Η συγκέντρωση εκπροσώπων όλων των "χριστιανικών" δογμάτων στον Ιερό τόπο όπου συγκλήθηκε το 325 μ. Χ. η Α' Οικουμενική Σύνοδος, ιδέα του Πατριάρχη Βαρθολομαίου την οποία είχε προτείνει στον προηγούμενο Πάπα Φραγκίσκο του οποίου το νήμα της ζωής κόπηκε πριν προλάβει να την υλοποιήσουν, αποδείχθηκε, όπως αναμενόταν, μια σκέτη φιέστα κι ένα φιάσκο. Ήταν "μία από τα ίδια" των αντικανονικών κοινών προσευχών και συμπροσευχών που γίνονται ευκαιρώς ακαίρως στο πλαίσιο των διοργανώσεων του παναιρετικού Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών (Π. Σ. Ε.) και γενικώς στο πλαίσιο της λεγομένης "Οικουμενικής Κινήσεως" , δηλαδή του, κατά τον μεγάλο Σέρβο Δογματολόγο Ιουστίνο Πόποβιτς, παναιρετικού και εκκλησιομάχου Οικουμενισμού.
Μάλιστα, ενώ δεν προέκυψε τίποτε ουσιαστικό και αληθινά "ελπιδοφόρο" για μια σοβαρή προσπάθεια αποκαταστάσεως της ενότητος της διαιρεμένης Χριστιανοσύνης, αποκαλύφθηκε έτι περαιτέρω και σε παγκόσμια προβολή η θλιβερή κατάσταση στην οποία βρίσκεται η Ορθόδοξη Ανατολή, εξ απόψεως ενότητος, επικοινωνίας και συνεργασίας. Κατάσταση για την οποία οι ευθύνες του ενοίκου του Φαναρίου είναι πολύ μεγάλες.
Δίπλα στον φερόμενο ως "Προκαθήμενο της Ορθοδοξίας", Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως κ. Βαρθολομαίο, βρέθηκε μόνον ο γνωστός πρόθυμος Πατριάρχης Αλεξανδρείας κ. Θεόδωρος και ουδείς έτερος! Υπήρχαν, βεβαίως, διάφοροι εκπρόσωποι, καθώς και επικεφαλής αιρετικών κοινοτήτων και ομάδων, αρκετές εκ των οποίων ιστορικά μαρτυρούν (με την ύπαρξή τους) τις οδυνηρές συνέπειες που προκάλεσε η υπερφίαλη εξουσιαστική πορεία και πολιτεία του Παπισμού.
Είναι περιττό να σχολιαστούν οι λεπτομέρειες του εορταστικού προγράμματος της εν λόγω διοργανώσεως. Θα σταθούμε μόνον σε ένα σημείο που ενδεχομένως κάποιοι, αφελείς ή αγνοούντες, θα εκλάβουν ως σημαντικό : την απαγγελία του "Συμβόλου της Πίστεως" Νικαίας - Κωνσταντινουπόλεως και εκ μέρους του Πάπα Λέοντα άνευ της αιρετικής προσθήκης του filioque. Το Σύμβολο έτσι είναι διατυπωμένο από τους Αγίους Πατέρες και επικυρωμένο από όλες τις Οικουμενικές Συνόδους. Επομένως, δεν μπορούσε να αλλοιωθεί σε μια τέτοια περίσταση. Όμως, η απαγγελία του αυτή από Πάπα, που δεν είναι πρώτη φορά που γίνεται, δεν συνιστά ορθή Ομολογία Πίστεως, ούτε καν σεβασμό της, διότι ο Πάπας και η "Εκκλησία" του δεν την έχουν υιοθετήσει και κυρίως δεν έχουν ούτε αποκηρύξει, ούτε καν εγκαταλείψει την αιρετική αυτή προσθήκη τους.
Παρεμπιπτόντως, να αναφερθεί ότι ο Πάπας δεν απεκάλεσε τον κ. Βαρθολομαίο Οικουμενικό αλλά απλά Πατριάρχη, ίσως διπλωματικά αποφεύγοντας να δυσαρεστήσει τον Πρόεδρο της φιλοξενούσης αυτόν χώρας κ. Ερντογάν ή απλά επειδή δεν το ήθελε.
Ας σημειωθεί, επίσης, ότι ο Πάπας ιστορικά έχει προσβάλλει τον Όρο της Αγίας Α' Οικουμενικής Συνόδου, όσον αφορά τον υπ' Αυτής καθορισμό του εορτασμού του Πάσχα, δια της επιβολής του Γρηγοριανού ημερολογίου, κατά τον 16ο αιώνα, σύμφωνα με το οποίο ενίοτε το Πάσχα των Παπικών συμπίπτει με το Ιουδαϊκό Πάσχα, κάτι που ρητώς και κατηγορηματικώς απαγόρευσε οριστικώς και αμετακλήτως η Εκκλησία. Άλλωστε, γι' αυτόν τον λόγο και η Εκκλησία της Ελλάδος, παρότι ενέδωσε μόλις τον 20ο αιώνα στην αλλαγή του ημερολογίου, παρέμεινε ωστόσο συνεπής στον εορτασμό του Πάσχα κατά τό Ιουλιανό ημερολόγιο, εμμένουσα έτσι στη σχετική Απόφαση των Πατέρων της Α' Οικουμενικής Συνόδου.
Η είδηση εξ όλων αυτών των Εκδηλώσεων ίσως τελικά να προκύψει από την αναμενόμενη "Κοινή Διακήρυξη" των δύο πρωταγωνιστών, Πάπα και Πατριάρχου, η οποία θα καταπραΰνει τον θυμό του τελευταίου για την θλιβερή εικόνα απομονώσεως που χρεώθηκε από τη φιέστα της Νικαίας.
Και ασφαλώς δεν αναμένεται καμία αποφυγή ή διόρθωση των όσων αντικανονικών και ασεβών γεγονότων λαμβάνουν χώρα στον Πατριαρχικό Ναό, εν ώρα Λατρείας, κάθε φορά που Πάπας παρίσταται στη λεγομένη Θρονική εορτή του Φαναρίου, αρχής γενομένης από την εποχή του μασόνου και πανθρησκειαστοῦ, μεγάλου, κατά τον κ. Βαρθολομαίο, Πατριάρχη Αθηναγόρα.
Οψόμεθα!