Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2025

Ἡ συγχώρησις Ἀγγέλου καὶ Ἱερέως

 

  «Καὶ προσελθὼν ὁ Ἰησοῦς ἐλάλησεν αὐτοῖς λέγων· ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς» (Ματθ. κη΄, 18) (: Καὶ πλησιάσας ὁ Ἰησοῦς τοὺς ὡμίλησε καὶ εἶπε· Ἐδόθη καὶ εἰς τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν μου κάθε ἐξουσία εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐπὶ τῆς γῆς).

  Ναὶ τόσο μεγάλη ἐξουσία ἔδωσε ὁ Κύριος στοὺς Ἀποστόλους καὶ στοὺς διαδόχους αὐτῶν κληρικούς.

  Μᾶς λέγει ὁ θεῖος Χρυσόστομος:

  «Ποιὰ ἐξουσία μπορεῖ νὰ θεωρηθῆ ὑψηλοτέρα ἀπ’ αὐτήν! Ὁ Πατὴρ ἔδωσε στὸν Υἱὸ ὁλόκληρη τὴν ἐξουσία, βλέπω δὲ ὅτι ὁ Υἱὸς τὴν παρεχώρησε ὅλη στοὺς ἱερεῖς. Κι εἶναι τόσο ὑψηλὴ ἡ θέση στὴν ὁποία ἀνέβηκαν, ὥστε φαίνονται σὰν νὰ μεταφέρθηκαν ἤδη στοὺς οὐρανούς, σὰν νὰ ὑπερέβησαν τὴν ἀνθρώπινη φύση κι ἀπαλλάχθηκαν ἀπ’ τὰ δικά μας πάθη».

  Ἀλλὰ καὶ οἱ Ἄγγελοι ἔχουν μεγάλη Δύναμη ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Κυρίου.

  • Οἱ ἄγγελοι χαρακτηρίζονται στὴν Ἁγία Γραφὴ ὡς «δυνατοὶ ἰσχύ» καὶ «ἰσχύι καὶ δυνάμει μείζονες ὄντες» (Ψαλ. ρβ΄ [102] 20, Β΄ Πέτρ. β΄ 11) – πολὺ δυνατότεροι ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Βέβαια ἡ δύναμή τους ἔχει ὅρια καὶ εἶναι ἀπείρως κατώτερη ἀπὸ τὴν ἀπόλυτη παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ.

Καὶ οἱ Ἱερεῖς καὶ οἱ Ἄγγελοι εἶναι διάκονοι τοῦ Θεοῦ ἔχουν τὸ δικαίωμα ὅμως οἱ Ἄγγελοι καὶ οἱ ἱερεῖς νὰ ἐλέγχωνται μεταξύ τους;

  • Στὸ βιβλίο «Οἱ Χαιρετισμοὶ τῆς Παναγίας», Ἀγιορείτου Μοναχοῦ, ἀναφέρεται τὸ ἑξῆς συγκλονιστικὸ γεγονὸς ἀπὸ τὸν βίο τοῦ Ἁγίου Μερκουρίου:

  «Ἕνας ἱερέας κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἁγίου Mερκουρίου ἀπὸ παγίδα τοῦ διαβόλου ἔπεσε σὲ μοιχεία καὶ μάλιστα ὅταν συναισθάνθηκε τὸ ἁμάρτημα ἔκλαψε πολύ. Ὁ ἄρχοντας τῆς περιοχῆς τοῦ ζήτησε νὰ τοῦ κάνη μία θεία Λειτουργία χωρὶς νὰ γνωρίζη τὸ κώλυμα τοῦ ἱερέα. Ὁ ἱερέας γιὰ νὰ μὴ δώση δικαιώματα στὸν ἄρχοντα καὶ ἀπὸ ἐντροπὴ δέχτηκε νὰ λειτουργήση. Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Θείας Λειτουργίας καὶ μετὰ τὴν προσκομιδή, ὅταν εἶπε τὴν εὐχή, «ὁ Θεὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν ὁ τὸν οὐράνιον ἄρτον» κ.λπ. ἦλθε ὁ Ἄγγελος, νὰ τελειώση τὰ Ἅγια Δῶρα καὶ ἀπευθυνόμενος στὸν ἱερέα τοῦ λέγει: «ὦ ἀφορισμένε τοῦ Θεοῦ, πῶς ἐτόλμησες νὰ ἔλθης νὰ λειτουργήσης τὰ θεῖα Μυστήρια· δὲν εἶδες ὅτι εἶσαι μολυσμένος καὶ ἀκάθαρτος λόγῳ τῆς ἁμαρτίας ποὺ ἔκανες αὐτὴ τὴν νύκτα. Ἐμεῖς τὰ ἀσώματα καὶ ἄϋλα πρόσωπα, μὲ εὐλάβεια βλέπουμε τὸ Ἅγιο πρόσωπο τῆς μακαρίου Θεότητος καὶ γι’ αὐτὸ καλύπτουμε τὰ πρόσωπά μας καὶ στεκόμαστε μπροστά Του μὲ φόβο καὶ φοβερὸ τρόμο καὶ ἐσὺ τόλμησες νὰ λειτουργήσης τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων καὶ πρόκειται νὰ τὰ φέρης στὸ στόμα σου καὶ νὰ τὰ φᾶς;

   Ὁ ἱερέας ἀπάντησε στὸν Ἄγγελο: «Ἐπειδὴ ἔτσι μὲ ἀφώρισες, νὰ εἶσαι καὶ ἐσὺ ἀφωρισμένος» καὶ ὤ τοῦ θαύματος! ἀμέσως ἔπεσαν τὰ πτερὰ τοῦ Ἀγγέλου καὶ ἔμεινε σὰν ἄνθρωπος στὴν ἐκκλησία. Αὐτὸ ποὺ ἔγινε μὲ τὸν Ἄγγελο, ὁ ἱερέας δὲν τὸ κατάλαβε, ἀλλὰ συνέχισε καὶ μετὰ τὴν θεία Λειτουργία πῆγε στὸ σπίτι τοῦ Ἄρχοντα.

  Μετὰ ἀπὸ λίγες μέρες κάποιος ἄνθρωπος σὲ ἐκείνη τὴ χώρα ἀπέθανε καὶ κάλεσαν τοὺς ἱερεῖς μαζὶ καὶ αὐτὸν τὸν ἱερέα, γιὰ νὰ τὸν διαβάσουν. Ὅταν οἱ ἱερεῖς εἶπαν τὴν εὐχὴ ἦλθε καὶ ἡ σειρὰ αὐτοῦ τοῦ ἱερέως νὰ πῆ τὴν εὐχὴ καί, ὢ τοῦ θαύματος, ὅταν ὁ ἱερέας εἶπε, «ὅτι Σὺ εἶ ἡ ἀνάστασις, ἡ ζωή καὶ ἡ ἀνάπαυσις», ἀμέσως ὁ νεαρὸς σηκώθηκε καὶ εἶπε πρὸς τὸν ἱερέα «Ἂν καὶ νεκροὺς ἀνασταίνης, ὅμως δὲν εἶσαι ἄξιος νὰ φορέσης πετραχήλι ἢ νὰ λειτουργήσης ἢ νὰ κάνης κάποια ἱεροπραξία». Καὶ ἀφοῦ εἶπε αὐτὸ ὁ νεκρὸς πάλι ἔπεσε στὸν ὕπνο τοῦ δικαίου. Ὁ λαὸς καὶ οἱ ἄλλοι ἱερεῖς ἀπόρησαν ὅλοι βλέποντες αὐτὸ τὸ παράξενο θαῦμα καὶ τὸν ρώτησαν μὲ ἀπορία: «Τί σημαίνει αὐτὸ τὸ φοβερὸ καὶ μέγα θαῦμα;». Ἀμέσως ὁ ἱερέας ἐξομολογήθηκε σὲ ὅλους μπροστὰ τὴν ἁμαρτία του. Τότε τοῦ λέγουν οἱ ἄλλοι ἱερεῖς. «Ἀπὸ δῶ καὶ πέρα δὲν θὰ λειτουργήσουμε μαζὶ καὶ κάνε ὅ,τι θέλεις μόνος σου». Μετὰ ἐπέστρεψε στενοχωρημένος στὸ σπίτι του καὶ ἔλεγε. «Τί νὰ κάνω τώρα; ἄλλη ἐπιστήμη δὲν γνωρίζω, πῶς θὰ σᾶς θρέψω, ἀλλὰ ἄς πᾶμε σὲ ἄλλο τόπο, ὅπου δὲν μᾶς γνωρίζουν, καὶ ἐκεῖ θὰ ζήσουμε τὴν ὑπόλοιπη ζωή».

  Σηκώθηκαν λοιπὸν καὶ πῆγαν σὲ ἄλλη πόλη, ὅπου κανεὶς δὲν τοὺς γνώριζε καὶ λειτουργοῦσε ἐκεῖ. Καὶ ὅπως ἦταν τότε, ὅταν τὸν ἀφώρισε ὁ Ἄγγελος, ἔτσι ἦταν τὸ ἴδιο (χωρὶς νὰ ἔχη γεράσει) καὶ μετὰ ἀπὸ 370 χρόνια. Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ὑπῆρχε σὲ αὐτὴ τὴν περιοχὴ κάποιος ἀξιόλογος Μητροπολίτης καὶ πολὺ δίκαιος. Στὴν ἑορτὴ τοῦ Ἁγίου Μερκουρίου ὁ Ἄρχοντας τῆς περιοχῆς ποὺ συμπαθοῦσε τὸν Ἅγιο παρεκάλεσε τὸν Μητροπολίτη νὰ λειτουργήσουν. Σὲ αὐτὴ τὴν θεία Λειτουργία εὑρέθη καὶ ὁ ἀνωτέρω ἱερέας.

  Ὅταν στὴν τράπεζα ἄρχισε ὁ Ἀρχιερέας νὰ διηγῆται τὸ συναξάρι τοῦ Ἁγίου Μερκουρίου ὁ ἱερέας πῆρε τὸν λόγο καὶ εἶπε: «Σὺ μὲν Δέσποτά μου ἅγιε ἀπὸ τὸ Συναξάρι γνωρίζει τοὺς ἄθλους τοῦ Ἁγίου, ἐγὼ ὅμως τοὺς γνωρίζω ἀπὸ κοντά, διότι ἤμουνα παρὼν καὶ ἔβλεπα τὸν Μάρτυρα νὰ ἀγωνίζεται καὶ νὰ ἀθλῆται, ἐπειδὴ ἔτυχε νὰ εἶναι καὶ γείτονάς μου καὶ πολλὲς φορὲς εἴχαμε πρὶν τὸ μαρτύριό του φάει μαζί».

  Τότε ὁ Ἀρχιερέας βλέποντας μὲ προσοχὴ τὸν ἱερέα τοῦ λέγει: «Σὺ δὲν φαίνεσαι οὔτε σαράντα χρονῶν καὶ πῶς τὸν εἶδες; Ἀφοῦ ὁ Ἅγιος Μερκούριος ἀπὸ τότε ποὺ μαρτύρησε ἔχουν περάσει 370 χρόνια, καὶ πότε ἐσὺ γεννήθηκες καὶ γνωρίζεις αὐτά;». Αὐτὸς ὁρκίσθηκε ὅτι ἀλήθεια ἔλεγε καὶ ὄχι ψέματα. Τότε ὁ Ἀρχιερέας κατάλαβε ὅτι κάτι συμβαίνει. Τὸν πῆρε στὴν ἄκρη κατ’ ἰδίαν καὶ τοῦ λέγει: «πές μου ὅλα ὅσα σοῦ συμβαίνουν σὰν ἐξομολόγηση καθαρή».

 Ὁ ἱερέας τοῦ εἶπε ὅλα ὅσα τοῦ συνέβηκαν καὶ πῶς ἐξέπεσε μὲ τὴν δούλη του καὶ πῶς ἀφορίσθηκαν μὲ τὸν Ἄγγελο καὶ ἔμειναν ἀσυγχώρητοι. «Μάθε ὅτι εἶσαι δεμένος ἀπὸ τὸν Ἄγγελο, γι’ αὐτὸ καὶ ζῆς μέχρι σήμερα καὶ θὰ εἶσαι ἔτσι μέχρι τοὺς ἀπεράντους αἰῶνες. Ἀλλὰ πήγαινε στὴν ἐκκλησία ἐκείνη, ὅπου συνέβη ὁ δεσμός». Ὁ ἱερέας εἶπε ὅτι δὲν ἔχω τρόπο, ἀλλὰ καὶ οὔτε ἄλογο ἔχω, γιὰ νὰ πάω. Τότε τοῦ λέγει ὁ Ἀρχιερέας. «Ἐὰν δὲν πᾶς ἐκεῖ, οὔτε σὺ θὰ πεθάνης, οὔτε ὁ Ἄγγελος θὰ ἀνακτήση τὰ πτερά, γιὰ νὰ ἀνέβη στοὺς οὐρανούς», θὰ σὲ βοηθήσω ἐγώ, γι’ αὐτὸ θὰ σοῦ δώσω ἄλογο καὶ θὰ πᾶμε μαζὶ καὶ τὰ ἔξοδα θὰ εἶναι δικά μου». Πράγματι ἔφθασαν στὸ τόπο ἐκεῖνο, ὅπου ὅλα ἦταν ἐρημωμένα.

  Ὁ ἱερέας ὅμως γνώρισε τὸν τόπο ὅπου ἦταν ὁ ναὸς γκρεμισμένος, ἐκτὸς λίγο μέρος, ποὺ ἦταν στὸ Ἅγιο Βῆμα. Ἐκεῖ κατέβηκαν ἀπὸ τὰ ἄλογα καὶ τοῦ λέγει ὁ Ἀρχιερέας. «Πήγαινε στὸ Ἅγιο Βῆμα». Καὶ ἀφοῦ πῆγε ἐκεῖ ὁ ἱερέας βρῆκε τὸν Ἄγγελο ἀκόμη νὰ στέκεται ἐκεῖ. Τότε τοῦ λέγει ὁ Ἄγγελος. «Ἀκόμη ζῆς, πτωχὲ ἱερέα;». Ὁ ἱερέας τοῦ λέγει: «Ναὶ ἀκόμη ζῶ, ἀλλὰ καὶ σὺ ἀκόμη ἐκεῖ στέκεσαι;». Τοῦ λέγει ὁ Ἄγγελος: «καλῶς ἦλθες γιὰ νὰ συγχωρεθοῦμε μεταξύ μας». Τοῦ λέγει ὁ ἱερέας: «Εὐλόγησον, ἅγιε Ἄγγελε τοῦ Θεοῦ, συγχώρησέ με».

  Ὁ δὲ Ἄγγελος τοῦ εἶπε: «Συγχώρησέ με σὺ πρῶτα καὶ μετὰ ἐγώ, διότι ἐὰν σὲ συγχωρήσω πρῶτος, ἐσὺ θὰ πεθάνης ἀμέσως αὐτὴ τὴν ὥρα καὶ ἐγὼ θὰ μείνω στὸν δεσμό». Τότε τοῦ λέγει ὁ ἱερέας: «Ἐὰν καὶ ἐγὼ σὲ συγχωρήσω, ἐσὺ θὰ ἀνακτήσης τὰ πτερὰ καὶ θὰ ἀνέβης στοὺς οὐρανοὺς καὶ θὰ μείνω στὸν δεσμό». Τότε τοῦ λέγει ὁ Ἄγγελος «ὁρκίζομαι στὸν ἀσάλευτο θρόνο τοῦ Θεοῦ, ὅτι δὲ θὰ σὲ ἀφήσω στὸν δεσμό». Ὁ Ἀρχιερέας ὅλα αὐτὰ τὰ ἔβλεπε καὶ τὰ ἄκουγε. Τότε λέγει ὁ ἱερέας πρὸς τὸν Ἄγγελο. «Ἐν ὀνόματι τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἂς εἶσαι συγχωρημένος ἀπὸ ἐμένα τὸν ἁμαρτωλό». Καὶ ἀμέσως ὢ τοῦ θαύματος! ἀνέκτησε τὰ πτερὰ ὁ Ἄγγελος πέταξε ψηλὰ καὶ εἶπε πρὸς τὸν ἱερέα: «Ἂς εἶσαι καὶ συγχωρημένος, καὶ σὺ ὦ Πρεσβύτερε» καὶ πρὶν τελειώση ἡ φωνὴ τοῦ Ἀγγέλου εὑρέθηκαν τὰ κόκκαλα τοῦ ἱερέα μαζεμένα στὸν τόπο, ὅπου στεκόταν. Τότε ὁ Ἀρχιερέας εἶπε πρὸς τὸν Ἄγγελο «Ὦ Ἅγιε Ἄγγελε, σὲ παρακαλῶ ἱκανοποίησέ μου μία παράκληση καὶ ψάλε κάποιο ἀγγελικὸ ὕμνο, γιὰ νὰ ἀκούσω καὶ ἐγώ». Ὁ Ἄγγελος τοῦ εἶπε: «Αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατόν, διότι τὴν ὥρα ποὺ θὰ ἀκούσης τὴν ἀγγελικὴ φωνή, ἀμέσως θὰ πεθάνης, διότι δὲν ἐπιτρέπεται σάρκα θνητὴ νὰ ἀκούση φωνὴ Ἀγγέλου καὶ νὰ ζήση· πλὴν ὅμως ἐπειδὴ ἔκανες μεγάλο καλὸ καὶ σὲ μένα καὶ στὸν ἱερέα μεῖνε λίγο νὰ ἀνέβω ἕως τοῦ τρίτου οὐρανοῦ καὶ θὰ ψάλλω ἐκεῖ, καὶ ἀφοῦ μὲ ἀκούσης μόλις θὰ μπορέσης νὰ κρατηθῆς».

  Ἔτσι ὅταν ἀνέβηκε ἕως τοῦ τρίτου οὐρανοῦ ἔψαλε τὸ Ἀλληλούϊα. Ἀπὸ τὴν γλυκύτητα τῆς μελῳδίας ἔπεσε ὁ Ἀρχιερέας κάτω στὴ γῆ σὰν νεκρὸς περίπου τρεῖς ὧρες καὶ μόλις μετὰ δυσκολίας συνῆλθε καὶ σηκώθηκε. Ἔπειτα ἀφοῦ εὐχαρίστησε τὸν Θεὸ ἐπέστρεψε στὴν ἐπαρχία του καὶ ἔγραψε τὴν διήγηση τοῦ ἱερέως γιὰ ὠφέλεια πολλῶν».