθηκε καὶ δὲν πείραξε τὸν Ὅσιο. Ἄλλοτε πάλι, ὁ Ἅγιος θεράπευσε ἕνα ἄλογο τοῦ Οὐάλεντος ποὺ εἶχε ἀρρωστήσει καὶ ὁ βασιλεὺς τὸ ἀγαποῦσε πολύ. Ἐπίσης, βοήθησε μία γυναῖκα νὰ κερδίσει πάλι τὴν ἀγάπη τοῦ συζύγου της δίνοντάς της εὐλογημένο λάδι, ἐνῶ ὁ ραντισμὸς μὲ ἁγιασμένο ἀπὸ τὸν Ὅσιο νερὸ προστάτευσε τὰ χωράφια ἑνὸς γεωργοῦ ἀπὸ τὶς ἀκρίδες. Μὲ τέτοια ἄσκηση καὶ ὑπερφυσικὰ ἔργα διαλάμψας ὁ ἀοίδιμος Ἀφραάτης, παρέδωσε τὸ πνεῦμα του στὸν Θεό.

Η ΑΓΙΑ ΜΑΡΤΥΣ ΤΡΥΦΑΙΝΑ

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τῆς Ἁγίας Μάρτυρος ΤΡΥΦΑΙΝΗΣ.

Ταῦρος, Τρύφαινα, σοῦ τρυπᾷ τὸ παιδίον,

Καὶ πρὸς τρυφὰς πέμπει σε τὰς ἀκηράτους.

 

Η Αγία Μάρτυς Τρύφαινα καταγόταν από την Κύζικο που βρίσκεται στον Ελλήσποντο. Ήταν θυγατέρα κάποιου συγκλητικού Αναστασίου και της χριστιανής μητέρας Σωκρατίας. Μαρτύρησε δε, όχι επειδή την έφεραν άλλοι στους ειδωλολάτρες, αλλά επειδή πήγε η ίδια αυθόρμητα και περιγελούσε τα είδωλά τους. Κατηγορούσε μάλιστα τις αισχρές τους πράξεις, με τις οποίες οι άφρονες νόμιζαν ότι τιμούν τους ψευδώνυμους θεούς τους. Όχι μόνο αυτό, αλλά τους δίδασκε κιόλας να αφήσουν τη θρησκεία των μάταιων ειδώλων και να επιστρέψουν στην πίστη του Χριστού.

Κατά προσταγή του ηγεμόνα Καισαρίου, έβαλαν την Αγία σε αναμμένη κάμινο. Επειδή όμως διαφυλάχθηκε αβλαβής μέσα σε αυτήν από τη χάρη του Χριστού, την κρέμασαν ψηλά. Έπειτα την άφησαν και έπεσε πάνω σε καρφιά, τα οποία είχαν τοποθετήσει από κάτω, και καρφώθηκε. Στη συνέχεια δόθηκε στα θηρία για να την κατασπαράξουν. Τα μεν άλλα θηρία δεν την άγγιξαν, όμως ένας άγριος ταύρος όρμησε εναντίον της και την έσχισε με τα κέρατά του. Έτσι η μακαρία έλαβε τον αμάραντο στέφανο του μαρτυρίου.

Λένε μάλιστα ότι στον τόπο όπου χύθηκε το άγιο αίμα της Μάρτυρος, αναπήδησε μια πηγή καθαρού νερού. Από το νερό αυτό πίνουν οι γυναίκες που δεν έχουν γάλα μετά τον τοκετό και αμέσως αποκτούν. Όχι μόνο οι γυναίκες, αλλά και τα άλλα θηλυκά ζώα που δεν έχουν γάλα· πίνοντας από το νερό εκείνο, λαμβάνουν την ίδια χάρη.