«Πνευματική φαρέτρα τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ»
Συνέντευξις με τον ἰθαγενῆ Μωϋσῆ Kalenga
Τῆς κ. Σοφίας Χατζῆ
Κυρία Σοφία: Γνωρίζω κ. Μωϋσῆ, ὅτι εἶσθε ἀπό τούς πρώτους συνεργάτες τοῦ μακαριστοῦ π. Κοσμᾶ, ἠμπορεῖτε να μοῦ εἰπῆτε πῶς τον ἐγνωρίσατε καί πῶς εἰσήλθατε την Ὀρθοδοξία καί βαπτισθήκατε;
Μωϋσῆς: Ὁ π. Κοσμᾶς ἦλθε γιά πρώτη φορά στο Κολουέζι το 1976. Ἐγώ κατάγομαι ἀπό την κωμόπολι Κασάζι. Γεννήθηκα το 1953 ἀπό καθολικούς γονεῖς. Ἤμουν το δεύτερο παιδί ἀπό τά ἕξι τῆς οἰκογενείας μας. Τελείωσα το δημοτικό σχολεῖο καί μετά ἦλθα στην κωμόπολι Φουγκουροῦμε, πού ἀπέχει 85 χιλ.ἀπό το Κολουέζι. Ἔμενα στο θεῖο μου, ὁ ὁποῖος ἦταν στρατιώτης ἐκεῖ. Εἶχε βαπτισθῆ ὀρθόδοξος χριστιανός καί ταυτόχρονα ἔκανε κατηχήσεις στούς κατηχουμένους καί χριστιανούς τῆς ἐνορίας τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου τοῦ Φουγκουροῦμε. Κατόπιν ἔγινε ἱερεύς. Εἶναι ὁ π. Ρωμανός, ἡλικίας σήμερα 75 ἐτῶν. Ἐργαζόμουν τότε σε μία ἀμερικάνικη ἑταιρεία πού ἀσχολεῖτο με την ἐξαγωγή μεταλλευμάτων. Λόγῳ κακῆς διαχειρίσεως τῆς ἑταιρείας κάποια στιγμή ἔκλεισε. Καί πολλές χιλιάδες ἐργατῶν ἐμείναμε ἄνεργοι.
Κάποια ἡμέρα ἦλθαν στο χωριό μου οἱ τότε ἱεραπόστολοι π. Ἀμφιλοχιος Τσοῦκος (νῦν μητροπολίτης Νέας Ζηλανδίας καί Νήσων Φίτζι) καί ὁ π. Σεραφείμ Παρχαρίδης. Ἀφοῦ γνωρισθήκαμε, μοῦ ἐπρότειναν να τούς ἀκολουθήσω στην Ἱεραποστολή πού εἶχε ἕδρα τό Κολουέζι. Ἐγώ ἀρνήθηκα λέγοντάς τους:
-Δεν σᾶς γνωρίζω καί σε τι μπορῶ να σᾶς βοηθήσω;
-Ἔλα μαζί μας, μοῦ εἶπαν, ἔχουμε ἀνάγκη ἀπό ἀνθρώπους.
Ἐγώ ὅμως δεν ἐπῆγα, ἐπειδή δεν τούς ἤξερα. Καί ἀκόμη διότι ἤθελαν να με πᾶνε σε ἄλλη πολιτεία, το Κολοέζι.
Μία ἄλλη φορά ἦλθε στο Φουγκουροῦμε ὁ π. Σεραφείμ γιά κατηχήσεις ταῶν ἀνθρώπων. Ἐπήγαινα καί ἐγώ στις Κατηχήσεις. Μία ἡμέρα με πλησίασε ὁ π. Σεραφείμ καί μοῦ εἶπε:
-Φαίνεσαι καλό παιδί. Χαίρομαι πού παρακολουθεῖς τις κατηχήσεις. Θα σε βαπτίσω.
Με βάπτισε καί μοῦ ἄφησε το ἴδιο ὄνομα, λέγοντάς μου, ὅτι καί ὁ Προφήτης Μωϋσῆς εἶναι μεγάλος ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας.
Ὅταν ὁ π. Κοσμᾶς σαν λαϊκός στο Κογκό, ἦλθε καί στο Φουγκουροῦμε, ὅτι ἐγένοντο οἱ κατηχήσεις ἀρκετῶν ἀνθρώπων, με σκοπό να κτίση ἐκκλησία. Ἦταν ὁ ἴδιος ἐργολάβος οἰκοδομῶν. Ἤξερε καί πολλές ἄλλες τέχνες. ‘Ηξερε ἀκόμη καί κολυμβητής.
Ἐκεῖ με γνώρισε καί με κάλεσε κοντά του.
Στην ἀρχή ἀρνήθηκα ἀλλά κατόπιν δέχθηκα. Θυμᾶμαι ἦταν ἡμέρα Κυριακή καί λειτούργησε στον νέο ναό πού ἔκτισε μέσα σε ἕνα μῆνα περίπου, προς τιμήν τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου. Στην ὥρα τοῦ Κοινωνικοῦ ὡμίλησε με τά ὀλίγα σουαχίλι πού εἶχε μάθει καί ἔκανε μία ἐρώτησι στό ἐκκλησίασμα, να ἰδῆ ποιος θα ἀπαντήση. Σήκωσα χέρι καί ἀπήντησα ἐγώ. Χάρηκε καί στό τέλος μοῦ εἶπε: «Πάω τώρα στο Λουμπουμπάσι (μακριά 220 χιλ) καί ὅταν ἐπιστρέψω θα σε πάρω κοντά μου στο Κολουέζι.
-Ἔτσι, ξαφνικά; Τον ἐρώτησα.
Ἐπέμενε καί μοῦ εἶπε:
-Ἐγώ ἀπό σήμερα θά εἶμαι ὁ πατέρας σου. Θα φροντίσω γιά τά προβλήματα ταῶν γονέων σου. Ἔλα μαζί μου, σε χρειάζομαι.
Καί πράγματι, θυμᾶμαι ἦταν ἡμέρα Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 1978, ὅταν ἐφθάσαμε μαζί στο Κολουέζι.
Ἀπό την Δευτέρα το πρωί ἀρχίσαμε τις δουλειές. Μοῦ ἀνέθεσε να εἶμαι ὑπεύθυνος τῆς ἀποθήκης. Δέχθηκα με τον ὅρο ὅτι θα μείνω μόνο ἕνα μῆνα. Μετά την ἐξάντλησι ταῶν ἡμερῶν αὐτῶν ἤθελα νά φύγω. Τότε ἐκεῖνος μοῦ εἶπε με ἀποφασιστικότητα:
-Ἐγώ θα εἶμαι το πᾶν γιά σένα. Θα σε βοηθήσω σε ὅλη σου την ζωή. Θα σε στείλω στην Ἑλλάδα να σπουδάσης…
Ἐγώ καί πάλι ὑπέκυψα καί ἔμεινα κοντά του. Ἐκάναμε μαζί πολλά ταξίδια. Συναντήσαμε πολλά ἐμπόδια καί περιπέτειες. Ἐθαυμαζα τον π. Κοσμᾶ, διότι ἦταν πολύ διαφορετικός ἀπό ἐμᾶς τούς ντόπιους. Εἶχε τον Θεό μέσα του.
Κάποια ἡμέρα ξεκινήσαμε ἀπό το Κολουέζι να πᾶμε στην πόλι Κανιάμα, πού εἶναι μακριά 800 χιλ. Ἐφθάσαμε ἐκεῖ μετά ἀπό 13 ὧρες ταξίδι. Την Κυριακή ἔκανε Λειτουργία ὁ π. Κοσμᾶς καί την ἑπομένη ἡμέρα ἑτοιμασθήκαμε να συνεχίσουμε το ταξίδι μας γιά την γειτονικ΄πη πόλι Κάμινα.
Στα 10 χιλ, ἀφ’ὅτου ἀναχωρήσαμε, δυνατός κεραυνός κτύπησε το αὐτοκίνητό μας, το ὁποῖον ἀκινητοποιήθηκε καί ἀπό την μηχανή του ἔβγαιναν καπνοί. Ἡ βροχή να εἶναι τόσο δυνατή, πού δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτε, οὐτε να βγοῦμε ἀπό το αὐτοκίνητό μας.
Ὁ π. Κοσμᾶς, χωρίς να ἀπελπισθῆ, ἐπῆρε το κομποσχοίνι του καί ἄρχισε να λέγει την εὐχή: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, βοήθησέ μας. Γιά Σένα δουλεύουμε …». Μετά ἀπό 10 λεπτά ἔπαυσαν να βγαίνουν καπνοί ἀπό το αὐτοκίνητο. Τοῦ προτείναμε να σπρώξουμε να βγοῦμε ἀπό την λάσπη. Μᾶς εἶπε «θα βοηθήσει ὁ Θεός καί θα βγοῦμε».
Πράγματι, ἔβαλε την μηχανή ἐμπρός καί ἄναψε. Φθάσαμε στην Κάμινα. Καί μετά ἀπό τά ἱεραποστολικά μας καθήκοντα σε μία ἑβδομάδα ἀναχωρήσαμε γιά το Κολουέζι ἀπό ἄλλο δρόμο. Φθάσαμε σε ἕνα ποτάμι πού δεν ὑπῆρχε γέφυρα να περάσουμε ἀπέναντι, παρά μία σιδερένια σχεδία. Ἦταν ἀργά το βράδυ καί ἡ λειτουργία τῆς σχεδίας εἶχε σταματήσει. Μᾶς εἶδε ὁ ὑπεύθυνος ἀπόι ἀπέναντι καί μᾶς να περιμένουμε θά ἔλθη να μᾶς πάρει. Ἦλθε μᾶς ἐπῆρε καί φθάσαμε στην ἄλλη ὄχθη. ὁ π. Κοσμᾶς τοῦ ἔδινε λεφτά καί ἐκεῖνος δεν τά ἔπαιρνε. Μόνο μᾶς ρωτοῦσε: «Ποῦ μένετε καί σε ποια θρησκεία εἶσθε;» Ὁ π. Κοσμᾶς τοῦ ὡμίλησε σχετικά γιά την Ἐκκλησία μας καί ἐκεῖνος μᾶς εἶπε: «Θα προσπαθήσω κάποια ἡμέρα να ἔλθω κι ἐγώ στο Κολουέζι». Πράγματι ἦλθε. Κατηχήθηκε καί βαπτίσθηκε.
Κάποια ἄλλη φορά ἐπήγαμε με τον π. Κοσμᾶ στο χωριό Τσιαμουτέντε πού ὑπάρχει ἐκκλησία με πολλούς χριστιανούς προς τιμήν τοῦ ἁγίου Δημητρίου τοῦ Μεγαλομάρτυρος. Εἶναι μόλις 17 χιλ. μακριά.
Ὁ δρόμος αὐτός πού ὁδηγεῖ προς το λεπτοκομεῖο τοῦ Καζένζε ἦταν κλειστός ἀπό τούς ἀντάρτες. Ὅταν μᾶς εἶδαν μᾶς θεωροῦσαν κι ἐμᾶς ἀντάρτες καί «ἐχθρούς τους». Μᾶς σταμάτησαν καί μᾶς ἐρώτησαν ποιος εἶναι ὁ ἀρχηγός σας. Τούς εἶπε ὁ π. Κοσμᾶς ὅτι αὐτός εἶναι ὁ ἐπικεφαλῆς τῆς ὁμάδος τοῦ αὐτοκινήτου τους. Τοῦ εἶπαν:
-Εἶσαι ἀντάρτης καί συλλαμβάνεσαι.
-Ὄχι, δεν εἶμαι τούς εἶπε, διότι δεν ἔχω ὅπλα. Η δουλειά μου εἶναι να μιλάω στον λαό γιά την ἀγάπη καί την εἰρήνη πού ἦλθε να φέρη στον κόσμο ὁ Χριστός. Τοῦ εἶπαν αὐτοί: «Να πᾶνε οἱ ἄνθρωποι τῆς συνοδείας σου, να μᾶς φέρουν νερό ἀπό το ποτάμι». Ὁ π. Κοσμᾶς μᾶς εἶπε: «Προσοχή, μη πᾶτε στο ποτάμι, δῆθεν να τούς φέρε νερό, διότι, ὁ σκοπός τους εἶναι να σᾶς σκοτώσουν καί να σᾶς πετάξουν στα νερά τοῦ ποταμοῦ».
Πράγματι δεν ἐπήγαμε. Τότε τούς εἶπε ὁ π. Κοσμᾶς, χωρίς να φοβᾶται κανέναν: «Να με πᾶτε στον ἀρχηγό σας». Συνάντησε τον διοικητή τους στον ὁποῖον τοῦ ἐξήγησε ποιος εἶναι καί ποιο εἶναι το ἔργο του στην Χώρα τους. Ὁ διοικητής ἐξετίμησε τον π. Κοσμᾶ γιά το μεγάλο ἔργο πού προσφέρει γιά τον κογκολλέζικο λαό. Κατόπιν ἐπῆρε τον π. Κοσμᾶ καί στάθηκαν μπροστά στούς ἀντάρτες, στρατι[πωτες του. Τούς εἶπε:
-Αὐτόν πού βλέπετε ἐδῶ εἶναι ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. Να μη τον πειράξει κανείς ἀπό ὲσᾶς. Ἀφῆστε τον ἐλεύθερα να πάει ὅπου θέλει. Ἐργάζεται δωρεάν ἀπό ἀγάπη γιά τον λαό μας.
Κατόπιν εἶπε στον π. Κοσμᾶ: «Θα σοῦ δώσω δύο στρατιῶτες να σε προστατεύουν μέχρι νά φθάσης στο Κολουέζι. (ἡ ἀπόστασις περί τά 850 χιλ.).
Ἐφθάσαμε την ἄλλη ἡμέρα στο Κολουέζι «καραβοτσακισμένοι» ἀπό την κούρασι. Οἱ στρατιῶτες μᾶς εἶπαν να πᾶμε πρῶτα στο στρατόπεδό τους. Δεν ξέρουμε τι ἐσκέπτοντο να κάνουν. Ὁ π. Κοσμᾶς τούς εἶπε ὅτι θα πᾶμε κατευθεῖαν στην ἱεραποστολική μας Βάσι.
Τούς ἐβάλαμε καί ἔφαγαν. Ἔμειναν εὐχαριστημένοι.
-Θα γίνουμε κι ἐμεῖς ὀρθόδοξοι, μᾶς εἶπαν.
-Βεβαίως, εἶσθε ἐλεύθεροι να ἔλθετε στην Ἐκκλησία μας καί να βαπτισθῆτε, τούς εἶπε ὁ π. Κοσμᾶς. Ἔγιναν κι αὐτοί φίλοι τῆς ἱεραπστολῆς μας.
Ὅταν στην Χώρα ὑπῆρχαν πολιτικές ταραχές, ὁ π. Κοσμᾶς εἰδοποιοῦσε τον στρατηγό καί ἐκεῖνος ἔστελλε μία ὁμάδα στρατιωτῶν με δύο στρατιωτικά αὐτοκίνητα να φυλάγουν τριγύρω την ἱεραποστολή μας, πού ἔχει ἔκτασι 110 στρέμματα. Μία φορά ἔμειναν στην Ἱεραποστολή μας μία ὁμάδα στρατιωτῶν ἐπί ἕνα μῆνα. Ἐμεῖς τούς ἐδίναμε το φαγητό τους καί ἕνα μικρό φιλοδώρημα.
Ὁ στρατηγός ἔγινε ὁ καλλίτερος φίλος τοῦ π. Κοσμᾶ. Τοῦ ἔλεγε: «Ἄν κάποιος σε ἐνοχλήσει, τηλεφώνησέ μου. Θα εἶμαι πάντοτε στο πλευρό σου.
Καί ὁ π. Κοσμᾶς, ζοῦσε σαν ἄγγελος. Ζοῦσε ἀνάμεσα με ἐμᾶς τούς μαύρους καί κανείς δεν τον πείραζε. Μερικοί ἀπό τούς Ἕλληνες τοῦ ἔλεγαν: «Γιάτί φέρνεις στην ἐκκλησία μας τούς μαύρους καί ἐκεῖνος τούς ἀπαντοῦσε: «Δεν ἦλθα πρῶτα γιά ἐσᾶς, ἀλλά γιά τούς ντόπιους. Ἀλλά καί ἐσεῖς κάποια στιγμή θα με χρειασθῆτε καί θα ζητήσετε την βοήθειά μου. Καί φυσικά δεν θα ἀρνηθῶ να σᾶς προσφέρω κάθε βοήθεια ἀπό την Ἐκκλησία μας.
Ἡ ἀγάπη τοῦ παπᾶ Κοσμᾶ γιά τον λαό δεν εἶχε ὅρια. Ἐπίστευε ὅτι εἶναι ἀπεσταλμένος τοῦ Θεοῦ καί ὅτι ἦταν πατέρας γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους ἀνεξαρτήτως φυλῆς καί θρησκεύματος. Πόσες φορές, ὅταν γυρίζαμε στην ἕδρα μας, στο Κολουέζι, ἔδενε τά καρότσια ταῶν ἀνθρώπων , πού ,μετέφεραν κάρβουνα ἤ τρόφιμα πίσω ἀπό το τζίπ καί τούς τραβοῦσε να τούς πάει στο Κολουέζι! Καί ἐκεῖνοι δεν ἤξεραν πῶς να τον εὐχαριστήσουν. Καί τραγουδοῦσαν με αὐτοσχέδια τραγούδια με εὐχές στον Θεό γιά τον εὐεργέτη τους, τον π. Κοσμᾶ.
Το 1980 εἴχαμε καί πάλι ἀνταρτοπόλεμο. Σφαῖρες περνοῦσαν σφυρίζοντας πάνω ἀπό τον κτίριο τῆς Ἱεραποστολῆς μας. Οἱ Ἀδελφές νοσσοκόμες, πού βοηθοῦσαν τον π. Κοσμᾶ, ἡ Ἀναστασία καί ἡ Ζωή, ἦταν κλεισμένες στα δωμάτιά τους καί περίμεναν το μοιραῖο…
Ντόπιοι ἄνθρωποι εἶδαν τον Ἅγιο Μεγαλομάρτυρα Γεώργιο, Προστάτη καί φρούραρχο να προστατεύει τον χῶρο τῆς ἱεραποστολῆς μας καί να διώκει τις σφαῖρες μακριά. Διότι καμμία σφαῖρα δεν κτύπησε το κτίριο.
Ἕνα πολεμικό ἀεροπλάνο ἔριξε ἀπό ψηλά δύο βόμβες. Ἡ μία ἔπεσε ἐπάνω στην ὀροφή τοῦ κτιρίου μας. Ἐξήλωσε τις λαμαρίνες καί περνώντας μέσα ἐκτύπησε στο πλευρό τον ἱερομ.π. Σεραφείμ. Τον μεταφέραμε ἀμέσως στο νοσσοκομεῖο τῆς ἑταιρείας Μεταλλευμάτων τῆς Τζεκαμίν.
Ἡ ἄλλη βόμβα ἔπεσε σε γειτονικό σχολεῖο καί το ἔκανε σκόνη.
Ἐκεῖνες τις ἡμέρες ἐκτίζαμε τά θεμέλια τοῦ οἰκοτροφείου τῶν ἀγοριῶν μας, πίσω ἀπό το κτίριο τῆς Ἱεραπστολῆς μας. Ὁ π. Κοσμᾶς, χωρίς να τό ἀντιληφθῆ, ἐπάτησε μία χειροβομβίδα. Κι ἀμέσως μᾶς εἶπε: «Φύγετε μακρά κινδυνεύει ἡ ζωή σας».
Το θαυμαστό εἶναι ὅτι ἐξεράγη μετά ἀπό δέκα λεπτά. Δεν σκοτώθηκε κανείς διότι τους ἐφύλαξε ὁ Θεός.
Μία ἄλλη Κυριακή εἴχαμε πάει στο χωριό Τσιάλλα, ὅπου εἶναι κτισμένη ἀπό τον π. Κοσμᾶ ἡ ἐκκλησία τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας τῆς Φαρμακολυτρίας. Πρίν φτάσουμε, κατεβήκαμε διότι ἕνα γεφυράκι εἶχε σαπίσει. Καί τότε εἴδαμε μπροστά μας ἕνα μεγάλο φίδι μέσα στα χόρτα να ἔχει το στόμα του ἀνοικτό, ἕτοιμο να μᾶς ἐπιτεθῆ. Τελικά γλυτώσαμε τον κίνδυνο.
-Κ. Σοφία: Ἤσουν καί ἐσύ κ. Μωϋσῆ στο τέλος τῆς ζωῆς τοῦ π. Κοσμᾶ;
Τον τελευταῖο καιρό, πρίν σκοτωθῆ, μᾶς προέλεγε ὁ π. Κοσμᾶς, ὅτι θα φύγη. Ἀγόραζε ὑδραυλικά καί ξυλουργικά ἐργαλεῖα καί μᾶς ἔλεγε: «Σᾶς ἀγοράζω γιά να ἔχετε, διότι ἐγώ θα φύγω». Κάποια φορά τον ἐρώτησα ποῦ θα πάει καί ἐκεῖνος μοῦ εἶπε:
-Ἐκεῖ πού θα πάω ἐγώ, ἐσύ δεν θα ἔλθης μαζί μου. Θέλω να μείνης στην ἱεραποστολή. Να μη φύγης.
Ἐγώ ἔπαυσα να τον ἐρωτῶ, διότι δεν καταλάβαινα αὐτά τά λόγιά του.
Κάποια ἡμέρα ἐπήγαμε μαζί ἀπό το Κολουέζι στο Λουμπουμπάσι. Ἡ ἀπόστασις τότε ἀπό τον ὑπάρχοντα κατεστραμμένο δρόμο διαρκοῦσε 8 ὧρες.
Φθάσαμε μετά ἀπό πολλή ταλαιπωρία στο Λουμπουμπάσι, πόλι σήμερα 7 ἑκατομ. ἀνθρώπων. Ἐκάναμε πολλές δουλειές, ἀγοράσαμε διάφορα ψώνια με δανεικό αὐτοκίνητο ἀπό κάποιον Ἕλληνα, διότι το δικό μας τον εἴχαμε ἀφήσει γιά ἐπισκευή στο γκαράζ τοῦ κ. Κρούσκου.
Την Κυριακή ἐτέλεσε την Θεία Λειτουργία στην ἐκκλησία τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Ἑλληνικῆς Κοινότητος. Ὅταν ὡμίλησε στην ὥρα τοῦ Κοινωνικοῦ στούς Ἕλληνες, τούς ἐδίδαξε γιά την μετάνοια με δάκρυα στα μάτια.
Μετά ἀπό τρεῖς ἡμέρες, ἡμέρα Τετάρτη μέ ἔστειλε στο γκαράζ να παραλάβω το αὐτοκίνητο. Ἦταν ἡ ὥρα τρεῖς το ἀπόγευμα, ὅταν ἀπεφάσισε ὁ π. Κοσμᾶς να φύγουμε γιά το Κολουέζι, με φορτωμένο το αὐτοκίνητό μας. Ἕνας Ἕλληνας τοῦ εἶπε να μείνει να λειτουργήσει καί αὔριο ταῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, ἀλλά ὁ π. Κοσμᾶς ἤθελε νά φύγουμε προκειμένου να πάρουμε καί την Ἀδελφή Ξένη, πού ἦταν ἄρρωστη στην γειτονονική πόλι Λικάσι, στο σπίτι τοῦ Ἑλληνοκυπρίου, φίλου τῆς Ἱεραποστολῆς μας κ. Χάμπου.
Το ἀπόγευμα στις 5 ἡ ὥρα μοῦ εἶπε ὁ π. Κοσμᾶς να πᾶμε στο Γκόλφ (περιοχή τῆς πόλεως) να παραλάβουμε τον Πρόξενε κ.Κυβετό, ἀνιψιό τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Σερρῶν καί Νιγρίτης κυροῦ Σπυρίδωνος Κυβετοῦ.
Μετά καθυστερήσαμε με παράκλησι ἄλλων Ἑλλήνων μέχρι τις 7 το βράδυ στην Ἑλληνική Κοινότητα καί ἀμέσως αὐτή την βραδυνή ὥρα ἐξεκινήσαμε.
Ἐγώ στον δρόμο ἀποκοιμήθηκα. Ὁ π. Κοσμᾶς ὡδηγοῦσε, δίπλα του ἐγώ καί δεξιά μου ὁ Ἕλληνας Πρόξενος. Στα 40 περίπου χιλ. ἔγινε το ἀτύχημα. Ξαφνικά βρεθήκαμε καί οἱ τρεῖς κάτω ἀπό το αὐτοκίνητό μας. Ἐκεῖ δίπλα πού ὑπάρχει το χωριό Σουφουμουάγκο, ἦλθαν οἱ χωρικοί να μᾶς βοηθήσουν. Μᾶς ἔβγαλαν ἀπό τά συντρίμια. Ἀπό την μύτη μου ἔτρεχε αἷμα. Ὁ Πρόξενος εἶχε μόνο γρατζουνιές στο μέτωπο καί δστό σῶμα του. Ὅταν ἔβγαλαν καί τον π. Κοσμᾶ, ἦταν μισοπεθαμένος. Πρόλαβε καί εἶπε σ᾿ ἕνα χωρικό, πού ἀργότερα βαπτίσθηκε με το ὄνομα Ἀντώνιος. Το Ἅγιο Μῦρο καί τά χρήματά μου εἶναι κάτω ἀπό το κάθισμά μου σε εἰδική θήκη. Να τά δώσετε στον βοηθό μου, τον π. Κύριλλο στο Κολουέζι». Καί ἀμέσως ἐξέπνευσε.
Οἱ χωρικοί σταμάτησαν κάποιο αὐτοκίνητο καί με μετέφεραν στο νοσοκομεῖο τοῦ Λικάσι, μακριά περί τά 70 χιλ. Ἐκεῖ εἶπα σε Χριστιανούς μας ὅτι ὁ π. Κοσμᾶς σκοτώθηκε. Εἰδοποίησαν τον φίλο του, τον κ. Χάμπο καί ἐκεῖνος ἔτρεξε με το αὐτοκίνητό του καί μετέφεφρε την σωρό του σε ἕνα ψυγεῖο νοσσοκομείου τοῦ Λουμπουμπάσι.
Ἐκεῖ ὑπῆρχαν καί ἄλλα πτώματα. Τό σῶμα τοῦ π. Κοσμᾶ ἦταν εὔκαμπτο καί παρά την παγωνιά, συνέχιζε να τρέχη αἷμα ἀπό τήν μοναδική πληγή πού εἶχε σε μέρος τοῦ προσώπου του. Μερικοί ἄνθρωποι τοῦ νοσσοκομείου ἐδιηγοῦντο την ἑπομένη ἡμέρα ὅτι το σῶμα αὐτοῦ τοῦ Εὐρωπαίου εἶχε περιλουσθῆ ἀπό ἕνα ἀπερίγραπτο φῶς.
Το ἀτύχημα ἔγινε το βράδυ τῆς 27ης Ἰανουαρίου 1989. Την Δευτέρα, μετά ἀπό τρεῖς ἡμέρες μεταφέρθηκε το σῶμα του ἀεροπορικῶς στο Κολουέζι. Ἐγώ ἤμουν ἀκόμη στο νοσοκομεῖο τοῦ Λικάσι καί ζήτησα ἀπό τον γιάτρό μου να μοῦ ἐπιτρέψει νά πάω στην κηδεία τοῦ Πνευματικοῦ μου Πατέρα. Καί μοῦ ἐπέτρεψε.
Ὁ νομάρχης τοῦ Λουμπουμπάσι ἐπέβαλε τριήμερη ἀργία προς τιμήν τοῦ μακαριστοῦ π. Κοσμᾶ. Χιλιάδες ἄνθρωποι ἦλθαν καί τον ἀπεχαιρέτησαν. Τοπικοί Ἄρχοντες, στρατιωτικοί, τά σχολεῖα τῆς πόλεως, ἄνθρωποι ἀπό τά χωριά τους ἦλθαν στην κηδεία, ἀφήνοντας κάθε ἄλλη ἀπασχόλησι. Ἐπίσης ἦλθαν ἐκπρόσωποι τοῦ Κράτους καί ἀρχηγοί ἄλλων χριστιανικῶν ὁμολογιῶν καί θρησκευτικῶν Κοινοτήτων.
Καί μέχρι σήμερα εἶναι νωπή ἡ μνήμη του κυρίως στούς Χριστιανούς πού τον ἐγνώρισαν. Γι᾿ αὐτό καί δίνουν το ὄνομα του στις βαπτίσεις τῶν παιδιῶν τους.
Πολλοί ἄνθρωποι μᾶς διηγοῦνται ἐπισκέψεις τοῦ π. Κοσμᾶ στόν ὕπνο τους. Ἄλλους παρακινεῖ να πηγαίνουν στην Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἄλλους τούς παρηγορεῖ ἀκόμη καί τούς θεραπεύει γιά συγκεκριμένα προβλήματα τῆς ὑγείας τους, ἄλλους συμβουλεύει να φεύγουν μακριά ἀπό τούς μάγους καί ἄλλους πού ζητοῦν λύτρωσι ἀπό την δυναστεία ταῶν δαιμόνων, ἐμφανίζεται καί τούς ὑποδεικνύει σαν λιμάνι σωτηρίας ταῶν Ψυχῶν τους, την Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
Ἀναμνήσεις τοῦ συγγραφέως καί συνέντευξις με τον ἰθαγενῆ Μωϋσῆ Kalenga
Τον π. Κοσμᾶ, τον ἐγνώρισα ἀπό το 1977, ὅταν ἦλθε στην Μονή μας, σταλμένος ἀπό τον ὅσιο Γέροντα Παΐσιο καί τον ὅσιο Γέροντα ἱερομ. π. Σπυρίδωνα Ξένον, Γέροντα τοῦ Κελλίου τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος τῆς Νέας Σκήτης. Ἦταν ἀκόμη λαϊκός, μέτριος στο ἀνάστημα, με βλέμμα ζωηρό καί διαπεραστικό, ἔξυπνο καί σπινθιροβόλο.
Ἐνθυμοῦμαι εἴχαμε ἐκείνη την ἡμέρα πού ἦλθε, μᾶλλον την ἀγρυπνία ταῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου. Ἔψαλλα σαν δέξιός νυκτερινός ψάλτης. Στα ἀριστερά στασίδια στεκόταν, δέν καθόταν, ὁ νέος Δόκιμος μοναχός Ἰωάννης. Μόνος του, χωρίς να τον προκαλέσω μοῦ χαμογέλασε φιλικά καί ἀδελφικά. Ἀπό την ἄλλη ἡμέρα γνωρισθήκαμε καλλίτερα. Καί ἐκάναμε παρέα. Μοῦ ἀπεκάλυψε τον πόθο καί την ἀπόφασί του να ἐργασθῆ γιά πάντα στον χέρσο Ἀμπελῶνα τοῦ Κυρίου στην Ἀφρική. Τοῦ ἐξέφρασα κί ἐγώ τον ἐνθουσιασμό μου γιά το ἴδιο ἔργο καί στην ἴδια Ἤπειρο. Χωρίς να μοῦ εἰπῆ τίποτε με ἐζήτησε ἀπό τον Γέροντά μας να τον ἀκολουθήσω στην Ἀφρική. Ὁ Γέροντας τοῦ εἶπε: «Δεν εἶναι ὥριμος. Εἶναι μικρός, μόλις 25 ἐτῶν. Ἀργότερα. Θα δείξη το θέλημα τοῦ Θεοῦ…». Καί πράγματι ὁ Θεός με ἀπέστειλε το 1990, στην ἡλικία ταῶν 38 ἐτῶν. Αὐτή την ἡλικία εἶχε καί ὁ π. Κοσμᾶς, ὅταν σαν ἱερομόναχος κατέβηκε ὁριστικά στην Ἀφρική γιά να ἀφήσει καί τά κόκκαλά του ἐκεῖ.
Ἔμεινε τότε το 1977 ὁ π. Κοσμᾶς σαν Δόκιμος μοναχός 8 μῆνες. Ἠσχολεῖτο στην Μονή μας με τεχνικά ἔργα, με ἠλεκτροσυγκολλήσεις, με τόρνους, μηχανές καί ἄλλες δύσκολες διακονίες. Ἐπέστρεφε στο κελλί του το ἀπόγευμα σχεδόν πάντα μουντζουρωμένος καί κουρασμένος. Ἀπό τις ἀκολουθίες δεν ἀπουσίαζε ποτέ. Εἶχε μαζί του μπλοκάκι καί στυλό καί ἔγραφε το τυπικό καί τίς διατάξεις ταῶν Ἀκολουθιῶν. Ἐρωτοῦσε τον Τυπικάρη, τον ἐκκλησιατικό γιά τά τυπικά ταῶν Ἀκολουθιῶν. Ἐνίοτε ἔψαλλε σαν βοηθός, διότι δεν τον βοηθοῦσε ἡ φωνή του να ψάλλει γλυκύφθογγα ὁλόκληρη ἀκολουθία.
Ἐκεῖ στην Μονή μας ἔγινε διάκονος καί ἱερεύς ἀπό τον ἁγιορείτη ἐπίσκοπο Δοροστόλου κ. Στην συνέχεια ἄρχισε την τέλεσι ταῶν 40 Λειτουργιῶν γιά ἐκπαίδευσι καί προσάρμοσι στα λατρευτικά του ἱερατικά καθήκοντα.
Την ἡμέρα πού θα ἔφευγε ἤμουν ὁ μοναδικός πού τοῦ μετέφερα τις βαλίτσες στην παραλία, τον ἀποχαιρέτισα καί τοῦ εὐχήθηκα Καλό ταξίδι. Μοῦ εἶπε: «Θα ἔλθη ἡ ὥρα πού κι ‘΄εσύ θα με ἀκολουιήσης σ᾿ αὐτή την σκληρή ζωή τοῦ εὐαγγελισμοῦ ταῶν λαῶν τῆς Ἀφρικῆς». Ἔτσι χωρίσαμε.
Ὁ π. Κοσμᾶς δεν ἦλθε σχεδόν καθόλου στην Ἑλλάδα, μετά την κάθοδό του σαν ἱερεύς στην Ἀφρική. Μία μόνο φορά ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἦλθε στην Ἀθήνα γιά διάφορα ὀψώνια. Στην Μονή μας ἦλθε μόνο γιά λίγες ἡμέρες. Να ἐξομολογηθή στον Γέροντά μας, τον ὁποῖον σεβόταν καί διατηροῦσε μαζί του συχνή ἐπικοινωνία με ἐπιστολές. Τό 1988 ἦταν το τελευταῖο του ταξίδι στην Ἑλλάδα καί στο Ἅγιον Ὄρος. Ἔμεινε στην Μονή μας πάνω ἀπό δύο μῆνες. Ἦταν τόσο κουρασμένος πού μοῦ ἔλεγε ὅτι δεν μπορεῖ να σηκώση τά πόδια του να κατέβη μέχρι την παραλία! Τότε στο διάστημα αὐτό ἔγραψε καί μία ἱεραποστολική πραγματεία το μοναδικό του βιβλίο, θά ἐλέγαμε το κύκνειο ἆσμα του, με τλιτλο: «Σκέψεις γιά την ἱεραποστολή μέσα ἀπό την πρᾶξι». Μοῦ το ἔδωσε, Το ἐδιάβασα καί σέ μερικά σημεῖα ἔκαμα μερικές λεκτικές διορθώσεις. Κατόπιν το ἀπεκατέστησε γιά ἔκδοσι ἄλλος Ἀδελφός τῆς Μονῆς μας.
Την περίοδο αὐτή μοῦ ἔδωσε καί 10 περίπου κασσέτες μαγνητοφώνου, ὅπου ὡμιλοῦσε ὁ ἴδιος γιά τις περιπέτειές του καί τούς ἱεραποστολικούς του ἀγῶνες. Μοῦ ζήτησε να τις ἀπομαγνητοφωνήσω καί να συντάξω το περιεχόμενό τους, γιά μία μελλοντική ἔκδοσι. Καί πράγματι ἐτελείωσε αὐτή ἡ προσπάθεια, κατά την ἐντολή του. Εἶναι το σημερινό του Ἡμερολόγιο, πού ἐξέδωκε ὁ ἱεραποστολικός Σύνδεσμος «Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός».
Τον Μωϋσῆ τον ἐγνώρισα το 1982, ὅταν ἦλθε στο μοναστήρι μου, τοῦ ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους, σταλμένος ἀπό τον μακαριστό Γέροντά του ἱερομ. π. Κοσμᾶ Γρηγοριάτη (Ἀσλανίδη) προκειμένου να μάθη την ἑλληνική γλῶσσα, την βυζαντινή μουσική, την ἁγιογραφία, τα μοναχικά τυπικά καί την πνευματικότητα τοῦ Ἁγίου Ὄρους.
Ἔμεινε στην Μονή μας τέσσερα χρόνια. Ἔμαθε ἀρκετά καλά την γλῶσσα μας, την βυζαντινή μουσική καί την ἁγιογραφία. Μαζί του ἀπό τότε διατηροῦσα μία ἀγάπη καίθ ἀδελφική φιλία.
Μετά τον θάνατο τοῦ π. Κοσμᾶ, την 27ην Ἰανουαρίου 1989, κατά παράκλησιν τοῦ κυροῦ μητροπολίτη Κεντρώας Ἀφρικῆς Σεβ. Τιμοθέου, ὁ Γέροντάς μας π. Γεώργιος ἀπέστειλε τον ἱερομ. π. Μελέτιο σαν διάδοχό του στο ἔργο τῆς Ἀφρικῆς. Ὁ ἴδιος ὁ π. Μελέτιος μοῦ εἶχε εἰπῆ ὅτι, κάποια ἡμέρα πού ἦταν στο κελλί του καί ἔκανε την καλογερική του προσευχή, ἄκουσε φωνή πού διαισθανόταν ὅτι ἐρχόταν ἀπό την εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, καί τοῦ ἔλεγε: «Ἐσύ θα πᾶς στην Ἀφρική να συνεχίσης το ἔργο τοῦ π. Κοσμᾶ». Ἐξεπλάγη ὁ π. Μελέτιος καί ἀποροῦσε τι φωνή ἦταν αὐτή! Τελικά με ἐντολή τοῦ Γέροντός μας σε λίγες ἡμέρες, δηλ. ἕνα μῆνα μετά την κοίμησι τοῦ π. Κοσμᾶ, ἦλθε ὁ π. Μελέτιος στο Κολουέζι.
Ἐκεῖ, ὅταν ἐπῆγε εὑρῆκε τον μον. π. Κύριλλο Γρηγοριάτη, ὁ ὁποῖος συνέχιζε το ἱεραποστολικό ἔργο, μετά τον ξαφνικό θάνατο τοῦ π. Κοσμᾶ.
Ἦταν θέλημα τοῦ Θεοῦ να κατέβω στην Ἀφρική κι ἐγώ, κατ᾿ ἐντολήν τοῦ μακαριστοῦ Γέροντός μου π. Γεωργίου την πρώτην Ἀπριλίου τοῦ 1990. Με ἐρώτησε ὁ ἴδιος ὁ Γέροντας ἄν θέλω να πάω στην Ἀφρική καί τοῦ ἀπήντησα, ὅτι, ἐάν εἶναι θέλημα Θεοῦ, θα πάω.
Ἔκαναν Γεροντική Σύναξι γιά να ληφθῆ ἀπόφασις ἀπό ὅλους τούς Προιϊσταμένους τῆς Μονῆς. Ὁ Γέροντάς μας ἐπληροφόρησε τούς Γεροντάδες γιά την μετάβασί μου στην Ἀφρική. Ἐν συνεχείᾳ με ἐρώτησε παρουσίᾳ ὅλων ἐάν θέλω να ὑπάγω. Τότε ἀποκαλύφθηκε παριτράνως το θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Ἀπό τά πολλά δάκρυα πού ἔτρεχαν ἀπό τά μάτια μου δεν μποροῦσα να τούς ἀπαντήσω. Ὁ Γέροντας τότε εἶπε: «Πατέρες, αὐτή τήν στιγμή ζοῦμε μία μυσταγωγία…Δεν μποροῦμε να συνεχίσουμε. Την ἀπάντησι μᾶς την ἔδωσε ὁ Θεός. Διαλύεται ἡ Σύναξις. Καί ὁ π. Δαμασκηνός, εἶναι θέλημα Θεοῦ, να πάει γιά ἱεραποστολή στήν Ἀφρική».
Ἀλλά καί κάθες φορά πού με ἔστελλε ὁ Γέροντας σε διάφοιρες ἱεραπστολές σε Ἀλβανία, Ρουμανία, Μπουρούντι, Ρουάντα, Μαδαγασκάρη κλπ. μοῦ ἔλεγε: «Νά ξέρεις, π. Δαμασκηνέ, ὅτι ἔχω πληροφορία ἀπό τον Θεό να σε στέλλω στις ἱεραποστολές τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ μας. Δεν κάνω το θέλημά μου, ἀλλά ὑπακούω στο θεῖο θέλημα…».
Με συνώδευσε ὁ τότε ἱερομ. π. Μελέτιος (νῦν μητροπολίτης Κατάγκας), ὁ ὁποῖος εἶχε μεταβῆ με εὐλογία σαν διάδοχος τοῦ μακαριστοῦ πλέον π. Κοσμᾶ ἀπό τον Φεβρουάριο τοῦ 1989 στο Κολουέζι.
Μετά ἀπό ἕνα χρόνο παραμονῆς καί διακονίας του στο Κολουέζι τοῦ Κογκό, ἦλθε στην Ἑλλάδα. Με παρέλαβε καί μέσω Ζάμπιας, ἐφθάσαμε στο Λουμπουμπάσι τοῦ Κογκό καί την νύκτα στις 12 ἡ ὥρα φθάσαμε στο Κολουέζι με ὁδηγό τον μον. Κύριλλο, ὁ ὁποῖος μᾶς παρέλαβε ἀπό το Λουμπουμπάσι. Θυμᾶμαι ὁ δρόμος ταῶν 320 χιλιομ. ἦταν σε ἀθλία κατάστασι, γεμᾶτος λακκοῦβες με νερά καί λάσπες.
Ὁ μοναχός αὐτός ἦλθε σαν λαϊκός, με το ὄνομα Ἀπόστολος Διαρεμές στο Κολουέζι τοῦ Κογκό τό 1981. Ὅταν ὁ π. Κοσμᾶς ἐργαζόταν, σαν λαϊκός στην Ἀθήνα στην Χριστιανική Ἀδελφότητα «Ὁ Σταυρός»τοῦ μακαριστοῦ μητροπολίτου Φλωρίνης Αὐγουστίνου, ταυτόχρονα ἐπιτελοῦσε καί την διακονία τοῦ κατηχητοῦ σε ἐνορία τῆς Ἀθήνας. Ὁ Ἀπόστολος τότε ἦταν μαθητής τοῦ κατηχητικοῦ του σχολείου. Ἀπό τότε γνωρίσθηκαν. Ὁ π. Κοσμᾶς σάν λαϊκός τότε τοῦ ἐνέπνευσε τον πόθο τῆς ἱεραποστολῆς στην Ἀφρική.
Ἔτσι ὁ νεαρός Ἀπόστολος ἦλθε στο Κολουέζι σε ἡλικία 23 ἐτῶν. Μετά ἀπό δύο χρόνια ἀνέβηκε στο μοναστήρι μας, τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου, προκειμένου να καρῆ μοναχός. Μετά ἀπό δύο χρόνια κατέβηκε καί πάλι στην Ἀφρική σαν μοναχός με το νέο ὄνομα Κύριλλος καί ἐργάσθηκε με ὑπακοή καί αὐτοθυσία σαν ὑποτακτικός καί στενός συνεργάτης τοῦ π. Κοσμᾶ.
Ὅταν ἔφθασα στο Κολουέζι τοῦ Κογκό, κατ᾿ ἀρχήν ἐπεσκέφθηκα τούς χώρους τῆς Ἱεραποστολῆς. Ὁ π. Μελέτιος με ξεναγοῦσε καί μοῦ ἐξηγοῦσε σε ποια κατάστασι εὑρῆκε την ἱεραποστολή καί σε ποιες ἐργασίες ἐπεδόθη γιά την καλλίτερη ὀργάνωσί της.
Ἰδιαίτερα με συγκίνησε ὁ τάφος τοῦ π. Κοσμᾶ. Ἔβλεπα καθημερινά πολλοί Χριστιανοί μας πρίν μποῦν στην ἐκκλησία τοῦ ἁγίου Γεωργίου, περνοῦσαν ἔβαζαν μία μετάνοια στον τάφο τοιυ καί φιλοῦσαν τον πράσινο σταυρό, φτιαγμένο ἀπό ντόπια πέτρα, πού λέγεται μαλαχίτης.
Ἐκεῖ στον τάφο του, συνέβαιναν κατά καίρούς διάφορα σημεῖα, τά ὁποῖα μοῦ ἐδιηγοῦντο παιδιά τοῦ οἰκοτροφείου μας, Χριστιανοί, Κατηχητές καί ἱερεῖς μας.
Θυμᾶμαι ἦταν ἡ 28η Ἰουλίου τοῦ 1991. Ἐτελειώσαμε το βραδυνό μάθημα τοῦ ἱερατικοῦ σεμιναρίου καί μαζί με ὅλους τούς ἱερεῖς. Ἦσαν τότε περί τούς 15, ξεκινήσαμε γιά την γειτονική ἐκκλησία τῆς ἱεραποστολῆς γιά τον Μικρό Ἀπόδειπνο. Προχωρώντας προς την ἐκκλησία, οἱ ἱερεῖς σταμάτησαν ξαφνικά καί σαν ἐκστατικοί ἀναφωνοῦσαν καί ἔλεγαν: «Κοιτᾶξτε, τι ἀκτινοβολίες εἶναι αὐτές πού βγαίνουν ἀπό τα΄’ον τάφο τοῦ π. Κοσμᾶ…». Ἐγώ τούς ἀκολουθοῦσα τελευταῖος. Ἀλλά δεν ἀξιώθηκα να ἰδῶ αὐτό το θαυμαστό σημεῖο. Τούς ἐρωτοῦσα να μοῦ εἰποῦν τι ἔβλεπαν. Καί μοῦ εἶπαν ὅτι ἔβέπαν να βγαίνει φῶς σαν φωτοβολίδες ἀπό τον τάφο τοῦ π. Κοσμᾶ. Ἦταν τόσο ψηλές πού ὑπερφαλάγγιζαν καί τά γειτονικά δένδρα καί πετοῦσαν πάνω ἀπ᾿ αὐτά.
Μία ἄλλη φορά, μοῦ εἶπαν μικρά παιδάκια τοῦ οἰκοτροφείου μας, ὅτι καθώς ἔμπαιναν γιά το Ἀπόδειπνο στην ἐκκλησία, ἄκουσαν κουδουνίσματα θυμιατοῦ πλησίον τοῦ τάφου τοῦ π. Κοσμᾶ, χωρίς να βλέπουν ἄνθρωπο. Ἄλλοτε πάλι αἰσθάνοντο την ὀσμή θυμιάματος, χωρίς να λιβανίζει κάποιος.
Κατόπιν ἐπεκέφθηκα το Δημοτικό σχολεῖο, τοῦ ὁποίου τις λαμαρίνες τοποθέτησε ὁ π. Μελέτιος λόγῳ τοῦ ξαφνικοῦ θανάτου τοῦ π. Κοσμᾶ. Ἀπό την ἑπόμενη κιόλας χρονιά λειτούργησε με 400 παιδάκια.
Ἐπίσης συναντήθηκα με τούς τρεῖς ἐπιστάτες καί τά 55 παιδάκια τοῦ οἰκοτροφείου τοῦ π. Κοσμᾶ. Καθημερινά ἤρχοντο στην πρωϊνή ἀκολουθία πού ἄρχιζε στις 6 κάθε πρωΐ καί τελείωνε σε μία ὥρα διότι ἔπρεπε ὅλα τά παιδάκια μετά το πρωϊνό τους με ἕνα ψωμάκι να πᾶνε στα σχολεῖα τους. Το ἀπόγευμα στις 5 ἡ ὥρα ἐτελεῖτο ὁ Ἑσπερινός. Καί το βράδυ στις 8 ἤρχοντο καί πάλι στην ἐκκλησία γιά το Μικρό Ἀπόδειπνο. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι τά παιδιά κρατοῦσαν το καθημερινό τυπικό λειτουργίας τοῦ οἰκοτροφέιου με περισσή ἀκρίβεια. Δεν τούς ἐπέτρεπαν οἱ ἐπιστάτες να βγαίνουν τις καθημειρινές τά παιδιά ἔξω ἀπό την κεντρική εἴσοδο. Μόνο κάθε Κυριακή, μετά το μεσημβρινό φαγητό, τούς εἶχε καθιερώσει ὁ π. Κοσμᾶς την ἔξοδο μόνο γιά 3 ὧρες. Στις 4,30 θά ἔπρεπε να εἶναι ὅλα τά παιδιά στον χῶρο τῆς Ἱεραποστολῆς, διότι στις 5, μ.μ. γινόταν πάντοτε ὁ Ἑσπερινός.
Τά πρόγραμμα τοῦ φαγητοῦ τους εἶχε καθιερωθῆ ἀπό τον π. Κοσμᾶ, χωρίς σχεδόν ἀλλαγές. Κάθε Κυριακή ἔτρωγαν κρέας ἀπό τά ζῶα τῆς φάρμας, κάθε Πεμπτη μπιτόγιο (ἡλιοκαμμένο ψάρι), κάθε Δευτέρα φασόλια καί τις ἄλλες ἡμέρες μπουκάρι (ζυμάρι ἀπό καλαμποκάλευρο) μέ χόρτα.
Μία ἄλλη σπουδαία γιά μένα ἐκπληξις ἦταν ἡ λειτουργία τῆς φάρμας, πλησίον τοῦ χωριοῦ Τσιαμπούλα, μόλις 6 χιλιόμετρα ἀπό την φάρμα. Το 1990, ὅταν πρωτοῆλθα, ἡ φάρμα τοῦ π. Κοσμᾶ ἦταν σε πλήρη ὀργάνωσι καί ἀνάπτυξι. Τότε περιεῖχε 3000 κόττες, 800 κουνέλια, 500 γουρούνια, 150 φραγκόκοτεες, ἀμέτρητα περιστέρια, 120 γιδοπρόβατα καί 10 κόκκινες ἀγελάδες. Συνολικά οἱ ἐργαζόμενοι στην φάρμα ἦταν περί τά 50 ἄτομα με τρεῖς ὑπευθύνους, τον Γεράσιμο, τον Τρύφωνα καί τον Δανιέλ.
Κατά την πρώτη μου κάθοδο στο Κολουέζι τοῦ Κογκό, ἔμεινα κατ᾿ ἐντολήν τοῦ Γέροντός μου 17 μῆνες. Αἰσθανόμουν μεγάλη λύπη στην καρδιά μου, διότι δεν ἤξερα την σουαχίλι γλῶσσα. Τά ὀλίγα ἀγγλικά μου δεν με ἐξυπηρετοῦσαν, ἀφοῦ ἐπίσημη γλῶσσα τους εἶναι ἡ γαλλική. Εἶχα ὅμως την εὐτυχία να κάνω παρέα τον Μωϋσῆ, ὁ ὁποῖος τότε ἐργαζόταν στην ἱεραποστολή σαν ὁδηγός αὐτοκινήτου πού μετέφερε τά τρόφιμα τῶν ζώων τῆς φάρμας πλησίον τοῦ χωριοῦ Τσιαμπούλα. Ἔτσι, σχεδόν καθημερινά ἐπήγαινα μαζί του. Ἡ πρώτη μου ἐρώτησις ἦταν να μοῦ εἰπῆ πῶς θα εἰποῦμε στα σουαχίλι: «Τι εἶναι αὐτό;» Στην συνέχεια ρωτοῦσα ὅποιον ἔβλεπα μπροστά μου γιά ὅσα ἀντικείμενα καί πράγματα ἦταν γύρω μου. Γρήγορα ἐμάθαινα τις λέξεις. Ἄρχισα να γράφω δικό μου λεξικό. Ἤδη κατήρτισα δύο λεξικά, το ἕνα ἑλληνοσουαχίλι καί ἕνα σουαχίλι-ἑλληνικά. Παράλληλα συνέταξα καί μία πρόχειρη ἑλληνοσουαχίλι γραμματική, γι᾿ αὐτούς πού θέλουν να κάνουν τά πρῶτα βήματα γιά την ἐκμάθησι τῆς ἀφρικανικῆς αὐτῆς γλώσσας.
Σήμερα, την 23ην Ὀκτωβρίου 2017 εἶμαι καί πάλι γιά πολλοστή φορά στο Κολουέζι τοῦ Κογκό. Σε 14 μῆνες ἀπό σήμερα συμπληρώνονται 30 χρόνια ἀπό την κοίμησι τοῦ μακαριστοῦ Ἀδελφοῦ μας π. Κοσμᾶ. Ἐπιζοῦν ἀκόμη πνευματικά του τέκνα, ἐργάτες καί ἱερεῖς του. Σίγουρα, κάτι θα ἔχουν να μᾶς ἀποκαλύψουν αὐτοί οἱ ἄνθρωποι ψάχνοντας μέσα στα θηλάκια τῆς μνήμης τους Γι, αὐτό, ἐκπληρώνοντας ἐπιθυμία καί ἄλλων φίλων τῆς ἱεραποτολῆς τῆς ἐν Ἑλλάδι Ἐκκλησίας μας, τρέχω να εὕρω αὐτούς τούς παλαιούς χριστιανούς καί συνεργάτες τοῦ π. Κοσμᾶ. Ὅ,τι καλό συλλέξω θα ἀποτελέση το περιεχόμενο αὐτοῦ τοῦ βιβλίου, το ὁποῖον ἀποβλέπει να τιμήση τον μακαριστόν ἱεραπόστολο, ἔτσι ὥστε ἡ μνήμη του να διαιωνίζεται προς ἔμπνευσιν διά ἱεραποστολικήν ἐργασίαν καί ἄλλων νεωτέρων.
Ἡμέρα Σάββατο τῆς 11ης Νοεμβρίου. Κατέρχομαι ἀπό την Μονή ταῶν Ἁγίων Δώδεκα Ἀποστόλων στην ἱερά Μητρόπολι Κατάγκας, στην πόλι Κολουέζι. Ἐπιθυμῶ να συναντήσω τον βασικό συνεργάτη του Μωϋςῆ Καλέγκα. Ἴσως θα ἔχει καί ἄλλα να μοῦ ἐξιστορίσει, ἐκτός ταῶν ὅσων εἶπε στην κ. Σοφία Χατζῆ.
-Ἀγαπητέ Μωϋσῆ, γνωριζόμαστε μαζί ἐδῶ καί 27 χρόνια. Ὁ π. Κοσμᾶς ἦταν ὁ πνευματικός σου πατέρας καί δικός μου ἐν Χριστῶ Ἀδελφός. Γνωρίζω, ὅτι σε ἀγαποῦσε καί σε ὅλες τις ἀποστολές καί τά ταξίδια του σε ἔπαιρνε πάντα μαζί του. Τί ἔχεις να καταθέσεις ἀκόμη ἐπί τῆς συμπληρώσει προσεχῶς τριάντα χρόνων ἀπό τῆς ἐκδημίας του.
-Θέλω να καταθέσω ἐνώπιον Θεοῦ καί ἀνθρώπων, ὅτι ὁ π. Κοσμᾶς ἦταν ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. Τον γνώρισα σαν λαϊκό, ὅταν εἶχε ἔλθει στο Φουγκουροῦμε το 1976 να κτίση την ἐκκλησία τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου. Τότε κατηχητής ἦταν ὁ θεῖος μου, στρατιώτης ὀρθόδοξος χριστιανός με το ὄνομα Ρωμανός, στο σπίτι τοῦ ὁποίου ἔμενα. Με προέτρεψε να τον ἀκολουθήσω. Μετά ἀπό ἀρκετούς δισταγμούς, ἐπῆγα κοντά του στο Κολουέζι.
Ὅπως ὁ Χριστός προσκαλοῦσε τούς Μαθητάς του, ἔτσι καί ὁ π. Κοσμᾶς, καλοῦσε μερικούς νέους γιά να συγκροτήση το δικό του κοινόβιο. Ἀπόι τον χωριό Γκούμπα ἐπῆρε τον Κασόνγκο, το ὁποῖον ἐβάπτισε δίνοντάς τγου το ὄνομα Σταῦρος. Ἀπό το χωριό Καμπούντζι ἐπῆρε τον Φίλιππο, ἀπό το χωριό Τσιάλα ἄλλον βοηθό τον Ἀμφιλόχιο, τον Ἀνδρέα Καλάλα, πού σήμερα εἶναι ἱερομόναχος στην Ρόδο. Συνολικά ἤλθαμε κοντά του ἑπτά ἄτομα. Μᾶς ἔφτιαξε μέσα στο κτίριο τῆς ἱεραποστολῆς, πρώην κέντρο τῆς Ἑλληνικῆς Κοινότητος, ξύλινα δωμάτια. Εἴχαμε τά πάντα κοινά, το φαγητά, τις ἀκολουθίες, τά διακονήματα. Ὁ ἴδιος μᾶς ἔπαιρνε κοντά του καί μᾶς κατήρτιζε σε διάφορες δουλειές. Ἦταν ὁ ἴδιος πολυτεχνίτης…ἀκόμη καί κολυμβητής. Ἐγνώριζε να ὁδηγῆ καί ἐπισκευάζη αὐτοκίνητα, να εἶναι ἀρχιμάστορας στις οἰκοδομικές ἐργασίες, να ἀσχολῆται με την παροχή πρώτων βοηθειῶν καί φαρμάκων, να εἶναι σιδηρουργός καί ἠλεκτροσυγκολλητής. Καί ἄλλα πολλά….
Στο Κολουέζι ὅπου ἐργάσθηκε την πρώτη περίοδο ἐπί 15 μῆνες σαν λαϊκός, ἐφιλοξενεῖτο στο κτίριο τῆς Ἑλληνικῆς Κοινότητος καί συμμετεῖχε στις ἀκολουθίες τῆς ἐκκλησίας τους. Ἀφ᾿ ὅτου ἐπέστρεψε σαν ἱερομόναχος ἀπό την ἱερά Μονή Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους, ἦλθε καί πάλι ἐδῶ. Ἔκαμε τις ἀκολουθίες στην ἴδια ἐκκλησία, ἀλλά προεκάλεσε την ὀργή ταῶν Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι τον κατηγοροῦσαν ὅτι βάζει μέσα τούς μαύρους καί «βρωμίζουν», την ἐκκλησία τους. Ὁ π. Κοσμᾶς τούς εἶπε ὅτι ἦλθε πρῶτα γιά τούς μαύρους τῆς Ἀφρικῆς. Ἀλλά, τούς εἶπε «κι ἐσεῖς, ἐάν με κάτι με χρειασθῆτε, θα ἔλθω να σᾶς ἐξυπηρετήσω».
Ἐπειδή ἡ πολεμική ταῶν Ἑλλήνων συνεχιζόταν, ἀγόρασε ἀπό τον δήμαρχο τῆς πόλεως τον χῶρο, πού εἶναι πίσω ἀπό την Ἑλληνική Κοινότητα, περίπου 10 ἐκτάρια. Ἐκεῖ ξεκίνησε την ἵδρυσι τοῦ οἰκοτροφείου του, την μεγάλη ἀποθήκη καί δωμάτια ὕπνου, με την μορφή πύργων με ἐπάλξεις ἐξωτερικά. Ἐκεῖ στο ἄλλο ἄκρο τοῦ μεγάλου αὐτοῦ οἰκοπέδου ἄρχισε την ἀνοικοδόμησι καί τοῦ Δημοτικοῦ του σχολείου, το ὁποῖον το ἀποτελείωσε καί το λειτούργησε ὁ διάδοχός του π. Μελέτιος.
Κατώρθωσε σε λίγο διάστημα καί ἔκτισε πολλές ἐνοριακές ἐκκλησίες, ἀλλά ἡ ἐπάνδρωσίς τους με ἐναρέτους κληρικούς ἦταν πάντοτε ἕνα δυσεπίλυτο πρόβλημα. Κάθε φορά πού στενοχωριόταν ἀπό τά λάθη καί την ἄπρεπη συμπεριφορά ἐνίοτε ταῶν ἱερέων του, μᾶς ἔλεγε: «Αὐτοί εἶναι ἱερεῖς τῆς ἀνάγκης. Θα λειτουργήσουμε οἰκοτροφεῖο καί ἀπό τά παιδιά αὐτά θα ἀναδειχθοῦν κατάλληλοι ἐργάτες τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας μας. Γι᾿ αὐτό, μία ἡμέρα μᾶς εἶπε ὅτι ἀπεφάσισε να ἱδρύση οἰκοτροφεῖο ἀγοριῶν.
Εἶχε καταρτίσει ἕνα οἰκοδομικό συνεργεῖο, το ὁποῖον το ὠνόμαζε «Ἀστραπή», διότι καί ὁ ἴδιος ἦταν στις δουλειές του «ἀστραπή».
Σαν λαϊκός ὅπου ἐργάσθηκε ἐπί 15 περίπου μῆνες, κοντά στον πρώην ἱεραπόστολο π. Ἀμφιλόχιο Τσοῦκο, ἵδρυσε περί τις 10 ἐκκλησίες.
Οἰκοδομικά ὑλικά ἔψαχνε να βρῆ ἀπό την κοντινή περιοχή, ὅπου θα ἔκτιζε. Μεταφορά νεροῦ ἔκανε με βαρέλια, τά ὁποῖα τά φόρτωνε στο φορτηγό του καί ἀπό το κοντινό ποτάμι τά μετέφερε στον τόπο ταῶν ἐργασιῶν. Ἐπιστατοῦσε ὁ ἴδιος σε ὅλα τά ἔργα. Ἦταν ἀκατάβλητος καί ἀτρόμητος μπροστά σε κάθε δυσκολία. Δεν ἐγνώριζε ἀπό κούρασι. Δεν σταματοῦσε μπροστά σε ὁποιοδήποτε ἐμπόδιο μέχρι να τελειώση την ἐκκλησία πού εἶχε ἀρχίσει. Ἔδινε φαγητό σε ὅλους τούς ἐργάτες. Ἔτρωγε καί ὁ ἴδιος μαζί τους. Τις νύκτες κατήρτιζε τά σχέδια, προγραμμάτιζε ὅλα τά ἔργα τῆς ἄλλης ἡμέρας καί περίμενε ἐναγωνίως πότε να ξημερώση γιά να τρέξη να ὑλοποιήση τις γενναῖες ἀποφάσεις του.
Περιπέτειες ἀπό τά ταξίδια μας ἀνέφερα παλαιότερα στην κ. Σοφία Χατζῆ. Καί τώρα θα ἀναφέρω, ὅσα δεν εἶπα στην κ. Χατζῆ.
Μία φορά εἴχαμε πάει στο Λουμπουμπάσι. Μερικοί ἀπό τούς πρώτους ἱερεῖς του προήρχοντο ἀπό την φυλή Κασάϊ, πού κατοικεῖ στο κεντρικό Κογκό. Αὐτοί οἱ ἱερεῖς του τον ἐφθόνησαν καί τοῦ ἑτοίμασαν μία παγίδα. Ἔβαλαν κάτω ἀπό το κρεββάτι του την κογκολλέζικη σημαία καί την ἐσκέοπασαν με το σεντόνι. Ὁ π. Κοσμᾶς, κουρασμένος ὅπως πάντοτε, ξάπλωσε να ξεκουρασθῆ. Την ἄλλη ἡμέρα οἱ συκοφάντες του, τον κατήγγειλαν στον στρατηγό, τῆς πόλεως ὅτι ἀσχολεῖται με την πολιτική.
Ὁ π. Κοσμᾶς εἶπε ὅτι εἶναι ξένος καί οὐδέποτε ἔχει ἀσχοληθῆ με την πολιτική. Ζήτησε ἀκρόασι ἀπό τον Κυβερνήτη τοῦ Λουμπουμπάσι. Ἐκεῖ ὑπεράσπισε τον ἑαυτό του καί τοῦ ἀνέφερε την προσφορά του προς τον λαό τοῦ Κογκό. Τελικά ἀποκαλύφθηκε ἡ πλεκτάνη. Καί ὁ Κυβερνήτης εἶπε στούς ἀστυνομικούς να τον ἀφήσουν ἐλεύθερο, διότι εἶναι ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ.
Μία ἄλλη φορά ἤλθαμε καί πάλι στο Λουμπουμπάσι. Ἡμέρα Κυριακή μετέβη στον ναό τοῦ ἁγίου Στεφάνου, πού ὁ ἴδιος ἵδρυσε γιά να λειτουργήση. Εἰδοποίησε καί τούς ἄλλους ντόπιους ἱερεῖς, τον π. Ἀγαθόνικο, τον π. Λεωνίδα καί τον π. Ιερώνυμο να συλλειτουργήσουν. Ὁ π. Κοσμᾶς με ἔστειλε να τούς εἰδοποιήσω να ἔλθουν. Ἀλλά ἀρνήθηκαν τό μήνυμα τοῦ π. Κοσμᾶ. Μοῦ εἶπαν ἀκόμη ὅτι ἔχουν ἀποφασίσει να τον κτυπήσουν…
-Τελικά τόν ἐκτύπησαν;
-Ἔμαθα ὅτι εἶχαν σκοπό να τόν κτυπήσουν, την ὥρα πού θα ἔβγαινε στην ὡραία Πύλη γιά να κηρύξη. Ὁπότε εἶπα στον π. Κοσμᾶ να μη κηρύξη σήμερα. Με ἄκουσε. Ὁπότε μετά την Θεία Κοινωνία μαζέψαμε ὅλα τά ἱερά σκεύη καί καλύμματα καί ἐφύγαμε το ταχύτερο. Ἦλθαν οἱ ἱερεῖς του, τον ἀνεζήτησαν. Δεν τον εὑρῆκαν καί ἔφυγαν ἀγριεμένοι. Καί πάλι ὁ Θεός ἐφύλαξε τον Γέροιντά μας, τον π. Κοσμᾶ.
Μία ἄλλη φορά εἴχαμε ἔλθει στο Λικάσι. Μαζί μας εἶχαν ἔλθει καί οἱ π. Κύριλλος καί ὁ Ἀντώνιο Κογκόλο. Στην Ἑλληνική ἐκκλησία ταῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν συλλείτουργησε ὁ π. Κοσμᾶς με τον κογκολλέζο ἱερέα π. Λεωνίδα. Μετά το τέλος τῆς Λειτουργίας, ὥρμησε ὁ π. Λεωνίδας ἐπάνω του καί τον κτύπησε. Ποιοι ἦταν οἱ λόγοι; ὁ ἐγωϊσμός καί οἱ φυλετικές διακρίσεις. Ὁ π. Κοσμᾶς δέχθηκε τά ραπίσματα καί δεν ὡμίλησε καθόλου. Ἐπῆγε στον Ἕλληνοκύπριο φίλο του, τον κ. Χαράλαμπο Γεωργίου καί τοῦ ἐξέθεσε τον πόνο του.
Μετά ἀπό τρεῖς ἡμέρες ἦλθε ὁ π. Λεωνίδας καί τοῦ ἐζήτησε συγγνώμη.
-Ἔχω μάθει ὅτι ὁ π. Λεωνίδας ἐγκατέλειψε την Ἐκκλησία μας καί προσαρτίσθηκε στην σχισματική ἐκκλησία τοῦ ἐπισκόπου Κυπριανοῦ τῆς Φυλῆς. Εἶναι ἀλήθεια;
-Ναι εἶναι ἀλήθεια.
-Γιά ποιο λόγο?
-Ἀπό ἐγωϊσμό καί χρηματολατρεία. Ἦταν ἀπό την φυλή Κασάϊ καί μισοῦσε τον π. Κοσμᾶ, διότι δῆθεν ἀγαποῦσε τούς χριστιανούς ἄλλων φυλῶν καί λιγώτερο την δική του.
Ὁ π.Κοσμᾶς συνταυτίσθηκε μαζί μας. Ἔγινε στην καρδιά κογκολλέζος καί στο μυαλό εὐρωπαῖος. Πρώτη ἐπιδίωξίς του ἦταν να γνωρισθή με ὅλους τούς διευθυντές καί ἀρχηγούς ταῶν κρατικῶν ὑπηρεσιῶν.
Διατήρησε αὐτή την ἀγάπη καί ἐπικοινωνία μαζί τους μέχρι το τραγικό καί ἔνδοξο τέλος του. Οἱ πόρτες τῆς ἱεραποστολῆς ἦταν πάντα ἀνοικτές γιά ὅλους τούς κρατικούς ὑπαλλήλους καί ὑψηλοβάθμιους ἐκπροσώπους τοῦ κράτους. Δύο φορές, ἦλθε ἡ σύζυγος τοῦ προέδρου τῆς Χώρας μας κ. Μομπούτου στο Κολουέζι καί δέχθηκε μετά χαρᾶς την πρόσκλησι τοῦ π. Κοσμᾶ να ἐπισκεφθῆ την φάρμα μας, στο χωριό Τσιαμπούλα. Σε ἔνδειξι ἀγάπης καί τιμῆς τῆς ἔδωσε ὁ π. Κοσμᾶς δύο μεγάλα κουνέλια, τά ὁποῖα εἶπε ἡ πρώτη Κυρία τοῦ Κράτους, ὅτι θα τά πάει στον ἄνδρα της στην Κινσάσα.
Ἐπειδή ἡ Χώρα μας συχνά δοκιμάζεται ἀπό συμπλοκές καί ταραχές εἴτε γιά φυλετικές διαφορές εἴτε γιά πολιτικά θέματα, συμβαίνουν ὄχι μόνο καταστροφές περιουσιῶν καί κρατικῆς ὑποδομῆς ἔργα, ἀλλά καί σκοτωμοί καί βασανισμοί ἀνθρώπων. Ὁσάκις ἐπρόκειτο να ξεσπάση μία τέτοια πολεμική θύελλα, ὁ π. Κοσμᾶς καλοῦσε εἰς βοήθεια τον στρατηγό, ὁ ὁποῖος τοῦ ἔδινε τρία στρατιωτικά τζίπ με στρατό γιά να φυλάγουν τά σύνορα τοῦ Κέντρου καί τις ἐγκαταστάσεις του.
Ἡ χώρα τοῦ Κογκό ἦταν βελγική ἀποικία μέχρι το 1962. Ἔκτοτε ἀπό τότε την 30ην Ἰουνίου κάθε χρόνο γίνονται γιορτές καί παρελάσεις γιά την ἀνεξαρτησία τῆς Χώρας μας ἀπό τούς Εὐρωπαίους. Ἐπειδή ἕνας Ἕλληνας, ὁ παπᾶ Κοσμᾶς ἔδειξε τόση ἀγάπη καί τιμή σε ὅλους τούς ἐκπροσώπους ταῶν Ἀρχῶν τῆς Χώρας μας, την ἡμέρα τῆς ἐθνικῆς μας Ἀνεξαρτησίας, ὅλοι οἱ κρατικοί ἐκπρόσωποι ἤρχοντο καί ἐκκλησιάζοντο στην δική μας ἐκκλησία, παρότι ἦσαν ὅλοι ρωμαιοκαθολικοί. Καί κατόπιν γινόταν ἡ παρέλασις στρατοῦ, συντεχνιῶν, ἐκροσώπων νοσοκομείων, κτηνοτρόφων κλπ. ἔξω καί μπροστά ἀπό την Ἑλληνική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Γεωργίου.
Ἀκόμη καί ἡ δική μας ἡ φάρμα συμετεῖχε στην ἐθνική μας παρέλασι. Ὁ π. Κοσμᾶς εἶχε ράψει εἰδικές στολές γιά τούς ἐργάτες του, οἱ ὁποῖοι κρατοῦσαν στα χέρια τους την ἐξαίσια παραγωγική της δύναμι, κουνέλια, μικρά γουρουνάκια, φραγκόκοτες, περιστέρια, ἕνα κοπάδι πρόβατα, πουλερικά, μερικές θῆκες με αὐγά. Πρίν ἀπ᾿ἀπ᾿ αὐτή την εὔθυμη παράταξι, προπορευόταν το τρακτέρι τῆς φάρμας, το σκαπτικό μηχάνημα, ὁ χειροκίνητος ψεκαστῆρας το φορτηγό γεμᾶτο ἀπό φροῦτα καί δένδρα, που τά κρατοῦσαν οἱ ἐργάτες τῆς φάρμας. Δεν μπορῶ να ξεχάσω τά χειροκρστήματα πού εἰσέπραττε το ἐπιτελεῖο τῆς φάρμας τοῦ παπᾶ Κοσμᾶ κάθε χρονιά την ἡμέρα ἐκείνη τῆς 30ης Ἰουνίου!!!
Ὁ π. Κοσμᾶς ἦταν το πιο ἀγαπητό πρόσωπο τῆς μεγάλης περιοχῆς Κατάγκας. Ἡ καλωσύνη του δεν περιοριζόταν μόνο στο Κολουέζι, ἀλλά καί στις ἄλλες μεγάλες πολιτεῖες, Λικάσι καί Λουμπουμπάσι, ἐπεδείκνυε την ἴδια ἀγάπη, ἐκτίμησι καί σεβασμό προς ὅλους τούς μεγάλους τῆς Χώρας μας. Γι᾿ αὐτό καί ὅλοι τον ἀγαποῦσαν, τον ἐσέβοντο καί τον ἄφηναν να μπαίνει ἐλεύθερα σε κάθε γραφεῖο τῆς κάθε ὑπηρεσίας. Ἦταν λοιπόν γιά τον π. Κοσμᾶ ὅλες οἱ πόρτες ἀνοικτές. Οἱ πάντες τον ἐκτιμοῦσαν. Τον ἀνεγνώριζαν γιά φίλο τους καί φίλο τοῦ κογκολλέζικου λαοῦ μας καί τῆς Χώρας μας. Κι αὐτό το ἀπέδειξαν στην μαρτυρική κοίμησί του, ὅπου με κρατική ἐντολή ἔκλεισαν ὅλα τά καταστήματα τῆς ἐπαρχίας Κατάγκας ἐπί τρεῖς ἡμέρες. Καί προσκύνησαν το ὁσιακό του λείψανο, κατά χιλιάδες οἱ ἄνθρωποι, ὄχι μόνο οἱ Ὀρθόδοξοι, ἀλλά καί ἄνθρωποι ἀπό φυλή καί θρήσκευμα.
-‘Αγαπητέ μας Μωϋσῆ, πές μου ἕνα τελευταῖο λόγο γου γιά τον π. Κοσμᾶ.
-Ὁ πρῶτος καί τελευταῖος λόγος μου εἶναι ἕνας: Ὁ π. Κοσμᾶς ἦταν ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. Αὐτό εἶναι το καλλίτερο soyvenir πού μᾶς ἄφησε. Μᾶς ἔλεγε τον τελευταῖο χρόνο τῆς ἐπίγειας ζωῆς του: «Ἐγώ θα φύγω, ἀλλά ἐσεῖς να μη φύγετε ἀπό την Ἐκκλησία μας καί την ἱεραποστολή μας».
-Καί ποῦ θα πᾶς; Τον ἐρωτούσαμε. Μᾶς ἀπαντοῦσε:
-Ἐκεῖ πού θα πάω ἐγώ, ἐσεῖς δεν θα ἔλθετε τώρα.
Ἐμεῖς δεν καταλαβαίναμε τί μᾶς ἔλεγε. Καί σταματούσαμε την συζήτησι μαζί του.
Μᾶς ἔλεγε: «Ἑγώ καί ὁ Μητροπολίτης μας Σεβ. κ. Τιμόθεος Κοντομέρκος σᾶς ἀγαπᾶμε. Οἱ διάδοχοί μου δεν θα μάθουν ποτέ τά βάσανα καί τις περιπέτειές μου καί γι᾿ αὐτό δεν θα ἠμπορέσουν να ἀξιολογήσουν τούς κόπους μου. Ἀλλά ὁ Θεός τά γνωρίζει ὅλα….
Στην συνέχεια θα παρουσιάσουμε ἱστορίες Χριστιανῶν μας ἀπό το Κογκό, ὅπου ἀποδεικνύεται ἡ παρρησία τοῦ π. Κοσμᾶ ἐνώπιον τοῦ Θρόνου τοῦ Θεοῦ.
"Ἐγώ εἶμαι ὀρθόδοξος παπᾶς...ὁ παπᾶ Κοσμᾶς..."
Ὁ ὑποδιάκονος Ἀπόστολος μοῦ εἶπε καί τό ἑξῆς ὄνειρο κάποιου συγχωριανοῦ του, πού μένει τώρα στήν Μπουτούμπα:
"Στό χωριό μου κάποια ἡμέρα μέ πλησίασε ἕνας ἄνθρωπος, τό ὄνομά του Kipazula ὁ ὁποῖος δέν εἶναι ὀρθόδοξος. Ἦλθε νά μοῦ διηγηθῆ πῶς εἶδε στόν ὕπνο του τόν μακαριστό π. Κοσμᾶ. Μοῦ εἶπε τά ἑξῆς:
"Κάποια ἡμέρα ἐπῆγα νά ψαρέψω. Ἐπιστρέφοντας στό σπίτι μου ἔπεσα στό κρεββάτι ἄρρωστος. Δέν μποροῦσα οὔτε νά κινηθῶ. Τότε μιά νύκτα εἶδα τό ἑξῆς ὄνειρο: Εἶδα ὅτι ἦλθε καί σταμάτησε κοντά στό σπίτι μου ἕνα αὐτοκίνητο πού ἔτρεχε μέ πολλή ταχύτητα. Ἄνοιξε τήν πόρτα καί βγῆκε ἔξω ἕνας εὐρωπαῖος μέ ἄσπρα ροῦχα καί μεγάλη γενειάδα. Κρατοῦσε στά χέρια του κι ἕνα βαλιτσάκι. Ἐγώ φοβήθηκα πολύ. Αὐτός ἄνοιξε τό βαλιτσάκι του, ἔβγαλε ἕνα μαντήλι καί μέ ρώτησε:
-Μέ γνωρίζεις ποιός εἶμαι;
-Ὄχι τοῦ εἶπα.
-Ἐγώ εἶμαι ὀρθόδοξος παπᾶς. Ὀνομάζομαι παπᾶ-Κοσμᾶς, πού πέθανα πρίν λίγα χρόνια. Πήγαινε στήν ἐκκλησία τῶν Ὀρθοδόξων καί πές ἐκεῖ στόν Κατηχητή καί στούς Χριστιανούς νά κάνουν προσευχή γιά σένα καί θά γίνης καλά. Καί, ἄν πάλι ἀρρωστήσεις, νά ἔλθης καί νά παρακαλέσης ἐμένα καί θά σέ βοηθήσω.
Ἐγώ, ἔλεγε κατόπιν ὁ ὑποδιάκονος Ἀπόστολος, ἀπόρησα πώς ἕνας μή ὀρθόδοξος ἀξιώθηκε καί εἶδε στόν ὕπνο του τόν π. Κοσμᾶ. Μετά ἐγώ ἄρχισα νά τοῦ ἐξιστορῶ γιά τήν ἱστορία καί τήν προσφορά τοῦ π.Κοσμᾶ στό Κογκό.
Στήν συνέχεια μοῦ εἶπε τά ἑξῆς: Κάποια περίοδο ἡ γυναῖκα μου ἦτο ἔγκυος. Ἀλλά ἦτο ἀδύνατον νά γεννήσει φυσιολογικά. Πλησίαζε ὁ θάνατός της. Τότε ἐγώ φώναξα τόν π. Κοσμᾶ, ὡς ἑξῆς: "Κοσμᾶ, Κοσμᾶ, Κοσμᾶ, ἔλα νά μέ βοηθήσεις...". Τήν νύκτα ἦλθε στόν ὕπνο μου μέ τόν ἴδια τρόπο, ὅπως καί προηγουμένως. Μοῦ εἶπε: "Πήγαινε καί πές στούς Ὀρθοδόξους νά κάνουν προσευχή..." Ἡ γυναῖκα μου γέννησε, χωρίς κίνδυνο ἀγοράκι. Τό βάπτισα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί τοῦ ἔδωσα τό ὄνομα Κοσμᾶς. Ἀλλά κι ἐγώ, παρηκολούθησα μαθήματα κατηχήσεως καί, ὅταν ἦλθε στήν Μπουτούμπα ὁ π. Μελέτιος μέ βάπτισε δίνοντάς μου τό ὄνομα Θωμᾶς.
-Πάτερ Ἀθανάσιε, τί ἔχεις νά μᾶς εἰπῆς γιά τόν πνευματικό σου πατέρα, μακαριστό Κοσμᾶ Γρηγοριάτη;
Ἦταν ὁ πρῶτος ἱεραπόστολος τῆς περιοχῆς Κατάγκα τοῦ Κογκό. Ἐκήρυττε , ἐβάπτιζε καί ἔκτιζε ἐκκλησίες. Δέν σταμάτησε καθόλου τό ἔργο αὐτό τοῦ Θεοῦ, μέχρι τόν θάνατό του. Βοηθοῦσε τούς πτωχούς, τούς ἀσθενεῖς. Τούς μετέφερε ὁ ἴδιος στά νοσοκομεῖα. Πλήρωνε γιά τήν θεραπεία τους καί τά φάρμακά τους. Ἐπισκεπτόταν τούς ἀσθενεῖς στά νοσοκομεῖα. Ἐπήγαινε τρόφιμα στούς φυλακισμένους. Τούς κατεσκεύασε ξύλινα κρεββάτια, διότι μέχρι τότε ἐκοιμῶντο στό τσιμεντένιο δάπεδο.
Στούς δρόμους, πού ταξίδευε, εἶχε εἰδική ἁλυσίδα μέ τήν ὁποία τραβοῦσε τά καρότσια τῶν χωρικῶν πού μετέφεραν ἀπό μακρινές ἀποστάσεις κάρβουνα καί γλυκοπατάτες στό Κολουέζι.
Ἐγώ καί ὁλόκληρη ἡ οἰκογένειά μου εἴμαστε δικά του πνευματικά παιδιά. Αὐτός μᾶς κατήχησε καί μᾶς ἐβάπτισε στόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Πρόδρομο τῆς πόλεως Λικάσι τό ἔτος 1985. Μᾶς ἐκήρυξε γιά τά ὀρθόδοξα δόγματα, τήν Ἁγία Γραφή, τίς αἱρέσεις, τό νόημα τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, τήν ἱστορία καί τούς διωγμούς τῆς Ἐκκλησίας μας...
Ὁ πατήρ Κοσμᾶς μᾶς ἐδίδαξε τόν ζωντανό λόγο τοῦ Θεοῦ μέ τά ἔργα του καί τό παράδειγμά του. Ἦαν ἀληθινός ἱεραπόστολος. Πιστεύω ὅτι εἶναι κοντά στούς Ἁγίους. Εἶναι καί ζωντανός κοντά μας. Ὁ Θεός νά τόν ἀναπαύη μέ εἰρήνη.
Ἡ τελευταία ἐπίσκεψις τοῦ π. Κοσμᾶ στήν Μονή τῆς Μετανοίας του, τήν τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους
Θεωρῶ καύχημα ἐν Κυρίῳ καί τιμή τό γεγονός ὅτι ἕνας ἀπό τούς ἐσχάτους ἱεραποστόλους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ μας ἦτο μοναχός ‘Αγιορείτης. Ὡς γνωστόν, ἡ Ἱερά ἡμῶν Μονή τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου εὐτύχησε νά τόν ἐγγράψη στούς μοναχικούς καταλόγους της καί νά τόν συγκαταριθμήση στήν ’Αδελφότητά της ἀπό τό φθινόπωρο το ἔτους 1977. Ἐγνώριζε ὁ Γέροντάς του καί Καθηγούμενος τῆς Μονῆς μας Ἀρχιμ. π. Γεώργιος ὅτι τό πρόγραμμα τοῦ νεαροῦ τότε Ἰωάννου Ἀσλανίδου ἀπό τήν Θεσσαλονίκη ἦτο μοναχισμός καί ἱεραποστολή. Παρότι ὁ ἁγιορείτικος μοναχισμός εἶναι περισσότερο ἡσυχαστικός, γιά τόν νεαρό ’Ιωάννη, μετά καί ἀπό προτάσεις διακεκριμένων καί φωτισμένων μακαριστῶν τώρα Ἁγιορειτῶν Πατέρων, ἐγένετο δεκτή ἡ ἐπιθυμία του καί ἡ ἐπ᾿ ὀλίγον διάστημα παραμονή του στήν Μονή.
Μετά ἀπό ἕνα χρόνο σχετικῆς πνευματικῆς προετοιμασίας του γενόμενος κληρικός, ἀνεχώρησε γιά τήν Ἀφρική, τήν ὁποία ἐγνώριζε ἀπό παλαιότερα. Ἐπί 15 μῆνες ἦτο ὁ ἀποκλειστικός συνεργάτης τοῦ τότε ἱεραποστόλου ἱερομ. π. Ἀμφιλοχίου Τσούκου. (νῦν μητροπολίτου Νέας Ζηλανδίας). Στό διάστημα αὐτό πού ξεκίνησε ἀπό τόν Ἰούλιο τοῦ 1975 ἵδρυσε μέ τό οἰκοδομικό του συνεργεῖο <Ἀστραπή> 9 ἐκκλησίες καί ἀπέσπασε τόν θαυμασμό καί τήν ἔκπληξι τῶν ἄλλων ἐντοπίων θρησκευτικῶν Κοινοτήτων.
Ἀπό τότε ἐρχόταν ἐλάχιστες φορές στήν Ἑλλάδα καί στό Ἅγιον Ὄρος γιά περισυλλογή καί ἀγορά ἀναγκαίων πραγμάτων. Ἐνῶ μέ τόν Γέροντά μας διατηροῦσε στενή ἐπικοινωνία διά ἀλληλογραφίας καί τόν ἐνημέρωνε γιά τήν πορεία τοῦ ἔργου του.
Τό καλοκαίρι τοῦ ἔτους 1988 ἦτο γι᾿ αὐτόν, σύμφωνα μέ τίς ἀνεξιχνίαστες βουλές τοῦ Θεοῦ καί τό τελευταῖο τῆς ἐπιγείου ζωῆς του. Τό ζωηρό ἐνδιαφέρον μου γιά τά κατορθώματά του μ᾿ ἔφερνε συχνά στό κελλί του. Ἤθελα νά τόν βλέπω, νά τόν ἀκούω διηγούμενον, νά τόν ἐρωτῶ καί ν᾿ ἀπολαμβάνω τίς ὡραῖες ἐμπειρίες του, ἀλλά καί νά τρομάζω μπροστά στίς ἐπικίνδυνες περιπέτειές του.
Κάποια ἡμέρα μοῦ εἶπε: «Πρέπει νά γράψω κάτι γιά τό ἔργο τῆς Ἱεραποστολῆς διότι οἱ ἄνθρωποι δέν γνωρίζουν τίς δυσκολίες τοῦ ἔργου καί τόν τρόπο διεξαγωῆς του». Καθημερινά ἔγραφε. Κάποτε ἐτελείωσε τήν συγγραφή. Ἄλλος Aδελφός τήν διώρθωσε καί σέ λίγο καίρό κυκλοφόρησε μικρό βιβλίο μέ τίτλο: <Σκέψεις γιά τήν Ἱεραποστολή μέσα ἀπό τήν πρᾶξι». Ἄλλοτε μοῦ ἐπρότεινε: «Πρέπει νά γράψης τό ἡμερολόγιό μου. Μέ συνέχει ὁ πόθος διαδόσεως τῆς ἱεραποστολικῆς ἰδέας».
Συχνά τόν εὕρισκα ξαπλωμένον στό κρεββάτι νά τραβᾶ κομποσχοίνι. Μοῦ ἔλεγε: «Ὑποφέρω ἀπό ἰσχυρούς πονοκεφάλους, λόγῳ ἡλιάσεως. Τό κλῖμα τῆς Ἀφρικῆς εἶναι βαρύ γιά τόν εὐρωπαrο. Ἡ ἑλονοσία εἶναι μόνιμη κατάστασις σέ ὑπολανθάνουσα μορφή. Οἱ δυνάμεις μου ἐξαντλήθηκαν. Δέν ἔχω κουράγιο νά κατέβω οὔτε στήν παραλία. Κι ὅμως τό ἔργο πρέπει νά συνεχισθῆ μέ ὅσες δυνάμεις ἀκόμη διαθέτω».
Μετά ἀπό ἀρκετές ἡμέρες, κι ἀφοῦ ἐξωμολογήθηκε στόν Γέροντά μας, ἄρχισε νά λειτουργῆ σχεδόν καθημερινά. Μετά τίς Ἀκολουθίες εἶχε ἐπικεντρώσει τό ἐνδιαφέρο του στήν ἐκμάθησι τῶν τυπικῶν τῶν Ἀκολουθιῶν, ἀκόμη καί στίς λεπτομέρειές τους. Ἤθελε νά κατεβάση τό Ἅγιο Ὄρος στήν Ἀφρική. Ἐπιθυμοῦσε νά μεταδώση κάτι ἀπό τήν παράδοσι, τήν πνευματικότητα, τό ἦθος καί τήν ζωή τῶν Ἁγιορειτῶν πατέρων καί στούς ἀγαπημένους του ἰθαγενεῖς Ἀδελφούς. Δέν ἔχει τόση σημασία τί κατώρθωσε στήν προσπάθειά του αὐτή. Μετά τήν ἀδόκητη ἀναχώρησί του ἀπ᾿ αὐτό τόν κόσμο, ὁ διάδοχός του Ἀρχιμ. π. Μελέτιος μᾶς ἔλεγε στά πρῶτα χρόνια τῆς ἐκεῖ διακονίας του: «Εἶναι μεγάλο τό ἔργο τοῦ παπᾶ Κοσμᾶ στήν Ἀφρική. Ὅλα τά ἁγιορείτικα τυπικά τά βρῆκα κάτω. Οἱ Χριστιανοί μέ τά κομποσχοίνια τους στό χέρι. Μέσα στήν ἐκκλησία ψάλλουν ὅλοι μαζί μέ προεξάρχουσα τήν χορωδία τῶν ἀγοριῶν. Κανείς δέν θά κοινωνήση ἐάν πρῶτα δέν ἐξομολογηθῆ. Κρατοῦν τίς νηστεῖες Τετάρτης καί Παρασκευῆς. Ἐπιτελοῦν καθημερινά τίς Ἀκολουθίες Ὄρθρου, Ἑσπερινοῦ καί Μικροῦ Ἀποδείπνου. Τίς Κυριακές οἱ ἐκκλησιαζόμενοι ξεπερνοῦν τούς 400.
Ὁ π. Κοσμᾶς ζοῦσε καί ἐνεργοῦσε ὡς ἕνας ἀληθινός πνευματικός καί σαρκικός τούς πατέρας. Μεριμνοῦσε ἀκατάπαυστα γιά ὅλα τά ἔργα τῆς ἱεραποστολῆς. Συντηροῦσε δύο οἰκοτροφεῖα ἀγοριῶν καί κοριτσιῶν καί παρεῖχε ὅλα τά χρειώδη γιά τήν διατροφή, διαμονή καί σπουδή ὅλων αὐτῶν τῶν παιδιῶν. Εὐελπιστοῦσε ὅτι μελλοντικά ἀπ᾿ αὐτά τά παιδιά θά βγάλη τούς συνεργάτες του, ἱερεῖς καί κατηχητές, γεωπόνους καί νοσοκόμους, δασκάλους καί τεχνικούς.
Τούς εἶχε βαπτίσει ὁ ἴδιος καί ἀγρυπνοῦσε γιά τό λογικό του ποίμνιο. Τήν ἐποχή τῶν βροχῶν ἀπό Ἀπρίλιο μέχρι Ὀκτώβριο ὤργωνε τά χωριά τῆς περιοχῆς Κατάγκα γιά τό ποιμαντικό του ἔργο. ’Ἐνῶ τήν ἄλλη περίοδο τῶν βροχῶν ἐπισκεπτόταν συνήθως τίς κωμοπόλεις, ὅπου ὑπῆρχαν βαπτιστήρια γιά βαπτίσεις καί τά ἄλλα Μυστήρια. Τίς τελευταῖες βαπτίσεις ἔκαμε τά Θεοφάνεια τοῦ ἔτους 1989 στόν Ἅγιο Γεώργιο τοῦ Κολουέζι. Τότε ἐβάπτισε 300 ἰθαγενεrς καί ἐτέλεσε 24 γάμους.
Ἀψηφοῦσε τούς κινδύνους καί τήν πᾶσα ἐλπίδα του εἶχε ἐναποθέσει στήν πρόνοια τοῦ Χριστοῦ. Σέ μιά ἐπιστολή του ἔγραφε: Δέν μέ νοιάζει ἐάν μέ σκοτώσουν, ἀλλά λυποῦμαι γι᾿ αὐτό τό ἔργο πού ἐμόχθησα μήπως δέν εὑρεθοῦν ἄνθρωποι νά τό συνεχίσουν καί καταστραφῆ».
Εἶχε πάντοτε τήν αἴσθησι ὅτι ἦτο ἕνας ταπεινός Ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ ὄχι μόνο γιά τούς ὀρθοδόξους, ἀλλά γιά τόν κάθε ἄνθρωπο ἀνεξάρτητα ἀπό φυλές καί θρησκεῖες. Γι᾿ αὐτό συχνά σταματοῦσε στούς δρόμους νά ἐπισκευάση ἄλλων αὐτοκίνητα, νά τραβήξη μέ τό συρματόσχοινο τά καρότσια τῶν χωρικῶν πού τά τραβοῦσαν φορτωμένα κάρβουνα μέ τά χέρια πηγαίνοντας στήν πόλι. Ἄλλοτε εὕρισκε στούς δρόμους πεσμένους ἀπό τήν πεῖνα ἤ τίς ἀρρώστειες Aδελφούς καί τούς ἐπήγαινε στό ἰατρεῖο τῆς ἱεραποστολῆς καί μετά στό νοσοκομεῖο. Δέν ἔκανε οἰκονομία δυνάμεων.
Τί νά πρωτοδιηγηθῆ κανείς γιά τήν ἀνοικοδόμησι τῶν ἐκκλησιῶν, τήν ὀργάνωσι καί ἐκμάθησι τῶν συνεργείων του, τά οἰκοτροφεῖα, τήν ἀνεξάντλητη φιλανθρωπία του, τήν ἵδρυσι ἁγιογραφείου, ξυλουργείου, σιδηρουργείου, τίς γεωργικές του καλλιέργειες, τίς δενδροφυτεῖες του, τό ζωοτροφεῖο καί τόσα ἄλλα; Ἐπιλείψει με ὁ χρόνος διηγούμενον.
Ἦλθε ὅμως ἡ ὥρα, τήν ὁποία εἶχε ὁρίσει ὁ Θεός, ὁ ἀκαταμάχητος καί ἀκούραστος αὐτός ἐργάτης τοῦ Εὐαγγελίου νά μεταβῆ εἰς τά οὐράνια σκηνώματα. Μόνο ἐκεῖ ἦτο δυνατόν νά ξεκουρασθῆ. Τήν τελευταία ἡμέρα τῆς ζωῆς του λειτούργησε τό πρωΐ στόν ναό τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου τῆς Ἐλληνικῆς Κοινότητος Λουμπουμπάσι. Γιά πρώτη φορά ὡμιλοῦσε στούς Ἔλληνες Χριστιανούς μας περί μετανοίας μέ τά μάτια του βουρκωμένα. Τούς ὑπενθύμισε τό μυστήριο τοῦ θανάτου καί ὅτι γιά ὅλους θά πρέπει ἀπό ἐδῶ νά ἀνατείλη ἡ χαρά τῆς ἀνεσπέρου ἡμέρας τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Ὁ Κύριος εἶχε ἤδη προετοιμάση τό σχέδιό του γιά τήν δική του αἰώνιο ἀνάπαυσι ἐκείνη τήν βραδυά τῆς 27ης Ἰανουαρίου 1989. Μετά τήν πλαγιομετωπική σύγκρουσι μέ φορτηγό αὐτοκίνητο διερχόμενο ἀπό τήν ἀντίθετη κατεύθυνσι, ἔπεσε κάτω. Πρόλαβε καί εἶπε μόνο τά ἑξῆς λόγιά στόν βοηθό του ἰθαγενῆ Μωϋσῆ: «Τά δύο μπουκάλια ἔχουν Ἅγιο Μῦρο. Τά χρήματα εἶναι κάτω ἀπό τό κάθισμά μου. Νά τά δώσετε στήν Ἱεραποστολή. Καλή ἀντάμωσι». Χωρίς κάποιο ἐξωτερικό θανάσιμο τραῦμα ὁ θάνατός του ἦλθε ἀκαριαίως ἀπό συγκοπή καρδίας.
Λυπούμεθα ὡς ἄνθρωποι γιά τόν πρόωρο θάνατο τοῦ παραδελφοῦ μας παπᾶ Κοσμᾶ ὁ ὁποῖος ἀντήλλαξε τά ἐπίγεια μέ τά ἐπουράνια στήν ἡλικία τῶν 47 μόλις ἐτῶν. Στό βάθος ὅμως τῆς ψυχῆς μας ἔχουμε μιά πνευματική χαρά διότι ὁ μακαριστός Ἀδελφός μας ἐνίκησε τόν κοσμοκράτορα καί ἀναπαύθηκε στούς κόλπους τοῦ Θεοῦ.
Εὐχαριστοῦμε τόν Θεό διότι τόν ἐξέλεξε καί τόν ἔστειλε γιά τόν εὐαγγελισμό τῶν Ἐθνῶν. Εὐχαριστοῦμε τούς εὐσεβεrς γονεῖς του πού τόν ἀνέθρεψαν ἐν παιδείᾳ καί νουθεσίᾳ Κυρίου καί παντοιοτρόπως τόν ἐβοήθησαν στό ἔργο του. Εὐχαριστοῦμε καί τόν π. Κοσμᾶ διότι μέ τούς φλογερούς του ἀγῶνες ἐπεξέτεινε τά ὅρια τῆς Ἑλλάδος καί τῆς Ὀρθοδοξίας μας μέχρι τήν Κεντρική Ἀφρική. Μέ τό ἐκκλησιαστικό, κοινωνικό, φιλανθρωπικό καί ποιμαντικό του ἔργο ἐτίμησε τήν Πατρίδα καί τήν Ἐκκλησία μας. Εἴθε νά φωτίση ὁ Θεός κι ἄλλους Aδελφούς στό θεάρεστο αὐτό ἔργο τῆς σωτηρίας Ψυχῶν ἁπανταχοῦ τῆς γῆς. Τό θυσιαστικό καί πρωτοπορειακό ἔργο τοῦ π. Κοσμᾶ θά πρέπει νά ἐνεργοποιήση ὄχι μόνο μέλη τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀλλά ὁλόκληρη τήν Ἐκκλησία καί τήν Πολιτεία τῆς Χώρας μας γιά νά μεταφυτευθοῦν καί ἀλλοῦ οἱ ρίζες τοῦ Ἑλληνοχριστιανικοῦ μας δένδρου, τοῦ ὁποίου τήν ἐπικαρπία ἐμεῖς γευόμεθα πρό δύο περίπου χιλιάδων χρόνων.
Μοναχός Δαμασκηνός Γρηγοριάτης
Αὐτή ἡ σύντομη ὁμιλία διαβάσθηκε ἀπό ἐμένα τόν μον. Δαμασκηνό, στό 40ήμερο μνημόσυνο τοῦ π. Κοσμᾶ, πού τελέσθηκε στό Μετόχιον τῆς Ἀναλήψεως τῆς «Ἱ. Μονῆς Σίμωνος Πέτρας Βύρωνος Ἀθηνῶν ἀπό τόν τότε μητροπολίτη Εἰρηνουπόλεως καί Κένυας κ. Ἀναστάσιοιν Γιάννουλᾶτον τόν Μάρτιον τοῦ 1989.
Μαρτυρίες νεοφύτων Χριστιανῶν μας γιά τον μακαριατό π. Κοσμᾶ.
Ὀνομάζομαι Νεκτάριος Musumari. Γεννήθηκα στην Κανάγκα τοῦ Κογκό το 1953. Ἀνῆκα μαζί με τούς γονεῖς μου στην προτεστάντικη κοινότητα ταῶν Μεθοδιστῶν. Κατοικῶ στο χωριό Κακόπα τῆς περιοχῆς Σαντόα.
Ἐγνώρισα την Ὀρθοδοξία ἀπό τον μακαριστό π. Κοσμᾶ, ὁ ὁποῖος ἦλθε καί στο σπίτι μου. Με ἐβάπτισε το 1994 ὁ π. Βαρνάβας Γρηγοριάτης, πού εἶχε ἔλθει στην περιοχή μας ἐπί 10 ἡμέρες γιά βαπτίσεις στα χωριά μας μαζί με τον μον. π. Δαμασκηνό.
Μετά το βάπτισμά μου, κάποια νύκτα εἶδα στον ὕπνο μου τρεῖς πατέρες, οἱ ὁποῖοι εἶχαν πολλά πρόβατα στην ἔρημο καί τά ἔβοσκαν. Με ἐκάλεσαν νά πάω κοντά τους. Ἐπῆγα κοντά τους καί μοῦ .ἔδωσαν να φορέσω ἕνα σταυρό μεγάλο. Ἐκεῖ στην ἔρημο ὑπῆρχε μία μεγάλη κατοικία. Ἕνας πατέρας ἦταν ἀνάμεσα στους ἄλλους καί εἶπε να πάρης αὐτό τον Σταυρό. Βάλε τά πρόβατα μέσα σ’ αὐτό το σπίτι. Καί ἐγώ κρατώντας στα χέρια τον σταυρό, ἔβαλα τά πρόβατα μεσα σ’αὐτό το σπίτι. Μετά αὐτοί οἱ τρεῖς Πατέρες εἶπαν τά ἑξῆς: Καί ἐσύ ἔμβα μέσα σ’αὐτό σπίτι. Όταν μπῆκα μέσα ἐξεπλάγην. Φοβήθηκα πάρα πολύ. Μετά ἐπῆγα στον π. Κοσμᾶ καί τοῦ εἶπα πού εὑρισκόμουν καί τι εἶδα στο ὄνειρό μου.
Ὁ π. Κοσμᾶς μοῦ εἶπε: «Ὁ Θεός θα σοῦ ἀπαντήση, τι ζητεῖ ἀπό σένα. Μη γυρίζης προς τά ὀπίσω. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἡ μόνη καί ἀληθινή Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.
Θαῦμα;
Ἡ γυναῖκα μου κάποτε ἦταν πολύ ἀσθενής. Την ἑπομένη ἦταν το πρόγραμμα να βαπτισθῆ, ἀλλά ἡ ἀσθένεια την κρατοῦσε στο κρεββάτι. Ἡ μοναχή Θέκλα την ἐβοήθησε να ἑτοιμασθῆ καί να προσέλθη στο βάπτισμα. Μετά ὁ ἱερεύς την ἔχρισε με το Ἅγιο Μῦρο. Ἡ ἀσθένειά της θεραπεύθηκε ἀμέσως. Κατόπιν μοῦ εἶπε: «Ἡ ὁρθοδοξία εἶναι ἡ ἀληθινή ἘΔκκλησία τοῦ Χριστοῦ».
******
Ὀνομάζομαι Ιωσήφ Palabasha. Κατάγομσαι ἀπό την ἐνορία τοῦ ἁγίου Χαραλάμπους τοῦ χωριοῦ Καπολόε ἔξω ἀπό την πόλι Λικάσι τοῦ Κογκό. Πρίν βαπτισθῶ στην Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἤμουν ρωμαιοκαθολικός. Ἕνας φίλος μου με ὡδήγησε στην Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί τελικά μπῆκα σ᾿ αὐτή την Ἐκκλησία, διότι κατάλαβα ἀπό τίς ἐμπειρίες πού εἶχα ὅτι Αὐτή εἶναι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Με ἐβάπτισε ὁ μακαριστός παπᾶ Κοσμᾶς το 1985. Μετά το βάπτισμά μου αἰσθάνθηκα πολύ γρήγορα μέσα μου μία ἐσωτερική ἐλαφρότητα. Ἀκόμη καί το σῶμα μου αἰσθανόμουν ὅτι ἦταν ἐλαφρό σαν το πούπουλο τῆς κότας.
Ἔζησα πολλά θαυμαστά πράγματα στην ‘Ορθοδοξία. Θα σᾶς διηγηθῶ μόνο ἕνα. Εἶδα στον ὕπνο μου τον ἅγιο Νικόλαο μέσα στο Ἱερό Βῆμα. Ἔβαλα μετάνοια ἐνώπιόν του καί ἐκεῖνος ἔβαλε το χέρι του στο κεφάλι μου καί με εὐλόγησε. Μετά με ἔχρισε με το ἅγιο ἔλαιο σε πολλά σημεῖα τοῦ σώματός μου, ἐνῶ ἐγώ εὑρισκόμουν στο κρεββάτι μου. Καί ἔζησα πολλά χρόνια χωρίς καθόλου να προσβληθῶ ἀπό κάποια ἀρρώστεια τοῦ τόπου μας ἐδῶ.
‘Υπάρχει ἄλλος μάγος...
Ὅταν ζοῦσε ὁ μακαριστός π. Κοσμᾶς, μοῦ εἶχε διηγηθῆ, ὅταν εἶχε ἔλθει κάποια χρονιά γιά ξεκούρασι στήν Μονή μας τό ἑξῆς περιστατικό:
Σ’ ἕνα χωριό, ὅπου ὑπῆρχε καί ὀρθόδοξη ἐνορία, κατώρθωσε καί ἔβαλε μέ τήν βοήθεια τοῦ νομάρχου τῆς πόλεως Κολουέζι, ὡς πρόεδρο τοῦ χωριοῦ ἕνα Χριστιανό μας, τον Νικόδημο. ’Εδῶ πρέπει νά σημειωθῆ ὅτι πρόεδροι καί κυβερνῆτες, ἀκόμη καί μεγάλοι ἄρχοντες τῆς Χώρας συνδέονται ἄμεσα ἤ ἔμμεσα μέ τήν μαγεία ἤ κάνουν καί οἱ ἴδιοι μάγιά. Ὁ πρόεδρος κάθε χωριοῦ εἶναι τό κορυφαῖο πρόσωπο γιά ὁποιοδήποτε θέμα τῶν κατοίκων: Διοικητικό, ἰατρικό, θρησκευτικό, φυλετικό, ἠθικό κλπ. Ὅλοι σ’ αὐτόν προστρέχουν νά τούς βοηθήση, κυρίως στά θρησκευτικά θέματα καί ἀσφαλῶς μέ τήν δύναμι τοῦ σατανᾶ.
’Επειδή ἡ μαγεία εἶναι ἀπό αἰώνων βαθειά ριζωμένη στήν ζωή τῶν ’Αφρικανῶν, ἀκόμη κι ἄν βαπτισθοῦν, ἀρκετοί δέν ξεχνοῦν τόν μάγο. Τόν φοβοῦνται , καί ὑπολογίζουν τήν δύναμί του.
Ὁ νέος λοιπόν πρόεδρος ἐκείνου τοῦ χωριοῦ ὀρθόδοξος Χριστιανός, σέ κάποια στενοχώρια του θυμήθηκε τόν κορυφαῖο μάγο τοῦ κεφαλοχωρίου κι ἔτρεξε νά τόν συμβουλευθῆ. ’Εκεῖνος τοῦ εἶπε χαρακτηριστικά: "Δέν μπορῶ νά σέ βοηθήσω. Ὑπάρχει ἄλλος μάγος πού εἶναι δυνατώτερος ἀπό μένα. Εἶναι αὐτός πού σέ βάπτισε. Κι ἐγώ σ’ αὐτόν δέν μπορῶ νά κάνω τίποτε, οὔτε νά τόν πλησιάσω. Σ’ αὐτόν θά πᾶς νά σέ βοηθήση. Εἶναι ἀνώτερος ἀπό μένα".
Καταλαβαίνετε, ἀδελφοί μου, ποιόν ἐννοοῦσε. Τόν ἱερέα πού τόν ὡδήγησε στόν Χριστό καί ἐν προκειμένῳ τόν μακαριστό π. Κοσμᾶ.
Μαγεία μέ θῦμα ἕνα παιδί
Τό παρακάτω περιστατικό τό γράφει σέ ἐπιστολή του ὁ π. Κοσμᾶς πρός τόν φίλο του Κωνσταντῖνο.
.... ’Αντί ἄλλων θά σοῦ γράψω γιά τίς μελέτες σου, ἀδελφέ Κωνσταντίνε, τό ἑξῆς περιστατικό: "Εὑρισκόμουν σέ περιοδεία καί προτοῦ νά μπῶ στήν πόλι τοῦ Λικάσι, περίπου 15 χιλιόμετρα, σταματήσαμε μέ ἄλλα δύο αὐτοκίνητα στήν μέση τοῦ χωριοῦ, διότι ὁ δρόμος ἦταν κλειστός ἀπό πολύ κόσμο. Περισσότερα ἀπό 500 ἄτομα ἔτρεχαν πάνω - κάτω κατατρομαγμένα. Σέ λίγο φάνηκαν μπροστά μας τέσσερεις ἰθαγενεῖς, λουσμένοι στόν ἱδρῶτα, νά κρατοῦν στούς ὤμους τούς τό φέρετρο ἑνός παιδιοῦ καί πίσω ἀκολουθοῦσε τό πλῆθος μέ ἀλλαλαγμούς καί τρόμο. Κατευθύνονταν πρός τό μέρος μας μέ γρήγορο καί σταθερό βῆμα, ὁπότε ξαφνικά μία ἀόρατη δύναμι τούς ἔσπρωξε ὅλους μαζί πλαγίως δεξιά. Ἔτσι τούς ἔβγαλε ἀπό τόν δρόμο πού ὡδηγοῦσε στό νεκροταφεῖο. Αὐτοί ἐπέμεναν νά συνεχίσουν, ὁπότε τούς ἔφερε δύο-τρεῖς γύρους στόν ἴδιο τόπο μέ πολύ μεγάλη ταχύτητα καί τό σπουδαῖο ἦταν ὅτι ἡ κάσα φαινόταν σάν καρφωμένη στούς ὤμους τους. Τέλος τούς γύρισε πρός τά σπίτια καί πάλι στήν χαράδρα καί στόν δρόμο κι αὐτό γινόταν συνεχῶς. Ρώτησα τρεῖς ἀνθρώπους πού ἐστέκοντο σέ διαφορετικά σημεῖα καί οἱ τρεῖς μοῦ εἶπαν κατατρομαγμένοι: "Πάτερ, εἶναι μάγιά". Ζήτησα ἀπό τόν ἡλικιωμένο ὁδηγό μας περισσότερες ἐξηγήσεις καί μοῦ ἀπήντησε κι αὐτός τρομαγμένος: "Πάτερ, ἀπό μικρό παιδί ἄκουγα γι’ αὐτό τό εἶδος τῆς μαγείας καί δέν τό πίστευα, νά τώρα τό βλέπω καί εἶναι ἀλήθεια. " Τί συνέβη;
Ὁ πατέρας τοῦ παιδιοῦ ἐπῆγε στόν μάγο καί τοῦ ζήτησε νά κάνη τά μάγιά του, ὥστε ὁ σατανᾶς νά τοῦ ἀποκαλύψη ποῖος τοῦ ἔκανε τά μάγιά καί πέθανε τό παιδί του. Τώρα ὁ διάβολος δέν ἀφήνει τούς ἀνθρώπους νά μεταφέρουν τόν νεκρό στό νεκροταφεῖο, μέχρι πού θά τούς ὁδηγήση μπροστά στόν ἄνθρωπο πού ἔγινε αἰτία νά πεθάνη. Ὅταν τιμωρηθῆ ὁ αἴτιος, δηλαδή ὅταν πεθάνη, τότε θά εἶναι ἐλεύθεροι καί οἱ ἄνθρωποι νά μεταφέρουν τόν νεκρό στόν τάφο.
-Καλά, τοῦ λέγω, καί αὐτοί πού βασανίζονται κρατώντας τήν κάσα του, ἡ ὁποία τούς σέρνει δεξιά κι ἀριστερά, γιάτί δέν τήν ἀφήνουν κάτω;
-Δέν μποροῦν, μοῦ λέγει, εἶναι σάν κολλημένη στούς ὤμους τους, ἀλλά ἐκτός τούτου θέλουν καί αὐτοί νά βοηθήσουν τόν πατέρα γιά νά βρῆ τόν αἴτιο τοῦ θανάτου τοῦ παιδιοῦ του. Σέ ἄλλο περιστατικό ἄφησαν τό φέρετρο κάτω κι αὐτό περπατοῦσε μόνο του, ἕως ὅτου ἔφθασε στό σπίτι τῶν ἀνθρώπων πού τοῦ ἔκαναν τά μάγιά.
Ζήτησα νά διαβάσω μία εὐχή στόν νεκρό γιά ν’ ἀφήση ὁ σατανᾶς ἐλεύθερους τούς ἀνθρώπους νά τόν θάψουν, ἀλλά ὁ Κατηχητής πού εἶχα μαζί μου, μοῦ εἶπε: "Ὄχι, πάτερ, ἐάν διαβάσης εὐχή νά σταματήσουν τά μάγιά, ὁ πατέρας μέ τούς συγγενεῖς του θά μᾶς ἐπιτεθοῦν, διότι αὐτοί ἐπλήρωσαν τόν μάγο νά τούς κάνη μάγιά καί νά τούς ἀποκαλύψη ποιός σκότωσε τό παιδί του". Ἔτσι βρέθηκα πρό ἀδιεξόδου. Ἕνας φαῦλος κύκλος δαιμονοκρατίας. Ὁ κόσμος ἄρχισε ν’ ἀγριεύη περισσότερο ἀπό τόν φόβο του καί τότε δημιουργήθηκε διέξοδος στόν δρόμο καί φύγαμε.
Μετά ἀπό μερικές ἡμέρες ξαναπέρασα ἀπό τό χωριό ἐκεῖνο. Ἤθελα νά μάθω τ’ ἀποτελέσματα ἐκείνης τῆς ὑποθέσεως, διότι εἶδα μέ τά μάτια μου τήν δύναμι τοῦ σατανᾶ, τό πῶς κλωθογύριζε ὁλόκληρο τό χωριό, ἀλλά μέσα μου σκέφθηκα μπορεῖ νά εἶναι καί μασκαρεύματα τῶν ἐπιτηδείων.
Τό ἀποτέλεσμα ἦταν τό ἑξῆς: Μέσα ἀπό πολλές διαδρομές φεύγει τό φέρετρο στόν ἀέρα, δηλαδή, πρός τά ἐμπρός, ὅπως μοῦ τό διηγήθηκαν, καί κοπάνισε στό κεφάλι μιά γυναῖκα, ἡ ὁποία ἔπεσε νεκρή. Αὐτή θεωρήθηκε ἀπ’ ὅλους ὡς αἰτία τοῦ θανάτου τοῦ παιδιοῦ. Αὐτό τό ἐπεβεβαίωσε καί ὁ μάγος. Ἔτσι τά μάγιά ἐτελείωσαν μέ δύο θύματα. Τά σώματα παρέμειναν τρεῖς ἡμέρες πεσμένα τό ἕνα πάνω στό ἄλλο καί κατόπιν ἐπεμβάσεως τοῦ στρατοῦ, τά μετέφεραν στό νεκροταφεῖο.
Ἄς σημειωθῆ καί τοῦτο ὅτι πολλοί ἄρχοντες καί δικαστικοί, ὅταν φθάνει ἡ ὑπόθεσις στά χέρια των, καταδικάζουν φανερά τόν μάγο καί μετά ἀπό λίγο τόν ἐλευθερώνουν διά τόν φόβο νά μή κάνη καί σ’ αὐτούς μάγιά, κι ἔτσι συνεχίζεται ἡ βασιλεία τῶν μάγων στήν ’Αφρική. Δαιμονοκρατία πέρα ὡς πέρα, θριαμβεύει ἡ λευκή, ἀλλά καί ἡ μαύρη μαγεία.
Προχθές τήν Κυριακή τῶν Βαΐων εὑρισκόμουν στό Λικάσι καί σέ ἀπόστασι 200 μέτρων ἀπό τό ναό μας, βρέθηκε μέσα στά χόρτα ἕνα δωδεκάχρονο ἀγοράκι νεκρό. Μέ σύριγγα τοῦ εἶχαν ρουφήξει τό αἶμα γιά νά κάνουν διάφορα μάγιά.
Τακτικά βρίσκουν νεκρούς ἀνθρώπους μέ βγαλμένη τήν καρδιά τους γιά νά κάνουν οἱ μάγοι τά μάγιά τους. Αὐτό κυρίως γίνεται σέ μικρά παιδιά, τά ὁποῖα συλλαμβάνουν, τά μεταφέρουν στά δάση τίς νύκτες καί ἐκεῖ, ἐνῶ εἶναι ζωντανά, τούς βγάζουν τήν καρδιά.
Ἕνας ἀπό τούς ἱερεῖς μας, ὁ π. Ρωμανός, ὁ ὁποῖος πρίν ἦταν στρατιώτης, μοῦ διηγήθηκε ὅτι εἶδε μία γυναίκα στό κρατητήριο, ἡ ὁποία ἀνακρινομένη ἔλεγε, πώς ταξίδευε ἀπό τήν Κανάγκα στό Λουμπουμπάσι (ἀπόστασι 2000 χιλιόμετρα) μέ τό ἀεροπλάνο της τήν νύκτα, τό ὁποῖο ἔπεσε στό χωριό Φουγκουροῦμε (200 χιλιόμετρα μακριά ἀπό τό Λουμπουμπάσι), διότι τῆς τελείωσε ἡ βενζίνη. Τό ἀεροπλάνο της ἦταν ἕνα κοτσάνι ἀπό καλαμπόκι δεμένο στήν κοιλιά της μέ δύο φτερά δεξιά κι ἀριστερά ἀπό κότα. ‘Η δέ βενζίνη ἦταν τό αἶμα ἑνός μικροῦ παιδιοῦ πού εἶχε βάλει ὁ μάγος μέ σύριγγα μέσα στόν κορμό τοῦ καλαμποκιοῦ, τό ὁποῖον ἄρχισε νά πετάη ἀπό τό ἕνα μέρος στό ἄλλο μεταφέροντας νύκτα τούς σκοτεινούς ἐπιβάτες του καί μόνο γιά κακούς σκοπούς.
’Αδελφέ μου, Κωνσταντίνε, εἶναι γεγονός ὅτι ἡ μαγεία ἐδῶ εἶναι κάτι τό ζωντανό καί μέ τρομερά ἀποτελέσματα. Ἔτσι ὅλοι οἱ ’Αφρικανοί ζοῦν κάτω ἀπό τόν φόβο τοῦ μάγου. Γιά τήν ὥρα δέν εὑρῆκα οὔτε ἕνα Χριστιανό μας πού νά μή τρέμη ἀπό τόν μάγο....
Τό Περιστέρι καί ἡ Σπίθα
’Ανάμεσα στούς κληρικούς καί ἐργάτες τῆς ‘Ιεραποστολῆς Κολουέζι ἐργάζεται καί ὁ διάκονος Λάζαρος. Διακρίνεται γιά τήν πολλή του ὑπακοή, τήν ταπείνωσι καί τήν ἐργατικότητα. Κάποια ἡμέρα τόν πλησίασα καί τοῦ ἔκαμα τήν ἐρώτησι:
-Πάτερ Λάζαρε, πῶς ἔγινες ὀρθόδοξος;
-’Εγώ, πάτερ, μέχρι τό 1983 ἤμουν ἀβάπτιστος. Ἄκουσα γιά τήν προτεσταντική Κοινότητα τῶν Μεθοδιστῶν καί πῆγα κατ’ ἀρχήν σ’ αὐτούς. Ἄκουσα τά μαθήματά τους, ἀλλά στήν πρότασί τους νά πάρω τό δικό τους βάπτισμα, ἡ ψυχή μου ἀντιδροῦσε. Μετά πῆγα στούς Πεντηκοστιανούς, ἀλλ’ ἔφυγα κι ἀπ’ αὐτούς γιά τόν ἴδιο λόγο. Πουθενά δέν ἀναπαυόταν ἡ ψυχή μου.
Ἕνα ἀπόγευμα καθώς ἔμπαινα στήν ἐκκλησία τῶν Πεντηκοστιανῶν, μ’ἔπιασε ἀπό τόν σβέρκο ἀπό πίσω ἕνας ἄγνωστος μέ τά χέρια του.
Ποιός εἶναι, ἐρώτησα.
Μοῦ εἶπε: Ὁ Θεός σ’ἀγαπᾶ καί θέλει νά σέ σώση, ἀλλά ἡ ἀληθινή Ἐκκλησία εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη καί ἀπέχει δύο χιλιόμετρα ἀπό ἐδῶ. Εἶναι στήν τάδε πλατεῖα, πλησίον τοῦ τραχυδρομείου τῆς πόλεως.
Ὁ π. Λάζαρος, σάν λαϊκός τίποτε μέ τό ὄνομα Ὄσκαρ, ἄρχισε νά βαδίζει πρός τά ἐκεῖ. Ἔκαμε λάθος καί μπῆκε σέ μία ἐκκλησία τῶν Παπικῶν. Καί πάλι ὁ ἄγνωστος τόν ἔπιασε ἀπό τόν σβέρκο καί μέ αὐστηρότητα τόν ἐρώτησε:
-Τί σοῦ εἶπα; Ὄχι ἐδῶ. Προχώρα ἀκόμη 700 μέτρα καί κοντά στό ταχυδρομεῖο εἶναι ἡ ἐκκλησία πού λέγεται τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Ἐκεῖ θά μπῆς γιά νά σωθῆς.
Πράγματι ὁ π. Λάζαρος ἐπῆγε ἐκεῖ. Μπῆκε στόν ναό καί αἰσθάνθηκε ὡσάν νά πηδοῦσε ἡ ψυχή του ἀπό χαρά. Συναντήθηκε μέ τόν π. Κοσμᾶ, ὅπου παρηκολούθησε μαθήματα κατηχήσεων. Μετά ἀπό ἕνα χρόνο βαπτίσθηκε μαζί μέ ἄλλους 300 χριστιανούς.
Τί αἰσθάνθηκες, ὅταν βγῆκες πάτερ ἀπό τό Βαπτιστήριο;
Ὅταν βγῆκα ἀπό τό Βαπτιστήριο εἶδα μέ τά μάτια μου ἕνα περιστέρι νά πετᾶ πάνω ἀπό τά κεφάλια τῶν νεοφωτίστων ἀδελφῶν. Τό εἶδαν καί ἄλλοι ἀδελφοί. Ὁ π. Κοσμᾶς μᾶς ἐξήγησε ὅτι τό περιστέρι συμβολίζει τήν κάθοδο τοῦ ‘Αγίου Πνεύματος, ὅπως συνέβη καί στήν βάπτισι τοῦ Χριστοῦ στόν ’Ιορδάνη ποταμό.
-Πῶς ἔγινες διάκονος, Πάτερ Λάζαρε;
-Ὁ π. Κοσμᾶς μέ πρότεινε στόν Δεσπότη μας, τόν κ. Τιμόθεο, γιά ν’ ἀναλάβω αὐτή τήν ὑψηλή διακονία. Ἐγώ ἀντιδροῦσα λέγοντάς του ὅτι εἶμαι ἀνάξιος καί ἁμαρτωλός, ἀλλά ὁ π. Κοσμᾶς μοῦ ἔλεγε ὅτι αὐτό εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Θυμᾶμαι τά ἑξῆς χαρακτηριστικά. Ὅταν ἔσκυψα τό κεφάλι μου μπροστά στό Ἅγιο Θυσιαστήριο καί ὁ Δεσπότης ἔβαλε τό χέρι του ἐπάνω μου κι ἄρχισε νά διαβάζη τήν εὐχή, ἄναψε μέσα στήν καρδιά μου μιά φλόγα κεριοῦ. Εἶχα τότε πολλή χαρά καί παρακαλοῦσα τόν Χριστό νά μή σβήση αὐτή ἡ φλόγα ἀπό μέσα μου. Σέ λίγο καίρό λιγόστεψε. Παρακάλεσα τόν Χριστό νά μή μοῦ σβήση τελείως. Μιά φωνή ἀπό μέσα μου μέ παρηγόρησε λέγοντάς μου ὅτι θά μείνη πάντοτε μιά μικρή σπίθα. Αὐτή τήν σπίθα τήν αἰσθάνομαι ἄλλοτε νά μεγαλώνη μέσα μου κι ἄλλοτε νά μικραίνη.
Αὐτή ἡ εἴσοδος τοῦ π. Λαζάρου στήν Ὀρθοδοξία ἔγινε τό 1983.
Δέν θά φύγω ἀπ’ ἐδῶ, ἄν δέν μέ κάνη καλά...
Τό μέσον γιά νά λάβη ὁ πιστός τήν χάρι τῶν Μυστηρίων τοῦ Θεοῦ, ὅπως γνωρίζουμε, εἶναι ἡ πίστις. Αὐτό τό μεγάλο δῶρο τοῦ Θεοῦ προσφέρεται τώρα δειλά-δειλά καί στούς νέους ’Ορθοδόξους Χριστιανούς τοῦ Κογκό. Τό γεγονός πού θά σᾶς διηγηθῶ συνέβη τήν ἄνοιξι το 1994. Παθοῦσα ἦταν ἡ σύζυγος τοῦ διακόνου Λαζάρου, ἡ ὁποία εἶχε ὑπέρτασι. Ὅλοι ἀνησυχήσαμε, ὅταν εἴδαμε νά ἀνεβαίνη ἡ πίεσις του αἵματός της. Ἔφθασε στούς 28 βαθμούς. Ἦταν θαῦμα τό πῶς ζοῦσε. Τήν μεταφέραμε στό Λουμπουμπάσι σ’ ἕνα σύγχρονο καί ἐξοπλισμένο νοσοκομεῖο τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν τό "ΤΟΥΜΠΟΣΚΟ". Οἱ γιάτροί τήν ἐξέτασαν καί μέ φάρμακα κατάφεραν νά μειώσουν τήν πίεσί της. Ἤλθαμε στό Κολουέζι. Καί πάλι ἡ πίεσις στά ὕψη. Τότε ἡ ἴδια ἡ Διακόνισσα μᾶς εἶπε τά ἑξῆς: "Θά πάω στόν Ἅγιο Νεκτάριο. (Εἶναι ἡ διπλανή στό ἰατρεῖο τῆς Ἱεραποστολῆς ἐκκλησία μας). Δέν θά φύγω ἀπ’ ἐδῶ ἄν δέν μέ κάνη καλά.
’Επῆρε τήν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου στά χέρια της καί στάθηκε μπροστά ἀπό τήν μεγάλη εἰκόνα τοῦ τέμπλου. Μαζί της ἦλθε καί ὁ διάκο-Λάζαρος μέ τήν ἴδια πίστι κι αὐτός νά προσευχηθῆ μαζί της. Ἔμειναν ἐκεῖ ὅλη τήν νύκτα. Τό πρωΐ ἦταν τελείως καλά. Ὁ Ἅγιος ἔκανε τό θαῦμα του. Σήμερα ἐργάζεται σκληρά στά χωράφια, ὅπως καί πρῶτα, χωρίς κανένα πρόβλημα ὑγείας. Δοξασμένο τό Ὄνομα τοῦ Θεοῦ καί τῶν Ἁγίων Του.
Ήλθε στόν ύπνο μου ό π. Κοσμάς.
Ό άνωτέρω ἱερεύς π. Ιωσήφ μοϋ διηγήθηκε άκόμη καί τό έξής περιστατικό.
Άς τόν άκούσωμε νά μάς διηγείται πώς είδε τόν π. Κοσμά.
«Ό π. Κοσμᾶς εἶναι ό Πνευματικός μου πατέρας. Αὐτός μέ κατήχησε, μέ βάπτισε καί μέ πρότεινε στόν Μητροπολίτη γιά νά λάβω τήν ίερωσύνη του Δεσπότου Χριστοῦ μας. Ό ἀδόκητος θάνατός του έβύθισε σέ πένθος ὅλη τήν περιοχή, ὅπου ἐκτείνεται ἡ Όρθόδοξη Ἐκκλησία του Κογκό. Ἰδιαίτερα ἐλύπησε ἐμᾶς, τά πνευματικά του παιδιά. Πέρασε ἀπό τότε πού μᾶς ἔφυγε μιά δεκαετία καί τό παράπονο μου ἦταν ἕνα. Ἀπό τότε πού ἔφυγε δέν μέ ἐπισκέφθηκε οὔτε μιά φορά νά μέ παρηγορήσει καί νά μοῦ διώξει κάθε ἀμφιβολία ὅτι καί μετά τόν θάνατο του εἶναι κοντά μας καί μᾶς βοηθεῖ.
Ἐκείνη τήν νύκτα, ὅταν ξάπλωσα, δέν θυμᾶμαι ἄν ἤμουν ξύπνιος ἤ κοιμισμένος, ἄκουσα δυνατά στ' αὐτιά μου τήν βοή μιᾶς μοτοσυκκλέτας. Τήν ὡδηγοῦσε ό ἴδιος καί πέρασε σάν βολίδα ἀπό δίπλα μου. Πολύ χάρηκα πού ἦλθε ἔστω καί μ' αύτή τήν ἀστραπιαία παρουσία καί τόν εἶδα γιά λίγο. Ἔτσι κατάλαβα ὅτι είναι κοντά μου καί ἔχω τήν βοήθειά του σέ κάθε στενοχώρια μου».
Ζητώ νά μέ χρίσετε.
Μέσα στόν μήνα Μάϊο τοϋ 1999 ήλθε στήν Εκκλησία μας, κάποια Κυριακή μία άγνωστη κοπέλλα. Μετά τήν Θεία Λειτουργία, ή Μοναχή Θέκλα μού είπε νά μιλήσω μαζί της. Τήν ρώτησα τί θέλει καί μού είπε:
Ζητώ νά μέ χρίσετε.
Γιάτί, δέν σέ έχουν χρίσει, όταν βαπτίσθηκες;
Πάτερ, εγώ ήμουν πνευματικό παιδί τοΰ π. Κοσμά. Εκείνος μέ βάπτισε, λίγα χρόνια πρίν τόν θάνατο του. Παρεσύρθηκα όμως άπό πολλά πού άκούγονται ότι ή Όρθόδοξη Εκκλησία είναι σχεδόν τό 'ίδιο μέ τήν Ρωμαιοκαθολική, γι' αυτό επέστρεψα πάλι στούς Ρωμαιοκαθολικούς. Έδώ καί ένα μήνα μ' έχει έπι σκεφθή ό π. Κοσμάς δύο φορές καί μέ παράπονο μέ μάλωσε λέγοντας μου στόν υπνο μου: «Γιάτί εγκατέλειψες τήν Εκκλησία μας; Έγώ δέν σέ δίδαξα, δέν σέ κατήχησα, δέν σέ ώδήγησα στήν Αληθινή Εκκλησία, όπου θά βρής τήν σωτηρία σου; Γρήγορα νά πάς στήν Ιεραποστολή καί νά ζητήσεις νά χρισθής καί οριστικά πλέον ν' άφήσεις τίς άλλες Εκκλησίες».
Τήν συμβούλευσα νά συναντηθή μέ τόν π. Μελέτιο καί ό ίδιος θά κρίνει πότε θά τής δώσει τό Ιερόν Χρίσμα.
Εμφανίσεις τού π. Κοσμά σέ παιδιά.
Ό ύποδιάκονος Συμεών άπό τήν ένορία τών Αγίων Θεοδώρων Μουσονόϊ μού διηγήθηκε ακόμη ότι ό μακαριστός διδάσκαλος καί πνευματικός του πατέρας Κοσμάς εύαρεστεΐται νά έπισκέπτεται τά μικρά παιδιά τής ενορίας τους, μετά τήν κοίμη σί του. Δηλαδή τήν ήμερα του μαρτυρικού του θανάτου, πού έγινε στίς 27 Ιανουαρίου 1989, ό π. Κοσμάς έρχεται στήν εκκλησία τους μετά τόν Εσπερινό καί εύλογεί τά παιδιά τους ηλικίας άπό 5-6 έως 10 ετών. Κάθε χρόνο τήν ήμερα τοΰ θανάτου του τήν περιμένουν σάν πανηγύρι, όπου θά ιδούν καί πάλι τόν πνευματικό τους Πατέρα. "Ομως τό 1996, είναι ή πρώτη χρονιά πού δέν τά έπισκέφθηκε, δηλ. τήν 27ην Ιανουαρίου. Άλλά καί τά παιδιά σταμάτησαν νά τόν περιμένουν. "Εκτοτε δέν ήλθε πάλι νά εύλογήσει τά παιδιά τους.
Μην κλαις. Τό παιδί σου άπό τώρα είναι καλά.
Καί άλλη συγκινητική ιστορία άπό τόν εύλαβή ύποδιάκονο Συμεών.
"Ενα παιδί άπό τήν ένορία τους, ό Σταμάτιος, ήταν βαρειά άρρωστος. Ό πατέρας του παρακαλούσε τόν Θεό μέ δάκρυα νά τόν λυπηθή. Μιά νύκτα είδε στόν ύπνο του τόν π. Κοσμά, ό όποιος καί ίου είπε: «Μήν κλαις. Τό παιδί σου άπό τώρα είναι καλά». Πράγματι, τό πρωΐ, όταν ξύπνησε, είδε μέ βουρκωμένα τά μάτια του τό παιδί του νά αισθάνεται καλλίτερα, μέχρι πού άποκαταστάθηκε πλήρως ή ύγεία του μέ τίς ευχές τού πνευματικού τους πατέρα Κοσμά. Τώρα τό παιδί είναι ηλικίας 17 ετών, ένώ τό θαύμα έγινε πρίν άπό έπτά χρόνια.
Ό ύποδιάκονος Σεραφείμ Ίλούνγκα μας διηγείται.
«"Οταν ό μακαριστός π. Κοσμάς ήλθε στό Λουμπουμπάσι γιά τελευταία φορά, ήμουν καί έγώ τότε έκεϊ, διότι φοιτούσα στήν φιλοσοφική σχολή τού έκεϊ πανεπιστημίου. Είχα ζήσει παλαιότερα άρκετά χρόνια μαζί του σάν οίκότροφος του Ιεραποστολικού Κλιμακίου Κολουέζι. Πρίν φύγει εκείνο τό βράδυ γιά τό ανεπίστροφο ταξίδι του άπό τό Λουμπουμπάσι γιά τό Κολουέζι, τόν χαιρέτισα τελευταίος. Μού έδωσε χρήματα, 1000 ζαϊρια, μέ τά όποϊα άγόρασα τό Βιβλίο «Περιπέτειες ένός Προσκυνητού» στά γαλλικά. Τό έχω άκόμη. Μαζί έπίσης τελέσαμε καί τήν τελευταία Θεία Λειτουργία του στήν περικαλλή έκκλησία τής έκεϊ Ελληνικής Κοινότητος, «ό Ευαγγελισμός της Θεοτόκου». Μού έκανε έντύπωσι τό πράο πρόσωπο του. Στό κήρυγμά του μίλησε γιά τήν μετάνοια μέ βουρκωμένα τά μάτια του. Καί άλλοι γνωστοί μας Έλληνες τόν απέτρεψαν άπ' αύτό τό νυκτερινό του ταξίδι, αλλά δέν μας άκουσε. Τήν ίδια ημέρα είχε ξεκινήσει ή μοναχή αδελφή Ξένη, νοσοκόμα τού Κλιμακίου μέ τό φορτηγό ΤογοΤα γιά κάποια δουλειά πρός τό Λικάσι. Στόν δρόμο όμως της συνέβη άτύχημα. Ή μπροστινή ρόδα τοΰ φορτηγού ξεβιδώθηκε κι έφυγε γιά τά χωράφια καί ή άνακοίνωσις αύτής τής είδησης στόν π. Κοσμά δέν τόν κρατούσε ούτε δεμένον.
"Οταν έμαθα ότι σκοτώθηκε, τήν νύκτα έκείνη έκλαυσα πάρα πολύ.
Μετά άπό λίγες ήμέρες, στά μέσα Φεβρουαρίου 1989, τόν είδα στόν ύπνο μου. Τόν ρώτησα μέ άγωνία:
Πάτερ Κοσμά απέθανες;
Όχι, δέν πέθανα, άλλά τώρα αναστήθηκα. Κοίταξε μέσα στόν τάφο μου, δέν είμαι άναστημένος;
Τότε είδα στόν ύπνο μου ότι άνοιξε ό τάφος του καί τόν είδα άναστημένον».
Ποιό ονομα νά δώσω στό παιδί μου;
«Τόν Αύγουστο τοϋ 1989 γέννησε ή γυναίκα μου. Μετά άπό 40 ήμέρες άναρωτιώμουν ποιό όνομα νά δώσω στό παιδί μου. Τήν νύκτα έκείνη ήλθε στόν ύπνο μου ό π. Κοσμάς καί μού είπε: «Νά δώσεις τό όνομα τοϋ άγίου Κοσμά τοϋ Αιτωλού».
«Δυό χρόνια, μετά τόν θάνατο τοϋ π. Κοσμά, δηλ. τό 1991 άρρώστησα καί πήγα στό χωριό μου, τήν Κανιάμα, πού άπέχει άπό τό Λουμπουμπάσι, όπου σπούδαζα, 1100 χιλιόμετρα.
"Ενα βράδυ είδα στόν ύπνο μου ότι ήλθε κοντά μου ό π. Κοσμάς. Μού είπε:
Γνωρίζω τήν άσθένειά σου καί ήλθα νά σέ θεραπεύσω.
Έγώ νόμιζα ότι εύρισκόμουν μέσα στήν εκκλησία τοϋ άγίου Γεωργίου Κολουέζι. Καί εκείνος τότε μέ φώναξε:
Σεραφείμ, έλα έξω καί βγάλε τό πουκάμισο σου.
Βγήκα έξω, τό έβγαλα καί είδα ότι έβγαινε άκαθαρσία άπό τό στήθος μου.
Ξύπνησα καί αισθανόμουν τελείως καλά. Τό είπα στήν γυναίκα μου, τήν Θεμελίνα καί σέ άλλους φίλους καί Χριστιανούς μας. "Ολοι δοξάσαμε τόν Θεό καί τόν Αυτού θεράποντα π. Κοσμά γιά τήν παρρησία καί δόξα πού βρήκε ένώπιόν Του. Άπό τότε τόσο βαρειά δέν αρρώστησα πάλι».
Συνέντευξις μέ τον ἱερέα π.Αὐγουστῖνο Mwamba.
Στην νεοϊδρυθεῖσα Μητρόπολι Κατάγκας με πρῶτο μητροπολίτη τον σεβασμιώτατο κ. Μελέτιο ἐργάσθηκε σε ὅλη του την ζωή με αὐτοθυσία ἕνας ἀπό τούς φλογερούς ἱερεῖς τοῦ μακαριστοῦ π. Κοσμᾶ. Εἶναι ὁ π. Αὐγουστῖνος.
Γεννήθηκε το 1946 στο χωριό Micha πού εἶναι κοντά στην μεγάλη πόλι Κανιάμα, ἡ ὁποία ἀπέχει ἀπό το Κολουέζι τοῦ νοτίου Κογκό περί τά 800 χιλιόμετρα. Το 1960 τελείωσε το κρατικό δημοτικό σχολεῖο καί ἐν συνεχεία ἐφοίτησε γιά τέσσερα χρόνια στο γυμνάσιο πού ἀνῆκε στούς Καθολικούς. Οἱ γονεῖς του ἦταν εἰδολολάτρες, ἐνῶ ὁ ἴδιος μετά την ἀποφοίτησί του ἀπό το γυμνάσιο, ἀκολούθησε την Καθολική «Ἐκκλησία», το 1968. Μετά ἀπό δύο χρόνια ἐγνώρισε καί νυμφεύθηκε την Μαρία-Ἰωάννα, οἱ γονεῖς τῆς ὁποίας ἦταν κι αὐτοί εἰδωλολάτρες. Ζοῦσαν στην πόλι Κανιάμα. Ἀπέκτησαν τά δύο πρῶτα παιδιά, τον Γκιλέ καί την Μαρία Νγκόϊ. Κάποια περίοδο, λόγῳ ἐπιδημίας ἀρώστησαν καί τά δύο καί οἱ γονεῖς τους, τούς εἶπαν τά πᾶνε τά παιδιά τους στούς μάγους τῆς περιοχῆς γιά να τά θεραπεύσουν. Τούς ἔδωσαν φάρμακα καί βότανα, ἀλλά καμμιία θεραπεία. Οἱ δαίμονες καί οἱ συνεργάτες τους δεν γιάτρεύουν, ἀλλά σκοτώνουν ψυχές καί σώματα.
Την περίοδο ἐκείνη εἶχε ἐμφανισθῆ μία προτεσταντική κοινότητα, ὠνομαζόταν Sankusar με ἀρχηγό, τον πάστορα Onore Matanda. Διαλαλοῦσαν παντοῦ ὅτι ἔχουν την δυνατότητα να θεραπεύουν ἀρρώστους. Ὁ π. Αὐγουστῖνος, λαϊκός τότε με την σύζυγό του, προσεχώρησαν στην κοινότητα αὐτή, προκειμένου, ὅπως ἐπίστευαν, να σώσουν τά παιδιά τους ἀπό την ἐπιδημία.
Ἡ κοινότητα ὅμως αὐτή ἦταν παράνομη καί δεν εἶχε καμμία νομική καί κρατική ἀναγνώρισι. Το 1976, ἦλθε στην Κανιάμα ἀπό το Κολουέζι πού ἐργαζόταν ὁ π.Ἀμφιλόχιος Τσοῦκος (νῦν μητροπολίτης Νέας Ζηλανδίας καί Νήσων). Συναντήθηκε με τον ἀρχηγό τους, ὁ ὁποῖος δέχθηκε ἀμέσως ἡ κοινότητά του να καλυφθῆ κάτω ἀπό την νομική κατοχύρωσι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἦταν γνωστή στο Κράτος τοῦ Κογκό, λόγω ταῶν χιλιάδων Ἑλλήνων μεταναστῶν πού ζοῦσαν τότε ἐκεῖ.
Ἡ Κοινότητα αὐτή ἀριθμοῦσε μόνο περί τά 100 ἄτομα. Ὁ π. Ἀμφιλόχιος τούς κατήχησε πρόχειρα καί την ἑπομένη ἡμέρα τούς ἐβάπτισε ὅλους. Αὐτοί βαπτίσθηκαν μέν γιά να ἀποκτήσουν κρατική κάλυψι, παρέμειναν ὅμως με την δική τους νοοτροπία καί ἐκκλησιατική δομή. Εἶχαν μάλιστα καί την συνήθεια τῆς πολυγαμίας. Ὁ π. Αὐγουστῖνος (λαϊκός τότε) τούς ἔλεγε ὅτι θα πρέπει να ἀσπασθοῦν πλήρως τά δόγματα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, να κρατήσουν μία μόνο σύζυγο καί να μη ἐπιστρέψουν πάλι στον προτεσταντισμό. Δεν τον ἄκουσαν. Παρέμεινε ὅμως ὁ ἴδιος στήν Ὀρθοδοξία με την οἰκογένειά του.
Ὁ π. Ἀμφιλόχιος, ἀναγνωρίζοντας τις ἱκανότητές του καί την ἀφοσίωσί του στην Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, τον διώρισε Κατηχητή ἐκεῖ στην Κανιάμα. Ἐτσι μ᾿ αὐτές τις συνθῆκες δημιουργήθηκε ἡ πρώτη κοινότητα Ὀρθοδόξων στην πόλι αὐτή.
Προκειμένου να ἀκούσω ἀπό το στόμα του πῶς γνωρίσθηκε με τον μακαριστό π. Κοσμᾶ, τον ἐκάλεσα στην Μονή ταῶν Ἁγίων Ἀποστόλων τοῦ Κολουέζι Κογκό. Εἶναι σήμερα ἡλικίας 72 ἐτῶν. Ἀπέκτησε μία μεγάλη οἰκογένεια με 13 παιδιά, ἕξι ἀγόρια καί ἑπτά κορίτσια. Ὁ πρῶτος γυιός του, ὁ π. Κυπριανός εἶναι ἱερεύς καί ἐφημέριος στον ναό τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου στό Λικάσι, πόλι πού ἀπέχει ἀπό το Κολουέζι περί τά 220 χιλ.
-Πάτερ Αὐγουστῖνε, χαίρομαι πού σε βλέπω καί πάλι μετά ἀπό δύο χρόνια ἐδῶ στο Κογκό, ὅπου ἦλθα πρίν τρεῖς ἡμέρες. Θα ἤθελα να μοῦ εἰπῆς κατ᾿ ἀρχήν, πότε βαπτίσθηκες καί τι αἰσθάνθηκες μετά το ἅγιο Βάπτισμά μου στην ἁγία Ἐκκλησία μας.
-Με ἐβάπτισε ὁ π. Ἀμφιλόχιος στην Κανιάμα το 1976, σχεδόν χωρίς να προηγηθῆ μία ἐκτεταμένη χριστιανική κατήχησις. Ὅμως παρέμεινα στην Ὀρθοδοξία, διότι ἔζησε πρωτόγνωρες πνευματικές καταστάσεις, μετά την βάπτισί μου. Αἰσθάνθηκα μεγάλη χαρά μέσα μου, την ὁποία δεν εἶχα ζήσει ποτέ στήν ζωή μου παλαιότερα. Μέ κυρίευσε μία θεία δύναμις καί ἕνα φῶς πνευματικό περιέλουσε το πρόσωπό μου καί ἐθέρμανε την καρδιά μου. Αὐτή ἡ δύναμις πού μπῆκε μέσα μου, με ἐδίδαξε πῶς να προσεύχωμαι καί να ἐπικαλοῦμαι μυστικά το Ὅνομα τοῦ Χριστοῦ. Ἐπίσης ἔμαθα ἀπό τις πρῶτες ἡμέρες πού βαπτίσθηκα, ὅτι πρέπει να νηστεύω. Ἔννοιωσα μία μεγάλη ἀλλαγή μέσα μου. Ἐπέταξε ὅ,τι μαγικά καί φάρμακα τῶν μάγων κρατοῦσα στο σπίτι μου, καί εἶπα με τήν γυναῖκα μου ὅτι ἀπό σήμερα μόνον ὁ Χριστός θα εἶναι ὁ Θεός, ὁ γιάτρός καί ὁ Σωτῆρας μας.
-Πότε καί πῶς γνωρίσθηκες με τον π. Κοσμᾶ;
-Ὁ π. Κοσμᾶς ἦλθε σαν λαϊκός ἱεραπόστολος στο Κολουέζι το 1975, προκειμένου να ἀσχοληθῆ με την ἵδρυσι ἐκκλησιῶν, προσκαλεσμένος ἀπό τον Γέροντά μου π. Ἀμφιλόχιο. Ἤμουν κατηχητής στην Κανιάμα καί ἐργαζόμουν σαν δάσκαλος σε δημοτικό σχολεῖο ταῶν Καθολικῶν γιά τον ἐπιούσιο ἄρτο τῆς ἡμέρας. Ὁ π. Ἀμφιλόχιος, μετά τις βαπτίσεις πού ἔκανε ἐκτάκτως στην Κανιάμα ἐπέστρεψε στο Κολουέζι. Συναντήθηκε με τον τότε Ἰωάννη Ἀσλανίδη καί τοῦ ἔδωσε εὐλογία να ἔλθη στην Κανιάμα να κτίση ἐκκλησία.
Ἦλθε ὁ τότε Γιάννης στην Κανιάμα. Με ἀνεζήτησε καί ἔγινε ἡ πρώτη γνωριμία καί συνάντησίς μας στό σπίτι μου, ὅπου καί ἔμεινε ὅλο το διάστημα. Ἤξερε ἀρκετά καλά τά σουαχίλι, τά ὁποῖα εἶχε μάθει μόνος του γράφοντας σε μπλοκάκι καθημερινά λέξεις, γιά τις ὁποῖες ἐρωτοῦσε τούς ντόπιους. Την ἑπομένη ἡμέρα, ζήτησε οἰκόπεδο ἀπό τον δήμαρχο τῆς πόλεως. Ἔγιναν τά χαρτιά καί ἀμέσως συγκέντρωσε μία ὁμάδα οἰκοδόμων καί ἐργατῶν γιά την ἔναρξι ταῶν ἐργασιῶν. Εἶχε φέρει μαζί καί μερικούς δικούς του ἐργάτες. Ἀγόρασε ποδήλατο καί ἔτρεχε να βρῆ οἰκοδομικά ὑλικά. Πέτρες γιά τά θεμέλια εὐρῆκε στο ὑπάρχον ἐκεῖ ὀρυχεῖο. Ἄμμο ἀπό κάποιο κοντινό ποτάμι καί τσιμέντα ἀπό μία ἀποθήκη.
Ὅλοι μαζί ξεκίνησαν καί σ᾿ ἕνα μῆνα εἶχαν σχεδόν τελειώσει τον ναό προς τιμήν τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Σωτῆρος.
Τά βράδυα, ὅταν ἐπέστρεφε ἀπό τις ἐργασίες, σκονισμένος, κουρασμένος καί νηστικός, στο σπίτι μου ἔτρωγε τά δικά μας φαγητά, ζυμάρι ἀπό καλαμποκάλευρο, χόρτα, πατάτες, ρύζι καί κανένα ψαράκι, ὅταν ἐπιάναμε ἀπό το ποτάμι. Κατόπιν μᾶς συγκέντρωνε κοντά του καί μᾶς ἐδίδασκε γιά την Ὀρθόδοξη Πίστι. Τότε ὅλοι οἱ Κατηχούμενοι ἦταν περί τούς 150.
Το 1979, με πρότασι τοῦ π. Κοσμᾶ, ὁ ὁποῖος ἐν ταῶ μεταξύ εἶχε πάει στην Ἑλλάδα, ἔγινε ἱερεύς καί το 1978 ἐπανῆλθε στο Κογκό, χειροτονήθηκα ἱερεύς ἀπό τά χέρια τοῦ μακαριστοῦ μητροοπολίτου Κεντρώας Ἀφρικῆς κ. Τιμοθέου Κοντομέρκου.
Πόσοι οἱ ἱερεῖς καί συνεργάτες τοῦ παπᾶ Κοσμᾶ καί πῶς ἐργάσθηκαν κοντά του;
Εἴμασταν συνολικά δέκα ἄτομα, ἱερεῖς καί κατηχητές, πού δουλέψαμε μαζί με τον π. Κοσμᾶ, σαν ὑπεύθυνο ἱεραπόστολο καί πνευματικό μας πατέρα.
Πρώτη φορά μᾶς ἐκάλεσε στο Κολουέζι γιά ἱερατικό σεμινάριο τό 1979. Την προηγούμενη χρονιά εἶχε ἐπιστρέψει σαν ἱερέας ἀπό την Ἑλλάδα. Αὐτό λειτούργησε στο ὑπό ἵδρυσι μοναστηράκι τῆς Ἁγίας Τριάδος, πού βρίσκεται, 17 χιλμ. μακριά ἀποό το Κολουέζι, κοντά στό χωριό Σιέφ Καζέμπε. Ἐκεῖ ὑπῆρχε ἕνα μεγάλο σπίτι, ὅπου ἐμέναμε ὅλοι μαζί σε στρώματα στο ἔδαφος καί ἕνα μικρό ἐκκλησάκι πού κτίσθηκε ἀπό τόν π. Ἀμφιλόχιο Τσοῦκο, προς τιμήν τῆς Ἁγίας Τριάδος.
Την ἡμέρα ἔτρεχε σε διάφορες δουλειές στο ἱεραποστολικό Κλιμάκιο τοῦ Κολουέζι, καί τό βράδυ ἐρχόταν με ἕνα τζίπ σ᾿ αὐτό το ἐκκλησάκι με το ἕνα σπίτι πού το ὠνόμαζε μοναστήρι καί μᾶς ἔκανε βραδυνά μαθήματα. Δηλαδή κάθε βράδυ ἀπό τις 7 ἕως καί τις 11 την νύκτα μᾶς ἔκανε διάφορα μαθήματα καί πρακτική ἐφαρμογή ταῶν Μυστηρίων γιά να μάθουμε να τελοῦμε ὅλες τις Ἀκολουθίες, με ἄνεσι καί χωρίς λάθη.
Κάθε πρωΐ στο μικρό ἐκκλησάκι ἐκάναμε τις ἀκολουθίες ὄρθρου καί ἑσπερινοῦ. Παίρναμε το πρωϊνό μας καί διαβάζαμε. Ταυτόχρονα φροντίζαμε γιά την παρασκευή τοῦ φαγητοῦ μας καί το βραδάκι ἄρχιζαν τά μαθήματα γιά 4 περίπου ὧρες με τον π. Κοσμᾶ. Πρέπει ἐδῶ να εἰποῦμε ὅτι ὁ πρῶτος ἱεραπόστολος, π. Ἀμφιλόχιος, ἐργάσθηκε στο Κολουέζι, ἀπό το 1973 ἕως το 1978. Κατόπιν ἔφυγε ὁριστικά γιά Ἑλλάδα. Ἐνῶ ὁ π. Κοσμᾶς ἦλθε σαν κληρικός φθινόπωρο τοῦ 1978 καί ἐργάσθηκε μέχρι τήν κοίμησι του, πού συνέβη με τροχαῖο ἀτύχημα στις 27 Ἰανουαρίου τοῦ 1989.
Μᾶς ἔδωσε τετράδιο καί μᾶς ἔλεγε να γράφουμε γιά τήν τυπική διάταξι ταῶν Ἀκολουθιῶν. Μᾶς ἐδίδασκε πρακτικά πῶς θα ἐπιτελοῦμε την Προσκομιδή, πῶς θά τελοῦμε τον γάμο. Ἔπαιρνε μία κούκλα ὡσαν να ἦταν μωρό καί ξεκινοῦσε την ἐκμάθησι τοῦ μυστηρίου τοῦ βαπτίσματος κάνοντας τις καταδύσεις καί ἀναδύσεις τῆς κούκλας μέσα σε μία λεκάνη.
Την ἑπομένη ἡμέρα μᾶς ἐρωτοῦσε γιά το μάθημα τῆς προηγουμένης. Καί μετά ἀπό μία ἑβδομάδα μᾶς ἔδινε ἐρωτήσεις να ἀπαντήσουμε γραπτῶς. Κατόπιν την ἑπομένη ἤλεγχε τά γραπτά μας. Στούς ἀριστεύσαντας ἔδινε κάποιο δῶρο καί τούς ἐπαινοῦσε δημοσίως.
Ἐπίσης μᾶς ἔλεγε σε ποιο σημεῖο τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἀναφέρεαι το τάδε θαῦμα ἤ ἡ τάδε διδασκαλία κάποιου Προφήτου ἤ τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι, μᾶς ἀνάγκαζε να διαβάζουμε την Ἁγία Γραφή καί μέσα σε τρεῖς ἡμέρες ἔπρεπε να τοῦ δώσουμε τις ἀπαντήσεις.
Το σεμινάριο αὐτό γιά ἱερεῖς καί κατηχητές ὑποψηφίους γιά τήν ἱερωσύνη κράτησε τρεῖς μῆνες, δηλ. μέχρι τον Φεβρουάριο τοῦ 1980.
Ὁ π. Κοσμᾶς με ἐκτιμοῦσε πολύ, γι᾿αὐτό καί με πρότεινε να γίνω κληρικός στον τότε μητροπολίτη κυρό Τιμόθεο. Καί πράγματι μέ χειροτόνησε ὁ τότε ἅγιος Κεντρώας στις 10 Φεβρουαρίου τοῦ 1980 διάκονο. Μετά ἀπό μία ἑβδομάδα, ἐπήγαμε στο μεγάλο χωριό Φουγκουροῦμε, ὅπου μόλις τότε εἶχε κτίσει ὁ π. Κοσμᾶς την ἐκκλησία τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου. Στην Θεία Λειτουργία χειροτονήθηκα ἱερεύς.
Εἴμασταν συνολικά δέκα ἱερεῖς. Οἱ παλαιότεροι ἦταν ὁ π. Γεράσιμος, ἐφημέριος τοῦ χωριοῦ Τσαμπούλα, πλησίον τοῦ Κολουέζι, πού χειροτονήθηκε με εὐλογία τοῦ π. Ἀμφιλοχίου ἀπό τον πρώην μητροπολίτη Νικόδημο Γαλλατσιᾶτο καί ὁ π. Νικόλαος. Ὁ δεύτερος ἐφημέρευσε μόνο 2 χρόνια στην ἐκκλησία τοῦ ἁγίου Γεωργίου Κολουέζι καί ἔκτοτε καθαιρέθηκε, λόγω ἠθικῆς πτώσεως με ἄλλες γυναῖκες. Ἐπόμενοι ἱερεῖς ἦταν ὁ π. Νικόδημος, ὁ ὁποῖος γρήγορα ἔχασε την ἱερωσύνη του, διότι ἀπέθανε ἡ παπαδιά του καί ἐκεῖνος νυμφέυθηκε ἄλλη. Ὁ Θεός να τον ἐλεήση. Ἐκοιμήθη το 2016. Ἄλλος ἦταν ὁ π. Λεωνίδας, ὁ ὁποῖος καθαιρέθηκε γιά τις ἠθικές του παρεκτροπές με ἄλλες γυναῖκες. Ὅμως βρῆκε καταφύγιο στην σχισματική «ἐκκλησία», τοῦ Σεβ. μητροπολίτου Φυλῆς Ἀττικῆς κ. Κυπριανοῦ, ὁ ὁποῖος ἔχει δημιουργήσει μερικές ἐνορίες στο Κογκό. Ἕνας ἀπό τούς ἱερεῖς του εἶναι καί ὁ π. Λεωνίδας, ὁ ὁποῖος ζεῖ ἀκόμη στο Κεντρικό Κογκό. Ἄλλος ἱερεύς ἦταν ὁ π. Παῦλος, ἐφημέριος τοῦ ναοῦ τῆς Ἑλληνικῆς Κοινότητος τῆς πόλεως Λικάσι. Ὑποψιαζόταν ὅτι τον ἐξαπατοῦσε ἡ παπαδιά του. Την ἔδιωξε ἀπό το σπίτι του. Καί παραμόνευε ἔξω ἀπό ξενοδοχεῖα τις ΄νυκτες να την συλλάβη να μοιχεύει. Ἡ γυναῖκα του ἐπῆγε στο Κολουέζι καίθ διαμαρτυρήθηκε στον π. Κοσμᾶ, ὅτι την ἔδιωξε ἀπό το σπίτι ὁ παπᾶς της. Τελικά ὁ μητροπολίτης κατέστησε ἄργόν τον π. Παῦλο.
Ἕνας ἀπό τούς πλέον ἐναρέτους κληρικούς μας ἦταν ὁ π. Φίλιππος, ὁ ὁποῖος ἐπέρασε τά τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του σαν ἐφημέριος τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Στεφάνου Κατούμπας. Ἐστήριξε πολύ κόσμο με τις προσευχές, τις συμβουλές καί τό μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως. Ἄφησε την μνήμη ἁγίου κληρικοῦ. Αἰωνία του ἡ μνήμη.
Ἄλλος ἱερεύς ἦταν ὁ π. ἱερώνυμος πού κι αὐτός ἔπεσε σε σαρκικά ἁμαρτήματα με ἄλλες γυναῖκες καί καθαιρέθηκε. Τον παρέλαβαν γιά ἱερέα τους στο Λουμπουμπάσι οἱ Κόπτες τῆς Αἰγύπτου, οἱ ὁποῖοι ἔχουν κτίσει ἐκεῖ ἐκκλησία. Ἀλλά καί ἐκεῖ ἐσημειώθησαν τά ἴδια προβλήματα. Ἔτσι ἐκδιώχθηκε καί πρό ἐτῶν ἀπέθανε σε ἀφάνεια στο Λουμπουμπάσι. Ἄλλος ἱερέας μας παλαιός ἦταν ὁ π. Πέτρος, ἐφημέριος τῆς ἐκκλησίας τοῦ ἁγίου Παντελεήμονος στην πόλι Κάμινα, πλησίον τῆς Κανιάμας. Κι αὐτός ὁ ἱερεύς ἔχασε μετά ἀπό λίγα χρόνια την ἱερωσύνη του, λόγω ἡθικῆς του πτώσεως. Ἀπέθανε ἐν μετανοίᾳ στο μοναστηράκι τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου Κολουέζι τό 1992. Ἄλλος ἱερεύς μας ἦταν ὁ π. Μᾶρκος. Αὐτός ἐτίμησε την ἱερωσύνη του. Το 2003, ἔφυγε ἀπό την ἐπαρχία Κατάγκας, καί ἐπῆγε στην κεντρική περιοχή τοῦ Κογκό πού λέγεται Κασάϊ, διότι προερχόταν ὁ ἴδιος ἀπ᾿ αὐτή τήν φυλή. Ἐκεῖ ἐκοιμήθη στην πόλι Λουπούτα, το 2016,ἀφήνοντας μέμτήν κοίμησί του δυσαναπλήρωτο κενό. Ἐργάσθηκε σκληρά κατά τῶν μάγων καί ταῶν αἱρέσεων. Ἄφησε μνήμη φλογεροῦ καί ἀγωνιστοῦ ἱερέως. Ὁ Θεός να τον ἀναπαύει. Τελευταῖος ἱερεύς, πνευματικό τέκνο τοῦ π. Κοσμᾶ, ἦταν ὁ π. Ἀγαθόνικος. Ἦταν κατηχητής καί δάσκαλος σε Δημοτικό σχολεῖο τοῦ Κολουέζι. Λειτουργοῦσε στον ἅγιο Γεώργιο Κολουέζι. Ἦταν σοβαρός καί συγκροτημένος λειτουργός τοῦ Χριστοῦ. Διέπρεπε ἰδιαίτερα στο κήρυγμα καί στην παράδοσι ταῶν κατηχητικῶν μαθημάτων. Κι αὐτός, λόγω, τῆς συμπλοκῆς τῶν δύο φυλῶν, Καταγκέζων καί Κασάϊδων το 1993 ἀνεχώρησε ἀπό το Κολουέζι με την οἰκογένειά του καί μετέβη στο Κεντρικό Κογκό, ὅπου καί οἱ ἄνθρωποι τῆς φυλῆς του. Διωρίσθηκε ἐφημέριος στην πόλι Τσικάπα, ὅπου καί συνεχίζει να ἐργάζεται με πολύ ζῆλο καί αὐτοθυσία μέχρι σήμερα.
-Πάτερ Αὐγουστῖνε, σε ποιές ἐνορίες ὑπηρέτησες καί τι δυσκολίες συνάντησες;-
Ὅταν ἤλθαμε στο Κολουέζι ἀπό το Φουγκουροῦμε, μοῦ εἶπε ὁ π. Κοσμᾶς: «Ὁ ἱερεύς εἶναι στρατιώτης τοῦ Χριστοῦ. Δεν φροντίζει οὔτε γιά χρήματα καί πλούτη, οὔτε γιά κοσμικές ἐπιδιώξεις καί τιμές. Ἀλλά μόνο πῶς να ὁδηγήσει περισσοτέρους Χριστιανούς στον δρόμο τοῦ Θεοῦ καί στην θεογνωσία γιά την αἰώνια σωτηρία τους. Ὁπότε, ἐάν θέλης να κάνεις ἔργο τοῦ Χριστοῦ, θα ἀφήσεις κάθε ἐπίγειο ἔργο».
-Ὅταν χειροτονήθηκα ἱερεύς, ὁ μητροπολίτης με ἔστειλε στην Κανιάμα, ὅπου ζοῦσα καί παλαιότερα σαν κατηχητής. Ἐκεῖ ἐργάσθηκα ἕξι χρόνια.
Ἐπειδή ἐπέστρεψα στην Κανιάμα μετά ἀπό τρεῖς μῆνες, λόγῳ τοῦ σεμιναρίου, ἔχασα την δουλειά μου, σαν δάσκαλος πού ἐργαζόμουν. Ἀπό τότε εἶχα πολλές ταλαιπωρίες. Ἐπήγαινα στο δάσος, ἔφτιαχνα κάρβουνα, τά ἔβαζα στόι κεφάλι καί τά μετέφερα στην Κανιάμα να τά πουλήσω. Οἰ ἄνθρωποι πού με ἔβλεπαν, ὀρθόδοξο ἱερέα να κυκλοφορῶ με το ζωστικό πάντοτε, με κορόϊδευαν. Δεν ἔδινα σημασία στις εἰρωνεῖες καί τά πειράγματά τους. Ἤμουν χαρούμενος, διότι δούλευα στον Ἀμπελῶνα τοῦ Χριστοῦ μας.
Ὁ Χριστός με εὐλογοῦσε ἀπό ψηλά. Μοῦ ἔδινε θάρρος καί ὑπομονή καί με προστάτευε ἀπό πολλούς πειρασμούς καί περιπέτειες.
Το 1980 εἴχαμε πάλι ἐπιμορφωτικό ἱερατικό σεμινάριο. Το παιδί μου ὁ Σωκράτης ἀρώστησε καί ἔπρεπε να κάνη ἐγχείρησι σκωληκοδήτιδα. Μία νύκτα τότε, προσευχόμουν με κομποσχοίνι να σώση το παιδί μου. Μετά ἀπό λίγες ἡμέρες ἔγιναν ἐξετάσεις καί δεν εἶχε τίποτε. Θεραπεύθηκε με θεῖο θαῦμα.
Κατόπιν ὁ π. Κοσμᾶς με μετέφερε με ἄδεια τοῦ οἰκείου Ἐπισκόπου το 1986 στο χωριό Τσιάλα, πού ἀπέχει ἀπό το Κολουέζι μόλις 15 χιλ. Ἐργάσθηκα ἐκεῖ δύο χρόνια. Λειτουργοῦσα σε πολλές ἐνορίες τις Κυριακές καί γιορτές, ὅπως στην Ἁγία Παρασκευή τοῦ χωριοῦ Κατέμπι, στον ἅγιο Ἀνδρέα τῆς Λουαλάμπας, στον ἅγιο Θωμᾶ τοῦ Γκαρκαζέμπε, στο χωριό Μουσοκατάντα. Ἀκόμη καί μέχρι το Καουαγιόνγκο ἐπήγαινα πού ἀπέχει ἀπό το Κολουέζι 400 χιλ.
Το 1988 ἦλθε στο Κολουέζι ἀπό την Ἑλλάδα ὁ πατέρας τοῦ π. Κοσμᾶ, ὁ κ. Δημήτριος. Ἐπήγαμε μαζί με τον π. Κοσμᾶ στο Λουμπουμπάσι να τον παραλάβουμε. Περάσαμε ἀπό το Λικάσι, φθάσαμε στο Κολουέζι καί ὁ π. Κοσμᾶς ἐκεῖνο το βράδυ μοῦ εἶπε: «Ὁ πατέρας μου σέ ἐξετίμησε καί μοῦ πρότεινε να σε βάλω σε μεγαλύτερη ἐνορία να βοηθήσης περισσότερο κόσμο. Μοῦ εἶπε να σε στείλω στην ἐνορία τοῦ Λικάσι. Δέχεσαι να πᾶς;
-Καί βέβαια θα κάνω ὑπακοή, τοῦ ἀπήντησα.
Τότε ἦλθε καί ὁ Μητροπολίτης καί ἔκανε τά ἐγκαίνια τοῦ ναοῦ τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, πού κτίσθηκε το 1988 με προσωπική ἐπιστασία τῆς ἱεραποστόλου Σταυρίτσας Ζαχαρίου. Ἐπειδή ὁ συλλειτουργός μου π. Λεωνίδας ἔχασε την ἱερωσύνη του καί καθαιρέθηκε ἀπό τον Ἐπίσκοπο, ἔμεινα ἐγώ μόνος μου. Μετά τά ἐγκαίνια με ἐντολή τοῦ Μητροπολίτου τελοῦσα την Θ. Λειτουργία κάθε ἡμέρα ἀπί μία ἑβδομάδα.
Ἐκεῖ στο Λικάσι, ἔζησα θαυμαστά γεγονότα. Μία φορά ἔπεσε δυνατός κεραυνός στην αὐλή τοῦ σπιτιοῦ τῆς ἐκκλησίας, πού ἔμενα. Ἕνα δένδρο παπάϊ κάηκε. Καί ὠσφραινόμουν μυρουδιά καπνοῦ. Τελικά ἀπό τά μέλη τῆς οἰκογενείας μου κανείς δεν σκοτώθηκε.
Σε κάθε δυσκολία καί ἀρρώστεια πού μᾶς συνέβαιναν, ἐπήγαινα την νύκτα στην ἐκκλησία με τά παιδιά μου καί διαβάζαμε την Παράκλησι τῆς Παναγίας μας. Καί ἀμέσως ἡ Παναγία ἔκανε το θαῦμα της καί μνᾶς βοηθοῦσε καθημερινά.
Στα 15 χρόνια πού ἐργάσθηκα ἐκεῖ, ἐξυπηρετοῦσα καί ἄλλες πολλές ἐνορίες, ὅπως την ἐνορία τοῦ ἁγίου Χαραλάμπους στο χωριό Καμπόβε, την ἐνορία τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ τοῦ χωριοῦ Πάντε, την ἐνορία τοῦ ἁγίου Νικολάου τοῦ χωριοῦ Μουαντικούσια καί ἀλλοῦ.
Το 2003 ὁ π. Μελέτιος (νῦν μητροπολίτης Κατάγκας) με ἀπέσπασε καί με ἔστειλε στην πόλι Λουένα, μακριά ἀπό το Κολουέζι περί τά 350 χιλ.λόγω καθαιρέσεως ἑνός ἄλλου ἱερέως. Ἐκεῖ ἐργάσθηκα μέχρι το 2011. Ἔκτοτε, λόγω ὑπερκοπώσεως ὁ π. Μελέτιος με ἀπέλυσε ἀπό την ἐνεργό ὑπηρεσία μου καί με κάλεσε να ἔλθω καί να μείνω με την οἰκογένειά μου ὁριστικά στο Κολουέζι. Μοῦ παρεχώρησε ἕνα σπιτάκι με τρία δωμάτια, ὅπου ζῶ μέχρι σήμερα με ἄλλα 10 ἄτομα, διότι τά ἄλλα παιδιά μου ἔχουν δημιουργήσει δικές τούς οἰκογένειες.
-Πάτερ Αὐγουστῖνε, θα ἤθελα να μοῦ περιγράψης συνοπτικά την προσωπικότητα τοῦ Γέροντός σου, τοῦ π. Κοσμᾶ.
-Ὁ π. Κοσμᾶς ἦταν ἀπό τον Θεό καλεσμένος γι’αὐτό το μεγάλο καί κοπιαστικό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἡμέρα καί νύκτα ἐδούλευε. Ὡδηγοῦσε ὁ ἴδιος καί ἔτρεχε με ἀστραπιαία ταχύτητα να τά προλάβη ὅλα. Προσέφερε τον ἑαυτό στην ὑπηρεσία τοῦ Θεοῦ καί τοῦ πλησίον με την ἴδια πάντα ἀγάπη. Δεν ἔβλεπε τούς ἀνθρώπους με τις φυλετικές τους διαφορές οὔτε καί με την διαφορά χρώματος ἤ νοοτροπίας τους. Θυσιαζόταν γιά ὅλους καί γιά ὅλα. Παρότι ἀπορροφόταν ἀπό τις οἰκοδομικές καί γεωργικοκτηνοτροφικές του ἀσχολίες, ἐν τούτοις δεν παραμελοῦσε καί τό καθημερινό πρόγραμμα ταῶν ἱερῶν Ἀκολουθιῶν.
Ἀγαποῦσε πολύ τά παιδιά, στα ὁποῖα στηριζόταν γιά ἕνα καλλίτερο αὔριο τῆς Χώρας καί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας στο Κογκό. Γι’αὐτό καί ἔκτισε μεγάλο οἰκοτροφεῖο στο ὁποῖο φιλοξενοῦσε γιά πολλά χρόνια πάνω ἀπό 60 παιδιά προσφέροντάς τους τροφή, διαμονή, ρουχισμό καί σχολικά εἴδη δωρεάν. Ὅπως μᾶς ἔλεγε ὁ ἴδιος, τά παιδιά χρειάζονται στρατιωτική πειθαρχία. Γι’αὐτό εἶχε καταρτίσει καθημερινό πρόγραμμα λειτουργίας τοῦ οἰκοτροφείου, το ὁποῖο ἔπρεπε να το ἐφαρμόζουν 2-3 ἐπιστάτες βοηθοί του. Δεν ἐπέτρεπε καθημερινές ἐξόδους στα παιδιά, παρά μόνο δύο ὧρες, μετά τό μεσημβρινό φαγητό τῆς Κυριακῆς. Ὅσα παιδιά δημιουργοῦσαν ἀταξίες καί δεν συνεμορφώνοντο τά ἔδιωχνε γιά τά σπίτια τους καί με δικά του ἔξοδα εἰσιτηρίων τους.
Κάθε χρόνο τον μῆνα Ἰούλιο καλοῦσε ὅλους τούς ἱερεῖς γιά το σεμινάριο. Προσπαθοῦσε να μᾶς ἐμπνεύση την ἀφοσίωσι στο ἔργο τῆς Ἐκκλησίας μας καί την πίστι στον Χριστό. Τελούσαμε καθημερινά τις ἀκολουθίες καί την Θεία Λειτουργία καί κατόπιν στο μάθημα μᾶς ἔκανε πατρικές παρατηρήσεις γιά τά τυχόν λάθη μας. Μετά την λήξι ταῶν μαθημάτων θα μᾶς ἔδινε τά δῶρα του, φορέματα (κικουέμπε) γιά τις παπαδιές, φάρμακα, κουβέρτες γιά τά παιδιά μας, εἰκόνες, σταυρούς κλπ.
Ἐπίσης κάθε μῆνα εἶχε καθιερώσει φαγητό γιά τούς φυλακισμένους.
Ἰδιαίτερα φιλικές ἦταν οἱ σχέσεις του με ὅλους τούς Ἄρχοντες τῆς πόλεως. Τούς ἐπισκεπτόταν πρίν την Πρωτοχρονιά να τούς χαρίσει καί ἀπό ἕνα γουρουνάκι καί να τούς;εὐχηθῆ τά δέοντα γιά την νέα χρονιά. Ὅταν το 1986 εἶχε ἔλθει ἡ πρώτη κυρία τοῦ κράτους τοῦ Κογκό, ἡ σύζυγος τοῦ Προέδρουτ Μομπούτου, την προσκάλεσε στην φάρμα τῆς Τσιαμπούλας καί τῆς ἔδωσε τά δῶρα του, δύο κουνέλια καί 3 ζεύγη περιστέρια.
Ἀλλά καί ὁσάκις κατέβαινε στην συμπρωτεύουσα το Λουμπουμπάσι, δεν ξεχνοῦσε να προσφέρει κι ἐκεῖ τά δῶρα του, στούς μεγάλους. Ἰδιαίτερες σχέσεις εἶχε με τούς στρατηγούς, προκειμένου κατά καίρούς να τον προστατεύουν, ἐφ’ὅσον ἐκείνη την ἐποχή ἡ κατάστασις ἦταν πάντοτε ἔκρυθμη καί ἀγωνιώδης.
Γενικά, ἠμπορῶ να διαβεβαιώσω τον κάθε ἄνθρωπο, ὅτι ὁ π. Κοσμᾶς ἦταν ὁ θεμελιωτής τῆς Ὀρθοδοξίας στο νότιο Κογκό. Ἐσφράγισε με το αἷμα του την ἀγάπη του προς την Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ μας καί ἐπότισε την ἀφρικάνικη γῆ μας ὄχι μόνο με το αἷμα του, ἀλλά καί μέ τούς ἱδρῶτες καί κόπους του, πού θα μείνουν ἀξέχαστοι ἀπό ἐμᾶς καί τά παιδιά μας. Αἰωνία ἡ μνήμη του. Να ἔχουμε την ἁγία του εὐχή.
Συνέντευξι με τον π. Λάζαρο, ἱερέα τοῦ Κολουέζι τοῦ Κογκό.
Ἡ πρώτη Ἀπριλίου 1990 ἦταν ἡ πρώτη ἡμέρα πού ἐπάτησε τό πόδι μου στό ἀφρικάνικο ἔδαφος. Ποῦ ἤμουν; Μέ τόν τότε ἱερομ. Μελέτιο ταξιδεύσαμε ἀπό Ἑλλάδα Κύπρο καί μία νύκτα την 31ην Μαρτίου μπήκαμε σέ ἀεροπλάνο τῆς Ζάμπιας καί ἐφθάσαμε στήν πρωτεύουσα Λουσάκα τό πρωΐ στίς 8 ἡ ὥρα. Ἀπό ἐκεῖ μέ ἄλλη τοπική πτῆσι ἐφθάσαμε στό Λουμπουμπάσι. Καί σέ δύο ἡμέρες ὁ π. Κύριλλος μέ ἕνα σαράβαλο τζιπάκι, κίτρινο, τοῦ μακαριστοῦ π. Κοσμᾶ μᾶς ἔφερε στό Κολουέζι.
Τότε ἤμουν ὅλο στενοχώρια, διότι δέν ἤξερα οὔτε μία λέξη σουαχίλι. Μέ βοήθησε ὁ ἰθαγενής Μωϋῆς πού τόν ἐρωτοῦσα καθημερινά γιά λέξεις καί ξεκίνησα τήν ἐκμάθησι τῆς γλώσσας, χωρίς οὐσιαστικά μέθοδο, βιβλία καί δάσκαλο.
Τότε μοῦ ἔκανε ἐντύπωσι ὁ διάκο-Λάζαρος. Δέν εἶχε κάτι τό ἐξωτερικά ἐξαίσιο καί μεγαλοπρεπές. Ἕνας κοντός, ἁπλοϊκός καί γελαστός ἰθαγενής, πού ἔτρεχε ἀπό πίσω ἀπό τόν τότε ἱερομ. π. Μελέτιο. Ὁ τότε ἐπίσκοπος Κεντρώας Ἀφρικῆς κ. Τιμόθεος, εἶχε μετανοιώσει, ὅπως μᾶς ἔλεγε, πού τόν ἔκανε διάκονο. Γι᾿ αὐτό καί μᾶς ἔλεγε ὅτι τόν διάκο Λάζαρο δέν θά τόν κάνει παπᾶ, γιάτί γελάει σάν βλάκας!
Καί τί ἔκανε καθημερινά στήν Ἱεραποστολή ὁ διάκο-Λάζαρος τῆς ἡλικίας τότε τῶν 50 περίπου ἐτῶν; Τυφλή ὑπακοή καί μόνο, ἀκούραστος στήν ἁγία μοναχική ἀρετή τῆς ὑπακοῆς! Ἔκαμε ὅλες τίς ἐργασίες πού τοῦ ἀνέθετε ὁ π. Μελέτιος. Ἐσήκωνε τά ἄκρα του ζωστικοῦ του, ἔβαζε μπότες καί ἄρχισε νά σκουπίζει τήν ἐκκλησία καί μετά νά τήν σφουγγαρίζει μέ τό λάστιχο. Μετά ἄλλη ἐντολή νά βοηθήσει στήν παρασκευή φαγητοῦ τῶν παιδιῶν τοῦ οἰκοτροφείου. Ἄλλη ἐντολή νά φτιάξει τά πρόσφορα τῆς ἑβδομάδος. Μέσα στά ἄλευρα, στήν σκαφίδα, νά ζυμώνει ὁ ἴδιος νά ἱδρώνει καί νά σοῦ χαρίζει καί τό ταπεινό καί χαρούμενο χαμόγελό του! Ἄλλη ἐντολή νά ποτίσει τούς κήπους, νά πλύνει τούς βαπτιστικούς χιτῶνες, ὅταν εἶχαν προηγηθῆ βαπτίσεις. Να συμμετέχει στό πρόγραμμα ἀποστολῆς φαγητοῦ στούς φυλακισμένους καί στά νοσοκομεῖα τῆς πόλεως. Κι ἐκεῖ νά διαβάζει μία εὐαγγελική περικοπή, νά τήν ἀναλύει καί νά συμβουλεύει πάντα μέ τό χαμόγελο τῆς ἀγάπης καί τῆς ἀδελφικῆς στοργῆς. Καί δέν σταματᾶ ὁ κατάλογος τῶν καθημερινῶν του διακονημάτων, πού τά ἐπιτελοῦσε ὅλα μέ πρωτοφανῆ ὑπομονή , ἀγάπη καί ὑπακοή!
Μετά ἀπό χρόνια φάνηκε πλέον ἡ χρυσή ἀρετή τοῦ π. Λαζάρου. Κι ἀναγκάσθηκα ἀπό τόν ἐπίμονο λογισμό μου πέρυσι τό 2013 νά τόν καλέσω σέ διάλογο.
-Πάτερ Λάζαρε, τήν εὐχή σου. Θέλεις λίγο νά κουβεντιάσουμε, νά μοῦ εἰπῆς κάτι ἀπό τήν ζωή σου;
-Ναί, πάτερ, ὅ,τι θέλεις, ρώτησέ με. Εἶμαι ἀγράμματος. Ἀλλά ἄν ξέρω κάτι θά σοῦ εἰπῶ.
-Κατ᾿ ἀρχήν πές μου πού γεννήθηκες καί πῶς μεγάλωσες.
-Γεννήθηκα στό χωριό Σακανάμα τῆς ἐπαρχίας Σαντόα τό 1942. Οἱ γονεῖς μου ἦταν προτεστάντες, Μεθοδιστές στό θρήσκευμα. Εἴμασταν ἑπτά ἀδέλφια. Ἀπέθαναν τά πέντε καί ἔμεινα ἐγώ με μία ἀδελφή μου πού τώρα εἶναι παντρεμμένη στο Μουσονόϊ, γειτονικό χωριό τοῦ Κολουέζι. Σέ ἡλικία 12 ἐτῶν ἐπῆγα στήν πόλι Κάμινα. Ἡ μητέρα μου ἀπέθανε ἕνα χρόνο, ἀφοῦ μέ γέννησε, δηλ. τό 1943 σέ ἡλικία 21 ἐτῶν, ἐνῶ ὁ πατέρας μου πέθανε στό 1947 σέ ἡλικία 30 ἐτῶν. Ἔτσι μέ μεγάλωσε ἡ γιάγιά μου, μάννα τῆς μάννας μου. Ἀλλά μετά ἀπό ἕνα χρόνο, τό 1944, πέθανε καί ἡ γιάγιά μου. Ἔτσι, ἔμεινα μέ τήν μάννα τοῦ πατέρα μου, ἡ ὁποία μέ κτυποῦσε σκληρά καί μέ ὕβριζε. Κάθε ἡμέρα ἤμουν στενοχωρημένος ἀπό τά βάσανα πού μοῦ προκαλοῦσε. Μαζί της ἔμεινα 4 χρόνια καί μετά μέ πῆρε ὁ θεῖος μου, ἀδελφός τῆς μάννας μου. Αὐτός μέ ἐπῆγε στήν πόλι Καπάνγκα (700 χλμ. μακριά ἀπό τό Κολουέζι) μέ ἄφησε ἐκεῖ καί ἐκεῖνος ἐπῆγε στήν Κάμινα νά ἀσχοληθῆ μέ τό ἐμπόριο. Τότε ἀρώστησα ἀπό ἑλονοσία καί ἐπρόκειτο νά πεθάνω. Μέ ἄφησαν στόν τρίτο θεῖο μου, τόν πρόεδρο τοῦ χωριοῦ Μουσούμπα, πού ζοῦσε μέ δύο γυναῖκες. Αὐτές μέ ταλαιπωροῦσαν, διότι δέν μοῦ ἔδιναν φαγητό καί τό κρατοῦσαν μόνο γιά τά παιδιά τους. Κατόπιν μ᾿ ἔδιωξαν καί μέ ἔστειλαν σέ μία ἄλλη γιάγιά στήν πόλι Σαντόα. Ὁ θεῖος μου πού εἶχε πάει στήν Κάμινα γιά ἐμπόριο, ἦλθε στήν Σαντόα μέ ποδήλατο, ἀπόστασι 360 χλμ. νά μέ πάρη διότι ἐκινδύνευα νά πεθάνω ἀπό ἑλονοσία. Ἀλλά καί ὁ θεῖος μου εἶχε ἰσχυρούς πονοκεφάλους ἀπό τήν ἴδια ἀρρώστεια, ὅμως μέ τό ποδήλατο μέ ἔφερε πάλι στήν Κάμινα, ὅπου ἐφθάσαμε σέ δύο ἑβδομάδες.
Ἤθελε ὁ θεῖος μου ἐκεῖ νά μέ σπουδάσει, ἀλλά δέν εἶχε χρήματα. Κάποιος ἀπό τό Κασάζι μοῦ ἔδωσε ροῦχα καί μέ ἔστειλε στό σχολεῖο, ὅπου ἐπῆγα μέχρι τήν 5ην Δημοτικοῦ σέ σχολεῖο τῶν Μεθοδιστῶν. Τότε μέ πῆρε ἕνας βέλγος στό σπίτι του, ὀνόματι Βάντρι Λούϊς καί ἐδούλευα σάν οἰκιακός βοηθός του.
Κοντά του ἔμεινα περίπου 5 χρόνια. Εἶχε φάρμα μέ ἀγελάδες. Ἔκανα κι ἐκεῖ ὑπακοή σέ ὅ,τι μοῦ ἔλεγε. Κατόπιν ἐπῆγα στήν πόλι Καμίνα, πού ἀπέχει 20 χλμ. γιά σπουδές. Ἔμενα σέ ἕναν ἄλλο βέλγο, ὅπου ἐδούλευσα στόν φοῦρνο του τρία χρόνια. Κουραζόμουν πάρα πολύ. Μετά τό ψήσιμο τοῦ ψωμιοῦ τό ἔπαιρνα καί ἔβγαινα στήν πόλι Καμίνα νά τό πουλήσω. Ἦταν τότε τό 1960. Μετά μέ ἐπῆραν γιά στρατιώτη, ὅπου ἔμεινα μόνο ἕνα μῆνα. Ὁ θεῖος μου, πού ἦταν πρόεδρος τοῦ χωριοῦ, ἐπλήρωσε λίγα χρήματα καί ἔφυγα ἀπό τόν στρατό.
Στο διάστημα αὐτό πού ἤμουν στην πόλι Κάμινα, το 1962, κάποια ἡμέρα ἀρώστησα καί σε λίγες ἡμέρες ἀπέθανα. Δεν ἤξερα ἀκόμη τίποτε γιά τον Χριστό. Ἤμουν εἰδωλολάτρης ἤ μᾶλλον ἀδιάφορος γιά κάθε θρησκευτική πεποίθησι. Ἐνῶ εἶχα πεθάνει, ἦλθε κοντά μου ἕνας εὐρωπαῖος παπᾶς με μαῦρα ράσα καί μέ ἐρώτησε:
-Ποιος εἶσαι ἐσύ;
-Λέγομαι Ὄσκαρ, τοῦ εἶπα. Ἄν μνπορεῖς πάρε κοντά σου, γιάτί ὑποφέρω.
-Να ἰδοῦμε το ὄνομά σου, ἄν εἶναι στον πίνακα, μοῦ εἶπε. Κατόπιν ἐδιάβασε πολλά ὀνόματα καί στάθηκε στο δικό μου ὄνομα καί κατόπιν μοῦ εἶπε:
-Δεν ἦλθε ὁ καίρός σου να φύγης τώρα. Πρέπει να γυρίσεις πίσω.
Καί ἐκεῖνο το βράδυ, στις πέντε παρά τέταρτο, ἀναστήθηκα. Ἐπανῆλθε ἡ ψυχή μου στό σῶμα μου.
Ἰδιαίτερη ἐντύπωσι μοῦ ἔκανε ὅτι αὐτός ὁ Ἅγιος πού με ἐπισκέφθηκε, εἶδα να διαβάζει ὀνόματα ἀπό ὅλο τον κόσμο, πού ἦταν γραμμένα σε μία κατάστασι. Δηλαδή καί λευκοί καί μαῦροι καί κίτρινοι καί κόκκινοι εἴμεθα ὅλοι γραμμένοι σε ἕνα πίνακα!
Ὅταν αὐτός ὁ Ἅγιος μοῦ εἶπε ὅτι πρέπει να γυρίσεις πίσω, καθώς ἔφευγε μοῦ ἔλεγε δυνατά καί διαπεραστικά: «Γύρισε πίσω να κάνης ἔργο ἀποστολικοοοοοό».
Τό 1963 ὁ Τσιόμπε ἐδημιούργησε δική του κυβέρνησι στήν ἐπαρχία Κατάγκας. Ἐπῆγε καί στήν Ρωσσία νά συνεργασθῆ μαζί τους. Οἱ Ἀμερικάνοι σέ συνεργασία μέ τούς Βέλγους, φοβούμενοι ὅτι θά ἀποκόψη τήν Κατάγκα ὁ Τσιόμπε ἀπό τό ὑπόλοιπο Κογκό, τόν δηλητηρίασαν. Τότε ἔγινε πόλεμος κι ἐγώ ἐπῆγα στήν Σαντόα μέ τά πόδια. Τό 1964 ἦλθα στό Κολουέζι καί ἐδούλεψα σάν μάγειρας στό σπίτι κάποιου βέλγου ἐπί 4 χρόνια.
Ἀπό τό 1968 ἕως τό 1983, δηλαδή ἐπί 15 χρόνια ἔφτιαχνα μόνος μου ψωμιά καί γλυκά καί τά πωλοῦσα κι ἔτσι εἶχα τά ἀναγκαῖα γιά τήν ζωή μου. Τό 1983 παντρεύθηκα. Τό πρῶτο παιδί μας ἀπέθανε σέ ἡλικία 3 ἐτῶν. Στήν συνέχεια ἀπέθαναν κι ἄλλα παιδιά μας. Ἀπό τά 10 πού ἀποκτήσαμε μέ τήν σύζυγό μου, μᾶς ἀπέθαναν 7 καί ἔμεινα μέ τρία, τήν Ἀθηνᾶ, τήν Εὐθυμία καί τόν Νικόλαο. Ἡ γυναῖκα μου ἀπό πλευρᾶς θρησκείας ἀκολουθοῦσε μιά ντόπια προτεστάντικη κοινότητα, ὀνόματι Μαλέμπα. Τῆς ὑποσχέθηκα ὅτι θά πηγαίνω κι ἐγώ. Τελικά δέν ἐπῆγα. Εἶδα ὄνειρο. Μοῦ εἶπε κάποιος, πού ἦταν σάν ἄγγελος: «Μή πηγαίνεις ἐκεῖ, Ὄσκαρ». Αὐτό ἦταν τό πρῶτο ὄνομά μου. Εἶπα στήν γυναῖκα μου ὅτι δέν ἔρχομαι κι ἐκείνη μοῦ εἶπε: «Ἔχεις δαιμόνιο, γι᾿ αὐτό δέν ἔρχεσαι στήν ἐκκλησία μου». Τῆς εἶπα ὅτι ὁ Θεός μοῦ ἀπαγορεύει. Περιμένω νά μοῦ εἰπῆ ὁ Θεός ποιά ἐκκλησία νά ἀκολουθήσω.
Μετά ἀπό τρεῖς μῆνες, τό 1980, ἐπῆγα στήν ἐκκλησία τῶν Μεθοδιστῶν. Ἀκολούθησα τά μαθήματά τους καί σέ ἕξι μῆνες μᾶς ἐκάλεσε ὁ πάστορας νά πᾶμε γιά βάπτιση στό ποτάμι. Ἡ ψυχή μοῦ ἀντιδροῦσε καί δέν ἐπῆγα. Ὁ ὑπεύθυνος τῆς κοινότητος μέ ἔδιωξε ἀπό τήν «ἐκκλησία»του, ὁπότε ἐπῆγα στήν «ἐκκλησία» τῶν Πεντηκοστιανῶν. Καί ἐκεῖ ἄκουσα τά μαθήματά τους. Καί ἐδῶ οἱ προετοιμασίες γιά τίς βαπτίσεις τους, ἀλλά καί πάλι μία φωνή μέσα μου δέν μέ ἄφηνε νά τούς ἀκολουθήσω.
Τήν ἑπομένη, πρίν μέ διώξουν κι ἀπό ἐκεῖ, εἶχα πάει στήν ἐκκλησία τους. Ἤμουν ἕτοιμος νά μπῶ μέσα, ὄντας στό κατώφλιο τῆς πόρτας εἰσόδου, καί αἰσθάνομαι κάποιο χέρι νά μέ πιάνει ἀπό τό σβέρκο. Ἤθελα νά τόν ἰδῶ ποιός εἶναι καί γιάτί μοῦ ἀπαγορεύει νά μπῶ στήν «ἐκκλησία» μου. Ἀλλά δέν μποροῦσα νά στρίψω πίσω τό κεφάλι μου καί νά κυττάξω. Ἀκούω, λοιπόν, μόνο τήν φωνή του:
-Ὄσκαρ, ὁ Θεός σ᾿ ἀγαπᾶ καί θέλει νά σέ σώσει, ἀλλά ἡ ἐκκλησία αὐτή πού πηγαίνεις δέν εἶναι ἡ ἀληθινή.
-Ποιός εἶσαι ἐσύ, κύριε, πού μοῦ ἀπαγορεύεις νά μπῶ στήν «ἐκκλησία» μου;
-Ὁ ἀληθινός Θεός μ᾿ ἔστειλε, καί θά κάνεις ὅ,τι θά σοῦ εἰπῶ γιά νά βρῆς τήν σωτηρία σου.
Ἡ ἀληθινή Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι μόνο ἡ Ὀρθόδοξη. Σ᾿ αὐτήν θά πᾶς, νά κατηχηθῆς καί νά βαπτισθῆς γιά νά σωθῆς.
-Καί ἐδῶ στό Κολουέζι ὑπάρχει; Ποῦ θά πάω νά τήν βρῶ.
-Φῦγε ἀπ᾿ ἐδῶ καί βάδισε αὐτό τόν δρόμο. Κοντά σέ μιά πλατεῖα, πλησίον τοῦ ταχυδρομείου εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
Ἔφυγε ὁ Ὄσκαρ χαρούμενος καί προβληματισμένος μ᾿ αὐτά πού ἄκουσε ἀπό τόν ἄγνωστο ἐπισκέπτη. Βαδίζοντας συνάντησε μπροστά του δεξιά μία ἐκκλησία. Χωρίς νά σκεφθῆ πλησίασε στήν πόρτα γιά νά μπῆ μέσα. Ἀλλά καί πάλι ὁ ἄγνωστος καί δυναμικός ἐκεῖνος ἄνδρας, ἐμφανίσθηκε καί πάλι. Τόν ἔπιασε ἀπό τόν σβέρκο καί τόν ἀκινητοποίησε.
-Ποῦ σοῦ εἶπα νά πᾶς;
-Στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, Κύριε.
-Αὐτή λέγεται ἐκκλησία τοῦ πάπα. Δέν εἶναι αὐτή ἡ ἀληθινή ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ἔβγα ἔξω καί συνέχισε τόν δρόμο εὐθεῖα. Σέ 700 μέτρα θά βρῆς μία πλατεῖα. Ἐκεῖ εἶναι ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, τοῦ Ἁγίου Γεωργίου.
Πράγματι βγῆκε ὁ Ὄσκαρ, εἶχε μαζί του κι ἕνα φίλο του, προτεστάντη, τόν Συμεών, καί μαζί περπατοῦσαν γρήγορα. Σχεδόν ἀπό τήν χαρά τους πετοῦσαν. Ἔφθασαν στήν Ἐκκλησία. Ὁ π. Λάζαρος μοῦ διηγήθηκε ὡς ἑξῆς τήν πρώτη αὐτή ἐπίσκεψη: «Ὅταν ἔφθασα στήν πόρτα, πού ἐκείνη τήν στιγμή ἦταν ἀνοικτή, γονάτισα κάτω καί εἶπα: «Θεέ μου, βοήθησέ με. Ἦλθα ἐδῶ γιάτί Ἐσύ μέ ἔφερες. Μετά μπῆκα μέσα, ἡ καρδιά μου σάν νά χόρευε ἀπό χαρά. Αἰσθανόμουν ὅτι δέν πατοῦσα στήν γῆ. Εἶπα στόν φίλο μου ὅτι ἔχω μέσα μου μεγάλη χαρά. Ἐκύτταζα τίς εἰκόνες τῶν Ἁγίων. Μέ ἐκύτταζαν καί οἱ Ἅγιοι σάν νά μοῦ χαμογελοῦσαν. Ἐκείνη τήν στιγμή ἔκαναν τήν ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ». Μετά βγῆκα ἔξω καί κουβέντιαζα μέ τόν φίλο μου. Ἐκεῖνος μοῦ εἶπε:
-Ὁ Θεός σέ ἀγαπᾶ καί σ᾿ἔφερε ἐδῶ. Αὐτός ὁ ἄγνωστος ἄνδρας σέ ἔδιωξε ἀπό τούς προτεστάντες μετά σ᾿ ἔδιωξε κι ἀπό τήν καθολική «ἐκκλησία», καί ὁ Θεός σέ ἔφερε ἐδῶ. Ὁπότε αὐτή εἶναι ἡ ἀληθινή Ἐκκλησία.
-Ἔχω πολλή χαρά στήν καρδιά μου, Συμεών, σάν νά γεννήθηκα δεύτερη φορά.
Μετά ἐπῆγα στό σπίτι μου καί συνωμίλησα μέ τήν γυναῖκα μου. Τῆς εἶπα ἐπιτακτικά: «Νά ἔλθης στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία». Τελικά ἐκείνη, ἀφοῦ ἄκουσε ὅλη τήν διήγησι, δέχθηκε καί ἦλθε.
Κάθε Τετάρτη παρακολουθήσαμε κατηχητικά μαθήματα μέ δάσκαλο τόν π. Κοσμᾶ ἐπί τρία χρόνια. Τότε εἴμασταν 20 κατηχούμενοι. Τήν 1ην Ἰουνίου 1983 βαπτίσθηκα μέ τήν γυναῖκα μου καί τά τρία παιδιά μας. Συνολικά ἐκείνη τήν ἡμέρα βαπτίσθηκαν 350 ἄτομα, διότι εἶχαν ἔλθει ἀπό πολλές γειτονικές ἐνορίες τοῦ Κολουέζι.
Στήν κατάστασι εἶχαν γράψει τελευταῖο τό ὄνομά μου. Τότε εἶπε ὁ π. Κοσμᾶς στόν γραμματέα Ναουέζι, νά μέ γράψη πρῶτον στήν σειρά.
-Πάτερ Λάζαρε, τί αἰσθάνθηκες τήν ἡμέρα τῆς βαπτίσεώς σου;
Ὅταν βγῆκα ἀπό τό βαπτιστήριο εἶδα μέ τά μάτια μου ἕνα περιστέρι νά πετᾶ πάνω ἀπό τά κεφάλια τῶν νεοφωτίστων ἀδελφῶν. Τό εἶδαν καί ἄλλοι ἀδελφοί.
Τό εἶπα στόν π. Κοσμᾶ κι ἐκεῖνος μοῦ εἶπε:
-Ἐσύ εἶσαι ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ.
-Ὁ Θεός μ᾿ ἔστειλε ἐδῶ. Ἐγώ δέν ξέρω τίποτε. Αὐτά τοῦ εἶπα.
Ὁ π. Κοσμᾶς μᾶς ἐξήγησε ὅτι τό περιστέρι συμβολίζει τό Ἅγιο Πνεῦμα, ὅπως συνέβη, ὅταν κατῆλθε, στήν Βάπτισι τοῦ Χριστοῦ στόν Ἰορδάνη ποταμό.
Μετά τήν βάπτισή μου μέ κράτησε ὁ π. Κοσμᾶς κοντά του καί μοῦ ἀνέθεσε νά μαγειρεύω τό φαγητό τῶν παιδιῶν τοῦ οἰκοτροφείου. Τότε εἴχαμε οἰκότροφα 70 παιδιά, στά ὁποῖα ἡ Ἱεραποστολή παρεῖχε τροφή, στέγη, δίδακτρα γιά τά σχολεῖα τους καί ρουχισμό.
-Καί πῶς ἔγινες διάκονος;
-Ὁ π. Κοσμᾶς τό 1985 μέ κάλεσε νά γίνω διάκονος. Ἐγώ ἀρνήθηκα λέγοντάς του, ὅτι εἶμαι ἀνάξιος καί ἁμαρτωλός. Ἐκεῖνος μοῦ εἶπε ἐπίμονα:
-Ἔχω ἐντολή ἀπό τόν Χριστό νά σέ κάνω κληρικό. Πρέπει νά δεχθῆς. Αὐτό εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ γιά σένα.
Μέ πρότεινε στόν Δεσπότη μας, τόν Σεβ. κ. Τιμόθεο, γιά ν᾿ ἀναλάβω αὐτή τήν ὑψηλή διακονία. Θυμᾶμαι τό ἑξῆς περιστατικό. Ὅταν ἔσκυψα τό κεφάλι μου μπροστά στό Ἅγιο Θυσιαστήριο καί ὁ Δεσπότης ἔβαλε τό χέρι του ἐπάνω μου κι ἄρχισε νά διαβάζει τήν εὐχή, ἄναψε μέσα στήν καρδιά μου μιά φλόγα σάν τοῦ κεριοῦ. Εἶχα τότε πολλή χαρά καί παρακαλοῦσα τόν Χριστό νά μή σβήσει αὐτή ἡ φλόγα ἀπό μέσα μου. Σέ λίγο καίρό λιγόστεψε. Παρακάλεσα τόν Χριστό νά μή μοῦ σβήσει τελείως. Μιά φωνή μέσα μου μέ παρηγόρησε λέγοντάς μου ὅτι θά μένει πάντοτε μία μικρή σπίθα. Αὐτή τήν σπίθα τήν αἰσθάνομαι ἄλλοτε νά μεγαλώνει μέσα μου κι ἄλλοτε νά μικραίνει.
Εἴπαμε ὅτι ὁ μακαριστός ἐπίσκοπος Τιμόθεος δέν ἤθελε νά τόν χειροτονήσει ἱερέα. Ὁ διάκο-Λάζαρος συνέχιζε ὅλες τίς καθημερινές του διακονίες, χωρίς τήν παρά μικρή ἀντιλογία. Πλησίαζε τά 55, ἀλλά οὔτε ὁ ἴδιος εἶχε ποτέ λογισμό νά γίνη καί παπᾶς. Ἄλλωστε τό εἶχε πῆ τόσες φορές στόν π. Κοσμᾶ ὅτι εἶναι ἀνάξιος νά γίνη κληρικός. Κι αὐτό τό ἔλεγε ἀπό τήν βαθειά του ταπείνωσι. Τελικά κάτω ἀπό τίς πιέσεις τοῦ διαδόχου του, τοῦ π. Μελετίου, συγκατένευσε ὁ ἅγιος Κεντρώας καί τό 2002 τόν χειροτόνησε ἱερέα. Τοῦ ἔδωσε ἐντολή νά λειτουργεῖ σέ μία γειτονική ἐνορία τοῦ χωριοῦ Σιέφ Καζέμπε, πού ἀπεῖχε 20 χλμ. ἀπό τό Κολουέζι. Ἄλλοτε μέ τά πόδια καί ἄλλοτε μέ τό ποδήλατο διήνυε αὐτή τήν διαδρομή κάθε Σάββατο μεσημέρι γιά νά φθάση στήν ἐνορία του, νά λειτουργήση καί νά διδάξη τό μικρό του ποίμνιο.
Μετά ἀπό τόσους πνευματικούς ἀγῶνες ὁ Θεός τόν ἐχαρίτωσε καί τοῦ ἔδωσε ἁπλόχερα τήν Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γι᾿ αὐτό ὅποιος τόν συναντᾶ ἀμέσως ἐντυπωσιάζεται διότι ἀντικρύζει ἕναν διαφορετικό κογκολλέζο, πού σέ μαγνητίζει μέ τήν γλυκύτητα τοῦ ἠλιοκαμμένου προσώπου του. Ἡ ἁπλότητά του εἶναι παροιμιώδης. Ἡ βαθειά του ταπείνωσις καί ἡ πίστις ἀνοίγουν τόν θόλο τοῦ οὐρανοῦ καί φθάνουν στόν θρόνο τοῦ Θεοῦ ὅλα τά μηνύματά του καί οἱ θερμές προσευχές του. Τόν ἀγαπᾶ λοιπόν ὁ Θεός καί τόν ἀκούει, διότι καί ὁ παπᾶ Λάζαρος Τόν ἀγαπᾶ καί τόν ὑπηρετεῖ μέ ἄκρα αὐταπάρνησι καί αὐτοθυσία. Ὁμοιάζει στήν ἀρετή, στήν ὑπομονή, στήν ἀγάπη γιά τόν Οἶκο τοῦ Θεοῦ μέ τόν Ἅγιο τῆς Ἀθήνας τόν παπᾶ Νικόλαο Πλανᾶ. Εἶναι ἕνας ἀγαθός λευΐτης τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.
Συχνά ὁ Προϊστάμενός του τόν ἔστελλε καί σέ ἄλλες ἐνορίες καί μάλιστα σέ μακρινές, χωρίς ποτέ ὁ π. Λάζαρος τήν παραμικρή ἀντίρρησι. Ἐπίστευε ὅτι εἶναι στρατιώτης τοῦ Χριστοῦ καί ἦταν ἀποφασισμένος καί νά πεθάνη ἀκόμη γιά τό ἔργο Του.
Τόν Δεκέμβριο τοῦ 2005 ἔφυγε ὁ παπᾶ Λάζαρος μ᾿ ἐντολή τοῦ Προϊσταμένου του νά κάνει τίς γιορτές τοῦ Δωδεκαημέρου στήν ἐνορία τοῦ Ἁγίου Σάββα τοῦ χωριοῦ Μουτσάτσα, μακριά 200 χιλιόμετρα.
Ὅταν ἔφθασε λοιπόν ὁ π. Λάζαρος στήν Μουτσάτσα καί περπατοῦσε γιά τήν ἐκκλησία-λασποκαλύβα, τόν σταμάτησε μία ἄγνωστη γυναῖκα πού κρατοῦσε στό χέρι της κι ἕνα παιδάκι περίπου 6 ἐτῶν, τό ὁποῖον περπατοῦσε μέ τά τέσσερα. Τοῦ λέγει:
-Πάτερ, θέλω νά μοῦ κάνεις τό παιδί μου καλά.
-Δέν σέ ξέρω κυρία μου, τῆς εἶπε ὁ π. Λάζαρος. Δέν εἶσαι ἀπό τήν δική μας Ἐκκλησία.
-Ναί, δέν εἶμαι ἀπό τήν Ἐκκλησία σου, ἀλλά ἐσύ εἶσαι ὑπηρέτης τοῦ Θεοῦ καί θέλω νά Τόν παρακαλέσεις γιά τήν θεραπεία τοῦ παιδιοῦ μου.
Ὁ π. Λάζαρος, μετά ἀπό πολλές πιέσεις τῆς γυναίκας κι ἐπειδή δέν γνωρίζει νά λέγει ποτέ ὄχι σέ ὅποιον ἄνθρωπο θά ζητήσει τήν βοήθειά του, σταμάτησε μπροστά της. Ἄνοιξε τήν βαλίτσα του κι ἔβγαλε τό ἐπιτραχήλιό του καί τό Εὐχολόγιο.
Ἄρχισε νά διαβάζη τούς ἐξορκισμούς τοῦ ἁγίου Βασιλείου καί τοῦ Ἱεροῦ Χρυσοστόμου. Μέσα του ἄναψε ὁ πόθος τῆς ἀγάπης του γιά τό δοκιμαζόμενο ἐκεῖνο πλάσμα τοῦ Θεοῦ, τό παράλυτο παιδάκι πού τόν κύτταζε κατάματα καθισμένο μέσα στά χώματα τοῦ δρόμου.
Οἱ προσευχές προχωροῦν, ἡ καρδιά του θερμαίνεται καί ξαφνικά σταματᾶ τό διάβασμα καί λέγει μέ θεία προσταγή στό παιδί:
-Στό Ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐγώ ὁ ἀνάξιος καί ἁμαρτωλός δοῦλος τοῦ Θεοῦ Λάζαρος ἱερεύς, σέ διατάζω νά σηκωθῆς καί νά περπατήσεις.
Ἐδῶ πλέον δέν ἠμπορεῖ ἀνθρώπινη γλῶσσα νά περιγράψη τό μεγαλεῖο τῆς Πίστεώς μας καί τήν ἀγάπη τοῦ Δημιουργοῦ καί Πλάστου μας.
Τό παιδάκι ἄρχισε νά στηρίζεται στά πόδια του καί νά σηκώνεται ὄρθιο. Τό θαῦμα ἦτο μία πραγματικότης.
Τό παιδί σήμερα χαίρει ἄκρας ὑγείας, πηγαίνει στό σχολεῖο καί ἀκολουθεῖ μέ τήν μητέρα του τίς κατηχήσεις τῆς Ἐκκλησίας μας.
Στό μεγαλοχῶρι Μουτσάτσα ἔχει παντοῦ διαδοθῆ ἡ θαυμαστή αὐτή εἴδησις τῆς θεραπείας τοῦ παιδιοῦ. Ἐπιδιώκουν νά τό ἰδοῦν οἱ ἄνθρωποι καί τρέχουν νά τό ἐρωτοῦν νά τούς εἰπεῖ τό ἴδιο πῶς ὁ ὀρθόδοξος Παππούλης τό σήκωσε ἀπό τό χῶμα.
-Πάτερ Λάζαρε, θυμᾶσαι κάποια ἄλλη ἱστορία ἀπό τήν ζωή σου νά μοῦ διηγηθῆς;
-Κάποτε μέ ἔστειλε ὁ θεοφιλέστατος κ. Μελέτιος σέ μία ἐνορία νά λειτουργήσω. Ἐκεῖ ἡ ἐκκλησία ἦταν ἀκόμη χορτοκαλύβα. Πρώτη μου δουλειά, τό ἀπόγευμα πού ἔφθασα ἐκεῖ, ἦταν νά βάλω ἕνα σεντόνι, πάνω ἀπό τό τραπέζι πού θά χρησιμεύσει γιά Ἁγία Τράπεζα, γιά νά μή πέφτουν χόρτα ἤ ζωΰφια ἐπάνω στό τραπέζι. Μετά νά τοποθετήσω στό τέμπλο, πού ἦταν 4-5 πάσαλλοι, χάρτινες εἰκόνες, νά στρώσω μέ καλύμματα πού ἔφερα μαζί μου στά δυό τραπέζια (Προσκομιδῆς καί Ἁγίας Τραπέζης) καί μετά νά κάνω τόν Ἑσπερινό.
Κατά τό δικό τους τυπικό, μετά τόν Ἑσπερινό, οἱ Χριστανοί, ἀλλά καί πολλοί κάτοικοι τοῦ χωριοῦ κι ἀπό ἄλλες ἐκκλησίες μαζεύονται ἔξω ἀπό τήν ἐκκλησία, ἀνάβουν φωτιά, κάθονται τριγύρω κι ἀκοῦν τά μαθήματα τοῦ ἱεραποστόλου. Ἐπιστρέφουν ἀργά στά σπίτια τους γιά ξεκούρασι. Τό πρωΐ στίς 7 εἶναι ὅλοι σχεδόν στήν ἐκκλησία.
Ὁ π. Λαζαρος συνέχισε νά διηγῆται:
-Ἑτοιμάσθηκα τό πρωΐ νά λειτουργήσω. Μπήκαμε κανονικά στήν θεία Λειτουργία. Ἄρχισε ἔξω μία δυνατή νεροποντή. Τά ντουβάρια τῆς ἐκκλησίας-χορτοκαλύβας, κτισμένα ἀπό ἄψητους πλίνθους, ἤδη εἶχαν διαποτισθῆ ἀπό τήν βροχή. Καί τό κακό δέν ἄργησε νά γίνη. Τό ἀνατολικό ντουβάρι σωριάσθηκε κάτω κι ἔπεσαν πολλοί πλίνθοι ἐπάνω στήν «Ἅγιά Τράπεζα», τήν στιγμή πού εἶχε ἐπιτελεσθῆ ἡ Θεία Ἀναφορά. Καί, ἀλλοίμονο, ἔπεσε κάτω τό Ἅγιο Ποτήριο μέ τήν Θεία Κοινωνία!
Ὁ π. Λάζαρος ἐξεπλάγη ἀπό τό κακό πού τόν βρῆκε. Ἄρχισε νά κλαίει. Σίγουρα, σκέφθηκε, αὐτό ἦταν ἔργο τοῦ σατανᾶ. Καί τώρα τί θά κάνη, πού τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ εἶχε διαποτίσει τούς ἤδη βρεγμένους πλίνθους, πού εἶχαν διαλυθῆ;
Σκέφθηκε λίγο καί πῆρε τήν ἀμετάκλητη ἀπόφασι. Ἔφαγε μέ τίς χοῦφτες του περί τά δύο κιλά λασπωμένο χῶμα! Ὅπως ὁ ἴδιος μοῦ εἶπε.
Δέν ἔπαθε φυσικά τίποτε, ἀφοῦ ἀνάμεσα στά λασπωμένα χώματα εἶχαν εἰσχωρήσει οἱ σάρκες τοῦ Ζωοδότου τῶν ψυχῶν μας Ἰησοῦ Χριστοῦ!
Μία ἄλλη φορά προσκλήθηκε νά λειτουργήση στήν ἐκκλησία τοῦ ἁγίου Δημητρίου, τοῦ χωριοῦ Τσιαμουτέντε, πού ἀπέχει 17 χλμ. ἀπό τό Κολουέζι.
Στήν ὥρα τῆς Θείας Κοινωνίας πολλοί χριστιανοί, κυρίως τά μικρά παιδιά παρατάχθηκαν νά κοινωνήσουν. Ἕνας ἔφηβος, μετά τήν Θεία Κοινωνία, ἐπειδή ἦταν ἄρρωστος, στό μέσον τοῦ ναοῦ ἔκαμε ἐμετό! Εἶδε τό φοβερό αὐτό γεγονός ὁ π. Λάζαρος καί ἄρχισε νά κλαίει. Ἄφησε τό Ἅγιο Ποτήριο στήν Ἁγία Τράπεζα. Ἔδωσε ἐντολή κανείς ἐκεῖ νά μή πλησιάσει. Ἀφοῦ τελείωσε τήν Λειτουργία καί κατέλυσε τήν Θεία Κοινωνία, ἔτρεξε καί μέ τήν γλῶσσα του ἔγλυψε καί καθάρισε τό δάπεδο τῆς ἐκκλησίας! Ἐνῶ οἱ χριστιανοί του τόν κυττοῦσαν ἐκστατικοί!
Ἐκεῖ, λόγῳ φτώχειας καί κακῆς συνήθειας ἡ κλοπή εἶναι παντοῦ φοβερά διαδεδομένη. Φοβᾶται ὁ γείτονας τόν διπλανό του κι ὁ προϊστάμενος τόν ὑπάλληλό του. Ἔτσι καί ὁ π. Λάζαρος, σκέφθηκε νά κρατάει γιά ὕπνο καί ξεκούρασι τά 12 κατσίκια του μέσα στό σπιτάκι του, πού ἔχει χωμάτινο δάπεδο καί 2-3 κρεββάτια. Μοῦ εἶπε ὅτι τά διατρέφει σέ γειτονικά χωράφια ὄχι γιά νά τά σφάζει, ἀλλά κατά καίρούς νά τά πουλάει καί μέ τά χρήματα αὐτά νά πληρώνει τά δίδακτρα γιά τά ἐγγόνια του.
Ἕνα πρωϊνό ἐπῆγε στό γειτονικό μοναστήρι τοῦ ἁγίου Νεκταρίου νά λειτουργήση, ἐνῶ ἡ γυναῖκα του εἶχε φύγει ἀπό τίς 5 τό πρωΐ στό χωράφι, μακριά 15 χλμ.νά σκάψει. Κλέπτες, προφανῶς γείτονες ἔκλεψαν τά κατσίκια, ἀφοῦ δέν ὑπῆρχε κανείς στό σπίτι. Ἐπέστρεψε ἀπό τήν λειτουργία ὁ π. Λάζαρος. Δέν βρῆκε τά κατσίκια του. Γονάτισε σέ ἱκεσία καί προσευχή. Τό ἀπόγευμα ἐπῆγε νά κάνη τόν ἑσπερινό. Ἐπέστρεψε σπίτι του καί ἐξεπλάγη. Ὅλα τά κατσίκια του ἦταν μέσα στό σπίτι. Δέν ἔμαθε ποιός τά ἐπῆρε καί ποιός τά ἔφερε. Φαίνεται ὅτι ὁ Ἅγιος Νεκτάριος, Προστάτης τῆς Μονῆς, ἀποδείχθηκε καί προστάτης καί τῆς περιουσίας τοῦ π. Λαζάρου!
Ἡ παπαδιά του, Μαρία τό ὄνομα ἔπασχε ἀπό χρόνια ὑψηλή πίεσι. Μέ τά 100 δολλάρια μισθό τοῦ π. Λαζάρου, θά ἔπρεπε κάθε ἡμέρα νά ἀγοράζουν καί τά φάρμακα τῆς κ. Μαρίας. Ἕνα ἀπόγευμα ἡ πίεσις εἶχε φθάσει στό 24. Ὁ π. Λάζαρος, δοσμένος ἀκλόνητα στόν Θεό, ἐπῆρε τήν παπαδιά του καί ἐπῆγαν στήν μονή τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου. Γονάτισαν μπροστά στήν εἰκόνα του. Μέ δάκρυα καί προσευχές τόν παρακαλοῦσαν γιά τήν θεραπεία της ἀπό τό βράδυ ἐκεῖ μέχρι τό πρωΐ. Καί ὁ Ἅγιος ἔκαμε τό θαῦμα του. Τό πρωΐ ἡ παπαδιά τελείως ὑγιής ἐπῆγε στό σπίτι της, ἐπῆρε τήν τσάπα της κι ἐπῆγε στό χωράφι. Αὐτή ὅμως ἡ ἀρρώστεια κάποια ἡμέρα μέ θέλημα Θεοῦ ὡδήγησε τήν παπαδιά στήν αἰώνια ἀνάπαυσι. Ὁ π. Λάζαρος συνεχίζει τούς ἀγῶνες του, ἀπό τό 2007 μόνος του, χωρίς ποτέ νά διαμαρτύρεται σέ κάτι ἀπέναντι στόν Θεό. Τά παιδιά του, τά ἐγγόνια του, τοῦ ζητοῦν χρήματα γιά τά σχολεῖα τους, ροῦχα, τρόφιμα κλπ. Κι ἐκεῖνος τούς λέγει: «Θά ζήσουμε μ᾿ αὐτά τά χρήματα πού μᾶς δίνει κάθε μῆνα ὁ Θεός».
-Πάτερ Λάζαρε, πές μου κάτι ἄλλο νεώτερο πού σοῦ συνέβη.
-Πάτερ μου, τό νά εἰπῶ; Κάνω κάθε ἡμέρα πολλή προσευχή γιά τούς πεθαμένους. Ἔρχονται πολύ συχνά στόν ὕπνο μου οἱ ἱερεῖς μας πού ἔχουν ἀπέλθει ἀπ᾿ αὐτόν τό κόσμο, ὁ π. Γεράσιμος, ὁ π.Φώτιος, ὁ π. Νεκτάριος, ὁ διάκο Ζηνόβιος πού τόν ἐτεμάχισαν οἱ μάγοι, ὁ διάκο Δανιήλ καί πολλοί ἀποθαμένοι χριστιανοί μας καί μοῦ ζητοῦν βοήθεια. Μία νύκτα ἦλθαν στόν ὕπνο μου, ὅλοι μαζί οἱ ἀποθαμένοι ἱερεῖς μας καί μοῦ ζητοῦσαν φαγητό. Τούς λέγω ὅτι μόνο τσάι ἔχω καί τίποτε ἄλλο. «Ὄχι τσάϊ, προσευχή κάνε μας. Ἔχουμε πολλή ἀνάγκη». Μοῦ ἔλεγαν.
Πάτερ Λάζαρε, πές μου κάτι γιά τον Γέροντά σου, τον μακαριστό παπᾶ Κοσμᾶ.
-Εἶναι αὐτός πού μέ παρέλαβε, ὅταν ὁ Ἅγιος τοῦ Θεοῦ με ἔστειλε στην Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία γιά να σώσω την ψυχή μου. Ἦταν ἄνθρωπος τῆς θυσίας καί τῆς ἀγάπης. Δεν ἐδειλίαζε μπροστά σε κάθε δυσκολία καί περιπέτεια πού θα συναντοῦσε. Την ἡμέρα πού βαπτίσθηκα, ‘Θεοφάνεια τοῦ 1984, ἤμουν γραμμένος τελευταῖος στην σειρά. Ὅλοι οἱ κατηχούμενοι γιά βάπτιση εἴμασταν περίπου 350. Καί με ἐντολή τοῦ παπᾶ Κοσμᾶ μπῆκα πρῶτος στην κατάστασι γιά να βαπτισαθῶ. Κι αὐτό κατ᾿ ἐντολήν τοῦ π. Κοσμᾶ. Ἀλλά δεν ξέρω γιάτί με ἔβαλε πρῶτον στην σειρά.
Με ἐντολή πάλι τοῦ παπᾶ Κοσμᾶ ἔγινα ὑποδιάκονος ἐγώ ὁ ἀγράμματος καί σιχαμερός ἄνθρωπος. Ὁ π. Κοσμᾶς με κράτησε κοντά του καί με ἔβαλε μάγειρο στο οἰκοτροφεῖο ταῶν παιδιῶν. Τότε το οἰκοτροφεῖο εἶχε 55 ἀγόρια, στα ὁποῖα εἶχε ἐπιβληθῆ σιδηρᾶ πειθαρχία. Ἐπικεφαλῆς ὅλων ἦταν ὁ ἴδιος ὁ π. Κοσμᾶς, ὁ ὁποῖος τά ἐπισκεπτόταν πολύ συχνά. Κάθε Σάββατο βράδυ ἐρχόταν καί τούς ἔκανε σύναξι. Τούς ὡμιλοῦσε γιά το αὐριανό Εὐαγγέλιο καί τούς ἐξηγοῦσε καί την Ἀποστολική περικοπή. Γιά κάθε παράπτωμά τους, ἐδέχοντο καί μία μικρή τιμωρία. Οἱ τιμωρίες πού τούς ἐπέβαλε ἦταν: Να μη πάρουν πρωϊνό, οὔτε ψωμάκι, να στέκονται ὄρθια στην ἐκκλησία την ἑπομένη ἡμέρα, να μην ἔχουν ἔξοδο την ἑπομένη Κυριακή, να κοιμοῦνται στο πάτωμα μία ἤ δύο βραδυές κλπ.
Σαν ὑποδιάκονος ἐργάσθηκα δύο χρόνια. Κατόπιν χειροτονήθηκα διάκονος καί ἔμεινα ἔτσι περί τά 10 χρόνια.
Το 1995 ἦλθε στο Κολουέζι ὁ μακαριστός μητροπολίτης μας κυρός Τιμόθεος καί εἶπε στόν π. Μελέτιο ἱερομόναχο τότε: «Ἦλθα να χειροτονήσω την διάκο-Λάζαρο ἱερέα. Με ἔστειλε ὁ Θεός. Ἑτοίμασέ του την ἱερατική του στολή».
Ὁ π. Κοσμᾶς με ἀγαποῦσε πολύ. Μᾶς συμβούλευε σαν πατέρας καί σπανίως μᾶς ἐμάλλωνε. Ἔτρεχε μέρα νύκτα με ἕνα τζίπ αὐτοκίνητο γιά να προλάβη ὅλες τις δουλειές του. Δεν ἔλεγε ποτέ σε κανέναν ὅτι εἶναι κουρασμένος ἤ ἄρρωστος. Ἀγαποῦσε ὅλους τούς ἀνθρώπους καί ὅσο μποροῦσε τούς βοηθοῦσε. Ἀγάπησε την Χώρα μας καί τον λαό μας. Γι᾿ αὐτό καί στην κηδεία του συμμετεῖχαν ὄχι μόνο ὀρθόδοξοι χριστιανοί, ἀλλά καί οἱ Ἀρχές τοῦ Τόπου μας, τον ἐτίμησαν με την παρουσία τους καί τά ἐπαινετικά τους λόγιά.
Με μία λέξι ὁ Γέροντάς μου π. Κοσμᾶς ἦταν ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. Να ἔχουμε την εὐχή του. Πιστεύω ὅτι ἐκεῖ πού εἶναι στον Παράδεισο με τις τάξεις τῶν ἁγίων ἱεραποστόλων καί Ἀγγέλων προσεύχεται γιά ὅλους ἐμᾶς καί τον κογκολέζικο λαό μας, τον ὁποῖον ἀγάπησε ὑπερβολικά. Γι᾿ αὐτό καί μᾶς ἄφησε σαν μία αἰώνια παρηγοριά το ἀθλητικό του σῶμα, πού εἶναι θαμμένο μπροστά ἀπό την μητροπολιτική ἐκκλησία τοῦ ἁγίου Γεωργίου Κολουέζι τοῦ Κογκό.
Τήν ἡμέρα τῆς Ὑπαπαντῆς τοῦ 2014 λειτούργησε ὁ π. Λάζαρος μέ τούς ἄλλους δέκα περίπου ἱερεῖς καί 2-3 διακόνους τῆς ἐπισκοπικῆς ἐκκλησίας τοῦ Ἁγίου Γεωργίου στό Κολουέζι.
Μετά τό πέρας τῆς Λειτουργίας, ἦλθε στό κτίριο τῆς Ἱεραποστολῆς μας, νά πιῆ ἕνα τσάι συνήθως, διότι εἶναι καί πολύ φιλάσθενος. Συνωμίλησε μέ τόν Ἕλληνα ἁγιορείτη ἱεραπόστολο ἱερομ. π. Β. Κατόπιν μέ πλησίασε ὁ π. Β. Καί μοῦ εἶπε:
-Πάτερ, αὐτός ὁ παπᾶ Λάζαρος εἶναι ἅγιος.
-Τό ξέρω, ἀλλά ἐσύ πῶς τό κατάλαβες;
-Καθώς πρό ὀλίγου συνωμιλούσαμε ἔβγαινε ἀπό πάνω του μία ἔντονη εὐωδία. Πλησίασε τον καί θά ἰδῆς πῶς εὐωδιάζει ἀπό τήν Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού ἔχει στήν καρδιά του!
-Πάτερ Λάζαρε, πῶς περνᾶς τις ἡμέρες σου τώρα;
-Τώρα εἶμαι ἡλικίας 75 περίπου ἐτῶν. Με ἔχουν κυκλώσει καί διάφορες ἀσθένειες καί σωματική ἀδυναμία. Ἔχω μεγάλη χαρά, διότι ἔφυγαν τά χρόνια μου καί πλησιάζει ὁ καίρός να πάω στον Χριστό πού μέ ἀγάπησε, κι ἄς ἤμουν τότε εἰδωλολάτρης. Προσεύχομαι ἡμέρα καί νύκτα γιά γνωστούς καί ἀγνώστους γιά ζωντανούς καί πεθαμένους. Περιμένω με χαρά πότε θα ἔλθη ἡ Κυριακή ἡμέρα γιά να πάω στην ἐκκλησία καί να λειτουργήσω κι ἐγώ με τούς ἄλλους ἱερεῖς. Λόγῳ τώρα τῆς ἡλικίας μου δεν ἔχω δική μου ἐνορία.
Ἔχω μεγάλη χαρά, ὅταν λειτουργῶ. Καί μεγάλη στενοχώρια, ἐάν ὁ προϊστάμενος δεν μοῦ ἐπιτρέψει να λειτουργήσω. Μετά την Θεία Κοινωνία αἰσθάνομαι ὅτυι μπαίνει μέσα μου ὅλος ὁ Χριστός. Αἰσθάνομαι σαν να ἀνοίγεται μπροστά μου ὁ οὐρανός.
Κάποια φορά πρό ὀλίγων ἐτῶν ἀρώστησα. Με αὐτοκίνητο με ἔφεραν στο νοσοκομεῖο τῆς Ἱεραποστολῆς. Ἐνῶ ἤμουν στο κρεββάτι ἐκεῖ ξαπλωμένος, βλέπω σαν να ἀνοίγει ὁ οὐρανός καί ἄκουσα ψαλμωδίες να λέγουν Ἄγγελοι το Ἀλληλούϊα, πολλές φορές. Καί ξαφνικά βλέπω μπροστά μου την γυναῖκα μου Μαρία, ἡ ὁποία ἔχει πεθάνει ἀπό το 2007. Με ἐρώτησε:
-Ποῦ θέλεις να πᾶς;
-Ἐκεῖ πού εἶσαι κι ἐσύ, τῆς ἀπάντησα.
-Μεῖνε ἐκεῖ πού εἶσαι να φυλάγεις τά παιδιά.
Νόμιζα ὅτι ἦταν ζωντανή, ἀλλά μετά κατάλαβα ὅτι εἶχε πεθάνει.
Ἤμουν πλησίον τοῦ θανάτου καί πάλι ὁ Χριστός με ἔφερε στην ζωή.
Λέγω στον Χριστό: Θέλω Χριστέ μου, να με πάρεις, χωρίς ἀρρώστεια, ἄν αὐτό εἶναι το θέλημά σου.
Πάτερ Λάζαρε, φοβᾶσαι τον θάνατο;
-Ὄχι, καθόλου. Θέλω να φύγω. Ἀγαπῶ πολύ τον Χριστό. Περιμένω να με καλέσει κοντά του. Σκέπτομαι καί τά παιδιά καί ἐγγόνια πού θα ἀφήσω. Ὅλα αὐτά τά ἄτομα συνολικά εἶναι 16. Καί μένουμε ὅλοι μαζί μέσα σε τρία δωμάτια μέ χωμάτινο δάπεδο καί ἡ σκεπή με σαπισμένες λαμαρίνες. Καί το σπίτι αὐτό δεν εἶναι δικό μας. Εἶναι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας. Πιστεύω ὅτι ὁ Θεός, καί μετά την ἀναχώρησί μου ἀπό τον κόσμο αὐτόν, θα φροντίσει γιά τις οἰκογένειες τῶν παιδιῶν μου πού ἀφήνω πίσω.
Συνέντευξι με την κ. Θεανώ Μουσδελεκίδου, τήν «Μητέρα τῆς Ἱεραποστολῆς».
Στο Κολουέζι τοῦ Κογκό, εἶναι ἀνεπισήμως γεγραμμένη στούς δημοτικούς καταλόγους τῆς πόλεως αὐτή ἡ εὐλογημένη ἀπό τον Θεό καί ἀφιερωμένη στην διακονία τῆς Ἐκκλησίας του κ. Θεανώ ἀπό το 1987.
Ὀλίγα βιογραφικά της στοιχεῖα θα μᾶς βοηθήσουν να γνωρίσουμε βαθύτερα την προσφορά αὐτῆς τῆς εὐσεβεστάτης γιάγιᾶς πλέον, ἡ ὁποία, παρά τά 90 χρόνια της στέκεται ὄρθια καί τρέχει με βῆμα σημειωτόν, χωρίς πατερίτσες, ὅπως ἐγώ την ἐγνώρισα ἀπό το 1990.
Γεννήθηκε στην Ἔδεσσα τῆς Δυτικῆς Μακεδονίας μας την 24ην Ἰανοιυαρίου τοῦ 1928. Οἱ γονεῖς της, Ὅμηρος καί Ἑλένη, εἶχαν ἔλθει πρόσφυγες ἀπό την Μικρασία, μικρά παιδιά στην ἀγκαλιά ταῶν γονέων τους. Το σπίτι πού κατώκησαν στην Ἔδεσσα, ἦταν τουρκικό, διότι μέχρι το 1922, με την ἀνταλλαγή ταῶν πληθυσμῶν, κατοικοῦσε ἐκεῖ τουρκική οἰκογένεια.
Ἀπό την παιδική της ἡλικία ἡ μικρή τότε Θεανώ ἦταν ἄνθρωπος με πολλά προσόντα. Διέθετε ἐξυπνάδα, φιλοπονία, ἀγάπη γιά τά γράμματα, ὑπακοή καί σεβασμό στούς γονεῖς της. Εἶχε μεγάλο πόθο να σπουδάσει. Δέν κατώρθωσε ὅμως να μπῆ σε κάποια ἀνώτατη σχολή, διότι τότε ἡ Μακεδονία μας ὑπέφερε ἀπό πολλές ἐθνικές περιπέτειες καί πολέμους. Μετά τούς βουλγάρους κομιτατζήδες, ἦλθαν οἱ Γερμανοί, ἀκολούθησε το ἀντάρτικο, ἡ καταραμένη πεῖνα καί δυστυχία τοῦ λαοῦ μας. Ἠμπόρεσε ὅμως να τελειώσει το ἐξατάξιο τότε γυμνάσιο καί να ἐπιδοθῆ στο καθημερινό μεροκάματο, μαζεύοντας καί συσκευάζοντας φροῦτα γιά το ἐμπόριο, ὅπως ἔκαναν τότε ὅλοι οἱ νέοι τῆς ἐποχῆς της.
Στα χρόνια αὐτά ἐπέρασαν σπουδαῖες ἐκκλησιαστικές μορφές ἀπό την Ἔδεσσα. Ὁ π. Χρυσόστομος Παπασαραντόπουλος ἱδρυτής μετέπειτα τῆς Ἱεραπστολῆς τῆς πόλεως Κανάγκα τοῦ Κεντρικοῦ Κογκό. Ὁ π. Χαρίτων Πνευματικάκης, διάδοχος τοῦ ἱεραποστολικοῦ ἔργου τοῦ προηγουμένου στην ἴδια πόλι Κανάγκα τοῦ Κογκό καί ὁ σοφός μητροπολίτης Παντελεήμων Παπαγεωργίου, ὑπῆρξαν σπουδεῖες ἐκκλησιαστικές μορφές, πού ἀγάπησαν τον λαό τῆς Ἔδεσσας καί ὡμίλησαν στις καρδιές τῶν ἀνθρώπων, ἰδιαίτερα ταῶν νέων γιά το ἱεραπστολικό ἔργο τῆς Ἀφρικῆς, γιά το ὁποῖον μόλις τότε κυκλοφοροῦσε δειλά-δειλά ἡ ἰδέα γιά προσφορά καί σε ὡρισμένες πόλεις τῆς Ἑλλάδος.
Μέχρι σήμερα ἀντηχοῦν στα αὐτιά τῆς νεαρῆς τότε Θεανῶς τά λόγιά τοῦ π. Χαρίτωνος, ὁ ὁποῖος ἔδωσε το παράδειγμα καί ἐργάσθηκε θυσιαστικά στο Κογκό ἐπί 28 χρόνια. Καί προσέφερε ἀκόμη καί το ἅγιο σκήνωμά του στην ἀφρικανική γῆ. Ἰδού τι ἔλεγε στα φλογερά του κηρύγματα, ὅσα χρόνια ἐργάσθηκε ἐκεῖ σαν ἱεροκήρυκας: «Κατεβῆτε στην Ἀφρική να κτυπήσετε τις καμπάνες. Ἦλθε ἡ ὥρα να ἐλευθερωθοῦν καί οἱ λαοί τῆς Ἀφρικῆς ἀπό τά αἰώνια δεσμά ταῶν δαιμονολατρείας, την μαγείας καί τῆς εἰδωλολατρίας. Ὁ Χριστός θυσιάσθηκε γιά κάθε ἄνθρωπο ἐπί τῆς γῆς. Κατεβῆτε να προσφέρετε ὁ καθένας σας το χάρισμα πού σᾶς ἔδωσε ὁ Χριστός. Ἐσεῖς τά κορίτσια να ράβετε ροῦχα καί ἄμφια γιά τούς νέους ἐκεῖ κληρικούς μας. Να ὑπηρετῆτε στα νοσοκομεῖα σαν ἀδελφές ἐθελόντριες….ὅλοι μποροῦμε καί πρέπει να προσφέρουμε κάτι ἀνάλογα με τις δυνατότητές μας….».
Ἀπό τότε ἔπεσε ὁ ἱεραποστολικός σπόρος στήν καρδιά τῆς μικρῆς Θεανῶς. Οἱ γονεῖς της ἀπό τά 18 χρόνια της, μετά το σχολεῖο της, την παρακινοῦσαν να ὑπανδρευθῆ. Στην ἀρχή ἦταν ἀρνητική. Τελικά ὑπεχώρησε, χωρίς να ἔχει ίδιαίτερη κλισι προς τον γάμο. Ὁ σύζυγός της, Μιχαήλ το ὄνομα, εἶχε πόθο να συνεχίση σπουδές στην δικηγορική. Ὅμως οἱ ἐθνικές περιπέτειες τῆς Χώρας μας, τοῦ ἔκλεισαν τον δρόμο. Ἐπιστρατεύθηκε το 1940. Αἰχμαλωτίσθηκε καί κλείσθηκε στις φυλακές ταῶν Ἰωαννίνων. Μέ δική της παρέμβασι σε ἀνώτερο ἀξιωματικό, τον βοήθησε καί ἀποφυλακίσθηκε.
Ἔκτοτε ἐπάλαιψαν μαζί γιά 30 περίπου χρόνια γιά την ἐπιβίωσι τῆς ζωῆς. Ἄνοιξαν ἕνα μικρό μπακάλικο καί ζοῦσαν εἰρηνικά καί με ἐκκλησιαστική μυστηριακή ζωή.
Ὁ ἄνδρας της, στην ἡλικία περίπου ταῶν 50 ἐτῶν ἄφησε την παροῦσα ζωή, λόγω φθορᾶς ταῶν νεφρῶν. Ἔτσι, δόθηκε στήν Θεανώ ἡ ἐλευθερία πλέον να ὑλοποιήσει το ὄνειρο ταῶν νεανικῶν της χρόνων. Ζητοῦσε να ξενητευθῆ γιά τον Χριστό. Ἐδιάβαζε ἱεραποστολικά περιοδικά. Ἔψαχνε κἄπου νά μεταβῆ να θυσιάση τά ὑπόλοιπα χρόνια της στην διακονία τοῦ Ἀμπελῶνος τοῦ Χριστοῦ, διότι ἐπαναλάμβανε συχνά τά λόγιά τοῦ Χριστοῦ ὅτι ὁ θερισμός εἶναι πολύς καί οἱ ἐργάτες ἐλάχιστοι. Γνωρίσθηκε με την μητέρα τοῦ παπᾶ Κοσμᾶ, την δυναμική καί ἀκαταμάχητη στην διακονία προς τον πλησίον την κ……., τῆς ὁποίας ὁ γυιός της π. Κοσμᾶς εὑρισκόταν τότε στο Κολοέζι τοῦ Κογκό. Τῆς ἔλεγε ἐκείνη: «Πήγαινε στο Κογκό να βοηθήσεις το παιδί μου, τον Κοσμᾶ μου. Με την καρδιά μου τον ἔδωσα στον Χριστό…».
Ἔτσι λοιπόν, ἡ κ. Θεανώ ἐπῆρε την πρόσκλησι ἀπό τον Θεό, μέσῳ τῆς μητέρας τοῦ π. Κοσμᾶ καί το 1987 ἔφθασε στο Κολουέζι τοῦ Κογκό σε ἡλικία 60 περίπου ἐτῶν.
Ὅταν ἔφθασα το 1990 κι ἐγώ στο Κολουέζι, σταλμένος ἀπό τον μακαριστό Γέροντά μου π. Γεώργιο, βρῆκα ἐκεῖ την κ. Θεανώ. Με ἐντυπωσίαζε ὁ δυναμικός της χαρακτῆρας, ἡ ἐξυπνάδα της, ἡ συνέπειά σε κάθε δουλειά πού ἔκανε. Την ἔφερε εἰς πέρας καί ἔδινε ἀκριβῆ ἀναφορά καί ἐνημέρωσι στόν ὑπεύθυνο τῆς ἱεραποστολῆς γιά την κάθε ἀποστολή της.
Ἐπειδή ἔχω προσωπική γνῶσι τῆς προσωπικότητος της καί τῆς θυσιαστικῆς προσφορᾶς της, θα σημειώσω ἐπιγραμματικά μερικές ἀπό τις σπουδαιότερες δραστηριότητες της. Βασική της διακονία ἦταν ἡ κατήχησις ταῶν βαπτισμένων χριστιανῶν γυναικῶν τῆς ἐνορίας τοῦ ἁγίου Γεωργίου Κολουέζι. Παράλληλα ἐδίδασκε καί την ὁμάδα ταῶν νέων κοριτσιῶν, στα ὁποῖα μιλοῦσε μέσα ἀπό την ζωή της καί τις χριστιανικές της ἐμπειρίες. Ἔτσι ἐστήριξε δεκάδες κορίτσια στον δρόμο τῆς ζωῆς τους γιά την δημιουργία χριστιανοπρεποῦς οἰκογενειακῆς ζωῆς. Ἐκτός αὐτοῦ τοῦ σπουδαίου διακπονήματος, ἠσχολεῖτο καθημερινά με την ἐπιστασία λειτουργίας τῆς κουζίνας τῆς ἱεραποστολῆς ἔχοντας μαζί της πάντοτε τούς δύο ντόπιους μαγείρους της. Δύο φορές τον μῆνα ἀπό τότε καί μέχρι τώρα ὀργανώνει ἐπίσκεψι στις φυλακές Ντιλάλα, ὅπου παρέχεται σε ὅλους τούς φυλακισμένους, περί τούς 300 τον ἀριθμό, το δικό τους φαγητό συνοδευόμενα με κρέας.
Μαζί της στις φυλακές παίρνει καί τον ἐνάρετο π. Λάζαρο, ὁ ὁποῖος τούς διαβάζει την περικοπή τῆς προηγούμενης Κυριακῆς καί τούς ἐξηγεῖ με ἁπλότητα παπᾶ Πλανᾶ τά νοήματά της. Ἔτσι τούς διακονεῖ πνευματικά καί τούς ὁδηγεῖ στην μετάνοια.
Σ᾿ αὐτές τις φυλακές πρῶτος ὁ μακαριστός π. Κοσμᾶς ἀσχολήθηκε με την ὀργάνωσί της. Ἔφερε σανίδες καί ἔφτιαξε γιά ὅλους κρεββάτια ἐπιμήκη, ὅπου θα ἠμποροῦν να κοιμοῦνται στην σειρά περί τά 20 ἄτομα σε δύο σειρές. Ἐπίσης τούς ἔφερε βαρέλια καθαρά γιά την διατήρησι νεροῦ, τούς ἔδωσε πλαστικα΄κύπελλα καί τούς ἐξασφάλισε ἔτσι το νερό. Τούς ἔδινε φάρμακα καί ροῦχα. Ὅταν κάποιος ἀποφυλακιζόταν, εἶχε ἐντολή ἀπό τον π. Κοσμᾶ να παίρνει τά ἀναγκαῖα χρήματα γιά το εἰσιτήριό του καί να ἐπιστρέφει στο χωριό του, ἄν καταγόταν ἀπό ἄλλη περιοχή.
Ἐπίσης ἡ κ. Θεανώ, ἐπειδή διέθετε μεγάλη ἐμπειρία κοινωνικῆς ζωῆς καί ἐμπορικῶν συναλλαγῶν, ἀναδείχθηκε σπουδαία συνεργάτης μας στον τομέα ταῶν ἀγορῶν. Ἀκόμη καί ὁσάκις ὑπῆρχαν περιπτώσεις πωλήσεως προϊόντων τῆς φάρμας μας, ὅπως γουρούνια, λαχανικα κλπ. ἡ κ. Θεανώ ἦταν το κατάλληλο καί ἔμπιστο πρόσωπο γι᾿ αὐτή την ἀποστολή.
Σχεδόν καθημερινά ἐπισκεπτόταν την φάρμα Τσαμπούλα, ἡ ὁποία εἶναι ἔργο τοῦ π. Κοσμᾶ. Εἶχε την ἄμμεση ἐπιστασία. Ἔφερνε λαχανικά στην ἱεραποστολή, ἔδινε ὁδηγίες στούς ἐργάτες, πωλοῦσε ὅ, τι ἐνόμιζε ὅτι πρέπει να πωληθῆ.
Την φάρμα αὐτή τήν παρέλαβε ὁ π. Κοσμᾶς ἀπό δύο Ἕλληνες τοῦ Κολουέζι, τον κ. Δημ. Ψάθα καί τον κ. Γεώργιο Χατζηχαραλάμπους, μακαριστοί καί οἱ δύο, οἱ οποῖοι γιά μερικά χρόνια την χρησιμοποίησαν γιά την διατροφή πουλερικῶν. Δεν εἶχαν ὅμως πηγαῖο καί μεταφερόμενο νερό καί την ἔδωσαν στον π. Κοσμᾶ με ὀλίγα χρήματα. Ὁ π. Κοσμᾶς, διακρινόμενος γιά την ἐφευρετικότητά του καί τον δυναμισμό του ἔφερε το νερό με αὐλάκι ἀπό ἀπόστασι 2 χιλιομέτρων. Βρῆκε στην πίσω μεριά τῆς φάρμας μικρό ποτάμι. Ἔβαλε 100 ἐργάτες πού ἐδούλεψαν ἐπί ἕνα μῆνα σκάβοντας χαντάκι μέχρι καί 2-3 μέτρα βάθος σε μερικά σημεῖα. Αὐτό το νερό μπαίνει μέχρι σήμερα στην φάρμα, ἀλλά καί στην γειτονική Μονή ταῶν Ἁγίων Ἀποστόλων προσφέροντας τις εὐεργετικές του ὑπηρεσίες.
Πολύ μεγάλη ἦταν καί ἡ ἀγάπη της προς τά ὀρφανά καί πτωχά παιδάκια τῆς ἱεραποστολῆς μας. Μετά το μεσημβρινό φαγητό τῆς συνοδείας τοῦ ἱεραποστολικοῦ μας ἔργου, ὅ,τι ἀπέμενε, το ἐμοίραζε ἡ κ. Θεανώ, στα παιδάκια πού ἤρχοντο στην πόρτα τοῦ κτιρίου μας καί περίμεναν το λίγο φαγάκι τους. Δεν θα παραλείψω να τονίσω την μεγάλη συμβουλευτική της προσφορά στο ἐν γένει ἔργο τοῦ ὑπευθύνου. Διακρινόταν πάντοτε γιά την σύνεσί της, τις σοφές λύσεις πού ἔδινε σε κάθε πρόβλημα πού ἐμφανιζόταν καί την προνοητικότητα πού εἶχε γιά κάθε ἀναγκαῖο πρᾶγμα τῆς ἱεραποστολῆς μας. Ἡ καλωσύνη της θα μείνει παροιμιώδης. Γι᾿ αὐτό κι ἀπό τά πρῶτα κιόλας χρόνια τῆς ἐν Ἀφρική διακονίας της, ἐπῆρε μέσα ἀπό την ἰδική μας ἐγκάρδια ἱκανοποίησι τον σεβαστικό τίτλο ὡς «ἡ Μητέρα τῆς Ἱεραποστολῆς». Ἔτσι ὄνομάζεται μέχρι σήμερα ἀπό ὅλους μας καί ἰδιαίτερα ἀπό τούς ντόπιους, οἱ ὁποῖοι την ἀναζητοῦν λέγοντας: «θέλουμε την Μητέρα».
-Μητέρα Θεανώ, πότε συναντηθήκατε καί γνωρισθήκατε γιά πρώτη φορά με τον μακαριστό π. Κοσμᾶ;
-Ἀσφαλῶς τον γνώρισα, ὅταν ἦλθα γιά πρώτη φορά, το 1987 στο Κολουέζι τοῦ Κογκό. Με ἐντυπωσίασε ἀπό την πρώτη στιγμή το ἀεικίνητο τοῦ χαρακτῆρος του. Δεν καταλάβαινε ἀπό κόπους καί σωματικές ἀναπαύσεις. Δεν ἐγνώριζε ἀπό τουριστικές ἐξόδους καί ψυχαγωγίες. Την ἡμέρα να τρέχει καί να συντονίζει τις δουλειές, την νύκτα να ξαπλώνει σε ἕνα καναπέ γιά λίγες ὧρες. Ακόμη καί ἡ γάτα μας ἐπήγαινε καί κοιμόταν στό πλευρό του. Εἶχε κοντά του περί τά ἑπτά ἄτομα, ντόπιους νέους τούς ὁποίους ἐδίδασκε διάφορα ἐπαγγέλματα, πῶς να κτίζουν, να σοβατίζουν, να ἐπισκευάζουν τά αὐτοκίνητα, να καλλιεργοῦν τά κτήματα, καί ἄλλες ἀπαραίτητες διακονίες.
Τον ἔβλεπα καί τον ἐθαύμαζα. Κατά διαστήματα, με ἄδεια τοῦ μεγάλου ὑπευθύνου τοῦ ὀρυχείου Τζεκαμίν, ἐπήγαινε, ἐκεῖ ὅπου πετοῦσαν τά χαλασμένα σκαπτικά τους ἐργαλεῖα καί αὐτοκίνητα. Ἔπαιρνε ὅ,τι χρειαζόταν κι ἀπ᾿ αὐτά τά παλιοσίδερα ἔφτιαχνε ὁ ἴδιος πόρτες, παράθυρα, στήριζε με μεταλλικές κολῶνες στέγες γιά ἐκκλησίες, σχολεῖα οἰκοτροφεῖο κλπ.
Ὅταν ἐπήγαινε γιά περιοδεῖες ἔπαιρνε καί μένα μαζί του. Τοῦ ἑτοίμαζα τά ἀπαραίτητα γιά ἕνα ὑπαίθριο φαγητό. Διακονοῦσα τον γυναικεῖο κόσμο στην ὥρα τῶν βαπτίσεων καί συνεργαζόμουν μαζί του γιά κάθε ζήτημα. Με ἀγαποῦσε, με σεβόταν καί με ἐρωτοῦσε γιά κάτι πού ἤθελε να κάνη.
Ὁταν ἐπηγαίναμε σε μακρινές ἀποστάσεις γιά κτίσιμο μιᾶς ἐκκλησίας. Πρῶτα ἔψαχνε να βρῆ ὑλικά στην ἐκεῖ γύρω περιοχή. Ἄμμο καί νερό ἔβγαζε ἀπό τά ποτάμια, πέτρες ἔψαχνε παντοῦ, ἐπειδή εἶναι δυσεύρετο εἶδος ἡ πέτρα στο Κογκό. Κατόπιν συνδεόταν με τις τοπικές Ἀρχές, τον πρόεδρο ἤ τον δήμαρχο. Τούς προσέφερε πάντοτε τά δῶρα τῆς ἀγάπης του, κουνέλια, αὐγά, μικρά γουρουνάκια, λαχανικά καί φροῦτα ἀπό την φάρμα του. Ἔτσι οἱ μεγάλοι ἦταν φίλοι του καί τον ἐξυπηρετοῦσαν γιά κάθε πρόβλημα πού ἀντιμετώπιζε στον κτίσιμο τῶν ἐκκλησιῶν ἤ καί γιά ἄλλα ἱεραποστολικά προβλήματα.
Κάθε πρωΐ ὥρα ἕξι ἔμπαινε στην ἐκκλησία καί ἔκανε ὁ ἴδιος την ἀκολουθία τοῦ ὄρθρου. Ἤρχοντο ὅλα τά παιδιά τοῦ οἰκοτροφείου ὑποχρεωτικά καί με πειθαρχία. Τά εἶχε μάθει να ψάλλουν πρακτικά με τά λίγα μουσικά πού εἶχε μάθει στην Μονή του, στο Ἅγιον Ὄρος. Το ἴδιο πρόγραμμα ὑπῆρχε καί το βράδυ με την ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ καί τοῦ Ἀποδείπνου.
Ἦταν πολύ ἐργατικός καί ἄφοβος μπροστά στην κάθε δοκιμασία καί περιπέτεια πού θά συναντοῦσε. Γιά την ἀνοικοδόμησι ταῶν ἐκκλησιῶν του, εἶχε καταρτίσει εἰδικό συνεργεῖο, πού το ὠνόμαζε «Ἀστραπή», διότι πράγματι με ἀστραπιαία ταχύτητα, μέσα σε ἕνα μῆνα ὕψωνε ἀπό το μηδέν μία ἐκκλησία. Οἱ ἀρχηγοί ταῶν ἄλλων αἱρετικῶν ἐκκλησιῶν ἔτριβαν τά μάτια τους να βλέπουν μία ἐκκλησία να φυτρώνει δίπλα τους σάν μανιτάρι.
Ἀνέβαινε στις σκαλωσιές με μεγάλη εὐκολία γιά κάθε οἰκοδομική δουλειά του. Δεν ζήτησε ποτέ χρήματα ἀπό την Ἑλλάδα. Ἀξιοποίησε μόνος του την φάρμα, με τούς καρπούς τῆς ὁποίας ἐπλήρωνε τούς 200 ἐνίοτε ἐργάτες, μερικά ἀπό τά οἰκοδομικά του ὑλικά, τά καύσιμα, ἐλεημοσύνες κλπ.
Ἐζήτησε την βοήθεια τοῦ πατέρα του, ὁ ὁποῖος ἦλθε παρά την μεγάλη του ἡλικία σε τρεῖς χρονικές περιόδους. Στην δεύτερη περίοδο ἔμεινε 11 μῆνες καί μαζί με ἐργάτες ἔκτισαν τά 19 δωμάτια-μαιευτήρια τῶν χοίρων μητέρων.
Ἦταν καταπληκτικός ἄνθρωπος. Ἀγαποῦσε αὐτό πού ἔκανε. Φαινόταν ὅτι ἡ διακονία του ἦταν εὐλογημένη ἀπό τον Θεό. Το ἐγνώριζε καί ἐκεῖνος. Γι᾿ αὐτό καί ἔλεγε με ταπείνωσι: «Ἄν το ἔργο εἶναι δικό μου, γρήγορα θα καταστραφῆ. Ἄν ὅμως εἶναι ἀπό τον Θεό, θα στερεωθῆ καί θα καρποφορήσει».
Την ἡμέρα τοῦ ἀτυχήματος καί τῆς κηδείας του ἤμουν στην Ἑλλάδα. Ὅταν ἐπέστρεψα, βρῆκα διάδοχό του τον π. Μελέτιο, ἱερομόναχο ἀπό την Ἱερά Μονή Ὁσίου Γρηγορίου, ὁ ὁποῖος ἦλθε να τον διαδεχθῆ ἕνα μῆνα μετά το ἔνδοξο καί μαρτυρικό του τέλος τῆς 27ης Ἰανουαρίου 1989.
Καθημερινά περνῶ μέχρι τώρα ἀπό τον τάφο του. Φροντίζω το καντήλι του να εἶναι αναμμένο. Ὅλοι οἱ παλαιότεροι πού τον ἐγν΄λωρισαν συνεχίζουν να προσκυνοῦν το σταυρό τοῦ τάφου του.
Ὁ π. Κοσμᾶς ἦταν ἕνα μεγάλο δῶρο τοῦ Θεοῦ καί τοῦ Ἁγίου Ὄρους γιά το Κογκό τῆς κεντρικῆς Ἀφρικῆς. Παραμένει ἡ γλυκειά του μορφή νωπή στην σκέψι μου καί το γλυκό του χαμόγελο να με συντροφεύει σε ὅλη ἐδῶ την ἱεραποστολική μου πορεία.
-Μητέρα Θεανώ, ἤδη ἐγεράσατε, δεν σκέπτεσθε να ἐπιστρέψετε στο σπίτι σας στην Ἔδεσσα;
-Δεν ἔχω σπίτι στην Ἔδεσσα. Το ἔδωσα να το χαροῦν ἄλλοι συγγενεῖς. Σπίτι μου καί τελευταία μου κατοικία εἶναι καί γιά μένα το Κολουέζι τοῦ Κογκό. Θα εἶναι μεγάλη μου χαρά, ἐάν τοποθετήσουν το γερασμένο σαρκίο μου κοντά στον τάφο τοῦ π. Κοσμᾶ. Θα μείνω ἐδῶ καί με την καρδιά καί το σῶμα μου γιάτί ἀγάπησα πολύ αὐτόν τον χαριτωμένο καί πολυβασανισμένο λαό. Πῶς να ἐγκαταλείψω τά ὀρφανά μου; Πῶς να χαιρετίσω τά κορίτσια μου, πού τά ἀγάπησα καί νέ ἀγάπησαν; Ὄχι, το ἔχω ἀποφασίσει. Θα μείνω γιά πάντα ἐδῶ. Καί ἀπό ἐδῶ θα προσμένω ἀπό τον Φιλάνθρωπο Χριστό μας να ἀκούσω την έσχάτη σάλπιγγα γιά ΄την ἀνάστασι καί τοῦ δικοῦ μου σώματος γιά την αἰώνια ζωή κοντά στον πολυαγαπημένο μας Ἰησοῦ Χριστό.
Συνέντευξι με τον κογκολλέζο μαθητή τοῦ π. Κοσμᾶ,
τόν Σταῦρο Κασόνγκο.
Ἀπό την ἐποχή τοῦ π. Κοσμᾶ, περισσότερα ἀπό 40 περίπου χρόνια, ἐργάζεται ἀκόμη στην ἱερασποστολή του ὁ θαυμαστός καθ᾿ ὅλα ἐργάτης μας, Σταῦρος Κασόνγκο. Εἶναι ἀπό τούς ὀλίγους πλέον μαθητές του, πού ἐπιζοῦν καί μένουν στην πόλι Κολουέζι τοῦ Κογκό. Ὁ Σταῦρος εἶναι ἕνας ἀπό τούς μεγάλους στύλους τοῦ πνευματικοῦ οἰκοδομήματος πού λέγεται ἱεραποστολή. Ἐπάνω του ἀκουμπᾶς με ἐμπιστοσύνη, μού ἔλεγε πολλές φορές ὁ νῦν μητροπολίτης τῆς περιοχῆς σεβ. κ. Μελέτιος. Τον γνωρίζω κι ἐγώ ἀπό το 1990. Ἀπό πλευρᾶς τεχνικῶν γνώσεων, ἐμπειρίας καί ἐξυπνάδας διακρίνεται ἀνάμεσα στούς ἄλλους ἐργάτες μας. Φαίνεται ὅτι οἱ πρόγονοί του κατάγονται ἀπό την φυλή ταῶν πυγμαίων, διότι καί ο Σταῦρος εἶναι πολύ κοντός στο ἀνάστημα. Πάντοτε μοῦ ἔκανε ἐντύπωσι ὅτι γιά κάθε δύσκολη δουλειά πού εἶχε σχέσι με φάρμες, ἐπισκευές αὐτοκινήτων καί τρακτέρ, δύσκολα ὁδοιπορικά ταξίδια κλπ. το ἀπόλυτο πρόσωπο ἐμπισατορύνης εἶνια μέχρι τώρα ὁ Σταῦρος. Χωρίς τον Σταῦρο δεν λειτουργεῖ ἡ φάρμα τοῦ καλαμπουκιοῦ, ταῶν 200 ἑκταρίων. Χωρίς τον Σταῦρο δεν ἠμπορεῖ κανείς ἄλλος να ἐπισκευάση τά τρακτέρ. Κανείς δεν θυσιάζεται να ὀργώνει καί να σπέρνει ἡμέρα καί νύκτα στην φάρμα. Κανείς δεν ἀφήνει το σπίτι του, τις νόμιμες ὧρες καί ἡμέρες ἀναπαύσεώς του γιά να μένει καί να ἐργάζεται στην φάρμα εἴτε μέσα στο λιοπύρι, εἴτε μέσα στις βροχές καί στην ὑγρασία.
Πῳς γνωρίζεις τόσες δουλειές ἀγαπητέ μου Σταῦρο; Καί πῶς ὅταν μιλᾶς στούς ἄλλους ἐργάτες ὅλοι στέκονται «σούζα»καί περιμένουν να κάνουν ὅ,τι τούς εἰπῆς;
Ὅλα αὐτά τά ὀφείλω στον μακαριστό Γέροντά μου, τον π. Κοσμᾶ. Αὐτός με πῆρε ἀπόι το χωριό μου μικρό παιδί καί σαν να ἦταν σαρκικός μου πατέρας, με ἔβγαλε ἀπό την ἀγκαλιά ταῶν γονέων μου. Καί με ἔφερε κοντά του. Να μένω στο οἰκοτροφεῖο του. Ἐδῶ με ἄλλους 6-7 νέους εἴχαμε καταρτίσει το δικό μας «κοινόβιο».
-Πές μου ἀπό την ἀρχή, ποῦ γεννήθηκες καί πῶς γνωρίσθηκες με τον π. Κοσμᾶ.
-Γεννήθηκα στο μεγαλοχώρι Τένκε, πού ἀπέχει 80 χιλ. μακριά ἀπό το Κολουέζι, το 1958. Ἐκεῖ τελείωσα τον δημοτικό καί το γυμνάσιο. Ἀνῆκα στην παπική ἐκκλησία. Το 1974 ἐφύγαμε με τούς γονεῖς μου καί ἐγκατασταθήκαμε στην πόλι Λικάσι. Οἱ γονεῖς ταῶν γονέων μου κατήγοντο ἀπόι ἕνα γειτονικό χωριό, πού λέγεται Γκούμα. Ἐκεῖθ εἴχαμε χωράφια καί μεταβαίναμε να τά καλλιεργήσουμε.
Το 1978 ἦλθε ὁ π. Κοσμᾶς στο χωριό αὐτό γιά πρώτη φορά. Ἀναζητοῦσε πέτρες γιά να κτίση ἐκκλησία καί σχολεῖο στην πόλι Φουγκουροῦμε, πού ἀπέχε μόλις 15 χιλ. Τότε ἐγώ ἤμουν μόλις 20 ἐτῶν. Με ζήτησε ἀπότούς γονεῖς μου καί τούς εἶπε ὅτι θα ἀναλάβη αὐτός τοῦ λοιποῦ την κάθε φροντίδα γιά την ζωή μου. Ἐγώ τον ἀκολούθησα, χωρίς να ξέρω ποιος εἶναι αὐτός ὁ ἄνθρωπος καί ποῦ θέλει να με πάει.
Μαζί ἐφθάσαμε στο Φουγκουροῦμε. Ἐκεῖ ὁ π. Κοσμᾶς γνωρίσθηκε καί με ἕνα ἄλλον νέον, τον Μωϋσῆ, τον ὁποῖον ἐζήτησε ἀπό τούς συγγενεῖς του να τον πάρη μαζί του. Τοῦ τον ἔδωκαν. Στο Φουγκουροῦμε ἐμείναμε λίγες ἡμέρες, προκειμένου να βοηθήσουμε τον π. Κοσμᾶ γιά την συγκέντρωσι οἰκοδομικῶν ὑλικῶν. Ἄμμο ἔψαχνε ἀπό τά ποτάμια. Οἱ πέτρες εἶναι δυσεύρετο ὑλικό, γι᾿ αὐτό καί με πολλή δυσκολία τις εὕρισκε. Ἔπρεπε καί, ἐάν εὕρισκε πέτρες ριζιμιές μέσα σε χωράφια να πληρώνει χρήματα στούς ἰδιοκτῆτες. Κατόπιν μέ δικούς του ἐργάτες ἔσπαζε τις πέτρες καί με το φορτηγό του τις μετέφερε στον τόπο πού ἤθελε να κτίση.
Κατόπιν ἐφθάσαμε μαζί στο Κολουέζι. Πρώτη φορά ἐπήγαινα σ᾿ αὐτή την πόλι. Ἐκεῖ γνωρίσθηκα καί με ἄλλους 5-6 νέους, τούς ὁποίους εἶχε διαλέξει ὁ π. Κοσμᾶς ἀπό τις περιοδεῖες πού ἔκανε στα χωριά γιά κατηχήσεις καί βαπτίσεις.
Τότε στο Κολουέζι ζοῦσαν περί τούς 200 Ἕλληνες. Τις Κυριακές πολλοί ἤρχοντο στην κοινοτική τους ἐκκλησία. Με αὐτούς εἶχε συνάψει ἀγαθές σχέσεις ὁ π. Κοσμᾶς. Τούς ἔλεγε ὅτι δεν ἦλθε γι᾿ αὐτούς, ἀλλά γιά τούς Κογκολλέζους. Ὅμως θα ἐργάζεται ποιμαντικά καί γι᾿ αὐτούς.
Δίπλα στην ἐκκλησία τους, πού εἶναι ἀφιερωμένη στον Ἅγιο Μεγαλομάρτυρα Γεώργιο, εἶχαν οἱ Ἕλληνες, ἕνα κτίριο, το κοινοτικό τους μέγαρο. Ἐκεῖ συγκεντρώνοντο Κυριακές καί γιορτές γιά να χαροῦν, να φᾶνε καί να διασκεδάσουν.
Παρότι τούς ἦταν ἀπαραίτητο γιά τις χριστιανικές καί κοινοτικές τους συνάξεις, ἐν τούτοις ἀπεφάσισαν να κατοικεῖ μεσα σε ὡρισμένους χώρους καί ὁ π. Κοσμᾶς με το δικό του το «κοινόβιο», ἐμᾶς δηλαδή τά 6-7 ἄτομα.
Μᾶς ἔφτιαξε ξύλινα δωματιάκια, το ἕνα δίπλα στο ἄλλο καί μᾶς ἔδωσε ἀπό ἕνα κελλάκι. Ὁ ἴδιος ἔμενε σε ἕνα μικρό κελλάκι, πού ταοῦ το παρεχώρησαν οἱ Ἕλληνες. Αὐτό ἦταν το ὑπνοδωματιό του, το γραφεῖο του καί ἡ αἴθουσα ταῶν συνάξεών μας.
Μᾶς ἀγαποῦσε ὅλα τα παιδιά με μία περισσή πατρική ἀγάπη. Αὐτός ἐφρόντιζε γιά το πλούσιο καθημερινό φαγητό μας, γιά τά ροῦχα μας, τά λιγοστά προσωπικά μας ἔξοδα. Δεν μᾶς ἄφηνε να βγαίνουμε μόνοι μας στην πόλι, παρά μόνο κάθε Κυριακή, μετά τό φαγητό καί γιά μόνο δύο ὧρες.
Εἶχε δυνατό πρακτικό μυαλό καί ἔπαιρνε ἀστραπιαία τις ἀποφάσεις του, χωρίς να δειλιάζει. Μαζί του ἐμάθαμε πολλά πράγματα. Μᾶλλον μπορῶ να εἰπῶ, ἐμάθαμε τά πάντα. Παρά πολύ μᾶς ἐβοήθησε με το δυνατή του πίστι. Κάθε φορά ,μᾶς ἔλεγε μπροστά στις δυσκολίες πού συναντούσαμε: «Ὁ Θεός εἶναι κοντά μας. Μᾶς ἀγαπᾶ. Θα μᾶς βοηθήσει». Δεν ὑπελόγιζε οὔτε την κόπωσι τοῦ σώματός του, οὔτε την ὑγεία του. Δεν τον ἐνδιάφερε να εἶναι το βράδυ στο κελλί του. Πολλές φορές τά βράδυα εἴτε ταξίδευε σε μεγάλες μακρινές ἀποστάσεις. Ἔπαιρνε καί ἕνα δύο παιδιά ἀπό ἐμᾶς μαζί του, εἴτε ξενυκτοῦσε καί μελετοῦσε σχέδια, ἑτοίμαζε συνεργεῖο ἐργατῶν. Μετροῦσε τις ἀποστάσεις γιά την ἀνεύρεσι ὑλικῶν.
Ἰδιαίτερα ἀγαποῦσε τον λαό μας. Ὅταν ἐπιστρέφαμε στην Βάσι μας, στο Κολουέζι ἀπό ἐξωτερικές ἐργασίες ἐκτός πόλεως, καί συναντούσαμε ἀνθρώπους στούς δρόμους, φορτωμένους με δεκάδες κιλά χόρτα στα κεφάλια τους, ἤ 7-8 τσουβάλια κάρβουνα σ᾿ ἕνα ποδήλατο, χωρίς συνήθως λάστιχα, μόνο με τις ζάντες, σταματοῦσε καί τούς βοηθοῦσε. Μᾶς ἔλεγε συχνά: «Δεν ἦλθα μόνο γιά ἐσᾶς ἤ μόνο γιά τούς ὀρθοδόξους Χριστιανούς μας, ἀλλά γιά τον κάθε ἄνθρωπο, πού θα χρειασθῆ την βοήθειά μου, θα σπεύσω να τον βοηθήσω. Ἐπισκεπτόταν τις φυλακές, τά νοσοκομεῖα καί γηροκομεἶα τῆς πόλεως. Μία φορά ἐπήγαμε μαζί στις δικαστικές φυλακές πού λέγονται Ντιλάλα. Εἶχε στοιβαγμένους μέσα περί τά 350 ἄτομα. Κάθε 50 ἄτομα ἐκοιμῶντο στο τσιμεντένιο δάπεδο. Μερικοί ἀπ᾿ αὐτούς ἐξάπλωναν ἐπάνω σε χαρτόκουτα ἐνῶ ἄλλοι κάτω στο τσιμέντο. Τούς ἐρώτησε ὁ π. Κοσμᾶς τι χρειάζονται. Τοῦ εἶπαν με ἕνα στόμα: «Κοιμόμεθα στο τσιμέντο, σαν τά ζῶα. Δεν ἔχουμε νερό στον θάλαμό μας, οὔτε να πλυθοῦμε το πρωΐ, οὔτε να πιοῦμε… Δεν ἔχουμε καθημερινό φαγητό. Ἡ διεύθυνσις ταῶν φυλακῶν δεν ἔχει καμμία φροντίδα γιά την συντήρησί μας….».
Την ἄλλη ἡμέρα ὁ π. Κοσμᾶς εἶχε πάρει ἀπό τήν νύκτα τις ἀποφάσεις του. Ἀγόρασε κορμούς δένδρων, τούς ἐπῆγε στο σχιστήριο ενός Ἕλληνα, τοῦ Παναγιώτη Σουρῆ, καί ἔβγαλε πολλές μεγάλες σανίδες. Ἔφτιαξε στο ξυλοργεῖο τῆς ἱεραποστολῆς καί πόδια χιαστί. Σε λίγες ἡμέρες ἐφτάσαμε μαζί στις φυλακές. Τοποθετήσαμε τά σανίδια ἐπάνω στα πόδια τους καί ὅλοι πλέον οἱ φυλακισμένοι ἐξάπλωναν στην σειρά ἐπάνω στά σανίδια. Ὁ π. Κοσμᾶς ἐφρόντισε ἀκόμη καί τούς ἔφερε κουβέρτες, σε κάθε θάλαμο ἕνα βαρέλι ταῶν 200 λίτρων με καθυαρό πόσιμο νερό καί ἀπό ἕνα πλαστικό ποτήρι. Ὅσοι ἦταν ἀσθενεῖς, ἔφερε γιάτρό, τον ἐπλήρωσε ἀπό την τσέπη του καί ἐπῆρε τις ὁδηγίες γιά τήν ἀγορά φαρμάκων.
Ὅσοι ἦσαν κλεισμένοι ἀδίκως ἤ γιά μικρά πταίσματα, συζητοῦσε με τον διευθυντή ταῶν φυλακῶν. Ἐπλήρωνε ὅ, τι χρήματα ἐπαιτοῦντο καί τούς ἀπελευθέρωνε. Ἀκόμη τούς ἔλεγε ὅτι, ὅσοι πρόκειται να ταξιδεύσουν, μετά την ἀποφυλάκισί τους σε μακρινά χωριά, νά περνοῦν ἀπό την Ἱεραποστολή. Θα τούς δίνει χρήματα γιά το εἰσιτήριό τους καί τρόφιμα γιά το δρόμο τους. Καί ἐπειδή μερικοί ἦσαν ἀσυνεπεῖς καί πονηροί, ἐάν τοῦ ἔλεγαν γιά ταξίδι στο τάδε χωριό, τούς ἐπρότεινε να πᾶνε μαζί να πληρώσουν το εἰσιτήριο. Ἀλλά, ὅταν ἔβγαιναν ἔξω ἀπό τον χῶρο τῆς ἱεραποστολῆς,ἐχάνοντο…διότι τοῦ ἔλεγαν ψέμματα.
Τι τέχνες σᾶς ἔμαθε ὁ π. Κοσμᾶς;
Ὁ ἴδιος ἦταν πολυτάλαντος. Ἐγνώριζε πάρα πολλές τέχνες καί τεχνικές ἐφαρμογές. Κοντά του εἴμασταν περί τούς 7-8 νέους. Ἐδίδασκε τον καθένα, ἀνάλογα με τις κλίσεις του, ἀλλά καί τις ἀνάγκες τῆς ἱεραποστολῆς μας. Ἑμένα με ἔμαθε να ὁδηγῶ τά αὐτοκίνητα. Μοῦ ἔβγαλε ἄδεια ὁδηγήσεως καί μετά με ἔστελλε σε διάφορες δουλειές. Ἀκόμη με ἔμαθε να γίνω καλός τεχνίτης στις ἠλεκτροσυγκολλήσεις. Καί μέχρι τώρα ἐδῶ στην ἱεραποστολή, γιά κάθε δύσκολο ἔργο σχετικό με την τέχνη αὐτή, προσκαλοῦμαι ἀπό τον Ἐπίσκοπο κ. Μελέτιο, να προσφέρω τις ὑπηρεσίες μου. Ἐπειδή με ἐμπιστευόταν μοῦ ἔδωσε να κρατῶ το ταμεῖο τῆς ἱεραποστολῆς μας. Ἐψώνιζα ὅ,τι μοῦ ζητοῦσε. Τοῦ ἔδινα καί τις ἀποδείξεις καί τά ρέστα. Με ἀγαποῦσε, ἀλλά κι ἐγώ τον ἐκτιμοῦσα, τον σεβόμουνα καί τον ὑπάκουα, διότι ἦταν ἀληθινός πνευματικός μου πατέρας.
Τά βράδυα, μετά το Ἀπόδειπνο, μᾶς ἔκανε συνάξεις καί μᾶς ὡμιλοῦσε γιά ἱστορίες Πατέρων τῆς ‘Ερήμου ἀπό το Γεροντικό. Μᾶς εἶχε δώσει κομποσχοίνιο καί μᾶς ἐδίδασκε καθημερινά πῶς να λέμε την εὐχή τοῦ Ἰησοῦ, πῶς να διώχνουμε τούς κακούς λογισμούς καί πῶς να ἑλκύουμε την Χάρι τοῦ Θεοῦ.
Σεβόταν την ἐλευθερία μας καί ποτέ δεν μᾶς παρεκίνησε να ἀκολουθήσουμε τον μοναχικό βίο. Μετά ἀπό δική μας ἀπόφασι να νυμφευτοῦμε, ἐκεῖνος ἐπλήρωνε σχεδόν ὅλα τά .ἔξοδα τοῦ γάμου μας.. Μᾶς ἔδινε ἕτοιμο σφακτό γουρουνάκι γιά τούς καλεσμένους στον γάμο μας. Εἶχε δικές του νυμφικές στολές γιά τις νύμφες, καί τελοῦσε ὁ ἴδιος το Μυστήριο τοῦ γάμου μας με συναίσθησι εὐθύνης, με ἀγάπη καί με συμβουλές στο τέλος τοῦ Μυστηρίου. Σε ὅλα τά ζευγάρια πού ἐστεφάνωνε τούς ἔδινε δῶρο την Ἁγία Γραφή καί τις εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Παναγίας.
Ὁσάκις με ἔστελλε γιά μακρινά ταξίδια, γιά την ἀνεύρεσι κυρίως οἰκοδομικῶν ὑλικῶν, ἐκεῖνος ἐφρόντιζε πίσω γιά την οἰκογένειά μου. Στην γυναῖκα μου, τις ἔδινε χρήματα καί τρόφιμα καί ἐφρόντιζε γιά την ὑγεία ὅλων μας καί τά ἔξοδα γιά τις σπουδές ταῶν παιδιῶν μου.
Το 1980 ἀγόρασε με λίγα χρήματα την φάρμα τῆς Τσαμπούλας ἀπό δύο Ἕλληνες, τον Δημήτριο Ψάθα καί τον Γεώργιο Χατζηχαραλάμπους, οἱ ὁποῖοι εἶχαν στο Κολουέζι καταστήματα καί στην φάρμα διέτρεφαν πουλερικά. Την ἐπώλησαν, διότι δεν ὑπῆρχε νερό γιά τά πουλερικά τους. Πρίν την ἀγοράσει ὁ π. Κοσμᾶς, διερεύνησε ὅλη την γύρω περιοχή γιά την ὕπαρξι νεροῦ. Καί στα τρία χιλιόμετρτα μακριά εὑρῆκε ποτάμι με ἄφθονο νερό. Ἀμέσως, ἐπί το ἔργον! Ἔπῆρε περί τούς 100 ἐργάτες καί ἔσκαψε χαντάκι, το ὁποῖο σε μερικά σημεῖα φθάσει καί τά 2-3 μέτρα βάθος. Μέσα σε ἕνα μῆνα το νερό μπῆκε πανηγυρικά στην φάρμα. Ἀπό την χαρά του, ἀγόρασε δύο γουρούνια καί ὅλοι μαζί ἐφάγαμε καί χαρήκαμε το σπουδαῖο αὐτό γεγονός μεταφορᾶς τρεχούμενου νεροῦ στην φάρμα, πού μόλις την εἶχε ἀγοράσει.
Ἀφ᾿ ὅτου ἀγόρασε την φάρμα, ἀγωνίσθηκε να την κάνει πηγή ὅλων ταῶν ἀγαθῶν. Ἦλθε καί ὁ πατέρας του, ὁ μακαριστός κ. Δημήτρης Ἀσλανίδης ἐπί τρεῖς φορές. Την δεύτερη φορά ἔμεινε περί τούς 11 μῆνες. Μᾶς ἐβοήθησε με πολλούς τρόπους. Ἀνέλαβε μέ την βοήθεια τῶν ἐργατῶν τῆς φάρμας, ἡ ὁποία τότε ἀριθμοῦσε περί τά 80 ἄτομα, καί ἔκτισε περί τά 20 μαιευτήρια γουρουνιῶν, ὅπως τά ἔλεγε.
Ὁ Γερό Δημήτρης ἦταν ἔμπειρος, ἀλλά ἐπίμονος ἄνθρωπος. Ἔπρεπε να γίνη αὐτό πού ἤθελε ἐκεῖνος, χωρίς να ἀκούει καί την δική μας γνώμη γιά θέματα ντόπιας νοοτροοπίας καί προβλημάτων. Μία φορά θυμᾶμαι, ἀγρίεψε ἐναντίον μου. Ἤθελα να φυγω. Με καλμάρισε ὁ π. Κοσμᾶς καί ἔκτοτε ἤμουν προσεκτικός ἀπέναντι στον πατέρα του.
Τα μαιευτήρια αὐτά ὑπάρχουν καί μέχρι σήμερα, χωρίς βέβαια ἡ φάρμα αὐτή να ἔχει την παλιά της αἴγλη, την ὁποία ἀπέκτησε ἐπί παπᾶ Κοσμᾶ.
-Γιάτί δεν ἔχει την παλιά της αἴγλη;
-Στην ἐποχή του ὁ π. Κοσμᾶς, ἔδωσε μεγάλη βαρύτητα στην φάρμα, διότι μόνο ἀπ᾿ αὐτήν εἶχε τά ἔσοδά του. Δεν εἶχε βοήθειες ἀπό Ἑλλάδα, ὅπως ἔχει τώρα ὁ διάδοχός του. Τοῦ ἐπρότειναν συγγενεῖς του, μᾶς ἔλεγε, να τόν βοηθήσουν με την δημιουργία ἱεραποστολικοῦ συλλόγου, ἀλλά δεν δεχόταν. Γιά να μη κατηγορηθῆ, ὅπως μᾶς ἔλεγε, σαν ἐκμεταλλευτής τῶν διαφόρων δωρητῶν του.
Ἔτσι ἡ φάρμα μᾶς παρεῖχε τά πάντα. Εἴχαμε φθάσει κάποτε νά διατρέφουμε περί τά 800 γουρούνια. Ἴσως με ἐρωτήσετε τι τά ταΐζαμε τόσα ζῶα. Θα σᾶς εἰπῶ: Κάθε πρωΐ το φορτηγό Layland ἔφευγε ἀπό το Κολουέζι προς ἄγνωστη κατεύθυνσι γιά την ἀνεύρεσι καί ἀγορά με ἐλάχιστα χρήματα, κορμῶν ἀπό μπανάνες. Ἐπέστρεφε το βράδυ φορτωμένο. Μερικές φορές ἔφθανε τις νύκτες, ἄλλοτε χαλοῦσε στούς δρόμους καί οἱ ἐργάτες ξενυκτοῦσαν μέσα στην ὑγρασία καί την ψύχρα τοῦ κλίματος. Καί ἔστελναν μήνυμα με κάποιο ἄλλο διερχόμενο αὐτοκίνητο. Ἄν ἦταν τυχεροί να περάση ἀπό δίπλα τούς, τέτοιο σωτήριο ὄχημα!
Οἱ ἐργάτες ταῶν γουρουνιῶν, ἔκοβαν με μαχαίρες σε κομμάτια τούς κορμούς ταῶν μπανανῶν, τά πετοῦσαν σε μία τεράστια καζάνα, σιδερένια, πού εἶχε κατασκευάσει ὁ π. Κοσμᾶς καί μέσα σ᾿ αὐτή, μαζί με λίγο καλαμπόκι καί τον φλοιό ἀπό την κριθάρι, παρασκευῆς τῆς μπύρας, ἔβραζαν ὅλα μαζί καί ἔδιναν στα γουρούνια δύο φορές την ἡμέρα.
Με την ὀργάνωσι τῆς φάρμας, μπορούσαμε να πληρώνουμε τούς ἐργάτες της καί να καλύπτουμε τά πολλαπλά ἔξοδά μας. Κάθε Σαββάτο, θυμᾶμαι, κατέβαινα με 20 γουρούνια ταῶν 80 περίπου κιλῶν με το φορτηγό στο Λουμπουμπάσι. Τά ἀγόραζε ἕνας Ἕλληνας κρεοπώλης, ὁ Κ. Καράμπελας. Καί ἐν συνεχεία, ἐκάναμε ὅλα τά ψώνια μας.
Ἐμεῖς οἱ κογκολλέζοι εἴμαστε τεμπέληδες καί ἀνεύθυνοι ἄνθρωποι. Ἴσως το θερμό κλῖμα, μᾶς κτυπᾶ στό κεφάλι καί μᾶς παραλύει κάθε προσπάθεια γιά πρόοδο καί ὀργάνωσι τῆς ζωῆς μας! Ὁ π. Κοσμᾶς το διεπίστωσε αὐτό ἀπό τήν πρώτη στιγμή. Ἐμεῖς τον θαυμάζαμε γιά την ἐργατικότητά του καί ἀπορούσαμε ἀπό ποῦ ἀντλεῖ μία τέτοια δύναμι καί ἀντοχή. Καί ἐκεῖνος προκειμένου να μᾶς κρατεῖ σε ἐγρήγορσι, ἦταν πολύ αὐστηρός ἀπέναντί μας. Κατάλαβε ὅτι μόνο με την αὐστηρότητα, την ἐπιμονή, την πολλαπλή ἐπανάληψι μιᾶς τέχνης, θα μπορούσαμε κι ἐμεῖς να πάρουμε «ἐμπρός».
Με τον τρόπο αὐτό, ἐπέτυχε ὅ,τι ἤθελε καί εἶχε ἀποφασίσει να φέρει εἰς πέρας. Ἐμεῖς το γνωρίζαμε αὐτό, γι᾿ αὐτό καί δεν εἴχαμε λογισμούς ἐναντίον του. Ἐβλέπαμε την ἀγάπη του, την θυσία του, την ἀφειδώλευτη προσφορά του, καί ἐπέρναμε κοντά του «φωτιές».
Ἀπέφευγε τά περιττά ἔξοδα. Γιά την ἵδρυσι ταῶν ἐκκλησιῶν, μετέβαινε στην συγκεκριμένη περιοχή. Προσπαθοῦσε να πάρη οἰκόπεδο δωρεάν ἀπό τά πρόεδρο τοῦ χωριοῦ τῆς μελλοντικῆς ἐνορίας. Κατόπιν ἐκτένιζε με τά πόδια την γειτονική περιοχή προκειμένου να εὕρη νερό, ἄμμο ἀπό ποτάμι, πέτρες κλπ. Ὅταν ἐπρόκειτο να κτίσει ἐκκλησίες, εἶχε το δικό του μόνιμο συνεργεῖο, ἀλλά προσελάμβανε καί ντόπιους ἐργάτες καί τεχνίτες. Εἴχαμε δύο φορτηγά. Με το ΤΟΥΟΤΑ κουβαλούσαμε τσιμέντα καί ἄλλα ὑλικά. Με το ἄλλο φορτηγό, το LEYLAND, πηγαίναμε στό γειτονικό ποτάμι, πού μπορεῖ να ἀπεῖχε καί 20 χιλ. καί γεμίζαμε περί τά 10 βαρέλια νερό.
Σ᾿ ὅλες τις οἰκοδομικές ἐργασίες ἦταν παρών ὁ ἴδιος. Ἔδινε ὁδηγίες, κρατοῦσε τά σχέδια πού ἐκπονοῦσε τά βράδυα, στα χέρια του, ἐπιστατοῦσε σε κάθε συνεργεῖο. Ἀπαιτοῦσε να τον ἐνημερώνουμε γιά κάθε τι πού κάνουμε. Ἤθελε νά τά ξέρει ὅλα. Καί σ᾿ ὅλα τά ἔργα ἔβαζε την δική του προσωπική σφραγίδα. Μᾶς ἐδίδασκε στην πρᾶξι με τις σοφές του τεχνικές γνώσεις καί θεωρητικές ἐμπειρίες. Ὅταν ἐκάναμε λάθη στις διάφορες ἐργασίες πού μᾶς ἀνέθετε, μᾶς συμβούλευε αὐστηρά καί πατρικά. Καταλαβαίναμε ὅτι ἤθελε πάντα το καλό μας καί την πρόοδό μας.
Ποιες ἦταν οἱ σχέσεις του με τούς διοικητικούς ὑπαλλήλους καί τά πολιτικά πρόσωπα τῆς ἐπαρχίας, ὅπου ἐζούσατε;
-Ἐδῶ ὁ π. Κοσμᾶς μποροῦμε να εἰποῦμε ὅτι εἶχε πάρει το στεφάνι τῆς ἐπιτυχίας του, ἐν συγκρίσει με τις ἄλλες ἐπιδιώξεις του. Ἔδωσε μεγάλη βαρύτητα στην ἀγάπη προς ὅλους τούς κυβερνητικούς φορεῖς τῆς Χώρας μας. Τούς εἶχε ἄλλωστε καί ἀνάγκη. Γι᾿ αὐτό σε λίγο διάστημα, ἀφοῦ ἐστερέωσε την ἀγάπη του προς τούς Ἄρχοντες τῆς ἐπαρχίας μας, ἔγινε ἀπ᾿ ὅλους ἀγαπητός καί ἀξιοσέβαστος. Ὅλοι ἐμεῖς ἐλέγαμε ὅτι γιά τον π. Κοσμᾶ «ὅλες οἱ πόρτες εἶναι ἀνοικτές». Καί πράγματι. Ὅποια πόρτα καί να κτυποῦσε, τον ὑπεδέχοντο οἱ πάντες με ἐγκαρδιότητα, ἀγάπη καί τιμή. Το βασικώτερο ἦταν ὅτι γιά κάθε πρόβλημά του, εἶχε στα χέρια του ἄμμεση καί την λύσι, χάρις στην ἀδελφική συμπαράστασι ταῶν κρατούντων.
Καί πῶς κατώρθωσε καί ἑδραίωσε αὐτή την ἀγάπη με τούς ἀξιωματούχους τῆς Πολιτείας;
-Κατ᾿ ἀρχήν ἐπεδίωξε την κατ᾿ οἶκον ἐπίσκεψι τῶν προέδρων καί διευθυντῶν ὅλων τῶν Κρατικῶν ὑπηρεσιῶν τῆς Ἐπαρχίας Κατάγκας. Μετά την πρώτη γνωριμία μαζί των, εἴχε τά τηλέφωνά των καί κατά δικαστήματα, κυρίως στις μεγάλες Χριστιανικές μας ἑορτές, Πάσχα, Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά κλπ. ἑτοίμαζε καί το γιορτινό δωράκι του. Μᾶς ἔστελλε ἐμᾶς καί το μεταφέραμε. Συνήθως ἦταν ἕνα σφαγμένο καί καθαρισμένο γουρουνάκι, μία θήκη με αὐγά ἤ καί κοτόπουλα. Παραμονή Χριστουγέννων καί Πάσχα θα ἐπηγαίναμε στα σπίτια τους περί τά 20 γουρουνάκια την κάθε φορά.
Μ᾿ αὐτή την ἔμπρακτη ἀγάπη του ἐκέρδισε ὅλων τις καρδιές. Τροχονόμοι πού ὑπηρετοῦσαν στις γωνίες ταῶν δρόμων, περνοῦσαν γιά τά «Χρόνια πολλά» καί ἔφευγαν με τά χέρια γεμᾶτα. Ἀστυνομικοί, πού δεν τον ἤξεραν καί τοῦ ἔκαναν «τον ζόρικο», ἐκεῖνος τούς καλωμιλοῦσε καί τούς καλοῦσε στην ἱεραποστολή μας γιά μία ἐπίσκεψι. Σε λίγο διάστημα ὅλη ἡ πολιτική ἀφρόκρεμα τοῦ Κολουέζι, ὡμιλοῦσε γιά την θερμή ἀγάπη τοῦ π. Κοσμᾶ, αὐτοῦ τοῦ Εὐρωπαίου, πού ἀγαποῦσε τούς πάντας οἰκειοθελῶς, χωρίς ἀνταλλάγματα.
Ἐάν ἤθελε να ἐπισκευάση τον δρόμο πού ὁδηγοῦσε στην φάρμα τῆς Τσιαμπούλας, πού λόγω ταῶν βροχῶν, κάθε χρόνο καταστρεφόταν, τι ἔκανε; Ἐπήγαινε στον διευθυντή τοῦ μεγάλου ὀρυχείου πού ὀνομάζεται με τά ἀρχικά G.K.M. καί τοῦ ζητοῦσε γιά μία Κυριακή ἀπόγευμα το γκρέϊντερ. Ἔβαζε τά καύσιμα, ἐπλήρωνε καί τον ὁδηγό με χρήματα ἤ με ἄλλα τρόφιμα καί τελείωνε ἡ δουλειά του.
Ἐάν ἤθελε διάφορα σιδερικά, λαμαρίνες, σωλῆνες, καί κάθε εἴδους ἄχρηστα σιδηρικά ὑλικά, ἔγραφε γράμμα στον διευθυντή τῆς G.Κ.Μ καί με την ἄδειά του, ἐπήγαιναμε με το φορτηγό καί ἐπαίρναμε ὅ,τι εἴχαμε ἀνάγκη, ἀπ᾿ αὐτά τά ἄχρηστα σιδερικά. Ἀπ’αὐτά ὁ π. Κοσμᾶς ἔκανε χρυσές δουλειές γιά την ἱεραποστολή, καγκελόπορτες, ἀποχετεύσεις, ὑδραγωγεῖα, σιδερένιες πόρτες καί παράθυρα. Ἦταν ὁ ἴδιος ἠλεκτροσυγκολλητής, ἀλλά εἶχε μάθε καί ἐμένα.
Παρά την αὐστηρότητά του στις δουλειές, ἐν τούτοις ἦταν προς ὅλους γελαστός καί προσιτός, σαν ἕνα μεγάλο παιδί. Μᾶς ἔλεγε μερικές φορές καί ἀστεῖα. Κι ἐμεῖς τον ἀγαπούσαμε, διότι μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός ἕνα τέτοιο ἄνθρωπο, προστάτη ταῶν ζωῆς μας καί χορηγό ἐργασίας καί οἰκογενειακῆς μας θαλπωρῆς.
Ὅταν τοῦ ἐμπιστεύθηκα την ἐπιθυμία μου να νυμφευθῶ, με ἄφησε καί ἐπέλεξα τον σύντροφο τῆς ζωῆς μου. Ἐβάπτισε την σύζυγό μου. Ἐκάναμε τον γάμο μας , μαζί με ἄλλα ζεύγη καί στην συνέχεια μᾶς ἀγόρασε οἰκόπεδο. Με τά φορτηγά του μᾶς μετέφερε ἐκεῖ οἰκοδομικά ὑλικά. Μᾶς ἔκτισε με δικούς του ἐργάτες το σπίτι μας, στο ὁποῖο μένω μέχρι τώρα.
Πῶς ἐπιτελοῦσε το κατηχητικό του ἔργο στα χωριά, ἀδελφέ Σταῦρο, ὁ π. Κοσμᾶς;
Εἶχε φέρει ἀπό Ἑλλάδα, σλάϊτς με φωτογραφίες ἀπό το Ἅγιον Ὄρος, ἀπό τούς Ἁγίους Τόπους, ἀπό τά Μετέωρα καί ἀπό ἄλλα μέρη τῆς Ὀρθοδοξλίας μας.
Ὅταν ἐπήγαιναμε στα χωριά, τούς συγκέντρωνε ὁ π. Κοσμᾶς ὅλους τούς ἀνθρώπους στην πλατεῖα τοῦ χωριοῦ. Ἐκεῖ τούς ὡμιλοῦσε γιά τον Χριστό. Στην συνέχεια, τούς ἔδειχνε τά σλάϊτς παίρνοντας ρεῦμα ἀπό την μπαταρία τοῦ αὐτοκινήτου του, πού ἐδούλευε στο «ρελαντί». Κατόπιν τούς ἐμοίραζε εἴτε ροῦχα εἴτε τρόφιμα καί καραμέλλες στα παιδάκια. Ἀπό το μπουλούκι, πού τον ἄκουγαν ζητοῦσε ἀπό ὅλους να ἐγκρίνουν καί να τοῦ δώσουν δύο νέους, πού θα εἶναι οἱ μελλοντικοί τους δάσκαλοι καί κατηχητές. Αὐτούς τούς ἔφερνε στο Κολουέζι, κοντά μας, ὅπου ἔμεναν μέχρι καί τρεῖς μῆνες. Ἔπαιρναν βιβλία, παρακολουθοῦσαν τις καθημερινές ἀκολουθίες καί ἐπέστρεφαν στα χωριά τους με τά λίγα αὐτά πνευματικά τους ὅπλα, γιά την κατήχησι ταῶν νεοφύτων Κατηχουμένων.
-Πῶς ἔμαθε τά σουαχίλλι ὁ π. Κοσμᾶς;
Δεν ὑπῆρχε κάποιο βιβλίο γιά να μάθη τήν γλῶσσα μας ὁ π. Κοσμᾶς, ὅταν πρωτοῆλθε στην πατρίδα μας. Καί τί ἔκανε; Ἀπό την πρώτη ἡμέρα πού ἦλθε ἐδῶ, κρατοῦσε στα χέρια του ἕνα μπλοκάκι. Καί καθημερινά μᾶς ρωτοῦσε γιά το κάθε τί πού ἔβλεπε μπροστά του. Ἔγραφε λοιπόν, τά ὀνόματα ταῶν ἀντικειμένων πού ἔβλεπε μπροστά του καί σιγά σιγά ἄρχισε να συνομιλεῖ μαζί μας.
Πῶς ἔκανε τις Ἀκολουθίες στην Ἐκκλησία;
Στην ἀρχή ἐπιτελοῦσε ὅλες τις Ἀκολουθίες στα ἑλληνικά. Ἔμαθα κι ἐγώ μαζί του, ἀρκετά καλά τά Ἑλληνικά. Κυρίως με βοήθησε να ὁμιλῶ τά ἑλληνικά ὁ πατέρας του, ὁ κύρ Δημήτρης.
Πρίν τον π. Κοσμᾶ εἶχε ἐργασθῆ ἐδῶ ὁ ἀρχιμ.π. Ἀμφιλόχιος Τσοῦκος (νῦν μητροπολίτης Νέας Ζηλανδίας). Καί πρίν τον π. Κοσμᾶ, εἶχε περάσει ἀπό ἐδῶ ὁ ἀρχιμ. π. Χρυσόστομος Παπασαραντόπουλος. Αὐτός ὁ παππούλης, μοῦ ἔλεγε ὁ π. Κοσμᾶς, ἔμεινε στο Κολουέζι περί τούς τρεῖς μῆνες. Μαζί του εἶχε φέρει καί μία Θεία Λειτουργία γραμμένη στην καθαρεύουσα διάλεκτο σουαχίλλι τῆς Κένυας. Ἀλλά αὐτήν την Λειτουργία δεν την καταλαβαίναμε ἐμεῖς.
Ἔκτοτε ὁ π. Κοσμᾶς με ἐντολή προς τόν γραμματέα του Ναουέζι Σιμόνι ἔπέτυχε να μεταφρασθῆ ἀπό τά γαλλικά ἡ ἀκολουθία τοῦ Βαπτίσματος, τοῦ Γάμου, το Μικρό Ἀπόδειπνο, καί ἡ Λειτουργία ταῶν Προηγιάσμένων. Ὅλα τά ὑπόλοιπα βιβλία μεταφράσθηκαν ἀπό τούς διαδόχους του.
Με την χάρι τοῦ Θεοῦ ἀπέκτησα τρία παιδιά, τον Παναγιώτη, τόν Δημήτριο καί την Ἐλισάβετ. Τά δύο ἀγόρια εἶναι ὁδηγοί σε νταλίκες καί ἡ κόρη μου εἶναι παντρεμμένη στο Λουμπουμπάσι με τρία παιδιά.
Λίγους μῆνες πρίν σκοτωθῆ, μᾶς ἔλεγε μερικά λόγιά, τά ὁποῖα κατόπιν βγῆκαν προφητικά. Μᾶς ἔλεγε: «Μετά ἀπό μένα θα ἔλθουν ἄλλοι, χωρίς να ξέρουν με τι βάσανα καί περιπέτειες ἑδραιώθηκε ἐδῶ ἡ Ἐκκλησία μας, στην ἐπαρχία Κατάγκας. Αὐτοί πού θα ἔλθουν, ἀλλά δεν θα ἱδρώνουν, ὅπως ἐμεῖς, διότι θα φέρνουν χρήματα ἀπό ἔξω….».
-Πές μου Σταῦρο, τι ἦταν γιά σένα ὁι π. Κοσμᾶς;
-Το καλλίτερο «σουβενίρ», πού μοῦ ἔδωσε ἦταν ἡ παρουσία του κοντά μου. Δεν θα ξεχάσω το ἑξῆς: Ὅταν δεν εἶχα φράγκο στην τσέπη μου, τοῦ ζητοῦσα δανεικά καί τοῦ ἔλεγα να μοῦ τά κόψει τέλος τοῦ μηνός ἀπό τον μισθό μου. Κι ἐρχόταν ἡ τελευταία ἡμέρα, καί μοῦ ἔδινε πάντα τον μισθό μου ὁλάκερο. Δεν ἤθελε ποτέ να μοῦ ὑπενθυμίσει ὅτι εἶχα κάποιο δάνειο ἀπέναντί του.
Ἦταν γιά μένα ἕνας ἀληθινός πατέρας. Μᾶς ἀγαποῦσε καί μᾶς ἐφρόντιζε ἐμᾶς τούς 7 φίλους καί συνεργάτες του καλλίτερα ἀπό σαρκικός πατέρας. Ἀγωνιοῦσε γιά την σωτηρία ταῶν ψυχῶν μας. Πρίν ἀπό κάθε μεγάλη γιορτή, μᾶς ἐδίδασκε γιά το μεγάλο ἐπερχόμενο γεγονός καί μᾶς παρακινοῦσε στην ἐξομολόγησι καί στην Μετάληψι ταῶν Ἀχράντων Μυστηρίων.
Κάθε Σάββατο βράδυ, μᾶς ἔκανε σύναξι καί μᾶς ὡμιλοῦσε γιά τον αὐριανό Ἀποστολικό καί Εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα. Μᾶς ἐξωμολογοῦσε ὁ ἴδιος καί μᾶς συμβούλευε με πολλή πατρική ἀγάπη, σύνεσι καί φιλαδελφία.
Ὅ,τι εἶμαι σήμερα καί ὅ,τι ἔμαθα στην ζωή μου, το ὀφείλω σ᾿ αὐτόν τον φλογερό καί ἀκούραστο ἐργάτη τοῦ Χριστοῦ μας. Πράγματι ἦλθε κοντά μας, ὄχι γιά να δοξασθῆ, οὔτε να πάρη ἀνώτερα ἀξιώματα, ὄχι γιά να μᾶς ἐκμεταλλευθῆ, ὄχι γιά να πάρη τά διαμάντια καί τά ἐλεφαντόδοντα ἀπό τούς ἐμπόρους. Ἦλθε γιά να μᾶς διακονήσει καί πρόφερε θυσία τον ἑαυτό του μέχρι την τελευταία του πνοή.
Μέχρι σήμερα, δίπλα στο δημόσιο δρόμο, πού ὁδηγεῖ ἀπό το Λοπυμπουμπάσι στο Κολουέζι, στο 55ο χλμ. στέκεται ἀκόμη το μικρό μεταλλικό του προσκυνητάρι, ἄψευδής μάρτυρας μιᾶς ἡρωϊκῆς μορφῆς πού πέρασε σαν κομήτης ἐπάνω στην γῆ μας. Την ἐφώτισε ἐπί 11 περίπου χρόνια καί στην πλέον ἀνθηρά ἡλικία τῆς ζωῆς του, 47 ἐτῶν, μᾶς ἄφησε μαυρογένειος ἀκόμη καί μετέβη σ᾿ Αὐτόν πού ἀγάπησε καί τον ὑπηρέτησε μέχρι την τελευταία του πνοή.
Αἰωνία ἡ μνήμη του. Ἀναρρωτιέμαι. Θα τον συναντήσω ἐγώ ὁ ἁμαρτωλός αὐτόν τον Γέροντά μου στην ἄλλη ζωή; Εἴθε να με συνοδεύουν οἱ εὐχές καί εὐλογίες του. Ἀμήν.
Σταῦρος Κασόνγκο. 23 Δεκεμβρίου 2017.
Συνέντευξις με τον ἰθαγενῆ ἱερέα π. Σεραφείμ Ilunga.
Τον π. Σεραφείμ τον γνωρίζω ἀπό το 1990, ὅταν ἀκόμη ἦταν φοιτητής στο πανεπιστήμιο τοῦ Λουμπουμπάσι. Ἀπό τότε ἄκουγα ἀπό το στόμα του διηγήσεις γιά τον π. Κοσμᾶ, διότι ὁ ἴδιος ἦταν ὑπό την προσωπική καί πατρική φροντίδα του μακαριστοῦ Γέροντός του.
Τώρα ὁ π. Σεραφείμ εἶναι ἕνας ἐξαιρετικός ἱερέας, με 10 παιδιά. Ἡ πρώτη κόρη του εἶναι μοναχή, με το ὄνομα Ἁγνή, στην Μονή τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου τοῦ Κολουέζι. Ἐργάζεται ἱεραποστολικά καί λειτουργεῖ σε μία νεοπαγή ἐνορία, σε προάστειο τοῦ Λουμπουμπάσι, πού λέγεται Κασάμπα. Ἡ πόλις Λουμπουμπάσι εἶναι ἡ συμπρωτεύουσα τοῦ Κογκό με ἑπτά ἑκατομμύρια πληθυσμό. Ἐδῶ ἀνθεῖ καί ἐργάζεται ἐπιτυχῶς ἡ μεγαλύτερη ἑλληνική Κοινότητα τοῦ Κογκό, ἡ ὁποία ἀριθμεῖ περί τά 450 ἄτομα. Ἔχει δικά της ἑλληνικά σχολεῖα, ὅπου διδάσκεται καί χρησιμοποιεῖται γιά ὅλα τά μαθήματα ἡ ἑλληνική γλῶσσα. Πρόεδρος τῆς Κοινότητος εἶναι ὁ μεγαλύτερος ἕλληνας μεγαλέμπορος τοῦ Κογκό, ὁ κ. Γεώργιος Ψαρομμάτης, ὁ ὁποῖος διαπρέπει σε ὅλους τούς τομεῖς, σαν πατέρας οἰκογενειάρχης με 4 παιδιά, σαν πρόεδρος τῆς Κοινότητος, σαν μεγαλέμπορος, σαν φαρμαριέρης, σαν μέγας ἐκπρόσωπος τῆς ἑταιρείας πετρελαίων καί ἀρχηγός τῆς ἐταιρείας Ὑπέρ-Ψάρρο. Λειτουργοῦν ὑπό την προσωπική του εὐθύνη καί ἐπίβλεψι περί τά 50 μαγαζιά, ἐργαστήρια, ἑστιατόρια, μεγάλες ὑπεραγορές (σοῦπερ μάρκετ). ἀποθῆκες, δύο ἐργοστάσια ἐμφιαλώσεως νεροῦ, τρία γιά την παρασκευή σαπουνιοῦ κλπ.
Ὀφείλουμε παρεπιπτόντως να ἐκφράσουμε τις θερμές μας εὐχαριστίες προς τον κ. Γ. Ψαρομμάτη, γιά την πολυεδρική συμπαράστασί του στο ἱεραποστολικό ἔργο τῆς Μητροπόλεως Κατάγκας καί πάσης Κεντρικῆς Ἀφρικῆς.
Ἐδιάλεξα λοιπόν τον π. Σεραφείμ να συνομιλήσω μαζί του, σήμερα την 12 Ἰανουαρίου 2018, διότι πιστεύω ὅτι πολλά καίνούργιά νέα καί περιστατικά ἔχω να ἀκούσω γά τον Γέροντά του, τον π. Κοσμᾶ.
-Πάτερ Σεραφείμ, σε γνωρίζω ἀπό το 1990, ἀφ᾿ ὅτου ἦλθα στο Κογκό γιά πρώτη φορά. Κατ᾿ ἀρχήν να μοῦ εἰπῆς λίγα λόγιά σχετικά με την βιογραφία σου, γιά να μάθουν καί οἱ ἀναγνῶστες μας με ποιόν διεξήχθηκε αὐτή ἡ συνομιλία.
-Γεννήθηκα το 1960, στην πόλι Κανυάμα, πού ἀπέχει ἀπό το Λουμπουμπάσι περί τά 900 χλμ. Ὅλοι στην οἰκογένειά μου εἴμασταν καθολικοί στο θρήσκευμα. Οἰ γονεῖς μου ἀπέκτησαν δύο παιδιά, ἐμένα, τον Ἰλούνγκα καί την Παρασκευή. Δημοτικό καί γυμνάσιο τελείωσα στην Κανυάμα.
Το 1981 ἦλθα στο Λουμπουμπάσι γιά ἀνώτερες σπουδές. Τότε συνάντησα τον π. Κοσμᾶ, πού εἶχε ἔλθει ἀπό το Κολουέζι, ἀπόστασι 320 χλμ, γιά ψώνια καί ποιμαντικές ἐπισκέψεις στις ἐνορίες του.
Γνωρισθήκαμε στην ἐκκλησία τῆς Ἑλληνικῆς Κοινότητος, προς τιμήν τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου. Μοῦ πρότεινε να τον ἀκολουθήσω στο Κολουέζι. Ἐπῆγα κοντά του προκειμένου να συναριθμηθῶ με τά ἄλλα παιδιά τοῦ οίκοτροφείου του. Τότε ἔκτιζε τά δωμάτια τοῦ οἰκοτροφείου του. Ὁπότε ἔστειλε ἐμένα στο σπίτι τοῦ ἱερέως π. Γερασίμου, πού ἔμενε στο γειτονικό χωριό Τσιαμπούλα. Ἔμεινα φιλοξενούμενος στο σπίτι του γιά ἕνα χρόνο. Μετά ἐπέστρεψα στο μόλις ἱδρυμένο οἰκοτροφεῖο του. Εἴμασταν 35 παιδιά, ἡλικίας ἀπό 8 ἕως 20 ἐτῶν.
-Πάτερ Σεραφείμ, πές μου λίγα λόγιά γιά την ὀργάνωσι τοῦ οἰκοτροφείου σας ἀπό τον π. Κοσμᾶ.
-Ὁ ἴδιος πολύ ἐργατικός καί ἀκαταπόνητος. Κοιμόταν περί τις 4 ὧρες το 24ωρο. Τις ὑπόλοιπες ὧρες μελετοῦσε πνευματικά βιβλία, κατήρτιζε σχέδια γιά ἐκκλησίες καί σχολεῖα ἤ ἑτοίμαζε τά πάντα γιά΄τις αὐριανές ἐργασίες του, δηλαδή ἔστελλε το οἰκοδομικό συνεργεῖο στην δική του ἀποστολή, ἐφρόντιζε γιά τά ζῶα τῆς φαρμας του, καί καθημερινά ἠσχολεῖτο με ἰδιαίτερη μέριμνα γιά το οἰκοτροφεῖο του, ἀπό το ὁποῖο προσδοκοῦσε να ἐξέλθουν προσεχῶς οἱ αὐριανοί ἱερεῖς καί ἱεραπόστολοι τοῦ Κογκό. Το ὠνόμαζε «Το φυτώριο τῆς Ἐκκλησίας μας».
Κατ᾿ ἀρχήν ἐπιτελοῦσε ὁ ἴδιος καθημερινά ὅλες τις ἀκολουθίες. Ἐπέμενε να συμμετέχουν ἀπό την ἀρχή τῆς κάθε ἀκολουθίας ὅλα τά παιδιά. Με την βοήθεια τοῦ γραμματέως του, μεταφράσθηκε ἀπό τά γαλλικά στα σουαχίλλι, σαν πρῶτο βιβλίο τῆς Ὀρθοδοξίας στο Κογκό, ἡ ἀκολουθία τοῦ Μικροῦ Ἀποδείπνου.
Λειτουργοῦσε με ἁπλότητα καί δυνατή πίστι γι᾿ αὐτό πού ἔκανε. Δεν ἐπέτρεπε ἀταξίες οὔτε μέσα στον κυρίως ναό, οὔτε πολύ περισσότερο μέσα στο Ἱερό Βῆμα. Ἔκαμε το κήρυγμα τῆς Κυριακῆς στα σουαχίλλι καί μᾶς ἐδίδασκε πῶς να χρησιμοποιοῦμε το κομποσχοίνι. Γι᾿ αὐτό ἀπό τότε οἱ χριστιανοί τῆς Ἐκκλησίας μας, ἔρχοντο στις ἀκολουθίες με το κομποσχοινάκι τους στο χέρι. Καί ἔλεγαν την εὐχή ψιθυριστά, ὅπως μᾶς εἶχε διδάξει ὁ π. Κοσμᾶς.
Τά παιδιά τοῦ οἰκοτροφέιου μας ἦταν ἐσώκλειστα καί μόνο τις Κυριακές, μετά το μεσημεριανό φαγητό ἐβγαιναν ἔξω μόνο γιά 3 περίπου ὧρες. Παιδιά πού δεν ὑποτάσσοντο, μετά ἀπό δύο τρεῖς παρατηρήσεις, τά ἔδιωχνε ἀπό το οἰκοτροφεῖο. Τά ἐπήγαινε στην στάσι τοῦ λεωφωρείου ἤ στον σιδηροδρομικό σταθμό, τούς ἔβγαζε το εἰσιτήριό τούς καί τά ἔστελλε στούς γονεῖς τους.
Ἐπειδή ἦταν ὁι ἴδιος πολύ ἐργατικός, ἐπέβαλλε καί σ᾿ ὅλα τά παιδιά να ἐργάζωνται. Γι᾿ αὐτό πλησίον τοῦ οἰκοτροφείου μας, καλλιεργούσαμε το κάθε παιδί τον δικό του κῆπο με τά δικά του λαχανικά. Ἐπίσης διατρέφαμε καί πουλερικά, πρίν ἀκόμη πάρει την φάρμα ὁ π. Κοσμᾶς ἀπό δύο Ἕλληνες τοῦ Κολουέζι.
Ποτίζαμε τά λουλούδια καί λαχανικά μας. Ἐψάλλαμε στην ἐκκλησία. Ἀλλοίμονο στο παιδί πού θά ἦτανη τεμπέλης. Ἐάν δεν ὑπάκουε να στρωθῆ στην δουλειά, ἔπρεπε σε λίγο διάστημα νά πάει στούς γονεῖς του. Π. Κοσμᾶς καί τεμπέλης ἦταν δύο πράγματα ἀσυμβίβαστα.
Το πρόγραμμα τοῦ φαγητοῦ το κατήρτιζε ὁ ἴδιος. Κάθε Κυριακή μᾶς τάϊζε κρέας ἀπό ζῶο τῆς φάρμας. Κάθε Πέμπτη ψάρι ἡλιοκαμμένο πού λέγεται στην γλῶσσα μας νταγκάλα, κάθε Τρίτη ξερά φασόλια καί τις ἄλλες ἡμέρες ζυμάρι ἀπό καλαμποκάλευρο πού λέγεται στην γλῶσσα μας μπουκάρι με χόρτα, εἴτε βλῆτα, εἴτε μάπα λάχανο εἴτε το ντόπιο το δικό μας, πού λέγεται σόμπε (φύλλα κοπανισμένα στο γουδί ἀπό το φυτό πού στα ἑλληνικά λέγεται ἀρτόδενδρο).
Κάθε Σάββατο βράδυ ἐρχόταν στο οἰκοτροφεῖο. Ἐδιαβάζαμε μαζί το Μικρό Ἀπόδειπνο, στην μεγάλη αἴθουσα τῆς ἀναγνώσεως ταῶν μαθημάτων μας καί μετά μᾶς ἐδιάβαζε τις αὐριανές περικοπές καί μᾶς τις ἀνέλυε.
Τότε λειτουργοῦσαν τά ταχυδρομεῖα καί κατά καίρούς λαμβάναμε μεγάλα χαρτόκουτα με φάρμακα καί ροῦχα ἀπό την Ἑλλάδα. Ὁ π. Κοσμᾶς ἐφρόντιζε να μή μας λείπει τίποτε ἀπό ροῦχα. Ἐάν κάποιο παιδί ἀρρώσταινε, ἐρχόταν ἕνας ντόπιος γιάτρός φίλος του, ὁ Σιάμπα, το ὄνομά του καί μᾶς ἐθεράπευσε. Καί ὁ π. Κοσμᾶς κατά καίρούς τοῦ ἔδινε δῶρα ἀπότήν φάρμα του, αὐγά, κοτόπουλα, ἕνα γουρουνάκι στλίς μεγάλες γιορτές.
Ὁ ἴδιος ὁπ. Κοσμᾶς ἐξωμολογοῦσε ὅλα τά παιδιά. Δεν ἤθελε με κανένα τρόπο να τοῦ λέμε ψέμματα. Μερικές φορές μᾶς ἐπέβαλλε καί μικρές τιμωρίες γιά να διορθώνουμε την συμπεριφορά μας προς τά ἄλλα τά παιδιά. Φαινόταν αὐστηρός, ἀλλά κατά βάθος μᾶς ἀγαποῦσε, κρυφά θά ἐλέγαμε.
Ἀφ᾿ ὅτου το 1981-82 ἐπῆρε την φάρμα τῆς Τσιαμπούλας, μᾶς ἔπαιρνε, τά ἀπογεύματα συνήθως καί με το φορτηγό μᾶς ἐπήγαινε στην φάρμα γιά δουλειά. Ἄνθρωπος πού δεν δουλεύει μᾶς ἔλεγε, δεν πρέπει καί να τρώγη. Ἐκείνη την χρονιά εἶχε κατέβη καί ὁ κατά σάρκα πατέρας του, ὁ κύρ Δημήτρης. Αὐτός ἀνέλαβε την ὀργάνωσι τῆς φάρμας. Ἐμένα με ἀγαποῦσε, διότι τον βοηθοῦσα στις δουλειές. Ὅλα τά ἑσπεριδοειδῆ δένδρα, γύρω στα 500, τά ἐβάλαμε μαζί με τον κ. Δημήτρη. Ὁ κύρ Δημήτρης ἔκτισε με προσωπική του ἐπιστασία περί τά 20 δωμάτια, μαιευτήρια ταῶν θηλυκῶν χοίρων, ὅπως τά ἔλεγε, γιά να διευκολύνη την ἀναπαραγωγή ταῶν ζώων.
Κι ἐπειδή μ᾿ ἀγαποῦσε, ἐζήτησε να γίνη ὁ νουνός στην βάπτισι ταῶν γονεών μου, οἱ ὁποῖοι βαπτίσθηκαν το 1981, καί στον πατέρα μου τοῦ ἔδωσε το ὄνομά του, Δημήτριος. Ἐγώ εἶχα βαπτισθῆ ἀπό το 1977, ὅταν εἶχε ἔλθει γιά βαπτίσεις στην Κανυάμα ὁ π. Σεραφείμ Παρχαρίδης καί μοῦ ἔδωσε καί το ὄνομά του.
Ὁ π. Κοσμᾶς ἦταν ἐξαιρετικός καί διαφορετικός ἄνθρωπος ἀπό ὅλους μας. Κοντά του ἐνοιώθαμε στοργή, σιγουριά, ἀσφάλεια, ἐλπίδα καί χαρά. Ἦταν ὁ ἄνθρωπος με το χαμόγελο. Γεννημένος γιά αὐτή την ἀποστολή. Να σκορπίζει χαρά καί εὐλογία στον δυστυχισμένο κόσμο μας.
Προκειμένου να προχωρεῖ το ἔργο του, ἔγινε φίλος με ὅλους τούς ὑπευθύνους ταῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν τοῦ Κολουέζι. Εἶχε μόνο φίλους καί καθόλου ἐχθρούς, διότι τούς ἀγαποῦσε ὅλους. Καί τούς ληστές, τούς φυλακισμένους, τούς μεθυσμένους….Σέ ὅλους εἶχε να δωσει ἕνα λόγο ἀγάπης καί παρηγοριᾶς πάντοτε με ἕνα δωράκι στο χέρι.
Ἦταν ἄνθρωπος πολυπράγμων καί ἀκούραστος. Ὅταν ἐπρόκειτο να πάει, ἄς ὑποθέσουμε, στο Λουμπουμπάσι, ἑτοίμαζε ἀπό το βράδυ πράγματα γιά το ταξίδι του. Σκεπτόταν ἀπό ποιες ἐνορίες καθ᾿ ὁδόν θα περάση. Ἐκεῖ σταματοῦσε σε κάθε ἐνορία καί ἄφηνε στις ἐκκλησίες, εἴτε καθίσματα, εἴτε το ἀναλόγιο, εἴτε κεριά, θυμίαμα, τον μισθό τοῦ ἱερέα του κλπ.
-Ποιες οἱ προσπάθειές του γιά την ἐγκατάστασι Μονῶν στο Κογκό;
Ἀγαποῦσε τον μοναχισμό. Καί πάντοτε εἶχε στο χέρι του κομποσχοινάκι. Γι᾿ αὐτό ἀπό τότε (1982) εἶχε ξεκινήσει να κτίζει το μοναστήρι τοῦ ἁγίου Νεκταρίου γιά να δοκιμασθοῦν κορίτσια πού τοῦ ζητοῦσαν να γίνουν μοναχές. Πολλές ἦλθαν δοκιμάσθηκαν καί σιγά σιγά μία μία ἀναχωροῦσαν. Τελικά το μοναστήρι αὐτό σήμερα λειτουργεῖ με 5-6 μοναχές. Εἶναι σε κατωκημένη περιοχή μέσα στο Κολουέζι, πού λέγεται Καμανιόλα. Δίπλα στην Μονή σήμερα λειτουργεῖ καί το νοσοκομεῖο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Κατάγκας.
Ἤθελε να κτίσει καί ἀνδρικό μοναστήρι στο δάσος τῆς φάρμας τῆς Τσιαμπούλας ἐπάνω σε ἕνα λόφο. Ἐπειδή με ἀγαποῦσε, μοῦ εἶχε προτείνει πολλές φορές να γίνω μοναχός.
Μετά τις σπουδές μου, ἐσπούδασα ἐμπορικές ἐπιχειρήσεις, ἐπῆγα στην πατρίδα μου Κανυάμα, το 1985. Ὁ π. Κοσμᾶς μοῦ πρότεινε να με στείλη στην Ἑλλάδα να τελειώσω την θεολογική σχολή καί μετά να γίνω μοναχός καί ἱεραπόστολος σ΄την χώρα μου. Μαζί με ἐμένα ἐπρότεινε καί στον γυιό τοῦ π. Παύλου, ὀνόματι Θεολόγος, ὁ ὁποῖος δέχθηκε καί πῆγε στην Ἑλλάδα. Ἔμαθε ἀρκετά καλά τά ἑλληνικά στην Μονή σας, τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου. Κατόπιν κάποιος τον ἐπλάνεψε, καί τον ἔκανε προτεστάντη. Σήμερα ὁ Θεολόγος εἶναι μόνιμος κάτοικος τῆς Ἀγγλίας προτεστάντης το θρήσκευμα καί μόνιμος φυγάς τῆς χὠρας μας.
Ὅταν ἔφθασα στην Κανυάμα, τοῦ ἔστειλα γράμμα, ὅτι δεν μοῦ ἀρέσει να ὑποκρίνομαι καί ἐπιθυμῶ να νυμφευτῶ.
Ἐκεῖνος μοῦ ἀπήντησε με γράμμα καί ἐπέμενε να μη προχωρήσω σε γάμο. Τοῦ ἀπήντησα καί πάλι. Κατόπιν τέλος τοῦ 1985 ἦλθα καί πάλι στο Κολουέζι. Τοῦ ἀνεκοίνωσα την σταθερή ἀπόφασί μου. Ἐκεῖνος την δέχθηκε καί μοῦ εὐχήθηκε τά δέοντα.
Με την εὐλογία του ἔκαμα τον γάμο μου στην Κανυάμα. Τότε ἐκεῖ ἱερέας ἦταν ὁ π. Αὐγουστῖνος, πατέρας με 15 παιδιά. Μέ την σύζυγό μου Θεμελίνα, ἀποκτήσαμε δέκα (10) παιδιά, 4 ἀγόρια καί 6 κορίτσια. Μᾶς ἀπέθανε μόνο ἕνα, ἡ Νεκταρία ἡλικίας μόνο δυο ἐτῶν. Ἡ πρώτη κόρη μου, ἡ μοναχή Ἁγνή (Ἑλένη το βαπτιστικό της ὄνομα) εἶναι σήμερα 31 ἔτους καί ἡ τελευταία κορούλα μου, ἡ Μελετία εἶναι 7 ἐτῶν.
-Πάτερ Σεραφείμ, πές μας λίγα λόγιά γιά τον τραγικό θάνατο τοῦ Γέροντός σου.
Ἐγώ τότε το 1989, ἤμουν στο Λουμπουμπάσι, ἔγγαμος φοιτητής. Ἐσπούδαζα με χρήματα πού μοῦ προσέφερε ὁ π. Κοσμᾶς. Εἶχε ἔλθει ἀπό ἡμέρες στο Λουμπουμπάσι. Ἐτέλεσε την τελευταία Λειτουργία του στον ναό τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου τῆς Ἑλληνικῆς Κοινότητος, στις 22 Ἰανουαρίου 1989. Ἐγώ ἤμουν μέσα στο Ἱερό καί τον βοηθοῦσα. Τις ὑπόλοιπες ἡμέρες ἀσχολεῖτο με ὀψώνια καί τά βράδυα μᾶς ἔκανε μαθήματα στην ἐκκλησία. Μια βραδυά μᾶς ἐδιάβασε τον Προφήτη Ἀββακούμ καί ἔκλαιγε. Τον ἐρώτησα γιάτί ἔκλαιγε καί μᾶς εἶπε ὅτι αὐτά πού γράφει ὁ Προφήτης ἀνταποκρίνονται σε μένα. Χωρίς να καταλάβουμε ἐμεῖς τι ἐννοοῦσε.
Παρασκευή, 27η Ἰανουαρίου, ἦταν ἡ τελευταία ἡμέρα του. Ἐπισκεπτόταν τούς Ἕλληνες καί τούς χαιρετοῦσε με χαρά. Μᾶλλον κάτι θα προαισθανόταν. Το βραδάκι τον βοηθήσαμε καί φορτώσαμε τά πράγματά του στο αὐτοκίνητό του. Κατόπιν ἐπήγαμε μαζί στο Προξενεῖο, ὅπου παρέλαβε μαζί του τον Ἕλληνα Πρόξενο Σ. Κυβετό (ἀνιψιό τοῦ πρώην Μητροπολίτου Νευροκοπίου κυροῦ Σπυρίδωνος Κυβετοῦ, ζακινθίου την καταγωγή). Μαζί του ἐπῆρε καί τον μόνιμο συνταξιδιώτη του, τον ἰθαγενῆ Μωϋσῆ. Ἐπίσης, ἐπειδή εἶχε ἀνάγκη ἀπό Ἅγιο Μῦρο, ἐπῆρε ἀπό την ντουλάπα τῆς ἐκκλησίας τῆς Ἑλληνικῆς Κοινότητος ἕνα μπουκάλι γιά τις Βαπτίσεις. Καί ἐγώ τοῦ εἶπα να το βάλει σε κατάλληλο μέρος γιά να μη σπάσει το μπουκάλι. Κι ἐκεῖνος το ἔβαλε, σε ἀσφαλές μέρος, κάτω ἀπ΄το κάθισμά του.
Το πρωΐ ξημερώνοντας Σάββατο 28 τοῦ μηνός, ἐγώ, κατά την συνήθειά μου, πέρασα ἀπό την Ἑλληνική Ἐκκλησία να κάνω την σήντομη πρωϊνή προσευχή μου. Τότε ἦλθε κάποιος Ἕλληνας καί μοῦ μετέφερε το δυσάρεστο μήνυμα ὅτι ὁ π. Κοσμᾶς σκοτώθηκε στο 60 περίπου χιλιόμετρο ἔξω ἀπό το Λουμπουμπάσι.
Εἶχε ἕνα ἀδελφικό φίλο ἀπό το Λικάσι, τον Χαράλαμπο Γεωργίου ἤ ἀλλιῶς Χάμπο. Ἔτσι τον ἔλεγε. Ἦταν Κύπριος καί ὑπεύθυνος μεγάλου σιδηρουργείου. Ζεῖ ἀκόμη στο Λικάσι, ἡλικίας τώρα περίπου 80 ἐτῶν. Αὐτός τον παρέλαβε σε συνεργασία με ἄλλους Ἕλληνες καί τον ἔφερε στο ψυγεῖο ἑνός νοσοκομείου τοῦ Λουμπουμπάσι. Ἐδῶ, ὅταν ἦλθε το σκήνωμά του, ὅλοι οἱ Χριστιανοί μας ἔκλαιγαν. Καί ἔλεγαν: «Εχάσαμε τον πατέρα μας. Ἐχάσαμε τον προστάτη μας. Ἐχάσαμε τον ἄνθρωπο πού μᾶς ἀγαποῦσε καί θυσιάσθηκε γιά ἐμᾶς».΄Τά κλάμματά τους καί τά μοιρολόγιά τους δεν περιγράφονται. Ἡ βιντεοιταινία με την κηδεία του, ὑπῆρχε στην βιβλιοθήκη τῆς ἱεραποστολῆς Κολουέζι, ἀλλά κάποιος την δανείσθηκε να την ἰδῆ καί δεν την ἐπέστρεψε πίσω. ῎Ετσι χάθηκε αὐτό το μεγάλο ἀνεκτίμητο κειμήλιο τῆς Ἐκκλησίας μας.
Ἡ Κηδεία του διαβάσθηκε στον Εὐαγγελισμό τῆς Θεοτόκου. Ἡ Ἐκκλησία ἦταν ἐντός καί ἐκτός ἀσφυκτικά γεμάτη ἀπό κόσμο. Ἦταν παρόντες ὁ μητροπολίτης του, τῆς Κεντρώας Ἀφρικῆς σεβ. Τιμόθεος, ὅλοι οἱ Ἕλληνες, γύρω στούς 500, ὅλοι οἱ ντόπιοι χριστιανοί μας καί ἄνθρωποι ἀπό ἄλλες ἐκκλησίες πού τον ἐγνώριζαν. Ἐπίσης ἦλθαν καί ἐκπρόσωποι ταῶν Ἀρχῶν τοῦ Τόπου μας, ὁ Νομάρχης, ὁ Δήμαρχος, ὁ στρατηγός, ὁ εἰσαγγελέας καί ἄλλοι. Μετά την Λειτουργία τῆς Κυριακῆς, 29 τοῦ μηνός, ἀκολούθησε ἡ τελετή τῆς Κηδείας ἐν μέσω μοιρολογίων καί ἀλαλαγμῶν τοῦ γυναικείου ἰθαγενοῦς πληθυσμοῦ.
Κατόπιν το ἀπόγευμα τῆς ἰδίας ἡμέρας με ἐλικόπτερο τῆς ἑταιρείας τοῦ FOREST μεταφέρθηκε το σκήνωμά τοιυ στο Κολουέζι. Ἡ ἱεραποστολική Ἐκκλησία τοῦ ἁγίου Γεωργίου ἦταν μέσα καί ἔξω γεμάτη ἀπό χιλιάδεςς κόσμο, πού περίμεναν με ἀγωνία καί δάκρυα στα μάτια. Ὅταν πλησίασε το σκήνωμά του, ὁ γυναικεῖος κόσμος ἀναλύθηκε σε ἀλαλαγμούς καί ξεφωνητά. Δεν περιγράφεται με λόγιά το γεγονός. Τά 30 κορίτσια τοῦ οἰκοτροφείου του, πού λειτουργοῦσε στην Μονή τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου, ἔκλαιγαν ὅλα μαζί κρατώντας το καθένα κι ἀπό ἕνα κλαδί φοίνικος. Καί τον ἀποχαιρετοῦσαν. Τον πατέρα πού τά ἀγάπησε καί προσέφερε καί τήν ζωή καί το σῶμα του στην ἀφρικάνικη γῆ τους. Ἧταν δικός τους γιά πάντα. Ἄλλωστε γι᾿ αὐτά τά παιδιά ἦλθε. Ἐπάνω σ᾿ αὐτά ἔκτιζε το μέλλον τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως το ὁραματιζόταν. Τούς χάρισε σαν το πιο μονάκριβο καί πολυτιμώτατο δῶρο καί το ἴδο του το σῶμα. Σήμερα ἀναπαύεται ἔξω ἀπό την Ἐκκλησία τοῦ ἁγίου Γεωργίου τοῦ Κολουέζι. Με το καντηλάκι του πάντα ἀναμμένο, ὅπως ἀναμμένο ἦταν καί τό δικό του το καντήλι τῆς ἀγάπης του γιά τον Θεό καί τον ἄνθρωπο.
-Πάτερ Σεραφείμ, γνωρίζεις να μοῦ εἰπης διάφορα ἄλλα πράγματα ἤ σημεῖα πού ἔγιναν μετά την κοίμησί του;
-Ἐμφανίσθηκε στον ὕπνο μου μετά ἀπό 40 ἡμέρες καί μοῦ εἶπε: «Σεραφείμ, μη στενοχωριέσαι. Δεν πέθανα. Ἔλα μαζί μου να με ἰδῆς, πού εἶμαι. Μπῆκα μέσα στον τάφο του και τον βρῆκα να στέκεται δίπλα μου ὄρθιος….Μοῦ εἶπε: «Κύτταξέ με. Εἶμναι ἀναστημένος. Ἐγώ ἔπιασα το σῶμα το σῶμα του και ἐξεπλάγην διότι ἦταν μαλακό και ζεστό.
ὅ,τι δήποτε ποροβλήματα ἐμφανίζοντο στο σπίτι μου, ἐρχόταν τά βράδυα στον ὕπνο μου και με παρηγοροῦσε. Μοῦ ἔδινε κουράγιο με τις συμβουλές του.
Κάποια περίοδο δεν ερχόταν για πολύ διάστημα. Ἐγώ ἔκλαιγα και τον παρακαλοῦσα να μη με ἐγκαταλείψει. Ἦλθε στον ὕπνο μου μετά ἀπόι λίγες ἡμέρες και μοῦ εἶπε: «Δεν ἤμουν ἐδῶ στο Κογκό. Ἤμουν για ἄλλες δουλειές στην Χαλκιδική….
-Και ποῦ εἶναι, π. Δ. ἡ Χαλκιδική. Και τι ἔκανε ἐκεῖ ὁ π. Κοσμᾶς;
-Εἶναι ἐπαρχία ταῆς Μακεδονίας ταῆς Ἑλλάδος. Γιατί ἐπὴγε ἐκεῖ και ποιος τον ἐκάλεσε, δεν μπορῶ να ξέρω, π. Σεραφείμ.
Μετά ἐκεῖνος μοῦ εἶπε: Ἐάν κάνετε την μορφή μου, να μη βάλετε μαῦρο χρῶμα, διότι εἶμαι μέσα στο φῶς τοῦ Χριστοῦ.
Ἐπειδή ἀγαποῦσα τον Γέροντά μου π. Κοσμᾶ, ἔδωσα στα παιδιά μου τά ὀνόματα ταῶν μελῶν ταῆς οἰκογενείας του. Ἔτσι τά παιδιά μου σήμερα ἔχουν τά ὀνόματα: Δημήτριος (τοῦ πατέρα του το ὄνομα. Δέσποινα (τῆς μητέρας του), Σταυρούλα (τῆς ἀδερλφῆς του), Γεώργιος (τοῦ ἀδελφοῦ του) Κοσμᾶς (το δικό του ὄνομα) κλπ.
Τον Αὔγουστο τοῦ 1989, δηλ. 7 μῆνες μετά τον θάνατο τοῦ π. Κοσμᾶ, γεννήθηκε το τρίτο παιδί μου. Ἔπρεπε να το πᾶμε στην ἐκκλησία, μετά ἀπό 40 ἡμέρες νά διαβασθῆ. Και δεν ἤξερα τι ὄνομα να τοῦ δώσω. Ἐκείνη την νύκτα ἦλθε ὁ π. Κοσμᾶς και μοῦ εἶπε να τοῦ δώσω το ὄνομα τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ.
Ἀπό τότε πού ζοῦσε ὁ π. Κοσμᾶς κι ἐγώ τον βοηθοῦσα στις δουλειές του και στο Ἱερό Βῆμα, ὅταν λειτουργοῦσε, ἔπασχα ἀπό χρόνια βρογχίτιδα. Μοῦ ἔδινε χρήματα και ἀγόραζα φάρμακα. Μετά τον θάνατό του, ποιος τώρα θα με βοηθοῦσε;
Ἤμουν για διακοπές στην πατρίδα μου Κανυάμα. Μία νύκτα εἶδα στον ὕπνο μου ὅτι ἤμουν μέσα στην ἐκκλησία τοῦ ἁγίου Γεωργίου Κολουέζι, ἀνάμεσα στους ψάλτες. Ἐμφανίσθηκα δίπλα μου ὁ π. Κοσμᾶς και μοῦ εἶπε: «Βγάλε αὐτό το πουκάμισό σου». Πράγματι, εἶδα ὅτι το ἔβγαλα και ἦταν γεμᾶτο βρῶμα καί δυσωδία. Πραγματικά μύριζε πολύ ἄσχημα. Ἀπό τότε ἔγινα καλά, με τις εὐχές τοῦ μακαριστοῦ Γέροντά μου.
Ἔχω και μία ἄλλη ἀρρώστεια, ἀρρυθμίες στην καρδιά, ἡ ὁποία δεν θέλει να ὑποχωρήσει. Για να πάω σε γιαστρό να ἀγοράσω και φάρμακα, θέλω 100 δολλάρια. Και δεν τά ἔχω. Κάνω προσευχή στον π. Κοσμᾶ. Και ἀφοῦ ζῶ, πιστεύω ὅτι με κρατοῦν στην ζωή οἱ προσευχές τοῦ π. Κοσμᾶ.
-Πότε χειροτονήθηκες π. Σεραφείμ και ποῦ ὑπηρέτησες μέχρι τώρα;
-Χειροτονήθηκα με εὐλογία και πνευματική Συμμαρτυρία τοῦ π. Μελετίου, νῦν μητροπολίτου Κατάγκας, τῆς ἐπαρχίας, ὅπου ἀνήκω κι ἐγώ. Με χειροτόνησε ἐδῶ στην Ἑλληνική Κοινότητα τοῦ Λουμπουμπάσι ὁ κυρός μητροπολίτης Τιμόθεος Κοντομέρκος διάκονο το 2000 και ἱερέα το 2001. Με ἔστειλε σαν ἱερέα στην πατρίδα μου Κανυάμα, 800 χλμ. μακριά, ὅπου ἐργάσθηκα μέχρι τό 2008. Στο διάστημα αὐτό με συνεισφορές ταῶν Χριστιανῶν μας και δικές μου οἰκονομίες κτίσαμε γυμνάσιο, στο ὁποῖο φοιτοῦν τώρα περί τά 300 παιδιά. Κατόπιν ὁ νέος μητροπολίτης κ. Μελέτιος με ἀπέσπασε και με ἔφερε στον ναό τοῦ ἁγίου Στεφάνου στο Λουμπουμπασι, να ἀντικαταστήσω τον ὑπερήλικα ἱερέα π. Φίλιππο, ὁ ὁποῖος, ὅπως ξέρετε, κοιμήθηκε το 2016. Στην περιοχή ταῆς πόλεως , πού λέγεται Κασάπα, δημιουργήθηκε νέα ἐνορία. Κατασκευάσθηκε ἐκκλησία με λαμαρίνες προς τιμήν ταῆς ἁγίας μεγαλομάρτυρος Χριστίνας. Ἐκεῖ τοποθετήθηκα ἀπό το 2017. Μέχρι στιγμῆς ἔχουν βαπτισθῆ 8 οἰκογένειες. Ἔχω και ἀρκετούς κατηχουμένους, οἱ ὁποῖοι θα βαπτισθοῦν, ἄν θέλει ὁ Πανάγαθος Θεός, το Πάσχα τοῦ 2018. Ἐπίσης ἐκκλησιάζονται και παλαιοί χριστιανοί μας, οἱ ὁποῖοι λόγῳ ἀποστάσεως ἀπεκόπησαν ἀπό ἄλλες ὀρθόδοξες ἐνορίες τῶν ἰθαγενῶν χριστιανῶν μας και ἔρχονται στην νέα δική μου ἐνορία.
-Ποια εἶναι τά τελευταῖα σου λόγια για τον π. Κοσμᾶ, π. Σεραφείμ;
-Ἀντί να μοῦ ἀπαντήσει, μοῦ ἔδωσε μία ἐπιστολή πού ἔστειλε στον μακαριστό Γέροντα ταῆς Μονῆς μας, τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου, π. Γεώργιο. Την ἔγραψε και την ἔστειλε, 4 ἡμ.λερες μετά τον ἀδοκητο θάνατο τοῦ π. Κοσμᾶ, δηλ. την 3ην Φεβροιυαρλιου 1989.
Την παραθέτω ἐδῶ, ὅπως μοῦ την παρέδωσε:
ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΜΟΝΑΣΤΙΚΗ ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΑ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ-ΕΛΛΑΣ.
Λουμπουμπάσι 3 Φεβρουαρίου 1989.
Ἅγιε Καθηγούμενε, εὐλογεῖτε.
Με μεγάλη κατάπληξι προσέρχομαι κοντά σας και κοντά στην μοναστική Ἀδελφότητα ταῆς Μονῆς σας, τοῦ ὁσίου Γρηγορίου να σᾶς ἀπευθύνω με μεγάλη λύπη τά πιο θλιβερά συλλυπητήριά μου για την ἀπρόσμενη ἀπώλεια τοῦ πνευματικοῦ σας τέκνου και πνευματικοῦ μας πατρός, τοῦ ζηλωτοῦ σεβασμίου ἀρχιμανδρίτου Κοσμᾶ Γρηγοριάτου, τοῦ πρεσβευτοῦ τοῦ σωτηρίου μυνήματος στην Ἀφρική, στο Κογκό.
Μείναμε πνευματικῶς ὀρφανοί ἀπ᾿ αὐτή την πρόωρη ἀπώλεια, ἐκ μέσου τῶν δικῶν του τέκνων. Σ᾿αὐτό το σημεῖο ἑνωνόμεθα μαζί σας, μαζί με την Ἀδελφότητα τοῦ Ἁγίου Ὄρους γενικά και με την Ἀδελφότητα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου κυρίως για να αὐτοσυγκεντρωθοῦμε και προσευχηθοῦμε μετά ἀπ᾿ αὐτό το ἐπώδυνο συμβάν, πού ἀφήνει ἐμᾶς τους πιστούς Ὀρθοδόξους ταῆς Σιάμπα (ἐπαρχία Κατάγκας) σε βαθειά θλίψη.
Αἰωνία ἠ μνήμη τοῦ π. Κοσμᾶ!
Ἡ πίστη του, τά φιλάνθρωπικά και πνευματικά του ἔργα παραμένουν για ἐμᾶς παράδειγμα προς μίμησι στην χριστιανική μας ζωή, για τον ζαϊρινό (κογκολλέζικο) λαό, για τά δώδεκα χρόνια πού ὁ μάρτυς τοῦ Χριστοῦ δόθηκε ψυχῆ τε και σώματι για να κάνη γνωστό το θέλημα τοῦ Θε1ανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ στο ποίμνιό του, ταῶν Ἀφρικανῶν Ζαϊρινῶν.
Εἶναι νικητής τοῦ κακοῦ διά τοῦ καλοῦ, πρεσβευτής τοῦ καλοῦ μηνύματος στην Ἀφρική και στο Κογκό εἰδικώτερα.
Τά συλληπητήριά μου στον Γέροντα τοῦ π. Κοσμᾶ και στον ἀρχιεπίσκοπο πού τοῦ ἔδωσαν την εὐλογία και συμβουλές για να ἔλθη και ἐργασθῆ σκληρά για την χριστιανική ζωή τοῦ ἀφρικανοῦ, τοῦ ζαϊρινοῦ για την γνῶσι ταῆς ἀληθινῆς πίστεως.
Ὤ, πάτερ Κοσμᾶ, σκαπανέα τοῦ Χριστοῦ!
Ἄς προσευχηθοῦεμ κι ἐσεῖς κι ἐμεῖς στην Ἁγία και Ζωοποιό Τριάδα να χαρίση στην ψυχή του, στον ζηλωτή μάρτυρα τοῦ Θεοῦ, στον σεβάσμιο ἀρχιμανδρίτη Κοσμᾶ τόπον ἀναπααύσεως, χωρίς ὀδύνη και στεναγμούς, τόπον νμεταξύ ταῶν ἁγίων, στους κόλπους τοῦ Ἀβραάμ.
Τά συλληπητήρι΄σα μξου σε ὅλη την μοναστική Ἀδελφότητα ταῆς Μονῆς τοῦ ὁσίου Γρηγορίου.
Αἰωνία ἡ μνήμη τοῦ π. Κοσμᾶ!
Σεραφείμ Ἰλούνγκα.
Εἶμαι το ἐν Χριστῶ τέκνον τοῦ π.Κοσμᾶ, πού ἔζησα στο οἰκοτροφεῖο του στο Κολουέζι ἀπό το 1979 ἕως το 1987. Τώρα εἶμαι φοιτητής στο πανεπιστήμιο τοῦ Λουμπουμπάσι, για μεταπτυχιακές σπουδές οἰκονομικῶν ἐπιστημῶν.
Να προσεύχεσθε για μένα.
Π. Δαμασκηνός Γρηγοριάτης
Μέ τήν εὐλογία τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου
