Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2025

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Νουθεσίες: γ΄. Πρός λα­ϊ­κούς α’

 γ΄. Πρός λα­ϊ­κούς

     Μήν ἔ­χης ἐμ­πι­στο­σύ­νη στόν κό­σμο. Πρό­σε­χε τίς συ­να­να­στρο­φές…».

­   «Μήν ἀ­κού­σης πο­τέ τί λέ­ει ὁ κό­σμος. Μπαίνουν πει­ρα­σμοί. Ἄν­θρω­ποι εἴ­με­θα. Ὁ δι­ά­βο­λος ἔχει πολλά πο­δά­ρια, πα­νουρ­γί­ες, πα­γί­δες. Ὅ­λα νά ἀν­τι­με­τω­πί­ζων­ται μέ­σα στόν γά­μο μέ ἀ­γά­πη, πρα­ό­τη­τα, ὑ­πο­μο­νή. Πί­στη στόν Θε­ό καί προ­σευ­χή καί ὅ­λα θά πη­γαί­νουν κα­τά Θε­όν. Με­τα­ξύ σας (μέ τόν σύ­ζυ­γο) νά ὑ­πάρ­χη κλί­μα ἀ­πό­λυ­της ἐμ­πι­στο­σύ­νης καί εἰ­λι­κρί­νειας. Μήν ἀ­φή­νης κά­τι μέ­σα σου, για­τί αὐ­τό με­τά θά σέ πνί­ξη. Μήν ἀ­φή­νης τούς λο­γισμούς νά ἐμ­φω­λεύ­ουν μέ­σα σου, εἶ­ναι ὄ­φεις. Ἡ ἀ­γά­πη ὅ­λα τά σκε­πά­ζει. Μέ προ­σο­χή, δι­ά­κρι­ση, λε­πτό­τη­τα καί ἀ­πέ­ναν­τι στόν κό­σμο καί με­τα­ξύ σας. Ἂν ἔ­χε­τε κά­τι με­τα­ξύ σας, μήν τό λέ­τε σέ τρί­τους. Ἡ προ­σο­χή καί ἡ προ­σευ­χή ὅ­λα τά δι­ορ­θώ­νουν, ὅ­λα τά κά­νουν κα­λά. Νά ζοῦ­με μέ σω­φρο­σύ­νη, νη­στεῖ­ες, ἀ­πο­χή σαρ­κι­κῶν ἐ­πι­θυ­μι­ῶν».

     Κό­ρη Ἱ­ε­ρέ­ως πέ­ρα­σε τόν συ­νή­θη πει­ρα­σμό τῆς ἐ­φη­βεί­ας γι­ά τό παν­τε­λό­νι. Οἱ γο­νεῖς τῆς εἶ­παν πολλά, συ­ζή­τη­σαν, τήν συμ­βού­λευ­σαν καί οἱ δυ­ό, αὐ­τή ὅ­μως ἐ­πέ­με­νε. Τό­τε τῆς εἶ­παν: «Ἐ­μεῖς δέν ἔ­χο­με νά προ­σθέ­σω­με τί­πο­τε ἄλ­λο. Ἄν θέ­λης, ὅ­μως, νά συ­ζη­τή­σης τό θέ­μα μέ τόν Γέ­ρον­τα καί νά κά­νω­με ὅ­λοι μας ὑ­πα­κο­ή σέ ὅ,τι πῆ ἐ­κεῖ­νος». Πῆ­γε, λοι­πόν, κι ὅ­ταν βγῆ­κε, εἶ­χε χα­λα­ρώ­σει τε­λεί­ως. Ὁ Γέ­ρον­τας τῆς εἶ­πε: «Κα­λό μου παι­δί, αὐ­τό δέν τό θέ­λει ὁ Θε­ός γι­ά τίς γυ­ναῖ­κες. Δέν σκέ­πτε­σαι ὅ­τι εἶ­σαι παι­δί ἱ­ε­ρέ­ως, καί ἂν τό κά­νης ἐ­σύ, θά σέ μι­μη­θοῦν κι ἄλ­λες κο­πέλ­λες; Δέν σκέ­πτε­σαι τόν πα­τέ­ρα σου; Πῶς θά μι­λή­ση γι᾽ αὐ­τό τό θέ­μα στίς γυ­ναῖ­κες;». Τά λό­για του εἶ­χαν τήν ζε­στα­σιά καί τήν εὐ­ω­δί­α τῆς προ­σευ­χό­με­νης καρ­δί­ας, γι᾽ αὐ­τό ἀλ­λοί­ω­ναν τούς ἀν­θρώ­πους.

     «Πολ­λές φο­ρές λέ­νε (κα­τη­γο­ρί­ες) γι­ά τούς Ἱ­ερεῖς. (Ἀλλά) καί οἱ πα­πᾶ­δες ἄν­θρω­ποι εἶ­ναι. Μπο­ρεῖ ἕνας ἄν­θρω­πος (νά) ἔ­σφα­λε στήν ζω­ή του, δέν φταῖ­νε καί ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι. (Καί ἕ­νας πα­πάς μπορεῖ νά ἔσφαλε, δέν φταῖ­νε ὅ­λοι οἱ πα­πᾶ­δες). Ἀλ­λά ”μὴν κρί­νε­τε­ ” λέ­γει ὁ Χρι­στός ”ἵνα μὴ κρι­θῆ­τε­”, δι­ό­τι μέ τό μέ­τρο πού κρί­νο­με θά κρι­θοῦ­με μι­ά μέ­ρα. Ποι­οί εἴ­μα­στε πού θά κρί­νω­με; Νά κά­νω­με προ­σευ­χή νά φω­τί­ζη ὁ Θεός τόν κά­θε ἄν­θρω­πο. Ὅ­σο μπο­ροῦ­με νά συγ­χω­ροῦμε».

    «Νά κά­νε­τε πάν­το­τε προ­σευ­χή καί νά ᾽χε­τε πάντα τήν ἐλ­πί­δα στόν Θε­ό. Θά σᾶς βο­η­θή­ση ἡ Χά­ρις τῆς Πα­να­γί­ας, τοῦ ὁ­σί­ου Δαυ­ΐδ καί τοῦ ἁ­γί­ου Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Ρώσ­σου. Γι­ά ὅ­λο τόν κό­σμο κά­νο­με προσευ­χές καί οἱ προ­σευ­χές στη­ρί­ζουν».

     «Τό ψω­μά­κι μας νά βγά­ζω­με καί ὅ­που νά εἶ­ναι (ἀρ­κεῖ νά ἐρ­γα­ζώ­μα­στε). Τά παι­διὰ τῶν πρω­τοπλά­στων, ὁ ἕ­νας ἦ­ταν γε­ωρ­γός καί ὁ ἄλ­λος ποι­μέ­νας. Ὅ­λα τά ἐ­παγ­γέλ­μα­τα κα­λά εἶ­ναι, μό­νο νά εἴ­μα­στε κον­τά στόν Θε­ό. Καί ὁ Ἀπ. Παῦ­λος γι­ά νά μή τό φάη, μέ συγ­χω­ρεῖ­τε, δω­ρε­άν τό ψω­μί ἀ­πό κα­νέ­να ἄνθρωπο, ἐρ­γα­ζό­ταν μέ τά χέ­ρια. Ἔ­φτεια­χνε σκη­νές. Λοι­πόν καί αὐ­τοί οἱ με­γά­λοι Ἅ­γιοι τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας καί αὐ­τοί ἐρ­γα­ζόν­τα­νε. Ὁ ἴ­διος ὁ Χριστός μας, καί ἐ­κεῖ­νος ἐρ­γα­ζό­τα­νε στό μα­ραγ­κού­δι­κο. Καί κεῖ­νος ἦ­ταν Θε­ός καί ἄν­θρω­πος ἀλ­λά καί κεῖ­νος ἐργά­σθη­κε. Πάν­το­τε ἡ ἐρ­γα­σί­α εἶ­ναι ἀ­ρε­τή στόν ἄν­θρω­πο».

     «Λέ­ω ὅ­τι ἡ νη­στεί­α ὠ­φε­λεῖ τόν ἄν­θρω­πο καί στήν ψυ­χή καί στό σῶ­μα. Πρέ­πει καί νη­στεῖ­ες νά τη­ρή­σε­τε, ἂν ἔ­χε­τε ὑ­γεί­α, τό κα­τά δύ­να­μη μέ τήν ἄ­δεια τοῦ για­τροῦ, ἀλ­λά καί μέ τήν ἐν­το­λή τοῦ Πνευ­μα­τι­κοῦ. Ὅ­λα (νά) γί­νων­ται μέ πολ­λή δι­ά­κρι­ση καί προ­σευ­χή. Ἰ­δι­αι­τέ­ρως νά προ­σεύ­χε­σθε, νά ἀ­γω­νί­ζε­σθε τόν ἀ­γώ­να τόν κα­λόν, δι­ό­τι ὁ δι­ά­βο­λος γυ­ρί­ζει ὡς λέ­ων ὠ­ρυ­ό­με­νος».

     «Δέν ξέ­ρο­με τήν ἡ­μέ­ρα, οὐ­δέ καί τήν ὥ­ρα. Γι᾽ αὐ­τό, ἐ­πει­δή εἴ­μα­στε προ­σω­ρι­νοί ἄν­θρω­ποι, ἂς φρον­τί­ζω­με γι­ά τήν ψυ­χή μας, πού εἶ­ναι πρᾶγ­μα ἀ­θά­να­το. Πε­θαί­νουν οἱ ἄν­θρω­ποι, ἀλ­λά πῶς πε­θαίνουν;

­Πε­θαί­νο­με, ἀλ­λά νά εἴ­μα­στε κον­τά στόν Χρι­στό. Νά ἀ­γω­νι­ζώ­μα­στε μέ προ­σευ­χή, μέ ἀ­γά­πη». 

«Παι­δι­ά μου, σή­με­ρα οἱ και­ροί εἶ­ναι δύ­σκο­λοι, οἱ ἡ­μέ­ρες πο­νη­ρές. Γι᾽ αὐ­τό, ν᾽ ἀ­γω­νι­ζώ­μα­στε. Ἄν    δέν ἀ­γω­νι­ζώ­μα­στε, πῶς θά σω­θοῦ­με;».

«Ἀ­γώ­νας, προ­σευ­χή, πί­στη. Νά ᾽­χου­με ταπείνω-ση, σε­μνό­τη­τα, τι­μι­ό­τη­τα».

 «Ἡ δύ­να­μη τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι πο­λύ με­γά­λη. Ἡ προσευ­χή, πάν­τα κά­νει κα­λό».

«Ὅ,­τι κά­νομε, νά τό κά­νω­με γι­ά τόν Θε­ό καί ὄ­χι γι­ά τήν κε­νο­δο­ξί­α».

«Ὁ Θε­ός δέ­χε­ται τήν λί­γη νη­στεί­α πού γί­νε­ται μέ τα­πεί­νω­ση».

«Νά ἔ­χης τήν ἐλ­πί­δα σου στόν Θε­ό. ”Ὁ ἄ­νω­θεν Κύ­ψας βλέ­πει­”. Ἐ­μεῖς θά κά­νωμε τό ἀν­θρώ­πι­νο, τήν προ­σπά­θει­α».

«Ὅ­ταν ἐ­ξο­μο­λο­γῶ, κά­νω προ­σευ­χή νά κρατάω τά κα­λά καί τά ἄ­σχη­μα νά τά δι­ώ­χνω. Ἄν ἀ­κοῦ­με κά­τι ἄ­σχη­μο, ἀ­μέ­σως νά τό δι­ώ­χνω­με· ἀ­πό τό ἕ­να αὐ­τί νά μπαί­νουν (τά ἄσχημα) καί ἀ­πό τό ἄλ­λο νά βγα­ί­νουν».

«Νά ζοῦ­με πνευ­μα­τι­κή ζωή, νά ὑ­πα­κο­ύ­ω­με στόν Πνευ­μα­τι­κό, νά ἐ­ξο­μο­λο­γού­με­θα, νά κοι­νω­νοῦ­με τα­κτι­κά καί τό κυ­ρι­ώ­τε­ρο ν᾽ ἀ­πο­φε­ύ­γω­με τήν κατάκριση. Νά με­λε­τᾶ­με πνευ­μα­τι­κά βι­βλί­α, Ἁ­γί­α Γρα­φή, Ψαλ­τή­ρι καί ν᾽ ἀ­κοῦ­με πάν­τα ὠ­φέ­λι­μες καί πνευ­μα­τικές συ­ζη­τή­σεις».

 «Χρει­ά­ζε­ται πολ­λή προ­σο­χή, για­τί οἱ ἡ­μέ­ρες μας  εἶ­ναι δύ­σκο­λες. Νά μέ­νω­με στήν προ­σευ­χή καί στήν ὑ­πα­κο­ή. Νά ἀ­γω­νι­ζώ­μα­στε».

«Γι­ά κά­θε τί πει­ρα­σμι­κό πού σέ ἀ­να­στα­τώ­νει ψυχο­λο­γι­κά, ρί­χτα πί­σω. (Καί ἔ­κα­νε καί τήν ἀ­νά­λο­γη κί­νη­ση–χει­ρο­νο­μί­α). Νά κυ­λοῦν οἱ μέ­ρες μας μέ ἠ­ρε­μί­α καί πρα­ό­τη­τα».

     «Ἐ­σύ μήν στε­νο­χω­ρι­έ­σαι, μήν τά βά­ζης μέ­σα σου καί στε­νο­χω­ρι­έ­σαι. Οἱ στε­νο­χώ­ρι­ες τρῶ­νε τόν ἄν­θρω­πο. Ἐ­μέ­να οἱ στε­νο­χώ­ρι­ες μέ φά­γα­νε, ἀρ­ρώ­στη­σα ἀ­πό τήν καρ­διά καί τά ἄλ­λα».

«Ἐ­σύ θά δέ­σης τήν ψυ­χή σου στόν βρά­χο τῆς πί­στε­ως. Ὅ­σα κύ­μα­τα κι ἂν ἔρ­χων­ται, θά σπᾶ­νε ἐ­κεῖ πά­νω στόν βρά­χο τῆς πί­στε­ως καί θά κα­τα­νι­κῶν­ται ὅ­λα τά ἐμ­πό­δι­α».

 «Νά κά­νης με­γά­λη ὑ­πο­μο­νή καί νά μήν στε­νο­χω­ρι­έ­σαι, δι­ό­τι εἶ­σαι ἄν­θρω­πος εὐ­αί­σθη­τος καί γι᾽ αὐ­τό ἔ­χε­τε προ­βλή­μα­τα ὑ­γεί­ας. Νά κά­νης τήν καρδι­ά σου βρά­χο γι­ά νά ἀν­θέ­ξης. Ὁ Θε­ός δέν θά σ᾽ ἀ­φή­ση, θά σέ ἐ­νι­σχύ­ση καί θά σ᾽ εὐ­λο­γῆ. Χαί­ρο­μαι πού σκέ­πτε­σαι γι­ά τήν ψυ­χή σου καί με­ρι­μνᾶς γι­ά τήν αἰ­ώ­νι­ον ζω­ήν. Ὅ,τι δύ­να­μαι κά­νω γιά­ σᾶς καί τήν οἰ­κο­γέ­νει­ά σου, δε­ή­σεις, θεί­ας Λει­τουρ­γί­ας καί προ­σευ­χάς». (Ἀ­πό­σπα­σμα ἐ­πι­στο­λῆς του).

«Ὁ Θε­ός δί­νει καί δο­κι­μα­σί­ες. Ἡ ἀ­γά­πη τοῦ Χριστοῦ δο­κι­μά­ζει τούς ἀν­θρώ­πους».

«Νά ἔ­χε­τε προ­σευ­χή, ὑ­πο­μο­νή καί ἐ­πι­μο­νή γι­ά ὅ­λα. Νά κοι­νω­νᾶ­τε ταχ­τι­κά. Νά δι­α­βά­ζε­τε συ­νέ­χεια­ τό Ψαλ­τή­ρι, Πα­ρά­κλη­ση καί Χαι­ρε­τι­σμοὺς τῆς Πα­να­γί­ας». 

«Νά προ­σέ­χης τούς λο­γι­σμούς, γι­α­τί ὁ δι­ά­βο­λος μᾶς πι­έ­ζει συ­νε­χῶς μέ δι­ά­φο­ρες ἁ­μαρ­τω­λές σκέ­ψεις».

 «Ὅ­ταν πι­ε­ζώ­μα­στε ἀ­πό ἕ­ναν λο­γι­σμό νά μή στε­νο­χω­ρι­ώ­μα­στε. Νά ξέ­ρω­με ὅ­τι εἶ­ναι πει­ρα­σμός καί νά προ­σευ­χώ­μα­στε “Ἔ­λα, Χρι­στέ μου, βο­ή­θη­σέ με” καί νά λέμε: “Ὁ Θε­ὸς εἰς τὴν βο­ή­θει­άν μου πρόσχες…”».

«Ἐ­μεῖς φταῖ­με, για­τί δέν ἔ­χο­με ἀ­γα­θή ψυ­χή. Νά δι­ορ­θώ­νω­με τά πά­θη μας καί τίς ἀ­δυ­να­μί­ες μέ προ­σευ­χή, νη­στεί­α, ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση, θεί­α Κοι­νω­νί­α καί ἐκκλη­σια­σμό, συμ­με­το­χή στίς ἀ­κο­λου­θί­ες. Νά ἀ­πο­κτᾶ­με ἀ­ρε­τές. Στόν οὐ­ρα­νό πά­ει κα­νείς μέ τά κα­λά του ἔρ­γα».         

«Τί μέ νοιά­ζει ἐ­μέ­να τί κά­νει ὁ ἄλ­λος; Ἐ­γώ τί κάνω! Κι ἂν κά­νη κά­τι, ἐ­γώ θά τόν σκε­πά­σω. Μήν κα­τα­λα­λῆ­τε. Νά μήν κα­τα­κρί­νω­με κα­νέ­ναν, για­τί φεύγει ἡ τα­πεί­νω­ση».

Β. ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ από το Βιβλίο “Ο ΓΕΡΩΝ ΙΑΚΩΒΟΣ   ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ–ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ–ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ” της σειράς ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΒΙΩΜΑ  4
ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ – ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ «ΕΝΩΜΕΝΗ  ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ» σελ. 93-98