Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2025

Περί τών επτά αιτιών τής άμαρτίας.

«Πνευματική φαρέτρα τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ»

Ὑπό Ρουμάνου Γέροντος π. Κλεόπα Ἠλίε

«Αύτός πού νικά τίς εμπαθείς φαντασίες καί τίς ένέργειες πού προέρχονται άπ' αυτές, εύκολα καί τίς ξεπερνά» (Αγιος Μάξιμος ό Όμολογητής)

«Οταν ἡ ψυχή δέν λάβη δοκιμήν τών πραγμάτων τότε ἡ νίκη θέλει γίνει άνευ τίνος άγώνος» ("Αγιος Ισαάκ ό Σῦρος)

Πατέρες καί άδελφοί,

Ενας άπό τούς θείους Πατέρες μάς διδάσκει λέγον­τας: Τά ρήματα τῆς Θείας Γραφῆς μέ τήν πράξι διάβασε καί μή φλυαρῆς ἀσχολούμενος μέ υπερηφάνεια στά ψιλά νοήματά της (Άγ. Μάρκος Ασκητής). Αλήθεια είναι, ό­τι οἱ θεῖοι Πατέρες έτσι εργάσθηκαν καί μέ τό έργο έτίμησαν τίς "Ἅγιες Γραφές" ἤ άλλοιώς νά ειπώ: μέ τά άληθινά έργα τους έτίμησαν τίς "Ἅγιες Γραφές καί μέ τό έργο τής άναγνώσεως αύτών έκήρυξαν τίς άρετές. Ένώ έγώ ό άμαρτωλός καί φίλαυτος σ' όλη τήν μέχρι τώρα ζωή μου ή­μουν ξένος καί φτωχός άπό κάθε άγαθό έργο καί μόνο μέ τήν φαντασία μου γιά τήν έννοια τών άρετών έτρεφόμουν, λόγῳ άναισθησίας μου γιά τά καλά έργα. Παρηγοριέμαι όμως μέ τήν ελπίδα ότι θά βοηθηθώ καί έγώ άπό έκείνους πού θά άκούσουν τά λεγόμενά μου γιά νά βάλω καλή άρχή, κατά τήν δύναμί μου, καί άκολουθήσω αύτούς πού μέ μεγάλο ζήλο εργάζονται καί μέ τήν σιωπή κηρύττουν τήν σωτηρία στούς άλλους.

Ιδού λοιπόν ήλθε ή ώρα νά πούμε ποιός θά είναι ό λόγος μας σήμερα: Επειδή «πειρατήριον έστιν ό βίος τού άνθρώπου έπί τής γής» (Ίώβ 7,1) καί έπειδή κάθε νίκη τής ψυχής κατά τής άμαρτίας άρχίζει μέ τήν έκκοπή τών αιτιών καί δελεασμάτων τά όποια έμφανίζονται, σκέφθη­κα ότι στά έπόμενα εἶναι καλόν έν συντομία νά παρου­σιάσω στήν άγάπη σας γιά τίς έπτά κυριώτερες αιτίες τής άμαρτίας.

1. Πρώτη αιτία τής άμαρτίας άναφέρεται στό πρό­σωπο: δηλ. Ποιός είναι εκείνος πού έκανε τήν άμαρτία; Αύτός ό «κάποιος» είναι πρόσωπο τό όποιο είτε μένει μό­νο του συντηρούμενο άπό ένα άλλο είτε είναι συνδεδεμέ­νο μέ κάποιο άλλο, πράγμα τό όποιο συνήθως εύρίσκεται σέ 4 είδη:

Κατά τήν φύσι' όπως ό πατέρας μέ τό παιδί του,

κατά συμβεβηκός όπως ό άρχιερεύς, ό βασιλεύς, ό ήγεμών καί γενικά κάθε άρχοντας ἤ προεστώς τοῦ λαοῦ στόν όποιο ό λαός ύποτάσσεται,

κατά τήν θέλησι, όπως ό φίλος μέ τόν φίλο του,

κατά τό έπάγγελμα, όπως ό δάσκαλος ἤ ό μάστο­ρας μέ τούς μαθητές τους.

Σ' αύτή τήν αιτία, μέ τήν έρώτησι: Ποιός; πρέπει νά ύπολογίζεται καί ή ἰδιότης αυτού δηλ. είναι μοναχός, φιλόσοφος κ.λ.π.,κατόπιν κρίνεται ἡ ηλικία" είναι δηλαδή παιδί, νέος ή γέρος. Καί μέ συντομία αύτή ή έρώτησις καί αιτία, «Ποιός» άναφέρεται σ' όλη τήν κατάστασι τήν ό­ποία έχει ό κάθε άνθρωπος δηλ. εύφυΐας, πνευματικής ἤ σωματικής εύρρωστίας, κοσμικής ἤ θρησκευτικής κατα­στάσεως κ.λ.π. Επίσης σ' αύτή τήν αιτία νά λαμβάνεται ύπ' όψιν καί τό πρόσωπο μέ τό όποιο άμάρτησε, σ' αύτόν πού τό εξομολογήθηκε, εΐναι δηλ. αύτό ιερεύς, λαϊκός κ.λ.π.

Κατόπιν μέ αύτή τήν αιτία: «Ποιός»; έξετάζεται ό αμαρτωλός έάν ή άμαρτία του είναι μεγάλη ή μικρή καί ποιά θέσι κατέχει στήν κοινωνία διότι μεγαλύτερο είναι έ­να σφάλμα γιά τόν άρχιερέα, τόν ιερέα, τόν βασιλέα ἤ τόν άρχοντα, λόγω τοῦ κακοῦ παραδείγματος πού δίνει στόν λαό του, παρά τό σφάλμα πού έκανε ένας ύπήκοος αύτών. Αύτό τονίζει καί ό άγιος Ισίδωρος Πηλουσιώτης, ό­ταν λέγη: «Μεγαλύτερο είναι τό άμάρτημα τοῦ ιερέως πα­ρά τοῦ λαϊκοῦ όχι κατά τήν φύσι τοῦ άμαρτήματος άλλά κατά τό άξίωμα πού κατέχει». Επίσης τό ἴδιο περισσότε­ρο σφάλει ένα παιδί τό όποιο λυπεί τούς γονείς του ἤ ό μα­θητής τόν δάσκαλο του ή τόν μάστορά του παρά όταν στενοχωρήση οποιονδήποτε ξένον άνθρωπο. Ομοίως περισσότερο άμαρτάνει ένας μοναχός, ένας φιλόσοφος ἤ έ­νας γέρος, όταν κάνη τό κακό δημοσίως άπό έναν λαϊκό ἤ άγράμματο ἤ ένα νέο.

Ας ποῦμε ένα παράδειγμα μ' αύτή τήν έννοια: Ενας βασιλεύς έπήγε κάποτε σ' ένα Πνευματικό νά έξομολογηθή. Αύτός ήταν έμπειρος Πνευματικός καί άφοΰ ό βασι­λεύς έξωμολογήθηκε όλες τίς άμαρτίες του καί στό τέλος είπε ότι δέν έχει άλλο τίποτε νά προσθέση, τότε ό έξομολόγος τόν ρώτησε:

«Πώς συμβαίνει αύτό, βασιλεῦ, ότι έτελείωσες τήν έξομολόγησι; Ό Βασιλεύς τού είπε:

«Ναί πάτερ τελείωσα». Τότε ό Πνευματικός τού εί­πε:

«Νά γνωρίζης ότι μόλις μέχρι τώρα είπες τά άμαρτήματα τού Αλεξίου  διότι έτσι εκαλεῖτο ό βασιλεύς  καί άπό τώρα σέ παρακαλώ νά μοῦ πής καί τά σφάλματα τοῦ βασιλέως».

Μέ τά λόγια αύτά ήθελε νά δείξη ότι ένας άρχοντας δέν πρέπει νά έξομολογήται, όπως ένας συνηθισμένος άν­θρωπος, οϋτε νά έξομολογήται στόν τυχόντα Πνευματι­κό. Εκτός άπό τίς άμαρτίες του πού έκανε ώς άνθρωπος πρέπει νά έξομολογηθή καί τί έλεημοσύνες ἤ φιλάνθρωπα έργα μπορούσε νά κάνη στόν λαό του ώς ήγεμών αύτο καί δέν τά έκανε καί πόσα κακά έγιναν στούς ύπηκόους έξ αιτίας τοῦ έσφαλμένου τρόπου κυβερνήσεως του γιά τά ό­ποια βεβαίως θά δώση λεπτομερή απολογία ένώπιον τοῦ Θεοῦ. Συνεπώς λοιπόν, κάθε Πνευματικός έχει καθήκον νά έξομολογή αύτούς πού έχουν κοινωνικά ή έκκλησιαστικά αξιώματα, σύμφωνα μέ αύτό τό παράδειγμα.

Ή δεύτερη έρώτησις στήν σειρά τών αιτιών εἶναι: Ποιά είναι ἡ άμαρτία; Μέ αύτή τήν έρώτησι διαπιστώνου­με έάν αύτή εΐναι μεγάλη ή μικρή. Διότι έπί παραδείγμα­τι, τά θανάσιμα άμαρτήματα είναι βαρύτερα άπό τά άλλα τά ευκόλως συγχωρούμενα καί πάλι μεταξύ τών θανασίμων ό φόνος είναι μεγαλύτερο κακό άπό ό,τι είναι ή κλο­πή, ένώ περισσότερο άπό όλα τά βαρύτερα είναι ἡ άρνησις τοῦ Θεοῦ καί ἡ ειδωλική λατρεία. Επίσης σ' αύτή τήν κατηγορία ύπάγονται καί εξετάζονται ώς άμαρτίες αύτά τά έργα πού μπορούσαμε νά κάνουμε, νά ποῦμε ἤ νά σκε­φθούμε καί δέν τά έκάναμε, δέν τά είπαμε ἤ δέν τά σκε­φθήκαμε. Επίσης πόσες κακίες πού κάναμε μέ τόν λόγο καί τό έργο, ένώ μπορούσαμε νά τίς άποφύγουμε καί ό­μως δέν τό έκάναμε.

Μέ τήν έρώτησι: «Ποιά είναι ή άμαρτία;» έξετάζεται ή μορφή τής άμαρτίας ή όποία έγινε μέ τό έργο, τόν λόγο ή μέ τήν σκέψι. Όμοίως έξετάζεται τί είδους ήταν ή ά­μαρτία πού διαπράχθηκε. Έάν έγινε μέ τήν σκέψι δηλ. ύπερήφανος λογισμός, αἵρεσις ή βλασφημία. Επίσης καί ποιός ήταν ό βαθμός τής άμαρτίας δηλ. προσβολή (έπίθεσις) συνομωσία ή συμφωνία κ.λ.π.

Ή τρίτη έρώτησις εἶναι: «Γιατί;» Διότι όταν έξετάζουμε γιατί άμάρτησε ό άνθρωπος προστίθεται ή ἀφαιρεῖται ό βαθμός βαρύτητος τής άμαρτίας. Έφόνευσε κά­ποιος ένα νέο γιά νά λύτρωση τήν πολιτεία άπό τήν τυ­ραννία του ή έκλεψε γιά νά έλεήση τούς φτωχούς ή έκτύπησε ένα κακοποιό γιά νά γλυτώση κάποια παρθένο την όποία έβίαζε γιά τήν διάπραξι άμαρτίας. Λιγώτερη βαρύ­τητα ενοχής έχουν όλα αύτά γι' αύτόν πού θά φονεύση, θά κλέψη ή θά κτυπήση κάποιον γιά τούς διαφόρους κακούς σκοπούς του.

Μέ λίγα λόγια, κάθε έργο καί άμαρτία κρίνεται άπό τούς άλλους καί ιδιαίτερα εξαρτάται άπό τόν σκοπό γιά τόν όποιο γίνεται. Ό άγιος Μάξιμος ό Όμολογητής τονί­ζει ότι ό Θεός ζητά τόν σκοπό όλων τών τελουμένων έρ­γων μας γιά νά βλέπη έάν τά κάνουμε γιά τό "Ονομά Του ή γιά άλλες άνθρώπινες επιδιώξεις. Καί σέ άλλο κεφάλαιο ομοίως λέγει ότι οί δαίμονες δέν μισούν οὔτε τήν τελειότητα τής σοφίας, οϋτε φοβούνται τήν νηστεία, ή τήν δια μοίρασι χρημάτων στούς φτωχούς ή τήν φιλοξενία στούς ξένους ή τήν ψαλμωδία τών ψαλμών καί όλα τά άλλα μέ τά όποια άπαρτίζεται ή έν Χριστῷ ζωή, άλλά ένδιαφέρον ται μόνο έάν ό χρόνος, οί αιτίες ή οί σκοποί άποβλέπουν στό δικό τους συμφέρον καί γίνονται κατά τήν θέλησί τους.

Ή τετάρτη αιτία τής άμαρτίας άπαντά στήν έρώτη­σι: «Μέ τί μέσον έγινε ή άμαρτία;» Τό μέσον μέ τό όποιο γίνεται ή άμαρτία αύξάνει ή έλαττώνει τήν ένοχή τοϋ άν­θρώπου. Σάν παράδειγμα, αύτός πού θά άμαρτήση μέ γνώσι τής άμαρτίας ή προμελετώντας στό νοϋ του τό κα­κό είτε άπό προτροπή το πονηρο εΐτε έκ τής θελήσεως του, άμαρτάνει βαρύτερα άπό έκεῖνον πού αμάρτησε έξ άγνοιας του, χωρίς τήν θέλησί του, χωρίς προμελέτη το κακού, άλλά κατά κακή σύμπτωσι ή άπό έλαφρότητα το νο καί απλότητα. Εξετάζοντας τό μέσον μέ τό ό­ποιο έγινε ή άμαρτία νά λάβουμε ύπ' όψιν καί τό εργαλείο μέ τήν βοήθεια το όποιου άμάρτησε κάποιος. Παραδείγ­ματος χάριν: Έσκότωσε κάποιον μέ τό ρόπαλο ή μέ τό μαχαίρι ή μέ τήν βοήθεια άλλων άνθρώπων έκανε τήν ά­μαρτία έκείνη.

Ή πέμπτη αιτία τής άμαρτίας άπαντά στήν έρώτησι «τί καιρό έγινε ή άμαρτία;» Ό καιρός στόν όποιο έγινε μιά άμαρτία έπαυξάνει ή όλιγοστεύει τό βάρος ενοχής τής άμαρτίας. Παραδείγματος χάριν: Έάν κάποιος σέ περίο­δο πείνας έκλεψε ψωμί ή σιτάρι, τότε άμαρτάνει λιγώτε ρο άπό εκείνον πού έκλεψε αύτά, χωρίς νά έχει κάποια παρόμοια άνάγκη. Αύτοί πού άμαρτάνουν μετά τόν Νόμο τής Χάριτος, είναι περισσότερο ένοχοι άπ' αύτούς πού έ­ζησαν κατά τήν διάρκεια το νόμου τής Παλαιάς Διαθή­κης. Οἱ γυναίκες, πού παίρνουν θανάσιμα βότανα κατά τήν περίοδο τής έγκυμοσυνης τους, άμαρτάνουν βαρύτε­ρα άπό εκείνες πού τά παίρνουν πρό τής κυοφορίας το έμβρύου. Καί όλα τά άλλα άμαρτήματα έξετάζονται κα­τά τόν ίδιο τρόπο.

Ή έκτη έρώτησις στά αίτια τής άμαρτίας είναι: «Σέ ποιόν τόπο;» Καί αύτή ή αιτία ομοίως έπαυξάνει ή ελατ­τώνει τό βάρος τής άμαρτίας διότι έξαρτάται άπό τόν τό­πο στόν οποίο έγινε ή άμαρτία. Ενα παράδειγμα: βαρύ­τερα άμαρτάνει αύτός πού θά σκοτώση ή θά κλέψη μέσα στήν έκκλησία άπό έκείνον πού θά κάνη αύτά σ' ένα σπί­τι. Διότι αύτός πού έκανε αύτά μέσα στήν Έκκλησία α­μάρτησε διπλά κάνοντας στόν ίδιο χρόνο φόνο καί κλο­πή άπό άγιο Οίκο πού φανερώνει άσέβεια στόν Θεό καί άπιστία. Αύτός πού άμάρτησε στήν έρημο, σ' ένα μονα­στήρι ή σ' ένα φανερό τόπο άμαρτάνει βαρύτερα άπό ε­κείνον πού άμάρτησε μέσα στόν κόσμο, στήν πολιτεία ή σέ άπόκρυφο μέρος. Γι' αύτά εδώ ό άγιος Ιωάννης ό Χρυσόστομος λέγει τά έξής: "Οταν κάποιος άμαρτήση κρυφά καί δέν σκανδαλίση κανέναν, θά κολασθή λιγώτερο έν συγκρίσει μέ άλλες μικρότερες άμαρτίες πού έκανε στά φανερά καί έσκανδάλισε άλλους, γιά τίς όποιες θά τιμωρηθή περισσότερο.

Ή έβδομη αιτία άμαρτίας είναι ή ποσότης τών άμαρτιών, δηλ. «πόσες φορές κάποιος άμάρτησε;» άπό τίς ο­ποίες κρίνεται καί τό βάρος ενοχής. Διότι αύτός πού μιά ή δυό φορές άμάρτησε, λιγώτερο δικάζεται άπό έκείνον πού έκανε τήν ίδια άμαρτία περισσότερες φορές. Άκόμη καί ό Ιερός Χρυσόστομος στόν 38 λόγο του, το κατά Ίωάννην Εύαγγελίου, θέλοντας νά δείξη ότι θά τιμωρηθον σκληρότερα αύτοί πού πέφτουν συχνά στήν ίδια ά­μαρτία, λέγει τά έξής: «"Οτι θά τιμωρηθούν καί γιά τίς προηγούμενες άμαρτίες τους έστω καί νά πέσουν στήν ί­δια άμαρτία γιά τήν όποία θά ύποστοῦν σκληρές τιμωρίες». Καί άφο οι άνθρωποι χορτάσουν τήν άμαρτία σάν νερό καί ξεχάσουν πόσα ποτήρια ήπιαν ή όπως λέγη ό Ίώβ «έβδελυγμένος καί άκάθαρτος άνήρ, πίνων άδικίας ίσα ποτώ» (Ίώβ 15,16),γι' αύτό οί έμπειροι στά πνευματι­κά γιά νά βρον εύκολώτερα τόν άριθμό τών άμαρτιών πρέπει νά ρωτούν τόν μετανοοντα κατ' άρχήν έπί πόσο καιρό έκανε τήν άμαρτία, κατόπιν πόσες φορές έπεσε τήν εβδομάδα ή τόν μήνα καί άφο μάθει αύτά νά άποφαίνεται κατόπιν, όσο θά είναι δυνατόν, τόν άριθμό τών άμαρτιών. Διότι σέ παρόμοια περίστασι καί ό Κύριος ρώ­τησε τόν πατέρα το δαιμονισμένου: «πόσος χρόνος ε­στίν ώς τοῦτο γέγονεν αύτώ;». Καί έκείνος είπε: «παιδιόθεν» (Μαρ. 9,21). Καί έπειδή δέν έφθανε μόνο αύτό, έφανέρωσε κατόπιν καί τήν κατάστασι το δαιμονισμένου λέγοντας: «Καί πολλάκις αύτόν καί εις πρ έβαλε καί εις ύδατα, ίνα άπολέση αύτόν».

Άκόμη καί αύτό είναι άνάγκη νά γνωρίζη ό Πνευμα­τικός: "Οταν έξομολογή άνθρώπους, οί όποιοι άπό έντρο­πή δέν θά ειπούν πόσες φορές άμάρτησαν, πρέπει νά τούς έρωτήση έάν έκαμαν τήν άμαρτία σέ μιά μεγάλη άριθμητική ποσότητα, δηλ. χίλιες ή δυό χιλιάδες φορές' διότι ό­ταν άκούση τέτοια μεγάλα νούμερα ό έξομολογούμενος, άμέσως θά άντιδράση καί έτσι εύκολα θά συγκατέβη νά είπή τόν ανάλογο άριθμό, παρά νά τόν ρωτήση έάν έκανε τήν άμαρτία καί πόσες φορές.

Εκτός άπ' αύτές τίς άνωτέρω έπτά αιτίες τής αμαρ­τίας είναι καλό ό Πνευματικός νά έξετάζη τόσο τήν προηγούμενη άμαρτωλή ζωή όσο καί τήν παροϋσα το έξομολογουμένου σύμφωνα μέ τούς 37ο καί 7ο κανόνες τής έν Άγκύρα συνόδου ώς καί τόν 2ον Νεοκαισαρείας, διότι όλιγώτερο έπιτίμιο έχει αύτός πού είχε παλαιότερα αμαρτωλή ζωή συνυφασμένη μέ καλά έργα παρά εκείνος πού πέρασε όλη τήν ζωή του περιφρονητικά πρός τό Θείο θέλημα. Τό ίδιο ισχύει καί γι' αύτόν πού θά διακόψη τήν άμαρτία προτού έξομολογηθή άπό εκείνον πού θά τήν δα μάση μετά τήν έξομολόγησι. Τό ίδιο καί μ' αύτόν πού μό­νος του έτρεξε νά έξομολογηθή άπό έκείνον πού άποκαλύφθηκε καί πιέσθηκε νά ύπάγη γιά έξομολόγησι άπό τόν φόβο το θανάτου. "Η αύτός πού μετά τήν άμαρτία εξο­μολογήθηκε άπό έκείνον πού καθόλου δέν έξωμολογήθη κε.

Γι' αύτό καί ό άγιος Ισίδωρος Πηλουσιώτης λέγει: «Στίς άμαρτίες όχι μόνο τόν τρόπο τής άμαρτίας νά έρευνήσης άλλά καί τόν νο αύτο πού άμαρτάνει, τό άξίωμα, τόν καιρό, τό μέσον καί τήν άφορμή.

Επίσης έξέταζε τόν άμαρτάνοντα, έάν είχε, λόγῳ τής άμαρτίας, καρδιακό πόνο, έάν επέμενε κάνοντας αύ­τήν, έάν μεταμελήθηκε ή έάν έτέλεσε τήν άμαρτία κατά συμβεβηκός ή έξ άπάτης ή έκ προθέσεως ή άπό κακή συ­νήθεια. Καί άλλα πολλά είναι αύτά μέ τά όποία γίνεται αύτή ή έξέτασις.

Ιδού, Πατέρες καί άδελφοί, ότι μέχρι έδώ σάς έμίλησα γιά τίς έπτά αιτίες καί άφορμές τής άμαρτίας μέ τίς ο­ποίες πρέπει νά έξετάζουν οί Πνευματικοί Πατέρες αύ­τούς πού μετανοούν καί έρχονται στήν έξομολόγησι, ώ­στε νά κάνουν μία άληθινή έξομολόγησι καί όλους, όσοι τρέχουν σ' αύτούς, ωσάν έμπειροι γιατροί, νά θεραπεύ­σουν τίς πληγές τους πού προκάλεσε ή άμαρτία στήν συ νείδησί τους.

Μέ αύτά τά λίγα τελειώνω τόν ταπεινό μου λόγο καί σάς παρακαλώ όλους νά μέ συγχωρήσετε, διότι ίσως νά σάς προξένησα άνία καί πλήξι μέ τά τόσα λόγια μου.

Τό έλεος το Κυρίου καί Θεο καί Σωτήρος ήμών Ίησο Χριστο καί ή χάρις τών ισχυρών πρεσβειών τής Παναγίας Μητρός Του νά βοηθήσουν καί μένα τόν άμαρτωλό καί όλους τούς άκροατές αύτο το λόγου μου, νά μή ξεχάσουμε αύτά καί κατά τήν δύναμί μας νά τά έφαρμό σουμε στήν ζωή μας. Αμήν.

Μετάφρασις ἀπό τά ρουμανικά π. Δαμασκηνός Γρηγοριάτης

Μέ τήν εὐλογία τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου