ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
ΛΟΓΟΣ ΣΤΟΝ ΜΑΚΑΡΙΟ ΒΑΒΥΛΑ
ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ
Εισαγωγικό από entaksis: Κάθε λόγος των Πατέρων της Εκκλησίας δεν είναι απλώς μνήμη ενός παρελθόντος, αλλά ζωντανή φωνή που αντηχεί μέχρι σήμερα, καλώντας μας σε μετάνοια και πίστη. Ο ιερός Χρυσόστομος, με το φωτισμένο στόμα του, μας υπενθυμίζει το μεγαλείο του Χριστού, του μόνου αληθινού Θεού, ο οποίος δεν ζητά θυσίες από τον άνθρωπο, αλλά προσφέρει ο ίδιος τον εαυτό Του για τη σωτηρία του κόσμου. Μέσα σε έναν κόσμο γεμάτο πλάνες, ειδωλολατρίες και ψεύτικες υποσχέσεις, τα λόγια αυτά γίνονται για εμάς σήμερα φως και παρηγοριά. Γιατί και στη δική μας εποχή υψώνονται νέα είδωλα, που σκλαβώνουν την ψυχή: η φιλαυτία, η φιληδονία, η απιστία, η αδιαφορία για τον συνάνθρωπο. Όμως ο Χριστός μένει ο ίδιος χθες και σήμερον και εις τους αιώνας· Εκείνος που νικά τον θάνατο, θεραπεύει τις πληγές, ειρηνεύει τις καρδιές και κάνει τον άνθρωπο ικανό να πραγματοποιήσει «μείζονα τούτων». Ας ανοίξουμε λοιπόν την καρδιά μας, για να δεχθούμε τον πατερικό αυτό λόγο όχι σαν ένα κείμενο του παρελθόντος, αλλά σαν ζωντανή πρόσκληση του Κυρίου προς τον καθένα μας σήμερα.
Ὅταν ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς ἔπρόκειτο πλέον νὰ βαδίση πρὸς τὸ πάθος καὶ νὰ ὑποστῇ τὸν ζωοποιὸ θάνατο, τὴν τελευταία ἐκείνη νύχτα, ἀφοῦ κάλεσε ἰδιαιτέρως τοὺς μαθητὲς του, συζήτησε μαζί τους πολλὰ θέματα καὶ τοὺς ἔδωσε συμβουλὲς, καὶ μαζί μὲ τὰ ἄλλα τοὺς εἶπε καὶ αὐτό· «Ἀλήθεια, ἀλήθεια σας λέγω, ἐκεῖνος ποὺ πιστεύει σὲ μένα, τὰ ἔργα ποὺ κάμνω ἐγώ, καὶ ἐκεῖνος θὰ τὰ κάμῃ, ἀλλὰ καὶ μεγαλύτερα ἀπ’ αὐτὰ θὰ κάμῃ». Ἂν καὶ βέβαια ὑπῆρξαν καὶ πολλοὶ ἄλλοι διδάσκαλοι, ποὺ καὶ μαθητὲς εἶχαν καὶ θαύματα ἔκαμεν, ὅπως καυχῶνται οἱ εἰδωλολάτρες, ἀλλ’ ὅμως κανείς ἀπ’ αὐτοὺς ποτὲ δὲν σκέφθηκε κάτι τέτοιο οὔτε καὶ τόλμησε νὰ πῇ.
Οὔτε θὰ μποροῦσαν κάποιοι ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες, κι ἂν ἀκόμη ξεπερνοῦσαν κάθε ἀδιαντροπιά, νὰ δείξουν ὅτι ὑπάρχει στὰ βιβλία τους μιὰ τέτοια προφητεία ἢ λόγοι παρόμοιοι. Βέβαια μποροῦν νὰ ποῦν, ὅτι πολλοὶ θαυματοποιοὶ τους παρουσίασαν φαντάσματα πεθαμένων καὶ εἴδωλα κάποιων νεκρῶν, καὶ νὰ λέγουν ἐπίσης, ὅτι ἀπὸ ὡρισμένους ἀκούσθηκαν φωνὲς προερχόμενες ἀπὸ μνήματα, ὅμως κανείς δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἰσχυρισθῇ ποτὲ, ὅτι κάποιος ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ἔζησαν καὶ θαυμάσθηκαν ἀπ’ αὐτοὺς ἢ ποὺ θεωρήθηκαν μετὰ τὸν θάνατό τους θεοί, εἶπε κάτι τέτοιο τοῖς μαθηταῖς του.
Καὶ ἂν θέλετε μπορῶ νὰ σᾶς πῶ καὶ τὴν αἰτία, γιατί δηλαδή, ἐνῶ γιὰ ὅλα τὰ ἄλλα ψεύδονται χωρὶς νὰ κοκκινίζουν καὶ νὰ σκεπάζουν τὸ πρόσωπό τους ἀπὸ ντροπή, ὅμως δὲν τόλμησαν ποτὲ νὰ πλάσουν κάτι τέτοιο. Καὶ βέβαια δὲν ἀπέφυγαν ἔτσι στὴν τύχη καὶ χωρὶς κανένα λόγο τὴ μηχανορραφία αὐτή, ἀλλὰ σκέφθηκαν μὲ πανουργία οἱ διαφθορεῖς ἐκεῖνοι, ὅτι ἐκεῖνος ποὺ θέλει νὰ ἐξαπατήσῃ πρέπει τὰ λεγόμενά του νὰ ἔχουν κάποια ἀληθοφάνεια καὶ νὰ εἶναι γεμάτα ἀπὸ κομψότητα, καὶ γιὰ νὰ μὴν ἀποκαλυφθῇ ἡ ἀπάτη του νὰ τὰ παρουσιάζῃ δυσκολονόητα.
Πράγματι καὶ οἱ ἔμπειροι κυνηγοὶ καὶ τῶν πουλιῶν καὶ τῶν ψαριῶν συνηθίζουν νὰ μὴ τοποθετοῦν ἀκάλυπτες τὶς παγίδες τους, ἀλλ’ ἀφοῦ τὶς τυλίξουν μὲ προσοχὴ ἀπὸ παντοῦ μὲ δολώματα, ἔτσι κατορθώνουν νὰ ἔχουν ἐπιτυχία στὸ κυνήγι τους ὁ καθένας ἀπὸ αὐτούς. Ἂν ὅμως ξεσκέπαζαν τὶς παγίδες τους δίνοντας ἔτσι τὴ δυνατότητα στὰ θηράματά τους νὰ τὶς δοῦν, οὔτε ψάρια οὔτε πουλιὰ θὰ ἔμπαιναν μέσα στὶς παγίδες ἐκεῖνες· ἢ καλύτερα οὔτε καν θὰ τὶς πλησίαζαν ἀπὸ τὴν ἀρχή, καὶ ἔτσι θὰ γύριζαν στὸ σπίτι μὲ ἄδεια χέρια καὶ ὁ ψαράς καὶ ὁ κυνηγός.
Ἐπειδὴ λοιπόν καὶ αὐτοὶ ἔπρόκειτο νὰ ἀλιεύουν ἀνθρώπους, δὲν ἔρριξαν ἀκάλυπτη τὴν ἀπάτη στὸ πέλαγος τῆς ζωῆς, ἀλλ’ ἀφοῦ διέπλασαν καὶ συνέθεσαν ἐκεῖνα ποὺ μποροῦν νὰ συλλάβουν τοὺς ἀλογωτέρους, δίστασαν νὰ προχωρήσουν παραπέρα καὶ νὰ φθάσουν στὸ ψεῦδος, γιατί φοβήθηκαν τὴν ὑπερβολή, μήπως δηλαδή μὲ τὴν ἀμετρία τῶν δευτέρων ἀποκαλύψουν καὶ τὰ προηγούμενα. Ἂν δηλαδή ἔλεγαν, ὅτι κάποιος δικός τους εἶπε κάτι τέτοιο ποὺ εἶπε ὁ δικός μας Σωτὴρ τοῖς μαθηταῖς του, τότε καὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἐξαπατήθηκαν ἀπ’ αὐτοὺς θὰ τοὺς εἰρωνεύονταν, γιατί δὲν μπόρεσαν οὔτε πειστικὰ ψέματα νὰ ποῦν. Γιατί τὸ νὰ προλέγῃ τέτοια πράγματα καὶ νὰ τὰ πραγματοποιῇ μὲ ἀκρίβεια ἀνήκει σ’ ἐκείνη μόνο τὴ μακαρία δύναμη. Ἂν ὅμως κάποτε καὶ οἱ δαίμονες μπόρεσαν νὰ πείσουν κάπως ἐκείνους ποὺ ἀπατήθηκαν, αὐτὸ συνέβηκε τότε ποὺ δὲν ἦταν ἡ πηγὴ τοῦ φωτὸς γνωστὴ στούς πολλούς. Ἀλλὰ καὶ τότε ἀπὸ αὐτὸ γίνονταν φανερό, ὅτι ἦταν ἔργα τῶν δαιμόνων ἐκεῖνα ποὺ γίνονταν, καὶ ἀπὸ τὴν ἀπάτη δηλαδή καὶ ἀπὸ τὶς ἴδιες τὶς θυσίες. Γιατί, τὸ νὰ προστάζουν νὰ βάφουν τοὺς βωμοὺς τους μὲ ἀνθρώπινα αἵματα καὶ νὰ προσφέρουν σ’ αὐτοὺς οἱ ἴδιοι οἱ γονεῖς τὰ παιδιά τους σὰν θυσία ἱερή, ποιά μανία ὑπερβολικὴ δὲν ξεπερνᾷ; Ἐκεῖνοι δηλαδή ποὺ δὲν χορταίνουν ποτὲ ἀπὸ τὶς συμφορὲς μας οὔτε γνωρίζουν κάποιο ὅριο καὶ τέλος τοῦ πολέμου τους πρὸς ἐμᾶς, ἀλλὰ αἰώνια λυσσομανοῦν ἐναντίον μας, σὰν νὰ μὴ ἔφθανε νὰ ἱκανοποιήσῃ τὸ θυμὸ τους τὸ ὅτι κατασφάζονταν ἐπάνω στους βωμοὺς τους γυναῖκες καὶ παιδιά ἀντὶ προβάτων καὶ βοδιῶν, ἐπινόησαν παράξενη παρανομία ἀνθρωποκτονίας καὶ καθιέρωσαν καινούργιο τρόπο συμφορᾶς.
Ἐκείνους
δηλαδή ποὺ ἔπρεπε νὰ πενθοῦν ὅσους σφαγιάζονται, τοὺς ἔπεισαν νὰ κάμουν
τὴν ἄθλια ἐκείνην ἀνθρωποκτονίαν. Καὶ γιὰ νὰ μὴν ἀτιμάζωνται μόνο οἱ
νόμοι ποὺ ἐθεσπίσθησαν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ἐκρίζωσαν καὶ αὐτοὺς ἀκόμη
τοὺς θεσμοὺς τῆς φύσεως, ἐξεγείροντας αὐτὴν κατὰ τρόπο μανιακὸ κατὰ τοῦ
ἑαυτοῦ της, καὶ ἔτσι εἰσήγαγαν στὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων τὸν πιὸ βδελυρὸ φόνο
ἀπὸ ὅλους. Γιατί κανένα πλέον ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς τους δὲν φοβοῦνταν ὅλοι
τόσο, ὅσο τοὺς γονεῖς τους, καὶ ἐκείνους ποὺ ἔπρεπε κυρίως νὰ
ἐμπιστεύωνται, αὐτοὺς προπάντων ὑποψιάζονταν περισσότερο ἀπ’ ὅλους καὶ
τοὺς ἀπεστρέφονταν. Οἱ ἄθλιοι δηλαδή ἐκεῖνοι δαίμονες κατόρθωσαν μὲ
ἐκείνους ποὺ ὁ Θεός ἔφερε τοὺς ἀνθρώπους στὴ ζωὴ αὐτή, μὲ αὐτοὺς νὰ
ἀφαιρέσουν ἀπὸ αὐτοὺς αὐτὴ τὴ δωρεά, καὶ ἐκείνους ποὺ ὑπηρέτησαν αὐτοὺς
νὰ ἔλθουν στὴ ζωή, αὐτοὺς κατέστησαν αἰτίους καὶ τοῦ θανάτου τους,
θέλοντας ἔτσι νὰ τοὺς δείξουν, ὅτι δὲν κέρδισαν τίποτε ἀπὸ τὴν ἀγαθότητα
τοῦ Θεοῦ· γιατί δὲν θὰ χρειασθοῦν ἄλλους σφαγεῖς, ἀλλ’ ἐκεῖνοι ποὺ τοὺς
ἔφεραν στὴ ζωὴ θὰ γίνουν οἱ σφαγεῖς τους. Καὶ ἂν αὐτὰ τὰ συνώδευε κατὰ
τύχη καὶ κάποιο μεγάλο θαῦμα, γιὰ νὰ μὴν ἀποδειχθῇ κάτι ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ
συνέβαιναν μηδαμινὸ καὶ ἀνάξιο λόγου, καὶ τὸ θαῦμα αὐτὸ ἦταν γεμάτο ἀπὸ
ἀπάτη· ἀλλὰ κἂν ἀκόμη ἐκεῖνα ποὺ συνέβαιναν καὶ τὰ ὁποῖα ἀνέφερα ἦταν
μεγάλα, ἦταν ὅμως ἱκανὰ νὰ δείξουν σ’ ἐκείνους ποὺ δὲν εἶχαν φθάσει σὲ
μεγάλο βαθμὸ παραλογισμοῦ, ποιοὶ ἦταν ἐκεῖνοι ποὺ ἔκαμναν καὶ αὐτά, πῶς
ἦταν μιαροὶ καὶ γεμάτοι βδελυγμό, καὶ ὅτι ὅλα τὰ μηχανεύονταν γιὰ νὰ
ἀνατρέψουν τὴ ζωὴ καὶ τὴν ὅλη κατάστασή μας.
Όμως ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός δέν ἔδωσε καμμιά τέτοια ἐντολή, ἀλλὰ ὄντας θαυμαστός γιὰ τὰ ὑπερφυσικὰ θαύματα ποὺ ἔκαμε καὶ ὄχι λιγώτερο καὶ γιὰ τὰ προστάγματα πρὸς ἐπιτέλεση θαυμάτων, δικαίως θὰ ἔπρεπε νὰ προσκυνῆται καὶ πιστεύεται ἀπὸ ὅλους ὅτι εἶναι Θεός. Γιατί τὴν παρανομία αὐτὴν τὴν κατάργησε ὅταν ἦλθε, καὶ τὸ θαυμαστότερο εἶναι, ὅτι ἀπάλλαξε ἀπὸ τὴν ἄγρια καὶ σκληρὴ τυραννία τῶν δαιμόνων ὄχι μὀνο ἐμᾶς ποὺ τὸν προσκυνοῦμε, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνους ποὺ τὸν βλασφημοῦν. Κανείς δηλαδὴ τώρα οὔτε καὶ ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες ἀναγκάζεται πιὰ νὰ προσφέρῃ τέτοιες θυσίες στοὺς θεοὺς του. Τόση μεγάλη φιλανθρωπία δείχνει πάντοτε πρὸς τὸ γένος μας καὶ ἀντὶ τῶν συμφορῶν ποὺ προξένησαν οἱ δαίμονες στοὺς φίλους τους, ὁ Θεός χάρισε μεγαλύτερα ἀγαθὰ στοὺς ἐχθροὺς του.
Οἱ δαίμονες δηλαδὴ ἐξανάγκασαν ἐκεῖνους ποὺ τοὺς λατρεύουν καὶ τοὺς τιμοῦν νὰ γίνουν σφαγεῖς τῶν παιδιῶν τους, ἐνῶ ὁ Χριστὸς ἀπάλλαξε ἀπὸ τὰ προστάγματα αὐτὰ καὶ τὴν ἀτέλεια τῆς θηριώδους θυσίας ἐκείνους ποὺ τὸν ἀποστρέφονταν, καὶ τὴν θαυμαστὴ αὐτὴν εἰρήνη δὲν τὴν περιόρισε στοὺς δικούς του μόνο, ἀλλὰ τὴν ἐπεξέτεινε καὶ στοὺς ξένους, δείχνοντας ἔτσι, ὅτι ἐκεῖνοι εἶναι τύραννοι τοῦ γένους μας καὶ ἐχθροὶ καὶ καταστροφεῖς, γι᾿ αὐτὸ καὶ τοὺς δικούς τους τοὺς ἀντιμετώπιζαν σαν ξένους, καὶ πραγματικὰ ἦταν ξένοι, ἐνῶ ὁ Χριστὸς εἶναι βασιλεὺς καὶ δημιουργὸς καὶ σωτὴρ ὅλου τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων, γι᾿ αὐτὸ καὶ λυπόταν γιὰ ἐκεῖνους ποὺ εἶχαν ἀποξενωθῆ ἀπὸ αὐτόν. Καθ᾿ ὅσον δικό του ἔργο εἶναι κάθε ἀνθρώπινη φύση, ὅπως λέγει καὶ ὁ μαθητὴς του· «ἦλθα στὰ δικά μου καὶ οἱ δικοί μου δὲν με δέχθηκαν».
Ὅμως τὸ νὰ ἀναφέρουμε τώρα ὅλη τὴ φιλανθρωπία του δὲν εἶναι τοῦ παρόντος καιροῦ, ἀλλὰ κι ἂν ἀκόμη κάποιος ὁμιλῇ ὅλους τοὺς αἰῶνες γι᾿ αὐτήν, κι ἂν ἀκόμη ἔχῃ τόση δύναμη, ὅση φυσικὸ εἶναι νὰ ἔχουν οἱ ἀσώματες δυνάμεις, οὔτε καὶ ἔτσι θὰ μπορέσῃ ποτὲ νὰ μιλήσῃ ἐπάξια γι᾿ αὐτήν. Τὸ πόσο ἀγαθὸς δηλαδὴ εἶναι, αὐτὸς μόνος τὸ γνωρίζει, ἐπειδὴ καὶ μόνος αὐτὸς εἶναι τόσο ἀγαθός.
Πρόσεχε λοιπόν τί λέγει στοὺς μαθητές του· «Ἀλήθεια σᾶς λέγω, ἐκεῖνος ποὺ πιστεύει σὲ μένα, τὰ ἔργα ποὺ κάμνω ἐγώ, θὰ τὰ κάμῃ καὶ ἐκεῖνος, ἀλλὰ καὶ μεγαλύτερα ἀπὸ αὐτὰ θὰ κάμῃ». Δὲν θὰ ἦταν δυνατό νὰ δώσῃ τόση μεγάλη τιμὴ σ᾿ αὐτούς, ἂν δὲν ἦταν ὑπερβολικὰ ἀγαθός.
Ἄν ὅμως κάποιος ἀπὸ μᾶς φθάσει στὸ σημείο νὰ ἀμφισβητήσῃ καὶ νὰ πῇ ποὺ ἐκπληρώθηκε ὁ χρησμὸς αὐτός, ἀς πάρῃ στὰ χέρια του τὸ βιβλίο ποὺ καλείται «Πράξεις Ἀποστόλων» (δὲν ἔχει αὐτὸ ὅλες τὶς πράξεις, ἀλλ᾿ οὔτε καὶ τὶς πράξεις ὅλων τῶν Ἀποστόλων, παρά μόνον ἑνὸς ἢ δύο καὶ ἀπ᾿ αὐτὲς λίγες πάλι), καὶ θὰ δεῖ ὅτι πολλοὶ ἀσθενεῖς, ποὺ ἦταν κατάκοιτοι στὰ κρεββάτια τους, μόλις οἱ σκιὲς μόνο τῶν Ἀποστόλων τοὺς ἅγγιζαν, ἀμέσως ἀπέκτησαν τὴν ὑγεία τους. Καὶ ὅτι πολλοὶ δαιμονιζόμενοι δὲν χρειάσθηκαν τίποτε περισσότερο ἀπὸ τὸ νὰ ἁγγίσουν τὰ ἔνδύματα τοῦ Παύλου καὶ ν᾿ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὸν δαίμονα ποὺ τοὺς κατηύθυνε.
Ἄν κάποιος πάλιν λέγῃ ὅτι αὐτὰ εἶναι κομπασμὸς καὶ ἀπίστευτη τερατώδης φαντασία, ὅμως αὐτὰ ποὺ βλέπουμε τώρα εἶναι ἱκανὰ νὰ κλείσουν καὶ νὰ καταντροπιάσουν τὸ βλάσφημο στόμα καὶ νὰ συγκρατήσουν τὴν ἀχαλίνωτη γλῶσσα. Γιατί δὲν ὑπάρχει στὴν αὐτοκρατορία μας οὔτε χώρα οὔτε ἔθνος οὔτε πόλη, ποὺ νὰ μὴν ἐξιστοροῦνται αὐτὰ τὰ παράδοξα καὶ ποὺ δὲν θὰ θαυμάζονταν ποτὲ, ἂν ἦταν πλάσματα φαντασίας. Καὶ τὴν ἀλήθεια αὐτὴν τοῦ λόγου μου θὰ τὴν ἐπιβεβαιώσετε σεις οἱ ἴδιοι· γιατί δὲν θὰ χρειασθῇ νὰ ἐπιβεβαιώσουμε ἀπὸ ἄλλους τὰ λεγόμενά μας, ἀφοῦ σεις οἱ ἐχθροί μας μᾶς παρέχετε τὴν ἐπιβεβαίωση αὐτήν.
Πές
μου λοιπόν γιατί τὸν Ζωροάστρη καὶ τὸν Ζάμολξη δὲν τοὺς γνωρίζουν οὔτε
κατ᾿ ὄνομα οἱ πολλοί, ἢ καλύτερα ὄχι πολλοί, ἀλλὰ ἐλάχιστοι μόνο; Ἄραγε
ὄχι ἐπειδὴ τὰ ὅσα λέγονται γιὰ ἐκείνους εἶναι κατασκευάσματα τῆς
φαντασίας; Ἄν καὶ βέβαια καὶ ἐκεῖνοι καὶ αὐτοὶ ποὺ συνέθεσαν τὰ
σχετικά μὲ τὴ ζωή τους λέγεται ὅτι ἦσαν δεινοί, ἐκεῖνοι ἐφευρίσκοντας
καὶ πράττοντας μεγαλεῖα, αὐτοὶ πάλι συγκαλύπτοντας
τὸ ψεῦδος μὲ τὴν πειστικότητα τῶν λόγων. Ἀλλ᾿ ὅλα γίνονται στὰ χαμένα
καὶ χωρὶς λόγο, ὅταν συμβῇ ἡ αἰτία τῶν λεγομένων νὰ εἶναι σαθρὴ καὶ
ψευδής· ὅπως πάλι, ὅταν εἶναι ἰσχυρὴ καὶ ἀληθής, γίνονται τότε στὰ
χαμένα καὶ χωρὶς λόγο ὅλα ἐκεῖνα ποὺ ἐπινοοῦνται ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς γιὰ
τὴν ἀνατροπὴ της. Γιατί ἡ δύναμη τῆς ἀληθείας δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ καμμιά
βοήθεια, ἀλλὰ, κι ἂν ἀκόμη εἶναι μυριάδες ἐκεῖνοι ποὺ θέλουν νὰ τὴν
σβήσουν, ὄχι μόνο δὲν ἐξαφανίζεται, ἀλλὰ ἀνέρχεται σφοδρότερα σὲ
μεγαλύτερα ὕψη μὲ τὴ βοήθεια ἐκείνων ποὺ ἐπιχειροῦν νὰ τὴ βλάψουν,
καταγελώντας ὅλους αὐτοὺς ποὺ ἄσκοπα κοπιᾶζουν καὶ μαίνονται ἐναντίον
της.
Ὅλα λοιπόν τὰ δικά μας, τὰ ὁποῖα σείς λέτε ὅτι εἶναι πλάσματα φαντασίας, ἐπεχείρησαν νὰ τὰ ἐξαφανίσουν καὶ τύραννοι καὶ βασιλεῖς καὶ ἀκαταμάχητοι στους λόγους σοφιστές, καθὼς ἐπίσης καὶ φιλόσοφοι καὶ θαυματοποιοὶ καὶ μάγοι καὶ δαίμονες· ἀλλὰ κατὰ τὸν προφητικὸ λόγο, «παρέλυσε σ’ αὐτοὺς ἡ γλῶσσα τους» καὶ «κατήντησαν τὰ πλήγματα αὐτῶν ὅμοια μὲ τὶς πληγὲς ποὺ προξενοῦν τὰ βέλη τῶν νηπίων».
Οἱ βασιλεῖς δηλαδὴ αὐτὸ μόνον ἐκέρδισαν μὲ τὴν ἐπιβουλὴ ἐναντίον μας, τὸ νὰ γνωρίσουν ὅλοι τὴ θηριωδία τους. Γιατί φθάνοντας μὲ τὸν θυμὸ τους ἐναντίον τῶν μαρτύρων στὴν ἀπανθρωπία αὐτὴ κατὰ τῆς κοινῆς φύσεως τῶν ἀνθρώπων, δὲν ἀντελήφθησαν ὅτι περιέβαλαν τὸν ἑαυτὸν τους μὲ ἀμέτρητα χλεύασματα.
Οἱ φιλόσοφοι πάλιν καὶ οἱ δεινοὶ ῥήτορες, ποὺ θεωροῦνται ἀπὸ τοὺς πολλοὺς ἔνδοξοι, οἱ μὲν πρῶτοι γιὰ τὴ σεμνότητά τους, οἱ δὲ δεύτεροι γιὰ τὴ ῥητορικὴ τους δεινότητα, ἔγιναν καταγέλαστοι μετὰ τὴν ἐναντίον μας μάχη καὶ φάνηκαν ὅτι δὲν διαφέρουν καθόλου ἀπὸ τὰ παιδιά ποὺ φλυαροῦν.
Γιατί ἀπὸ τὰ τόσα πολλὰ ἔθνη καὶ τοὺς τόσους λαούς, ὄχι μόνον δὲν μπόρεσαν νὰ μεταπείσουν κάποιον σοφὸ ἢ ἄσοφο ἢ ἄνδρα ἢ γυναῖκα, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἕνα μικρὸ παιδί· καὶ τόσο γέλωτα προκαλοῦν τὰ γραφόμενά τους, ὥστε νὰ ἐξαφανισθοῦν πρὸ πολλοῦ τὰ βιβλία τους καὶ πολλὰ νὰ χαθοῦν ἀμέσως μετὰ τὴ δημοσιότητά τους.
Κι ἂν ἔτυχε κάποιο νὰ ἔχῃ διασωθῇ, αὐτὸ μπορεῖ νὰ τὸ βρῇ κανείς στὰ χέρια Χριστιανῶν· τόσο πολὺ ἀπέχομε ἀπὸ τὸ νὰ πιστεύωμε ὅτι εἶναι δυνατό νὰ ὑποστοῦμε βλάβη ἀπὸ τὴν ἐπιβουλὴ ἐκείνων, τόσο πολὺ καταγελῶμε ὅλες αὐτὲς τὶς ἐπίμονες μηχανορραφίες τους ἐναντίον μας.
Γιατί, ὅπως δὲν ἐφοβηθήκαμε σφίγγοντας στὰ χέρια μας σκορπιούς καὶ φίδια, ἀλλὰ καὶ τὰ ἐπιδεικνύαμε σὰν νὰ ἦταν τὰ σώματά μας ἀδαμάντινα καὶ ἄφθαρτα, ἔτσι δὲν φοβόμαστε νὰ ἔχωμε καὶ τὰ δηλητήρια τῶν ἐχθρῶν· γιατί ὁ Χριστὸς ἔκαμε τέτοιες τὶς ψυχὲς μας καὶ τὴν πίστι μας.
Ἄν δηλαδὴ πήραμε ἐντολὴ νὰ καταπατοῦμε τὰ φίδια καὶ τοὺς σκορπιούς καὶ ὅλη τὴν τυραννικὴ ἐξουσία τοῦ διαβόλου, πολὺ πιὸ εὔκολα καταπατοῦμε τὰ σκουλήκια καὶ τὰ σκαθάρια· τόσο δηλαδὴ ἀπέχει ἡ βλάβη αὐτῶν ἀπὸ τὴν ἐναντίον μας ἐπιβουλὴ τοῦ πονηροῦ δαίμονα.
Ἡ πίστις λοιπόν ἡ δική μας ἔπαθε ὅλα αὐτά, ἐνῶ τὰ δικά σας δὲν τὰ πολέμησε ποτὲ κανείς· γιατί δὲν ἐπιτρέπεται στοὺς Χριστιανοὺς νὰ καταστρέφουν τὴν πλάνη μὲ τρόπο ἀναγκαστικὸ καὶ βίαιο, ἀλλὰ νὰ φροντίζουν μὲ τὴν πειθώ καὶ τὴ διδασκαλία καὶ τὴν πραότητα νὰ ὁδηγοῦν τοὺς ἀνθρώπους στὴ σωτηρία.
Γι’ αὐτὸ λοιπόν καὶ κανένας Χριστιανὸς βασιλεὺς δὲν ἐξέδωκε ἐναντίον σας διατάγματα παρόμοια μὲ ἐκεῖνα ποὺ ἐπενόησαν ἐναντίον μας ἐκεῖνοι ποὺ λάτρευαν τοὺς δαίμονες. Ἀλλ’ ὅμως, ἂν καὶ ἀπὸλαυσε τόση ἡσυχία καὶ δὲν ἐνοχλήθηκε ποτὲ ἀπὸ κανένα, ἡ πλάνη τῆς ἑλληνικῆς δεισιδαιμονίας, ὅμως ἀπὸ μόνη της ἔσβησε καὶ παρήκμασε, ὅπως ἀκριβῶς τὰ σώματα ἐκεῖνα ποὺ παραδόθηκαν σὲ μακροχρόνια σήψη, χωρὶς πια νὰ τὰ βλάπτῃ ἄλλος κανείς· φθείρονται ἀπὸ μόνα τους καὶ διαλύονται σιγὰ σιγὰ μέχρι ποὺ ἐξαφανίζονται.
Ὥστε, ἂν καὶ δὲν ἐξέλειπε τελείως ἀπὸ τὴ γῆ ὁ σατανικὸς αὐτὸς γέλωτας, ἀλλ’ ὅμως τὰ ὅσα ἤδη συνέβηκαν εἶναι ἀρκετά νὰ σᾶς ἐπιβεβαιώσουν καὶ ἐκεῖνα ποὺ πρόκειται νὰ συμβοῦν στὸ μέλλον. Γιατί, ἀφοῦ τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς πλάνης ἐξαφανίσθηκε μὲσα σὲ τόσο σύντομο χρόνο, κανείς πλέον δὲν θ’ ἀμφισβητήσῃ γιὰ τὴν ἐξαφάνιση καὶ τοῦ ὑπολοίπου.
Οὔτε βέβαια, ὅταν μιὰ πόλη κυριευθῇ, γκρεμισθοῦν τὰ τείχη της, κατακαοῦν τὰ δημόσια κτίρια καὶ τὰ θέατρα καὶ οἱ χώροι τῶν περιπάτων, καὶ φονευθοῦν ὅλοι οἱ ἡλικιωμένοι, βλέποντας κανείς ν’ ἀπομένουν μόνον μερικὲς μισοκαμμένες στοὲς καὶ μέρη ἀπὸ λίγα σπίτια, καθὼς ἐπίσης καὶ μερικὲς γρηὲς καὶ μικρὰ παιδιά, θὰ μποροῦσε ν’ ἀμφισβητήσῃ ὅτι ὁ νικητὴς καὶ πορθητὴς τοῦ μεγαλυτέρου τμήματος δὲν θὰ μπορέσῃ νὰ καταστρέψῃ καὶ ὅ,τι ἀπέμεινε.
Ὅμως ὅλα ἐκεῖνα ποὺ κηρύχθηκαν ἀπὸ τοὺς ἁλιεῖς δὲν εἶναι τέτοια, ἀλλὰ καθημερινὰ ἀνθοῦν· καὶ ὅλα αὐτὰ, ἂν καὶ δὲν μπῆκαν στὴ ζωή μὲ εὐκολία καὶ ἄνεση, ἀλλὰ μὲ θλίψεις καὶ πολέμους καὶ μάχες.
Γιατί ἡ εἰδωλολατρία, ποὺ ἐπεκτάθηκε σὲ κάθε γωνιὰ τῆς γῆς καὶ κατέκτησε τὶς ψυχὲς ὅλων τῶν ἀνθρώπων, μετὰ ἀπὸ μιὰ τέτοια ἀκριβῶς δύναμη καὶ πρόοδο, ἔτσι καταλύθηκε ἀπὸ τὴ δύναμη τοῦ Χριστοῦ· ἐνῶ τὸ κήρυγμα τὸ δικό μας δὲν πολεμήθηκε ἀφοῦ πρῶτα διαδόθηκε παντοῦ καὶ σταθεροποιήθηκε, ἀλλὰ προτοῦ ἀκόμη σταθεροποιηθῇ καὶ φυτευθῇ στὶς ψυχὲς τῶν ἀκροατῶν, ἀναγκάσθηκε ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμή νὰ τεθῇ ἀντιμέτωπο πρὸς ὁλόκληρη τὴν οἰκουμένη· «πρὸς τὰς ἀρχάς, πρὸς τὰς ἐξουσίας, πρὸς τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρὸς τὰ πνεύματα τῆς πονηρίας».
Ἐνῶ ἀκόμη δὲν εἶχε ἀνάψει γιὰ καλά ἡ σπίθα τῆς πίστεως, ἀπὸ παντοῦ ξεχύθηκαν ἐναντίον της ποταμοὶ καὶ ἄβυσσοι. Καὶ γνωρίζετε βέβαια ὅτι δὲν εἶναι τὸ ἴδιο πράγμα τὸ νὰ ξεριζώσῃ κανείς τὸ φυτό ἐκεῖνο ποὺ εἶναι βαθιὰ ριζωμένο ἐπὶ πολλὰ χρόνια, καὶ ἐκεῖνο ποὺ μόλις τώρα φυτεύθηκε στὴ γῆ.
Ἀλλὰ
καὶ ἐνῶ τὰ πράγματα εἶχαν ἔτσι καὶ, ὅπως εἶπα, τὸ πέλαγος τῶν ἐχθρῶν
κατέκλυζε τὴ σπίθα τῆς πίστεως, ποὺ ἦταν ἀκόμη μικρή, αὐτὴ ὄχι μόνον δὲν
ἔσβησε ἀπὸ αὐτό, ἀλλὰ καθισταμένη καὶ μεγαλύτερη καὶ λαμπρότερη
κατελάμβανε πολὺ γρήγορα τὰ πάντα, καταλύοντας ἔτσι καὶ καταστρέφοντας
εὔκολα τὰ τῶν ἐχθρῶν, καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ὑψώνοντας τὰ δικά μας καὶ
ἀνεβάζοντάς τα σὲ ὕψος ἀπερίγραπτο, ἂν καὶ ἐκεῖνοι ποὺ ὑπηρέτησαν αὐτὴν
ἦσαν ἄνδρες ἁπλοϊκοὶ καὶ ἄσημοι.
Καὶ ἡ αἰτία αὐτοῦ δὲν ἦταν οὔτε ἡ διδασκαλία τῶν ψαράδων ἐκείνων οὔτε τὰ θαύματά τους, ἀλλὰ ἡ δύναμη τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἐνεργοῦσε μέσῳ αὐτῶν.
Γιατί ἀπὸ ἐκείνους ποὺ κατόρθωσαν αὐτὰ ὁ ἕνας, ὁ Παῦλος, ἦταν σκηνοποιός, ὁ Πέτρος ψαράς, καὶ δὲν θὰ μποροῦσε ποτὲ νὰ περάσῃ ἀπὸ τὸ μυαλὸ αὐτῶν τῶν τόσο εὐτελῶν καὶ ταπεινῶν νὰ πλάσουν κάτι τέτοιο, ἐκτὸς ἂν ἰσχυρισθῇ κανείς, ὅτι ἦταν μανιακοὶ καὶ ἀνισόρροποι. Τὸ ὅτι ὅμως δὲν ἦταν μανιακοὶ φαίνεται ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ κατόρθωσαν μὲ τὸ κήρυγμά τους καὶ ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἀκόμη καὶ σήμερα πιστεύουν σ’ αὐτούς. Δὲν θὰ ἦταν δυνατό νὰ ποῦν τόσα μεγάλα ψεύδη οὔτε καὶ γενικὰ θὰ ἔφθαναν σὲ τέτοιο κομπασμό. Γιατί, ὅπως εἶπα καὶ στὴν ἀρχή, ἐκεῖνος ποὺ θέλει νὰ ἐξαπατήσῃ ψεύδεται βέβαια, δὲν ψεύδεται ὅμως ἔτσι, ὥστε νὰ μὴ γίνῃ ἀντιληπτὸς σὲ ὅλους. Ἂν λοιπὸν τώρα ποὺ καὶ τὰ πράγματα ἔγιναν πράξη καὶ ὑπάρχουν τόσοι μάρτυρες τοῦ αἴσιου αὐτοῦ τέλους, καὶ ἐκεῖνοι δηλαδὴ ποὺ πίστεψαν ἐκεῖνα τὰ χρόνια καὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἀπὸ τότε διακηρύσσουν αὐτὰ παντοῦ, ὄχι μόνο ἀνάμεσά μας, ἀλλὰ καὶ ἀνάμεσα στοὺς βαρβάρους καὶ σὲ ἐκείνους ποὺ εἶναι περισσότερο θηριώδεις καὶ ἀπὸ αὐτούς, καὶ παρ’ ὅλα αὐτὰ ὑπάρχουν μερικοὶ ποὺ μετὰ ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἀποδείξεις καὶ τὴν μαρτυρία ὅλης γενικά, ὅπως θὰ μποροῦσαμε νὰ ποῦμε, τῆς οἰκουμένης δυσπιστοῦν στὰ γεγονότα, καὶ μάλιστα πολλοὶ ἔτσι ἀβασάνιστα καὶ ἀνεξέταστα, ποιός θὰ μποροῦσε στὴν ἀρχὴ νὰ δεχθῇ στὴν ψυχή του αὐτὴν τὴν πίστη χωρὶς νὰ ἔχῃ δει γεγονότα οὔτε καὶ νὰ ἔχῃ ἀξιόπιστους μάρτυρες γι’ αὐτά;
Τί ἦταν λοιπὸν ἐκεῖνο ποὺ συνάρπασε τοὺς ἀποστόλους, ὥστε νὰ πλάσουν καὶ νὰ συνθέσουν κάτι τέτοιο; Οὔτε βέβαια μποροῦσαν νὰ στηριχθοῦν στὴ δύναμη τῶν λόγων τους (πῶς θὰ ἦταν δυνατὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ ἕνας ἀπ’ αὐτοὺς δὲν γνώριζε γενικὰ οὔτε γράμματα;) οὔτε καὶ στὴν ἀφθονία τῶν χρημάτων τους, καθ’ ὅσον μὲ δυσκολία ἐξασφάλιζαν τὴν ἀναγκαία τροφή τους, ζώντας καὶ οἱ δυὸ μὲ τὴ χειρωνακτικὴ ἐργασία τους. Ἀλλ’ οὔτε καὶ γιὰ εὐγενικὴ καταγωγὴ μποροῦσαν νὰ ὑπερηφανεύωνται, γιατί τοῦ ἑνὸς οὔτε τὸν πατέρα γνωρίζομε καλὰ ποιός ἦταν τόσο πολὺ ἀσήμος καὶ ἀφανὴς ἦταν τοῦ Πέτρου πάλι ὁ πατέρας μᾶς εἶναι βέβαια γνωστός, ἀλλὰ τόσο μόνο περισσότερο ἀπὸ τὸν πατέρα τοῦ Παύλου, ὅσο τὸ ὄνομα μόνο ποὺ μᾶς ἔκαμε γνωστὸ ἡ Γραφή, καὶ αὐτὸ ἐξ αἰτίας τοῦ υἱοῦ. Ἂν ὅμως θελήσῃ κανεὶς νὰ ἐξετάσῃ καὶ τὴ χώρα καὶ τὸ ἔθνος, θὰ βρῇ ὅτι ὁ ἕνας καταγόταν ἀπὸ τὴν Κιλικία, ἐνῶ ὁ ἄλλος ἦταν πολίτης μιᾶς ἀσήμου πόλεως, ἢ καλύτερα ὄχι πόλεως, ἀλλὰ τοῦ πιὸ ἀσήμου χωριοῦ· γιατί καταγόταν ἀπὸ τὴν Βηθσαϊδὰ ὁ μακάριος ἐκεῖνος, ποὺ εἶναι χωριὸ τῆς Γαλιλαίας καὶ εἶχε αὐτὴν τὴν ὀνομασία. Κι ἂν ἀκούσῃ κανεὶς καὶ τὶς τέχνες αὐτῶν, θὰ δῇ ὅτι δὲν ἦταν καθόλου σπουδαῖες καὶ ὑπολήψιμες· ὁ σκηνοποιὸς βέβαια ἐκτιμᾶται περισσότερο ἀπὸ τὸν ψαρά, εἶναι ὅμως καὶ αὐτὸς κατώτερος ἀπὸ τοὺς ἄλλους χειροτέχνες. Ἀπὸ ποῦ λοιπόν, πές μου, ἀπὸ ποῦ παρωρμήθησαν στὸ νὰ τολμήσουν νὰ κάνουν ἕνα τόσο τεράστιο πρᾶγμα; ἀπὸ ποιὲς ἐλπίδες συναρπάσθηκαν; σὲ τί στήριξαν τὸ θάρρος τους; Μήπως στὸ καλάμι καὶ στὸ ἀγκίστρι ἢ στὴ σμίλη καὶ στὸ τρυπάνι; Δὲν πρέπει νὰ πᾶτε κάπου καὶ ν’ ἀπαγχονισθῆτε ἢ καὶ νὰ πέσετε στὸ γκρεμό, τὴ στιγμὴ ποὺ φαίνεσθε νὰ ἔχετε τόση τρέλλα;
ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΑΠΑΝΤΑ ΤΑ ΕΡΓΑ – 34 – ΛΟΓΟI ΔΟΓΜΑΤΙΚΟΙ – ΠΟΛΕΜΙΚΟΙ ΚΑΤΑ ΙΟΥΔΑΙΩΝ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΩΝ ΚΑΤΑ ΙΟΥΔΑΙΩΝ, ΛΟΓΟΙ Α’-Η’ – ΕΙΣ ΤΟΝ ΜΑΚΑΡΙΟΝ ΒΑΒΥΛΑΝ – ΕΙΣΑΓΩΓΗ, ΚΕΙΜΕΝΟ – ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ – ΣΧΟΛΙΑ Από τον Λ. Σ. θεολόγο, ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, Επόπτης: Παναγιώτης Κ. ΧΡΗΣΤΟΥ, Καθηγητής Πανεπιστημίου, Επιμελητής Εκδόσεως: ΜΕΡΕΤΑΚΗΣ Γ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ, θεολόγος – ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΜΕΡΕΤΑΚΗ «ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟΝ» – ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ» ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1988 – ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ: Ι.Ν.ΑΓΙΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΩΝ ΙΣΤΙΑΙΑΣ